Δήμητρα Κατή
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχογλωσσολογίας
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 01 [2005]
Το βιβλίο της Μαρίας Θεοδωροπούλου αποτελεί, όπως συμβαίνει συχνά, εμπλουτισμένη μορφή μιας διδακτορικής διατριβής. Δεν συμβαίνει ωστόσο συχνά ένα έργο να προκύπτει από τόσο πάθος και μόχθο. Δεν θα σταθώ όμως εδώ στην επιθυμία που το υποκίνησε, αλλά σε όσα απασχολούν συνήθως τις επιστημονικές αξιολογήσεις, κυρίως την πρωτοτυπία της θεματικής του και την οξύνοια της προσέγγισής της. Σπάνια βλέπουμε έργα που ξεπερνούν τα όρια ήδη διαγραμμένων προβληματικών, για να θέσουν νέα ή να επαναθέσουν λησμονημένα ερωτήματα και να δώσουν απαντήσεις μέσα από τη ζύμωση διαφορετικών προβληματικών.
Το κεντρικό ζήτημα του βιβλίου, η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και στον ψυχισμό, παρέμεινε σχετικά αδιερεύνητο στις επιστήμες του ψυχολογικού αλλά και του γλωσσικού. Η σχετική βιβλιογραφία έχει μάλιστα κυρίως ψυχολογική και όχι γλωσσολογική αφετηρία, ενώ εξαντλείται σε ψήγματα καινοτόμων ιδεών, αποσπασματικές μελέτες ή ανεπαρκείς συνθέσεις. Το βιβλίο αρχίζει πάντως με συστηματική καταγραφή των σχετικών προβληματισμών (βλ. μεταξύ άλλων, Forrester 1980, Anzieu 1977 και Arrivé 1992). Από τις ελάχιστες επί της ουσίας εργασίες, και μάλιστα από το χώρο της αναπτυξιακής ψυχολογίας, είναι το κλασικό βιβλίο των Werner & Kaplan (1963) για την ανάδυση του συμβόλου, το οποίο, λόγω της κυριαρχίας άλλων παραδειγμάτων, αγνοήθηκε και έμεινε ουσιαστικά χωρίς συνέχεια.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο συγκροτημένος επιστημονικός λόγος δεν ενθαρρύνει ξεστρατίσματα από πεπατημένες θεματικές και μεθόδους. Κι όταν αυτά παρατηρούνται δεν είναι ποτέ υπόθεση μόνο προσωπική –όσο κι αν στην προκειμένη περίπτωση αυτό πιστεύω ότι βάρυνε περισσότερο. Τέτοια εγχειρήματα καθίστανται πάντα δυνατά από το ευρύτερο κλίμα. Ίσως –όπως υποστηρίζεται κατά καιρούς– να είναι πιο εφικτά σε μια χώρα όπως η δική μας, όπου η επιστήμη είναι λιγότερο περιχαρακωμένη ως προς το τι θα μελετήσει και πώς, ενώ ταυτόχρονα η εξοικείωση με διαφορετικά ρεύματα του επιστημονικού κέντρου είναι, λόγω της μετανάστευσης των επιστημόνων, πιο πιθανή. Το έδαφος όμως για το έργο της Θεοδωροπούλου είχε σαφώς προετοιμαστεί στο ίδιο το επιστημονικό κέντρο. Στη γλωσσολογία, από την ανάδυση του γνωσιακού ρεύματος στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του ’80 κυρίως, το οποίο αμφισβήτησε θεμελιακές έως τότε παραδοχές του κυρίαρχου δομιστικιστικού/στρουκτουραλιστικού ρεύματος (βλ. το καταλυτικό έργο του Langacker 1987). Στην ψυχανάλυση πάλι από την παρέμβαση του Lacan (1966) στη Γαλλία ο οποίος έθεσε ξανά στη συζήτηση για τον ψυχισμό το ζήτημα της γλώσσας –αρχικά μέσω σχετικής διάλεξης στο ψυχαναλυτικό συνέδριο της Ρώμης το 1953. Για το γιατί η ψυχανάλυση δεν προχώρησε περαιτέρω έχουν εκφραστεί απόψεις (Τζαβάρας 2002). Θα περιοριστώ εδώ στις εξελίξεις στις ίδιες τις επιστήμες της γλώσσας.
Ο γλωσσολογικός στρουκτουραλισμός (βλ. το θεμελιακό έργο του Saussure 1916/1979) δεν ενθαρρύνει αναζητήσεις για τη σχέση της γλώσσας με άλλα φαινόμενα, πολύ περισσότερο αυτό του ψυχισμού. Αντιθέτως, καθιστά σαφές ότι μια επιστήμη της γλώσσας είναι αδύνατη χωρίς την αφαίρεση τέτοιων θεματικών από το αντικείμενό της. Η γλώσσα εκλαμβάνεται, πιο συγκεκριμένα, ως κλειστό σύστημα αυθαίρετων και μονοσήμαντων σημείων, που τα ομιλούντα υποκείμενα το ασπάζονται μηχανικά. Αυτή την οπτική θα γνωρίσουν κι όσοι κάνουν δειλά βήματα προς τη γλώσσα από την ψυχανάλυση –μεταξύ άλλων ο ίδιος ο Λακάν. Κι αυτήν θα ωθήσει στα άκρα η γενετική φορμαλιστική θεωρία του Chomsky (1965, 1981, 1995) περιγράφοντας τη γλώσσα ως αυτόνομο μαθηματικό σύστημα και αποδίδοντας τη γένεσή της στον από μηχανής θεό των γονιδίων. Η θεωρία αυτή θα διαπλακεί στενά με εξελίξεις στην καθοριστική για το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών γνωσιακή επιστήμη της δεκαετίας του ’60, όπου θα κυριαρχήσει η υπολογιστική αναπαραστασιακή θεωρία του νου (Jackendoff 1997). Θα πριμοδοτηθούν έτσι τα ψηφιακά στοιχεία της γλώσσας και της νόησης έναντι των αναλογικών –με άλλους όρους η λογική νόηση έναντι του συναισθήματος– στο γενικότερο πνεύμα του ρασιοναλισμού, αλλά και ο πλήρης διαχωρισμός νοητικού και σωματικού στο γενικότερο πνεύμα του καρτεσιανού δυϊσμού (βλ. και Auroux 1996/2005). Η ψυχογλωσσολογία ειδικότερα, από την οποία θα περιμέναμε προβληματισμούς για τη σχέση γλώσσας και ψυχισμού, δεν κάνει ούτε νύξη, γιατί οικοδομείται τη δεκαετία του ’60 στη βάση του τσομσκιανού φορμαλισμού (για αναλυτικότερη αναφορά στο πρόβλημα βλ. Κατή 1999). Άλλωστε μόνο πρόσφατα τολμά να αγγίξει ξανά το πολυσυζητημένο κατά τ’ άλλα –στη φιλοσοφία κυρίως– πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη γλώσσα και τη νόηση, με δεδομένο το κυρίαρχο έως πρόσφατα αξίωμα ότι η δομή της γλώσσας δεν επηρεάζεται από γενικότερες γνωσιακές παραμέτρους.
Η προβληματική πάντως της Θεοδωροπούλου για τη σχέση γλώσσας και ψυχισμού αντλεί από μια παράδοση στοχασμού πάνω στη νόηση και τη γλώσσα πολύ διαφορετική και παραγκωνισμένη για μεγάλο διάστημα. Αντλεί πιο άμεσα από τις εξελίξεις που επιφέρει το γνωσιακό ρεύμα στη γλωσσολογία, το οποίο αναδύεται ως αντίλογος στο φορμαλιστικό στρουκτουραλισμό στον ίδιο τον πυρήνα της θεωρητικής γλωσσολογίας –και όχι στα διεπιστημονικά πεδία που μπορούσαν έως τότε να παραμεριστούν ως περιθωριακά. Αρκεί να ξεχωρίσουμε τρεις από αυτές τις εξελίξεις. Επαναφέρεται καταρχήν το γλωσσικό νόημα στο επίκεντρο των προβληματισμών. Αναζητούνται επιπλέον οι βιωματικοί καθορισμοί του, αγνοημένοι παντελώς στα κυρίαρχα ρασιοναλιστικά μοντέλα. Και το βίωμα αναπόφευκτα εμπλέκει το σώμα. Η θέση ότι η νόηση και η γλώσσα έχουν σωματική προέλευση και υπόσταση συνιστά ριζική αποστασιοποίηση από τον κυρίαρχο καρτεσιανό δυϊσμό (Johnson 1987, Lakoff & Johnson 1999). Στο εγχείρημα αυτό θα ανακαλυφθεί ξανά η μεταφορά ως βασικό συστατικό της γλώσσας και ως αποτύπωμα του βιωματικού μέσα σε αυτήν. Η γνωσιακή γλωσσολογία θα συναντηθεί με ρεύματα της κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφίας όπως η φαινομενολογία, ο καντιανισμός και ο ρομαντισμός, αλλά και της γλωσσολογίας, κυρίως τον λειτουργισμo (Halliday 1983) και λιγότερο τα κοινωνικά προσανατολισμένα διεπιστημονικά πεδία. Θα συμπλεύσει επιπλέον με εξελίξεις στη γνωσιακή επιστήμη, που επαναφέρουν, στη δεκαετία του ’90 κυρίως, το μη προτασιακό στοιχείο στη μελέτη του νου όπως και τη σωματικότητά του (Haugeland 1995, Varela et al. 1993), ενώ θέτουν με νέους όρους το ζήτημα της οντογένεσης και φυλογένεσής του (ενδεικτικά, βλ. Karmiloff-Smith 1992). Οι όροι αυτοί καθιστούν κρίσιμο το ρόλο της σωματικής και πολιτισμικής/κοινωνικής εμπειρίας στην οικοδόμηση του νου έναντι του βιολογικού προσχηματισμού του. Καθοριστικός υπήρξε εδώ και ο ρόλος των νευροεπιστημών, που θα αμφισβητήσουν όλο και πιο ρητά την ψηφιακή καθαρότητα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Οι νευροφυσιολογικές βάσεις της μείξης νοητικού και αισθητηριακού-συναισθηματικού θα αποτελέσουν αντικείμενο έντονης ερευνητικής δραστηριότητας. Το καρτεσιανό πρότυπο θα δεχθεί ισχυρά πλήγματα (βλ. μεταξύ άλλων, LeDoux 1998).
Είναι στο πλαίσιο αυτό λοιπόν που η Θεοδωροπούλου αρχίζει να «χαρτογραφεί» τη σχέση ανάμεσα στο βίωμα –και πιο συγκεκριμένα το συναίσθημα– και τη γλώσσα. Το ερώτημα θίγεται βέβαια –έμμεσα έστω και μερικά μόνο– κάθε φορά που τίθεται ζήτημα διαπλοκής, για παράδειγμα ανάμεσα στο ψυχικό και το νοητικό, στο προεννοιακό και το εννοιακό, στον αναλογικό και τον ψηφιακό τρόπο αναπαράστασης, στην εικονικότητα και την αυθαιρεσία των γλωσσικών σημείων, στην ολιστική άμεση εμπειρία και τον αποστασιοποιημένο γλωσσικό στοχασμό πάνω σε αυτήν, στο ασυνείδητο και το συνειδητό, στο ατομικό και το διυποκειμενικό. Συστηματική διερεύνησή του δεν έχει ωστόσο υπάρξει όταν η Θεοδωροπούλου ρωτά πιο συγκεκριμένα: Αν τα συναισθήματα προϋπάρχουν της γλώσσας, πώς εγγράφονται στο γλωσσικό σύστημα και με ποιους μετασχηματισμούς; Η θερμή αναλογική-ολιστική βιωματική προϊστορία της γλώσσας «χάνεται» μέσα στο ψυχρό ψηφιακό κατηγοριακό γλωσσικό σύστημα ή εξακολουθεί να δρα μέσα σε αυτό και πώς;
Στα ερωτήματα αυτά αποπειράται να απαντήσει ενεργοποιώντας τον ψυχαναλυτικό στοχασμό για τη γλώσσα, όπως αναγγέλλεται από τον Φρόυντ και επαναδιατυπώνεται από τον Λακάν, για να τον συνθέσει με τη γνωσιακή γλωσσολογία. Το αποτέλεσμα είναι διπλό. Αφενός παρατηρούμε εμβάθυνση –μέσω επέκτασης και αναθεώρησης– της τελευταίας υπό το φως των ψυχαναλυτικών ανακαλύψεων για την ανθρώπινη υποκειμενικότητα. Πάνω απ’ όλα ο ενσώματος νους της γλωσσολογίας αναθεωρείται με βάση τη θέση ότι το σώμα δεν είναι απλά βιολογικό αισθητηριοκινητικό, αλλά ψυχικό, συμβολικό. Αφετέρου ψυχαναλυτικές διαισθήσεις για τη γλώσσα αποκτούν περιγραφική όξυνση.
Η γενική προβληματική «γλώσσα και συναίσθημα» διερευνάται εμπειρικά μέσα από τις εκφράσεις του φόβου στα ελληνικά, πιο συγκεκριμένα τις συντάξεις του ρήματος φοβάμαι και τις μεταφορές. Πρόκειται για δύο φαινόμενα που, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι, δρουν συμπληρωματικά ως προς το ζητούμενο, αλλά με τόσο διαφορετική ιστορία στη γλωσσολογία και, όπως θα υποστηρίξει η Θεοδωροπούλου, με διαφορετική σχέση με το βίωμα. Η σύνταξη υπήρξε για μεγάλη περίοδο κεντρικό πρόβλημα του κλάδου και κατεξοχήν αντικείμενο του φορμαλισμού. Η μεταφορά όμως βρίσκεται εκτός αντικειμένου έως την αναβίωσή της από το γνωσιακό υπόδειγμα. Η Θεοδωροπούλου καταφέρνει να φωτίσει αυτά τα φαινόμενα με νέο τρόπο. Οι συντάξεις του φοβάμαι περιγράφονται ως άμεσοι τρόποι σήμανσης του συναισθήματος, που καθιστούν δυνατή τη συνειδητοποίησή του και την αναλυτική του περιγραφή –άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Οι μεταφορές αντιθέτως δεν ονομάζουν αλλά δείχνουν το άλεκτο προγλωσσικό συναίσθημα.
Η εμπειρική ανάλυση της Θεοδωροπούλου θεμελιώνεται σε παραδοχές της γνωσιακής γλωσσολογίας, που απορρίπτουν τα απόλυτα στεγανά του φορμαλισμού ανάμεσα σε σύνταξη και σημασία, συντακτική και λεξική σημασία, κυριολεξία και μεταφορά. Διέπεται επιπλέον από προτερήματα που χαρακτηρίζουν κάθε αξιόλογη γλωσσολογική μελέτη: μεταξύ άλλων συνιστά συμβολή στη μελέτη της ελληνικής, συσχέτιση με τη φύση της γλώσσας εν γένει, αδιάκοπη –αγωνιώδη θα έλεγα– συνδιαλλαγή με τη θεωρία. Το έργο ξεχωρίζει ωστόσο γιατί δεν σταματά εδώ. Ενσωματώνει στην περιγραφή των γλωσσικών φαινομένων την ψυχαναλυτική διάκριση ανάμεσα σε πολυσθενείς και μονοσθενείς νοητικές αναπαραστάσεις (Renik 1972). Οι πρώτες είναι συνδεδεμένες με πρωτογενέστερες μορφές σκέψης, προσδεδεμένες σε ερεθίσματα και οργανωμένες από τις ορμές. Οι δεύτερες αντιστοιχούν σε πιο προχωρημένες μορφές σκέψης, όπου το βίωμα έχει ονομαστεί, συνειδητοποιηθεί, αναλυθεί και ελεγχθεί. Όταν για παράδειγμα –υποστηρίζει η Θεοδωροπούλου– το φοβάμαι συμπληρώνεται από έναρθρο ουσιαστικό (φοβάμαι το Γιάννη) είναι «πιο κοντά» στις πολυσθενείς αναπαραστάσεις, ενώ όταν συμπληρώνεται από προτάσεις (φοβάμαι ότι ο Γιάννης θα φύγει) κινείται, σε διάφορους βαθμούς, στο χώρο της μονοσθένειας. Φωτίζονται έτσι όψεις της σύνταξης που παραμένουν σκοτεινές σε παλαιότερες προσεγγίσεις, οι οποίες εστιάζουν αποκλειστικά στο νοητικό/λογικό μέρος της γλώσσας.
Περιγράφοντας τα γλωσσικά μονοπάτια του φόβου η Θεοδωροπούλου αγγίζει κι άλλα θεμελιακά ζητήματα που επανεισάγουν στη γλωσσολογία το γνωσιακό ρεύμα, πάνω απ’ όλα την υποκειμενική και ειδικότερα τη συγκινησιακή όψη του νοήματος. Συναντιέται με ερωτήματα όπως: Πώς διαπλέκεται το ατομικό και το καθολικό στη γλώσσα; Πώς μεσολαβεί το ατομικό βίωμα στη συγκρότηση της διυποκειμενικής γλώσσας; Κι επειδή το βίωμα είναι πάνω απ’ όλα συναίσθημα, μπορεί η γλώσσα να αναλυθεί ανεξάρτητα από τις συγκινησιακές συνιστώσες της συνείδησης; Στο τελευταίο σημείο η απάντησή της συναντά τις λίγες εκείνες απόπειρες που ενσωματώνουν τη συγκινησιακή διάσταση στην περιγραφή της γλώσσας. Για παράδειγμα, προσεγγίσεις της υποθετικότητας (ιστορικό προπύργιο του ρασιοναλισμού) που θεωρούν τη διάσταση της επιθυμίας για τα πράγματα πιο θεμελιακή από τη διάσταση της λογικής τους εκτίμησης (ενδεικτικά, βλ. Akatsuka 1997). Από την άλλη η Θεοδωροπούλου αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα και τα αδιέξοδα των γνωσιακών προσεγγίσεων, ειδικά για το συναίσθημα στη γλώσσα, προσεγγίσεων που αφήνουν απ’ έξω την ψυχική διάσταση, για να περιγράψουν τα συναισθήματα ως γνωσιακά μοντέλα –ανάγοντας συνεπώς το ψυχικό στο νοητικό (όπως βλέπουμε στο έργο του Kövecses 2000 και της Wierzbicka 1994).
Τελειώνοντας θα μπορούσα να συνοψίσω τη συνεισφορά του βιβλίου ως εξής: Προωθεί σημαντικά τη διερεύνηση της σχέσης γλωσσικού και ψυχικού/ψυχολογικού και αντιμετωπίζει συστηματικά τη σχέση γλωσσολογίας και ψυχανάλυσης, με κέρδος και για τα δύο πεδία. Απεμπολώντας την αποκλειστικότητά της στην κατανόηση του γλωσσικού φαινομένου, η γλωσσολογία αφήνεται να γονιμοποιηθεί από την ιδέα ότι ο άνθρωπος δρα ως ολότητα σωματική, ψυχική και νοητική και μόνο μέσα από αυτή την ολότητα μπορούμε να προσεγγίσουμε εκδηλώσεις του όπως η γλώσσα. Αλλά και στην ψυχανάλυση παρέχεται ένα σκαλοπάτι που μπορεί να πατήσει για να δει τι μπορεί να αντλήσει από τη γλώσσα για το ασυνείδητο, τη γλώσσα που πάντα αναγνώριζε ως το βασικό της εργαλείο αλλά ποτέ δεν κοίταξε κατάματα. Ειδικά η ιδέα της μεταφοράς ως επιστροφής στο χώρο του μη αναπαραστάσιμου μέσω της γλωσσικής συμβολοποίησης (βλ. Χριστίδης 1999) –η οποία στηρίζεται και με εμπειρικά επιχειρήματα σε άλλο κείμενο από τη Θεοδωροπούλου (2004)– θέτει τους όρους για τη διερεύνηση ενός ιδιαίτερα σημαντικού ζητήματος για τη φύση της γλώσσας. Το ζήτημα αυτό είναι η δυνατότητα της γλώσσας να μιλήσει για την οδυνηρή αλλά και απελευθερωτική ανάδυση του ανθρώπινου υποκειμένου από τον συγχωνευτικό τρόπο που ορίζει την πρώιμη (προ-συμβολική, προ-γλωσσική) ύπαρξή του. Απασχολεί μάλιστα κατεξοχήν την ψυχανάλυση. Η δυνατότητα μιας ουσιαστικής συνδιαλλαγής ανάμεσα στα δύο πεδία έχει πιστεύω ανοίξει, άσχετα από το πόσοι θα την εκμεταλλευτούν άμεσα. Κι επίσης, άσχετα από το γεγονός ότι κάποιοι θα μπουν στον πειρασμό, όταν πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο, είτε να θεωρήσουν τεχνικό το δεύτερο, πιο γλωσσολογικό μέρος του, είτε, αντιθέτως, να περιοριστούν σε αυτό εκλαμβάνοντας τη θεωρητική θεμελίωσή του ως παραδρομή σε φιλοσοφίες. Νομίζω όμως ότι το πάθος που το κινητοποίησε διαποτίζει τόσο πολύ τη γραφή, που μπορεί να σπρώξει και τις δύο πλευρές να εμβαθύνουν στο σύνολο.
* Η παρουσίαση αυτή βασίζεται σε προφορική ομιλία και εν μέρει σε προγενέστερο κείμενο που είχε γραφτεί σε συνεργασία με τον αείμνηστο Α.-Φ. Χριστίδη.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Akatsuka N., (1997). Negative conditionality, subjectification, and conditional reasoning. Στο A. Athanasiadou and R. Dirven (eds.) On Conditionals Again, Amsterdam, John Benjamins, 323-354.
Anzieu D., (1977). Pour une Psycholinguistique psychanalytique. Στο Psychanalyse et langage: Du Corps à la Parole. Paris, Bordas.
Arrivé M., (1992). Linguistics and Psychoanalysis. Freud, Saussure, Hjelmslev, Lacan and Others. Amsterdam, Benjamins.
Auroux S., (1996). La Philosophie du Langage. Paris, PUF. Ελληνική έκδοση 2005, Η Φιλοσοφία της Γλώσσας, Αθήνα, Μεταίχμιο.
Chomsky N., (1965). Aspects of the Theory of Syntax. Cambridge, Mass., MIT Press.
Chomsky N., (1981). Lectures on Government and Binding. Dordrecht, Foris.
Chomsky N., (1995). The Minimalist Program, Cambridge, Mass., MIT Press.
Halliday M., (1983). Language as a Social Semiotic: The Social Interpretation of Language and Meaning. London, Edward Arnold.
Forrester J., (1980). Language and the Origins of Psychoanalysis. London, MacMillan.
Haugeland J., (1995). Mind embodied and embedded. Στο Y. Houng & J. Ho (eds.) Mind and Cognition. Taipei, Academia Sinica.
Jackendoff R., (1987). Consciousness and the Computational Mind. Cambridge, Mass., MIT Press.
Johnson M., (1987). The Body in the Mind. Chicago, The University of Chicago Press.
Karmiloff-Smith A., (1992). Beyond Modularity: A developmental perspective on cognitive science. Cambridge, Mass., MIT Press.
Κατή Δ., (1999). Ψυχολογία και γλώσσα. Στο Δ. Κατή, Μ. Κονδύλη & Κ. Νικηφορίδου (επιμ.) Γλώσσα και Νόηση. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 43-60.
Kövecses Z., (2000). Metaphor and Emotion: Language, Culture and Body in Human Feeling. Cambridge, Cambridge University Press.
Lacan J., (1966). Écrits. Paris, Éditions du Seuil.
Lakoff G, Johnson, M., (1999). Philosophy in the Flesh: The Embodied Mind and Its Challenge to Western Thought. New York, Basic Books.
Langacker R.W., (1987). Foundations of Cognitive Grammar. Vol. I. Theoretical Prerequisites. Stanford, Stanford University Press.
LeDoux J., (1998). The Emotional Brain. London, Phoenix.
Renik O., (1972). Cognitive ego function in the phobic symptom. Psychoanalytic Quarterly 41, 537-555.
Saussure F. De, (1916/1979). Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας. Αθήνα, Παπαζήσης.
Θεοδωροπούλου Μ., (2004). Βίωμα, συναίσθημα και μεταφορά. Εκ των υστέρων 11.
Τζαβάρας Θ., (2002). Έχει η ψυχανάλυση θεωρία γλώσσας; Στο S. Freud Για την ερμηνεία των αφασιών, μετ. Α. Πόταγα & Κ. Πόταγας, Αθήνα, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος.
Varela F.J., Thompson E, Rosch E., (1993). The Embodied Mind: Cognitive Science and Human Experience. Cambridge, Mass., MIT Press.
Werner H. & Kaplan B., (1963). Symbol Formation: An Organismic-Developmental Approach to Language and the Expression of Thought. New York, Wiley.
Wierzbicka A., (1994). Cognitive domains and the structure of the lexicon: the case of the emotions. Στο L.A. Hirschfeld & S.A. Gelman (eds.) Mapping the Mind, 431-52. New York: Cambridge University Press.
Χριστίδης Α.-Φ. 1999. Όψεις της μεταφοράς. Στο Κατή Δ., κ.συν., ό.π.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.