Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Marc Jeannerod

σύναψις 01 [2005]

Νευροεπιστήμες και Ψυχιατρική: έλξη ή άπωση;

Ο Marc Jeannerod είναι Καθηγητής Νευροφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Claude Bernard της Λυών, διευθύνει το Ινστιτούτο Γνωσιακών Επιστημών και από το 2002 είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Γαλλίας.

Δημοσίευση ταυτόχρονη με τη γαλλική: Neurosciences et psychiatrie. Attirance ou répulsion? Les Temps Modernes No 630, Mars-Juin 2005.

Εισαγωγή

Σκοπός του άρθρου αυτού είναι η διερεύνηση των προϋποθέσεων για μια από κοινού θεώρηση των ιδεών του κλινικού ψυχιάτρου, σχετικά με τη γένεση της ψυχικής νόσου και των ιδεών του ερευνητή νευροεπιστήμονα, σχετικά με το ρόλο του εγκεφάλου στον καθορισμό της συμπεριφοράς και της ψυχικής δραστηριότητας. Ένα τέτοιο διάβημα δεν είναι ούτε καινοφανές, εάν λάβουμε υπ’ όψιν τις πολυάριθμες, παλιές και πρόσφατες, προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ αυτών των δύο τομέων, ούτε εύκολο, αν υπολογίσουμε τα εμπόδια για μια πολύ κοντινή γειτνίαση μεταξύ νευροεπιστημών και ψυχιατρικής.

Αν και οι παρελθούσες απόπειρες προσέγγισης οφείλουν να αποτελέσουν αντικείμενο βαθύτερης ανάλυσης του ιστορικού και επιστημονικού τους πλαισίου, ώστε να κατανοήσουμε τους παράγοντες της επιτυχίας ή, ενδεχομένως, της αποτυχίας τους, εδώ θα περιοριστούμε στην εξέταση των σύμφυτων, σε τέτοιες απόπειρες, δυσχερειών. Σε μεγάλο μέρος, αυτές οι δυσκολίες οφείλονται στην απόσταση που χωρίζει τα επίπεδα της αιτιότητας που επικαλούνται, αντίστοιχα, οι κλινικοί ψυχίατροι και οι νευροεπιστήμονες ερευνητές για να εξηγήσουν τη γένεση της ψυχικής νόσου.

Atsuko Tanaka, χωρίς τίτλο, 1956

Στο πρώτο μέρος θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, να προσδιορίσουμε τις θεωρητικές αντιλήψεις που χρησιμοποιούν οι δύο αυτές κοινότητες για να οριοθετήσουν τους εμπλεκόμενους στην ψυχονοητική λειτουργία μηχανισμούς και για να ορίσουν τις συνθήκες της αλλοίωσής της. Στο δεύτερο μέρος θα επικαλεστούμε τους πρόσφατους ερευνητικούς προσανατολισμούς των διαφόρων επιστημονικών τομέων που συγκροτούν το σύνολο των νευροεπιστημών, οι οποίοι φαίνεται να επικυρώνουν μια νέα απόπειρα προσέγγισης νευροεπιστημών και ψυχιατρικής. Τέλος, στο τρίτο μέρος θα χρησιμοποιήσουμε τη συμβολή της φιλοσοφίας του πνεύματος για να χαράξουμε τα όρια αυτού του διαβήματος.

 

1. Διαφορετικά επίπεδα αιτιότητας: η μεθοδολογική τομή

Ας θέσουμε κατ’ αρχάς ως αξίωμα ότι κάθε ανθρώπινο ον διαθέτει ένα ψυχικό όργανο, δηλαδή ένα δομημένο και οργανωμένο σύνολο που του επιτρέπει: α) να κατασκευάζει αναπαραστάσεις του εαυτού του και των ομοίων του, β) να χρησιμοποιεί αυτές τις αναπαραστάσεις για να αλληλεπιδρά και να επικοινωνεί με άλλα άτομα και γ) να διαχειρίζεται τις συγκινήσεις και τα συναισθήματα που γεννιούνται από αυτές τις αλληλεπιδράσεις. Οι διάφορες ψυχολογικές σχολές έχουν περιγράψει αυτό το «ψυχικό όργανο» ως συνάρθρωση (κάποιων) εν δυνάμει συστημάτων που αλληλεπιδρούν δυναμικά μεταξύ τους.

Από την πλευρά της ψυχανάλυσης, ο Freud, αν και κληρονόμος του εντοπιστικού-συνειρμικού μοντέλου του δασκάλου του Meynert, συνέλαβε την ψυχική τοπική ανεξάρτητα από ανατομικές εντοπίσεις, τις οποίες επεφύλασσε για πιο εντοπισμένες λειτουργίες. Όσο για τη γνωσιακή ψυχολογία, αυτή επιχειρεί να ορίσει τις νοητικές καταστάσεις που επιφορτίζονται να αποδώσουν την ψυχική λειτουργία και τη συμπεριφορά ενός ατόμου: αυτές οι νοητικές καταστάσεις αφορούν στις προθέσεις, τις επιθυμίες, τις πίστεις του ατόμου, με μια λέξη τις αναπαραστάσεις που κατασκευάζει για τον εαυτό του αλλά και για το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Χωρίς να ανατρέξουμε μέχρι την ψυχολογία των λειτουργιών του Gall, η διάκριση του Fodor ανάμεσα σε περιφερικά συστήματα και κεντρικό σύστημα παρέχει ένα θεωρητικό πλαίσιο για να ερμηνεύσουμε την κατασκευή αυτών των νοητικών καταστάσεων.1

Τα περιφερικά συστήματα είναι ειδικευμένα «δυναμικά στοιχεία» (modules) που διερμηνεύουν την πληροφορία που έρχεται από το περιβάλλον σε έναν ειδικό τομέα: έτσι μπορούμε να φανταστούμε ένα τέτοιο «στοιχείο» ειδικευμένο στην κατανόηση του λόγου, ένα άλλο για την ερμηνεία των κοινωνικών σημάτων (όπως είναι οι συγκινήσεις) ή για την αναγνώριση προσώπων. Αντίθετα, το κεντρικό σύστημα είναι γενικευτικό: η πληροφορία κυκλοφορεί εδώ ελεύθερα, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία μεταξύ των αποτελεσμάτων της επεξεργασίας που επετεύχθη με τα «δυναμικά στοιχεία». Αυτό το χαρακτηριστικό του κεντρικού συστήματος επιτρέπει τη γενίκευση, στο σύνολο του συστήματος, μιας γνώσης που αποκτήθηκε μέσω ενός από αυτά τα «στοιχεία» και, κατά συνέπεια, επιτρέπει τη διαμόρφωση και τη σταθεροποίηση των πεποιθήσεων.

Οι διαφορετικές αυτές σχολές προτείνουν την ίδια «λειτουργιστική» οργάνωση για να εκθέσουν τη λειτουργία του συστήματος που περιγράφουν. Υπ’ αυτήν την έννοια, η εσωτερική δυναμική αυτών των συστημάτων, που βασίζεται στην μεταξύ τους ιεραρχία και στους μηχανισμούς αναστολής και ενεργοποίησης (οι οποίοι ρυθμίζουν τις μεταξύ τους διαντιδράσεις) όσο και στην κυκλοφορία της πληροφορίας, είναι κοινή στο ψυχικό σύστημα των ψυχιάτρων και στο γνωσιακό σύστημα των ψυχολόγων. Σε όσα ακολουθούν, θα διατηρήσουμε αυτή τη διπλή ονοματολογία για δύο σχολές που, αν και τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο θεωρητικής εξήγησης, αναφέρονται σε διαφορετικές κουλτούρες και πρακτικές.

Το ερώτημα που τίθεται στον ψυχίατρο είναι εάν μπορεί να ταυτοποιήσει το αίτιο της υπεύθυνης για τα συμπτώματα του ασθενούς αποδιοργάνωσης μόνο μέσω μιας δυσλειτουργίας στο γνωσιακό ή ψυχικό σύστημα ή, αντίθετα, εάν πρέπει να αναφερθεί σε άλλα, εκτός του συστήματος αυτού, ερμηνευτικά επίπεδα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι προφανώς ουσιώδης, διότι από την ταυτοποίηση του αιτίου της δυσλειτουργίας εξαρτάται, κατ’ αρχήν, η θεραπευτική τακτική που θα υιοθετήσουμε για τον ασθενή. Αλλά είναι εξίσου καθοριστική και στο επιστημολογικό επίπεδο όπου τοποθετούμαστε τώρα.

Για όσους θεωρούν ότι η εξήγηση μέσω μιας ενδοψυχικής αποδιοργάνωσης είναι ικανοποιητική (και λειτουργική στο θεραπευτικό επίπεδο), αίτιο και αποτέλεσμα εντοπίζονται στο ίδιο ερμηνευτικό επίπεδο –το επίπεδο των λειτουργικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ νοητικών καταστάσεων- χωρίς να μπορούν να υποπτευθούν την ύπαρξη παραγόντων που βρίσκονται σε άλλο επίπεδο, χωρίς καν να αισθάνονται την ανάγκη της σχετικής αναζήτησης. Σε αντιδιαστολή, όσοι πρεσβεύουν ότι αυτή η εξήγηση δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνεύει μια διαταραχή της συμπεριφοράς επικαλούνται την ύπαρξη άλλων αιτιακών επιπέδων, μη-ορατών ίσως, πλην όμως ικανών να επηρεάσουν, ακόμα και να καθορίσουν τα παρατηρούμενα φαινόμενα.

Αυτή η εναλλακτική θεώρηση φαίνεται να ξαναπιάνει την κλασική αντίθεση μεταξύ βιολογικού και ψυχολογικού καθορισμού των ψυχικών νόσων, ακόμη και αν, όπως θα δούμε, διαφέρει από αυτήν ουσιωδώς. Κλασικά, το ιατρικό ή «μολυσματικό» μοντέλο αντιπαρατίθεται στο «ψυχο-κοινωνικό»: το πρώτο θεωρεί πως η αιτία κάθε ασθένειας, συμπεριλαμβανομένης και της ψυχικής, εδράζεται σε έναν ειδικό παράγοντα που προσβάλλει το βιολογικό υπόστρωμα και είναι ικανός από μόνος του να εξηγήσει τη νοσηρή διαδικασία, το δεύτερο βεβαιώνει για τον ρόλο των σχεσιακών παραγόντων στη γένεση των διαταραχών2

Σήμερα, η εκ νέου ενεργοποίηση αυτής της αντίθεσης δικαιώνει την ανανέωση των εννοιών που βρίσκονται πίσω από το κλασικό δίλημμα μεταξύ βιολογίας και ψυχολογίας. Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών διανοίχτηκαν πλείστοι ερευνητικοί δρόμοι σε όσους διερωτώνται σχετικά με τον καθορισμό και τη θεραπεία των ψυχικών νόσων. Από τη μια, ο τομέας των νευροεπιστημών συνέβαλε σημαντικά στην ανανέωση της μελέτης των σχέσεων μεταξύ νοητικής και εγκεφαλικής δραστηριότητας, επιτρέποντάς μας έτσι να προσβλέψουμε στη λεπτομερή περιγραφή των νευρωνικών λειτουργιών που παρεμβαίνουν στην ανάπτυξη και λειτουργία των ψυχικών και γνωστικών συστημάτων. Από την άλλη, όπως θα δούμε παρακάτω, οι προσπάθειες να «φυσικοποιηθούν» (naturaliser) οι νοητικές καταστάσεις στο πλαίσιο της γνωσιακής φιλοσοφίας ανοίγουν καινούργιες προοπτικές για την εκ νέου περιγραφή του ψυχικού οργάνου μέσω εννοιών που χρησιμοποιούν από κοινού οι διάφοροι πρωταγωνιστές των γνωσιακών επιστημών (ψυχολόγοι, ψυχίατροι, νευροβιολόγοι, δημιουργοί μοντέλων) για να προσεγγίσουν τη «φυσικοποίηση» των νοητικών καταστάσεων.

Atsuko Tanaka, χωρίς τίτλο, 1956

2. Το διπλό παιχνίδι των νευροεπιστημών

Το νευρικό σύστημα μπορεί να ειδωθεί ως υπέρθεση επιπέδων οργάνωσης, αρχίζοντας από το μοριακό επίπεδο, όπου δρουν στοιχειώδεις δομές, όπως οι δίαυλοι ιόντων, περνώντας κατόπιν από το κυτταρικό επίπεδο, όπου δρουν οι μηχανισμοί της συναπτικής μεταβίβασης μεταξύ νευρώνων, στο επίπεδο των μικρών νευρωνικών συνόλων (όπως η «στήλη», σύνολο νευρώνων του εγκεφαλικού φλοιού που συνδέονται μεταξύ τους με ειδικό τρόπο), κι ύστερα στο επίπεδο των συνενώσεων όλων αυτών των στηλών (οι κλασικές, ταυτοποιημένες από τον περασμένο αιώνα εγκεφαλικές άλω), μέχρι το επίπεδο των δικτύων που ομαδοποιούν περισσότερες ανατομικές άλω. Αυτή η περιγραφή εκφράζει μια πραγματική διπολικότητα των νευροεπιστημών, με ξεκάθαρο διαχωρισμό, σε όρους τεχνικών μεθόδων, διακυβευμάτων και στόχων μεταξύ γνωσιακών νευροεπιστημών από τη μια, και μοριακών και κυτταρικών νευροεπιστημών από την άλλη.

2.1. Οι γνωσιακές νευροεπιστήμες

Οι γνωσιακές νευροεπιστήμες έχουν ξεφύγει από την ψευδή πεποίθηση ότι, τάχα, υπάρχει εκείνη η ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα βεβαίωνε πως σύνθετα φυσιολογικά συστήματα, όπως ο ύπνος, τα συναισθήματα, οι νευροενδοκρινικές ρυθμίσεις, δεν μπορούν, εξ’ ορισμού, να αναχθούν σε στοιχειώδεις μηχανισμούς. Η αντίσταση αυτής της πεποίθησης έχει συχνότατα υποχωρήσει με τις εργασίες των τελευταίων δεκαετιών που χρησιμοποιούν τα εργαλεία της κυτταρικής και μοριακής προσέγγισης.3

Τελικά, το τελευταίο οχυρό που ανθίσταται στην αναγωγική προσέγγιση, είναι οι γνωσιακές λειτουργίες. Αυτή η αντίσταση προκάλεσε την ανάπτυξη εννοιών και μεθόδων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη μελέτη των νοητικών καταστάσεων και της συμπεριφοράς. Τα μαζικά δάνεια που πραγματοποίησαν οι νευροεπιστήμονες ερευνητές από την ψυχολογία δεν ήταν, βέβαια, ο ελάσσων μεταξύ των παραγόντων που βρίσκονται στην αφετηρία αυτής της ανάπτυξης. Στα χρόνια των ετών 1970-1980, οι γνωσιακές νευροεπιστήμες εκμεταλλεύτηκαν τα παραδείγματα της γνωσιακής ψυχολογίας. Όπως είδαμε, οι λειτουργίες που μελετά η γνωσιακή ψυχολογία ορίζονται από τη συνάθροιση λειτουργικών στοιχείων απαραίτητων για την επίτευξη σύνθετων στόχων (τη διαμόρφωση μιας πρόθεσης, την ταυτοποίηση ενός αντικειμένου, την αναγνώριση ενός προσώπου, κ.λπ.).Οι απόπειρες να αποδομηθούν αυτές οι σφαιρικές οντότητες σε απλούστερες λειτουργίες (σε «πλίνθους» του γνωσιακού συστήματος) έχουν χρησιμοποιήσει από καιρό τη μέτρηση του χρόνου απάντησης σε ένα ερέθισμα (την νοητική χρονομετρία). Έκτοτε, αυτή η προσέγγιση τροποποιήθηκε με την έλευση των τεχνικών νευροαπεικόνισης που μεταφράζουν κάθε μία από αυτές τις λειτουργίες με όρους νευρωνικών συνόλων. Τυπικά, αυτές οι τεχνικές επιτρέπουν να αποκτήσουμε ένα χάρτη της συνολικής εγκεφαλικής δραστηριότητας στη διάρκεια μιας διεργασίας που επιθυμούμε να μελετήσουμε και κατόπιν, να της αφαιρέσουμε τη δραστηριότητα που προκύπτει από στοιχεία άσχετα προς την σκοπούμενη δραστηριότητα. Για παράδειγμα, στη δοκιμασία αναγνώρισης ενός προσώπου θα εξαλείψουμε δι’ αφαιρέσεως τη δραστηριότητα που καταγράφεται από μόνη την οπτική επεξεργασία της πληροφορίας, για να κρατήσουμε ό,τι προκύπτει από αυτή καθεαυτήν την αναγνώριση.

Οι τεχνικές της νευροαπεικόνισης συνέβαλαν εξίσου στην ανανέωση της κλασικής προσέγγισης της ανθρώπινης γνωσιακής λειτουργίας (της νευροψυχολογίας) που συνίστατο στη μελέτη μιας κανονικής (φυσιολογικής) λειτουργίας εκκινώντας από την αποδιοργάνωσή της την οποία προκαλούσαν κάποιες βλάβες. Εξίσου σημαντικές πρόοδοι είναι οι δυνατότητες να δούμε τον φυσιολογικό εγκέφαλο να λειτουργεί σε πραγματικό (πρακτικά) χρόνο και να καταγράψουμε την γνωσιακή δραστηριότητα σε καθαρή μορφή, χωρίς να είναι αναγκαίο να δώσουν τα άτομα ενδείξεις γι’ αυτή τη δραστηριότητα. Τα πρώτα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν, αναμφίβολα, αυτά της νευροψυχολογίας. Γρήγορα, ωστόσο, εμφανίστηκαν καινούργια δεδομένα: για να πάρουμε ένα χτυπητό παράδειγμα, πώς θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε την εγκεφαλική λειτουργία κατά τη διάρκεια μιας φανταστικής κίνησης, χωρίς τη βοήθεια της νευροαπεικόνισης; Πράγματι, στη δεκαετία του ’90 αποδείχθηκε ότι η φαντασίωση (η εωτερική αναπαράσταση) μιας πράξης προκαλεί την ενεργοποίηση του «κινητικού εγκεφάλου» συνολικά (του προκινητικού φλοιού, του πρωτογενούς κινητικού φλοιού, της παρεγκεφαλίδας, των βασικών γαγγλίων), παρόμοια μ’ αυτήν που παρατηρούμε όταν αυτή η πράξη εκτελείται πραγματικά. Η φανταστική πράξη είναι λοιπόν, μια κατά μίμηση πράξη, δηλαδή ωσεί εκτελεσμένη.4

Αυτή η ομοιότητα μεταξύ φανταστικής πράξης (μιας νοητικής κατάστασης) και πράξης εκτελεσθείσας (μιας συμπεριφοράς) ανοίγει τη συζήτηση πάνω στο θέμα των σχέσεων μεταξύ νευρωνικής δραστηριότητας, νοητικής δραστηριότητας και συμπεριφοράς. Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η ενεργοποίηση του κινητικού εγκεφάλου στη διάρκεια μιας νοητικής κατάστασης να φαντάζεται κάποιος μια πράξη, δεν είναι παρά το απλό συν-παράγωγο της νοητικής δραστηριότητας επ’ ευκαιρία μιας πράξης: από την άλλη, η παρατηρούμενη εγκεφαλική δραστηριότητα στη διάρκεια αυτής της κατάστασης κωδικοποιεί την πραγματική πράξη, τέτοια που θα εμφανιζόταν ως εάν είχε εκτελεστεί πραγματικά. Αυτό το γεγονός αποδείχθηκε πρόσφατα στη διάρκεια ενός πειράματος που πραγματοποιήθηκε σε πίθηκο: αρχίζουμε αναζητώντας, μέσω ηλεκτροδίων, την περιοχή του εγκεφάλου που ενεργοποιείται όταν το ζώο εκτελεί μία κινητική δοκιμασία (να μετακινήσει ένα φωτεινό σημείο στην οθόνη ενός υπολογιστή, χειριζόμενο έναν μοχλό) χρησιμοποιούμε ακολούθως, αντί του μοχλού, τη δραστηριότητα αυτής της εγκεφαλικής περιοχής ως σινιάλο για να επιδράσουμε στον υπολογιστή. Ο πίθηκος μαθαίνει γρήγορα να αντιπαρέρχεται το μοχλό για να μετακινήσει το φωτεινό σημείο πάνω στην οθόνη, κατορθώνοντας να μιμείται νοητικά την κίνηση του χεριού του.5

Αυτός ο τύπος πειράματος (του οποίου το προφανές ενδιαφέρον συνίσταται στο ότι παρέχει μέσα δράσης επί του περιβάλλοντος σε άτομα με κινητικές αναπηρίες) εγκαθιστά μια αιτιακή συνέχεια μεταξύ μιας νοητικής κατάστασης (της πρόθεσης να μετακινηθεί το φωτεινό σημείο) και μιας νευρωνικής κατάστασης (της εντοπισμένης δραστηριότητας των νευρώνων του εγκεφαλικού φλοιού). Αυτό το ζήτημα θα συζητηθεί πιο κάτω.

Οι τεχνικές της νευροαπεικόνισης αποκάλυψαν στον ερευνητή νευροεπιστήμονα μια καινούργια αρχή λειτουργίας του εγκεφάλου, την αρχή της λειτουργίας σε δίκτυο. Οι εντοπίσεις δεν είναι πλέον αυτό που ήταν παλιά: περιλαμβάνονται τώρα σε δίκτυα που «φτιάχνονται και ξε-φτιάχνονται» ανάλογα με τη γνωσιακή διεργασία στην οποία εμπλέκεται το άτομο. Πιο πρόσφατο ακόμη, οι ίδιες εγκεφαλικές περιοχές χρησιμεύουν σε πολλές λειτουργίες και μπορούν να αποτελούν διαδοχικά μέρος πολλών διαφορετικών λειτουργικών δικτύων. Με άλλα λόγια, μια δεδομένη εγκεφαλική ζώνη δεν έχει μια μοναδική λειτουργία: οι δυνατότητές της διατίθενται επί ωφελεία διαφόρων γνωσιακών στρατηγικών.Η δραστηριότητα του συνόλου του εγκεφάλου, όντας πλέον ορατή, μπορεί να παίξει το ρόλο ενός «πλαισίου» εντός του οποίου οι εντοπισμένες δραστηριοποιήσεις είναι δυνατόν να επανερμηνεύονται. Η ενεργοποίηση μιας και της αυτής ζώνης, σε διαφορετικά πλαίσια, μας επιτρέπει να προσβλέψουμε σε μια λιγότερο περιοριστική και περισσότερο ποικιλόμορφη σχέση δομής-λειτουργίας. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό πλαίσιο, οι παθολογικές συνθήκες μπορούν να θεωρούνται, έκτοτε, ως προκύπτουσες από μια αλλοίωση του πλαισίου περισσότερο παρά από μία εστιακή βλάβη.Παράδειγμα, το πλαίσιο που δημιουργείται σε ορισμένες μορφές σχιζοφρένειας από τη μείωση της ανασταλτικής δραστηριότητας των μετωπιαίων λοβών: αυτή η μείωση δημιουργεί ένα πλαίσιο μη-αναστολής που έχει τον μακρινό της αντίκτυπο σε άλλες περιοχές, η έκφραση των οποίων γίνεται υπερβολική. Αυτόν τον μηχανισμό επικαλούνται για να εξηγήσει η επέλευση των ακουστικών ψευδαισθήσεων σε τέτοιους ασθενείς, εξ αιτίας της μη-αναστολής της δραστηριότητας σε πρωτογενείς ζώνες του ακουστικού φλοιού του κροταφικού λοβού.6

Εντός του νέου αυτού πλαισίου μπορούμε να επαναλάβουμε τη συζήτηση γύρω από το λειτουργιστικό μοντέλο. Όπως είδαμε, η παθογενετική υπόθεση που βασίζεται σε αυτό το μοντέλο θεωρεί ότι η προέλευση της παθολογικής διαταραχής βρίσκεται στη δυσλειτουργία των διαντιδράσεων μεταξύ των υποσυστημάτων που συνθέτουν το ψυχικό σύστημα. Λόγω του δυναμικού του χαρακτήρα, το μοντέλο αυτό μας επιτρέπει να δούμε τις αιτιακές σχέσεις στους κόλπους αυτού του συστήματος με τη μορφή διαταραχών που επηρεάζουν τις διαντιδράσεις μάλλον παρά με τη μορφή βλαβών που προσβάλλουν τα ίδια τα συστήματα. Επιτρέπει επίσης, κι από εδώ αντλεί το μοντέλο αυτό την κύρια δύναμή του, τη μετάθεση των αιτίων προς εξωγενή συστήματα που θεωρείται πως αλληλεπιδρούν με τα ενδογενή.Η παθολογική διαταραχή μπορεί, λοιπόν, να εδράζεται στις σχέσεις μεταξύ του ασθενούς και του κοινωνικού του περιβάλλοντος και η θεραπευτική δράση μπορεί λογικά να ασκείται εξίσου καλά στην ενδοψυχική δυναμική του αρρώστου και στις σχέσεις του με το περιβάλλον ή στην ίδια την κοινωνική ομάδα. Όπως βλέπουμε, αυτό το μοντέλο μπορεί να αντιπαρέρχεται μια ερμηνεία με όρους βιολογικών μηχανισμών, τόσο καλά που μπορεί να φαίνεται περιττή στους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας η επίκληση αιτίων που θα είχαν τον αντίκτυπό τους στους πραγματικούς –κι όχι πια υποθετικούς- ενδογενείς μηχανισμούς.

Η μεθοδολογική τομή μεταξύ των διαφορετικών μοντέλων της ψυχικής νόσου, στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, τοποθετείται συνεπώς στον τόπο συνάντησης ενός αποκλειστικά λειτουργιστικού μοντέλου (αυτό π.χ. της ψυχανάλυσης ή της κλασικής γνωσιακής ψυχολογίας) με το μοντέλο που χρησιμοποιούν οι σύγχρονες γνωσιακές νευροεπιστήμες για να ερμηνεύσουν τις προκύπτουσες από εγκεφαλικές βλάβες διαταραχές. Αν και εισάγεται η αναφορά στους υποκείμενους νευρολογικούς μηχανισμούς, αυτό το τελευταίο μοντέλο μοιράζεται με το λειτουργιστικό πολλά κοινά χαρακτηριστικά: ίδια δομή των συστημάτων που αρθρώνονται και ιεραρχούνται, ίδιος δυναμικός χαρακτήρας των αλληλεπιδράσεων (αναστολή, ευόδωση) μεταξύ των συστημάτων, η ίδια προσφυγή στις σχέσεις ενδογενών συστημάτων και εξωτερικών παραγόντων.Αυτή η προφανής ομοιότητα ενθαρρύνει την εφαρμογή στο ψυχικό σύστημα κάποιων μεθόδων που χρησιμοποιούνται από τις νευροεπιστήμες στη μελέτη του γνωσιακού συστήματος. Η μεταφορά ενός μέρους της ενδοψυχικής δυναμικής (αυτής που χρησιμοποιούν οι ψυχίατροι) προς τη γνωστική δυναμική των γνωσιακών ψυχολόγων και νευροψυχολόγων, πέρα από τη διολίσθηση μιας δυναμικής σε μια άλλη, θα σήμαινε το πέρασμα από μια μορφή αιτιότητας σε μία άλλη, κάτι που θα έδινε την αξιωματική δυνατότητα να δημιουργηθεί για τις λειτουργίες του ψυχισμού μια σχέση με το νευρικό σύστημα παρόμοια με αυτήν που υπάρχει για τις γνωσιακές λειτουργίες.

Η μέθοδος για να πραγματοποιηθεί το πέρασμα αυτό συνίσταται στην απομόνωση από μια νοσολογική οντότητα –όπως αυτή γίνεται αποδεκτή στην ψυχιατρική πρακτική- ενός ή περισσότερων στοιχείων της και την εν συνεχεία ενσωματώσή τους σε διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο, στη νευροψυχολογία, για παράδειγμα. Το μεμονωμένο σύμπτωμα μπορεί έτσι να αντιμετωπιστεί ως φυσικό αντικείμενο, ανεξάρτητο της νοσολογικής του ένταξης, ως αποτέλεσμα της παθολογικής μεταβολής μιας μεμονωμένης γνωσιακής λειτουργίας και έτσι επιδεκτικό να μελετηθεί με τις πειραματικές τεχνικές των γνωσιακών επιστημών. Ένας από τους στόχους της μεθόδου αυτής θα ήταν, άπαξ και ταυτοποιηθεί η μεταβληθείσα λειτουργία, να επαναπροσδιοριστεί το εν λόγω σύμπτωμα και να συμπεριληφθεί σε ένα νοσολογικό πλαίσιο διαφορετικό του αρχικού.Μένει να καθοριστεί σε ποιο βαθμό αυτή η προσέγγιση αποφεύγει τη μομφή του αναγωγισμού. Ο ψυχίατρος θα πρέπει να αντιμετωπίσει, πράγματι, τον ασθενή ως ολότητα και όχι να τον αναγάγει σε αυτήν ή εκείνη την μερική πλευρά της παθολογίας του. Επιπλέον, η υπεύθυνος για την ψυχιατρική διαταραχή βλάβη, εξ αιτίας της διάχυτης και δυναμικής –και όχι εντοπισμένης, όπως στη νευρολογία- φύσης της, προσβάλλει κατ’ ανάγκη το σύνολο των ψυχονοητικών ενεργειών του ασθενούς. Αυτό το πρόβλημα δεν είναι όμως ίδιον της ψυχιατρικής: ο βιολόγος αντιμετωπίζει επίσης το πρόβλημα της σύνθεσης των μερών στο όλο. Αυτό που η ψυχιατρική απαιτεί από τον κλινικό, η φυσιολογία το απαιτεί από τον ερευνητή: κάθε εντοπισμένη λειτουργία πρέπει να γίνεται κατανοητή ως προς τη συμβολή της στη συνολική λειτουργία ενός οργανισμού μέσα στο περιβάλλον του. Ο Claude Bernard, εφευρίσκοντας την έννοια του εσωτερικού χώρου, μιλούσε για το ίδιο πράγμα.

Σαν παράδειγμα, το εγχείρημα αυτό φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία στην περίπτωση της σχιζοφρένειας για την ερμηνεία των δυσκολιών που συναντούν οι ασθενείς αυτοί στην διάκριση μεταξύ εαυτού και άλλου. Η διάκριση αυτή είναι μία από τις συνιστώσες της συνείδησης εαυτού. Το να μπορεί κάποιος να καθορίσει εάν οι πράξεις και οι σκέψεις του ανήκουν σε αυτόν τον ίδιο ή, αντιθέτως, το να μπορεί να αποδώσει σε κάποιον άλλον την κυριότητα μιας κίνησης ή μιας κατάστασης του πνεύματος, αποτελούν ουσιώδεις λειτουργίες για την κατασκευή του εγώ. Οι λανθασμένες αποδόσεις που παρατηρούνται σε ορισμένους ασθενείς εκφράζουν τη ρήξη ενός φυσιολογικού μηχανισμού που επιτρέπει τη χάραξη των συνόρων μεταξύ εαυτού και άλλων: οι ασθενείς ερμηνεύουν τις σκέψεις τους ή τις πράξεις τους ως να οφείλονται σε ξένες δυνάμεις ή στην επίδραση άλλων ατόμων που τους ελέγχουν. Αυτά τα συμπτώματα πρώτης γραμμής της σχιζοφρένειας βρίσκονται στο επίκεντρο ενός μεγάλου ερευνητικού ρεύματος, όπου, πέραν της κλινικής περιγραφής, συνεργάζονται οι ειδικοί των γνωσιακών επιστημών και της νευροαπεικόνισης, και το οποίο στοχεύει στην ταυτοποίηση μιας ειδικής διαταραχής ενός μηχανισμού αναγνώρισης της πράξης σ’ αυτούς τους ασθενείς.7,8

2.2. Οι μοριακές και κυτταρικές νευροεπιστήμες

Αυτός ο τομέας των νευροεπιστημών στοχεύει στην εκ βάθους γνώση του εγκεφάλου με την δεδηλωμένη πεποίθηση ότι τα κύρια προβλήματα που θέτουν ο εγκέφαλος και οι λειτουργίες του θα επιλυθούν, άπαξ και ταυτοποιηθούν τα στοιχεία του συστήματος και αποκαλυφθούν οι μηχανισμοί του. Αυτό το διάβημα έχει υπέρ αυτού τις επιτυχίες όλων των αναλυτικών διαβημάτων στους διάφορους επιστημονικούς τομείς. Έχει, όμως, εναντίον του την απουσία μιας συνολικής θεώρησης που θα περιελάμβανε, κατά κάποιον τρόπο, τον στόχο που θέτει.

Αυτή η σχετική ανεπάρκεια των μοριακών και κυτταρικών νευροεπιστημών, όσον αφορά το μακροπρόθεσμο στόχο τους, αναπληρώνεται από την έντονη πόλωσή τους σε βραχυπρόθεσμους στόχους, ουσιώδεις πάντως για τη μεταφορά των δεδομένων της έρευνας σε τομείς εφαρμοσμένους και ιδιαιτέρως στον ιατρικό. Εδώ δοκιμάζονται οι νέες θεραπευτικές τεχνικές, οι μέθοδοι ανίχνευσης των παθολογικών δεικτών, τα νέα φάρμακα. Η μελέτη του νευρικού συστήματος σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο ευνοείται από την χρήση των τεχνικών του γονιδιώματος (ταυτοποίηση γονιδίων που μπορούν εν συνεχεία να ακυρωθούν, να καταστραφούν ή να μεταφερθούν σε άλλο γονιδίωμα

Ακολούθως, στο μετα-γονιδιακό επίπεδο γίνεται προσπάθεια να ταυτοποιηθούν οι συμπεριφορικές και γνωσιακές μεταβολές (συχνότερα σε ποντίκια) που προκαλούνται από την χειρουργική του γονιδίου και να προσδιοριστεί η εγκεφαλική περιοχή όπου το γονίδιο εκφράζεται. Αυτό το σύνολο τεχνικών έχει αποδειχθεί γόνιμο στην κατασκευή μοντέλων σε ζώα για τις παθολογικές καταστάσεις σε γενιές διαγονιδιακών ποντικών, μοντέλων που χρησιμοποιούνται για να δοκιμαστούν χημικά μόρια και να επιταχυνθεί έτσι το πέρασμα στις κλινικές εφαρμογές (γενετικοί δείκτες, παράγοντες ευαλωτότητας, κ.λπ.)

Η εφαρμογή του συνόλου αυτών των τεχνικών διανοίγει το δρόμο σε έναν άλλο, πιο ριζικό τρόπο να προσεγγίσουμε την τομή μεταξύ των τρόπων αιτιότητας στη ψυχική νόσο. Αυτό το διάβημα συνίσταται στην παράκαμψη της υπάρξεως διαφορετικών επιπέδων και στην προσπάθεια να διευκρινιστεί απευθείας ο τρόπος της αιτιότητας εντός της ενδο-ψυχικής δυναμικής, αναζητώντας την ικανότητα εξωγενών αιτίων –σαν αυτά που επικαλούνται για τη γένεση της ενδοψυχικής διαταραχής– να επηρεάσουν τη νευρωνική λειτουργία. Φτάνουμε έτσι σε ερωτήματα του τύπου: Ποια μπορεί να είναι η επίδραση μιας συγκρουσιακής σχέσης στη νευρωνική λειτουργία; Πώς μπορεί να την τροποποιήσει μια ψυχοθεραπεία; Το ακριβές επίπεδο όπου θα εξεταστεί αυτή η λειτουργία μένει να προσδιοριστεί, γνωρίζοντας βεβαίως, ότι αυτό το είδος μελέτης θα χρειαζόταν τη μεταφορά στον άνθρωπο σύνθετων τεχνικών που εφαρμόζονται σε απλούστερα μοντέλα. Οπωσδήποτε, το διάβημα είναι φιλόδοξο, στο μέτρο που στοχεύει στη σφαιρική ερμηνεία των ψυχικών και γνωσιακών διαδικασιών και των παθολογικών τους μεταβολών. Ας σημειωθεί, εντούτοις, ότι αποτελεί την μόνη αξιόπιστη εναλλακτική λύση σε εκείνη που ενδιαφέρεται για την γενετική φύση αυτών των προσβολών, περιορίζοντας τα εξωγενή αίτια αποκλειστικά σε αμιγείς παράγοντες που αποκαλύπτουν μόνο ευαλωτότητα. Να σημειώσουμε, επίσης, ότι ενισχύει κατά τρόπο παράδοξο και τη σημασία της έρευνας για την εξωγενή αιτιότητα της ψυχικής νόσου, άρα των αιτίων που θεωρούνται «μη-βιολογικά» από τους υποστηρικτές της ενδοψυχικής αιτιότητας.

Αυτές οι εργασίες εντάσσονται στο πλαίσιο μιας νευροβιολογίας της «μάθησης» και της μνήμης, εξετάζοντας τις σχέσεις νευροεπιστημών και ψυχιατρικής. Τα εργαλεία των μοριακών και κυτταρικών νευροεπιστημών αναλύουν τη γονιδιακή έκφραση και τα συναπτικά φαινόμενα που προκαλούνται από αλλαγές στο περιβάλλον.9

Μπορούμε, άραγε, να σκεφτούμε ότι η ανάδειξη βιολογικών δεικτών (αναστρέψιμων ή όχι) των εξωγενών επιδράσεων μπορεί να αποτελέσει κάποια μέρα τη βάση μιας πραγματικής «νευρωνικής ψυχοθεραπείας»; Προσεγγίζουμε εδώ το ευαίσθητο σημείο της συνέχειας μεταξύ νευρωνικής δραστηριότητας, νοητικής κατάστασης και κοινωνικού όντος στο ίδιο άτομο, σημείο που ήδη προσεγγίσαμε παραπάνω με την ευκαιρία της αιτιατικής συνέχειας ανάμεσα σε νευρωνική δραστηριότητα και νοητική κατάσταση που θα συζητηθεί εκ νέου πιο κάτω.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι δύο προσεγγίσεις που προτείνονται από τις νευροεπιστήμες προϋποθέτουν τη στενή συνεργασία του κλινικού ψυχιάτρου με τον ειδικό νευροεπιστήμονα. Στη μεθοδολογία των γνωσιακών νευροεπιστημών αυτή η συνεργασία είναι απαραίτητη για να καθοριστεί η σύνθεση των κλινικών συνόλων από τα οποία εκκινώντας επιχειρούμε να μεταφέρουμε συμπτώματα προς ένα άλλο επίπεδο. Στη μεθοδολογία των μοριακών νευροεπιστημών αυτή η συνεργασία είναι απαραίτητη για να καθοριστεί ο βαθμός αποτελεσματικότητας του εξωγενούς αιτίου στην ενδοψυχική δυναμική, γνωρίζοντας ότι αυτή η δυναμική δεν είναι παρά το πέρας μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει ένα κεκαλυμμένο βιολογικό επίπεδο.

3. Η φιλοσοφία και η «φυσικοποίηση» (naturalisation) του ψυχισμού.

Ο αυξανόμενος αριθμός φιλοσόφων, που ενδιαφέρονται για αυτή την εξέλιξη των νευροεπιστημών, έχουν προτείνει τον όρο naturalisation (φυσικοποίηση) για να ορίσουν το πρόγραμμα που θα στόχευε, κατά τη γνώμη τους, στη μελέτη των νοητικών καταστάσεων ως φυσικών αντικειμένων, αναγόμενων δηλαδή σε σχέσεις βιολογικής αιτιότητας. Το αξίωμά τους είναι ότι τα ψυχονοητικά φαινόμενα έχουν βιολογική βάση, ότι ταυτόχρονα προκαλούνται από εγκεφαλικούς μηχανισμούς και πραγματοποιούνται στη δομή του εγκεφάλου, καθώς και, ότι, εν τέλει, η έκφρασή τους περιορίζεται από εγκεφαλικούς μηχανισμούς.10

Όπως είδαμε, αυτά τα αξιώματα ήταν ήδη συστατικά των γνωσιακών νευροεπιστημών και της συνέχειάς τους με τις πιο βιολογικές νευροεπιστήμες.

Η φιλοσοφία, λόγω της τάσης της να φυσικοποιεί, βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπη με το αιώνιο πρόβλημα των σχέσεων πνεύματος-εγκεφάλου. Αλλά το πρόβλημα αυτό σκοντάφτει γρήγορα μπροστά σε ένα μεθοδολογικό εμπόδιο: η αναζήτηση ταύτισης μεταξύ μιας νοητικής και μιας εγκεφαλικής κατάστασης φαίνεται πράγματι να αποτελεί αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν «κατηγορικό λάθος», συνιστάμενο στη σύγκριση φαινομένων που ανήκουν σε διαφορετικά πεδία. Ο κρίσιμος σταθμός για μια αξιόπιστη σύγκριση μεταξύ των δύο πεδίων θα ήταν να διαμορφωθεί μια θεωρία των νοητικών καταστάσεων που θα μπορούσε να αναχθεί σε μια θεωρία εγκεφαλικών καταστάσεων.11

Αλλά τέτοια θεωρία δεν υπάρχει. Η δυσκολία που πρέπει να υπερβούμε είναι η ίδια η ανωριμότητα της θεωρίας των νοητικών καταστάσεων σε σχέση με εκείνες των βιολογικών καταστάσεων. Ο χημικός, για παράδειγμα, γνωρίζει ακριβώς τη διαφορά μεταξύ μιας πρωτεΐνης και ενός αμινοξέος γιατί υπάρχει μία εύχρηστη θεωρία της χημείας. Αλλά, όσο δεν υπάρχει μια θεωρία του ίδιου εμπειρικού επιπέδου, σχετικά με τη φύση των νοητικών αναπαραστάσεων, η αναγωγή τους σε βιολογική κατάσταση δεν μπορεί να γίνει με τρόπο αξιόπιστο.

Πολύς δρόμος έχει διανυθεί από τον φυσικαλιστικό μονισμό των γνωσιακών επιστημών στο ξεκίνημά τους λίγο πριν το ’50, όταν ο νευροψυχολόγος Karl Lashley ζήτησε από τους συμμετέχοντες στο συμπόσιο Hixon, να προσυπογράψουν αυτό που θεωρούσε δόγμα: «Όλα τα φαινόμενα της συμπεριφοράς και του πνεύματος μπορούν και πρέπει να περιγραφούν με όρους μαθηματικών και φυσικής».12

Αυτή η τάση αυτονομήσεως της ψυχολογίας ως καθαρής επιστήμης του νοητικού, αποσπασμένης από τη βιολογική πραγματικότητα, εκφράζει μιαν αντίσταση στην αναγωγή του ψυχικού στο βιολογικό, ακόμη κι έναν φόβο (ανάμεικτο με γοητεία) για τον περιορισμό του τομέα των επιστημών του ανθρώπου προς όφελος μιας βιολογίας του πνεύματος. Αλλά η αναζήτηση της απόλυτης αυτονομίας θα ήταν λάθος: ψυχολογία και ψυχιατρική από τη μια, νευροεπιστήμες από την άλλη, έχοντας συν-εξελιχθεί για πολύ καιρό, έχουν πολλά κοινά σημεία για να μπορούν να διαχωριστούν. Σύμφωνα με την έκφραση του J. Hochmann: «το βάρος του σώματος κατορθώνει πάντοτε να επιβάλλεται επί του αΰλου πνεύματος» κι αυτό προκαλεί «την φυσική τάση της ψυχιατρικής να επιστρέφει στο φυσικο-χημικό μοντέλο της σωματικής ιατρικής και, επομένως, να απορροφάται εντός της μελέτης των εγκεφαλικών καθορισμών των ψυχικών διαταραχών».13

Η κριτική των ψυχολόγων εναντίον της ταύτισης των ψυχικών και βιολογικών φαινομένων, στο όνομα του αντι-αναγωγισμού, πρέπει να ιδωθεί περισσότερο ως προτροπή προς τους ερευνητές νευροεπιστήμονες να προσδιορίσουν κι αυτοί τα επίπεδα περιγραφής εντός του δομικού συστήματος και να αναζητήσουν ποιο από όλα (κύτταρο, σύναψη, σύνολο νευρώνων, δίκτυο, κ.λπ.) μπορεί να γίνει συμβατό με αυτό των ψυχολόγων. Ένα από τα πιο ασφαλή μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι το γεγονός της εισαγωγής με πλήρη δικαιώματα, ήδη από 10ετίας, των παραδειγμάτων της γνωσιακής ψυχολογίας στο πεδίο έρευνας των νευροεπιστημών. Δι’ αυτής της οδού θα επιτευχθεί η τόσο απαραίτητη για την κατανόηση της ψυχικής διαταραχής σύζευξη βιολογικού και κοινωνικού υποκειμένου.

Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, οι συνδυασμένες προσπάθειες γνωσιακών ψυχολόγων και φιλοσόφων, διαφώτισαν ουσιωδώς ορισμένα προβλήματα, καθοριστικά για την κατανόηση της ψυχικής νόσου, όπως το πρόβλημα της συνείδησης εαυτού. Μια φιλοσοφική παράδοση βεβαιώνει ότι ο καθένας έχει προνομιούχο πρόσβαση στις δικές του νοητικές καταστάσεις και τις δικές του σκέψεις και ότι αυτές οι σκέψεις ανοσοποιούνται έναντι κάθε σφάλματος στην ταυτοποίηση του υποκειμένου. Με άλλους όρους, «είμαι βέβαιος ότι είμαι το πρόσωπο που έχει αυτήν εδώ τη σκέψη».14

Μπορούμε, κατ’ αναλογίαν, να πούμε πως όταν εκτελούμε μια πράξη είμαστε βέβαιοι πως είμαστε οι «δράστες» αυτής της πράξης; Πολλά πειράματα που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς ανθρώπους παρέχουν μιαν απάντηση με διάφορεις αποχρώσεις σ’ αυτό το ερώτημα. Εν συντομία, όταν ένα άτομο βρεθεί σε κάποια διφορούμενη κατάσταση, μπορεί να αποδώσει λανθασμένα τις κινήσεις του, να τις αποδώσει σε άλλον ή, συχνότερα, να αποδώσει στον εαυτό του κινήσεις ενός άλλου. Αυτή η τάση υπερ-απόδοσης στον εαυτό εκφράζει το συναίσθημα που νιώθουμε συχνά ότι είμαστε αιτιακοί παράγοντες, δηλαδή ότι είμαστε το αίτιο των πράξεων που βιώνουμε ή παρατηρούμε. Αυτή η τάση επιτείνεται στις παθολογικές καταστάσεις. Η παρατήρηση σχιζοφρενών ασθενών στις ίδιες διφορούμενες καταστάσεις δείχνει ότι το ποσοστό των λαθών τους κατά την απόδοση είναι πολύ ανώτερο των μαρτύρων.15

Αυτό το συμπέρασμα συνάδει με τα παρατηρούμενα συμπτώματα (ψευδαισθήσεις, παραληρήματα επίδρασης, μεγαλομανιακές ιδέες) που εκφράζουν είτε υπερβολή είτε έλλειμμα στην απόδοση των ιδίων τους των πράξεων. Πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η συνειδητή πραγματικότητα του εαυτού και των πράξεών μας δεν είναι παρά μια αυταπάτη; Οι συνειδητές όψεις της «αυτότητάς» μας (ipseité), όπως το αίσθημα ότι με τη θέλησή μας κάναμε μια κίνηση ή η αίσθηση ότι είμαστε εμείς (η συνείδηση εαυτού), δεν αντιστοιχούν πάντα στην αντικειμενική πραγματικότητα.16

Η απόκτηση συνείδησης φαίνεται να εξαρτάται από νευρωνικούς μηχανισμούς που προηγούνται του αισθήματος που προκαλούν, μια προτεραιότητα εδραιωμένη στη βραδύτητα των διαδικασιών που καταλήγουν στη συνειδητή εμπειρία. Η συνείδηση δεν έχει, λοιπόν, τον άμεσο αιτιακό ρόλο ούτε στη νευρωνική δραστηριότητα ούτε στη συμπεριφορά. Η συνειδητή σκέψη στην οποία αποδίδουμε την αιτία μιας πράξης δεν είναι παρά μια διαδικασία επιβραδυμένη σε σχέση με την (μη συνειδητή) προθετικότητα που προκάλεσε πράγματι την πράξη. Η συνείδηση δεν παρεμβαίνει αμέσως, στην στιγμή. Αποτελεί ένα «φόντο» που συμβάλλει στη διατήρηση της ενότητας του εγώ, πραγματοποιώντας το «δέσιμο» ανάμεσα σε πρόθεση και δράση. Παρεμβαίνει στην δόμηση του γνωσιακού εγώ που, εν τέλει, μέσω της μάθησης, της εμπειρίας και της… ψυχοθεραπείας, πλάθει τα εγκεφαλικά δίκτυα.

1 Fodor J.A. The modularity of mind. An essay on faculty psyschology. Cambridge, Mass, MIT Press, 1983, Á·ÏÏÈ΋ ÌÙÊ : La modularité de l’esprit. Essai sur la psychologie des facultés. Paris, Éditions de Minuit, 1986.

2 Huber W. L’Homme psychopathologique et la psychologie clinique. Paris, Presses Universitaires de France, 1993.

3 Jeannerod M. Les Neurosciences à l’orée du 21ème siècle. Études, 2002, 396, 469-481.

4 Jeannerod M. La Nature de l’esprit. Paris, Éditions Odile Jacob, 2002.

5 Serruya, M.D., Hatsopoulos N.G., Paninski L., Fellows M.R., Donoghue J.P. Instant neural control of a movement signal. Hands-free operation of a cursor can be achieved by a few neurons in the motor cortex. Nature, 2002, 416, 141-142.

6 Jeannerod M. Les troubles de la reconnaissance de soi. Une approche neuropsychologique des symptômes positifs de la schizophrénie. Médecine/Sciences, 2003, 19, 621-624. Δημοσιεύεται εδώ (σελ. 34).

7 Georgieff N., Jeannerod M. Beyond consciousness of external reality. A «Who» system for consciousness of action and self-consciousness. Consciousness and Cognition, 1998, 7, 465-477.

8 Jeannerod M. Les troubles de la reconnaissance de soi… ό.π.

9 Kandel E., Squire L. La mémoire. De l’esprit aux molécules. Paris, De Boeck Université, 2002.

10 Searle, J.R. L’Intentionnalité. Essai de philosophie des états mentaux. Paris, Éditions de Minuit, 1985.

11 Smith-Churchland P. Neurophilosophy. Toward a unified science of the mind/brain. Cambridge (Mass), MIT Press, 1986.

12 Dupuy J.P. Aux origines des sciences cognitives. Paris, La Découverte, 1994.

13 Hochmann J. La Consolation. Paris, Éditions Odile Jacob, 1994, 320.

14 Shoemaker S. The first person perspective and other essays. Cambridge, Cambridge University Press, 1996

15 Daprati E., Franck N., Georgieff N., Proust J., Pacherie E., Dalery J., Jeannerod M. Looking for the agent. An investigation into consciousness of action and self-consciousness in schizophrenic patients. Cognition, 1997, 65, 71-86.

16 Wegner D. The Illusion of conscious will. Cambridge (Mass), MIT Press, 2002.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.