Θανάσης Τζαβάρας
Ψυχίατρος Ψυχαναλυτής και
Καθηγητής Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της
Ψυχιατρικής και των Νευροεπιστημών
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 01 [2005]
Ο τίτλος του σχολιασμού μου απαιτεί κάποιες διευκρινίσεις ως προς τους όρους, τα νοούμενα και, κυρίως, τα υπονοούμενα. Θα πρέπει δηλαδή, πριν αναπτύξω το επιχειρημά μου, να διευκρινίσω ότι Νόμος θεωρείται πάσα θεσμοθετημένη διευθέτηση κανόνων και καταστάσεων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία. Βέβαια, προτού το εθιμικό δίκαιο, οι συνήθειες, οι προκαταλήψεις, κ.λπ., καταστούν Νόμος, γίνεται γενικά αποδεκτό πως μορφοποιούνται συχνά σε υπόρρητους κανόνες συμπεριφοράς ή και σε άρρητες παραδοχές. Φυσικά, δεν πρόκειται εδώ να αναφερθώ σε αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει προσφυώς περιγράψει ως φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. Να προσθέσω ακόμη ότι ο όρος α-νομία έχει εντελώς ειδική χρήση, και έτσι χρησιμοποιείται εδώ, όπως δηλαδή καταγράφεται στο λεξικό του Lalande: Ανομία είναι η απουσία του νόμου. Είναι η απουσία ενός σταθερού νόμου, που μπορούμε να την εκφράσουμε με τον όρο α-νομία, για να την διακρίνουμε από την αυτο-νομία των καντιανών. Πιο ειδικά, κυρίως μέσα στη θεωρία του Durkheim, ανομία θεωρείται η έλλειψη οργανώσεως ή η έλλειψη συντονισμού. Αυτό σημαίνει ότι ανομικός είναι π.χ. ο ανομικός καταμερισμός εργασίας, όταν κάτι δεν είναι οργανωμένο ή είναι αποδιοργανωμένο. Είναι ενδιαφέρον ότι στη διεθνή βιβλιογραφία συναπαντάται και μια άλλη σχεδόν ομόηχη λέξη, η anomia, που, ενώ περιγράφει μια νευροψυχολογική κατάσταση δυσκολίας κατονομασίας πραγμάτων και καταστάσεων ως συνέπεια εγκεφαλικής βλάβης, στην ουσία χρησιμεύει παρηχητικά και στη δική μας σκέψη, γιατί αυτή η anomia ορίζει την έλλειψη της δυνατότητας να λέμε τα πράγματα με τις λέξεις τους, αυτό που με την ευκαιρία κάποιου επίκαιρου ψυχιατρικού γεγονότος είχα –είναι η αλήθεια προκλητικά– ονομάσει «τα αμελέτητα της ψυχιατρικής».
Το κεντρικό μου επιχειρημα δεν είναι η ανάπτυξη της οποιασδήποτε ιστορικής ή κοινωνικής προσέγγισης των νόμων που διέπουν τα ζητήματα της ψυχικής υγείας και νόσου στην πορεία του νεοελληνικού κράτους αλλά, κυρίως, η «αφασία» που διέπει τα άτομα και τους θεσμούς σχετικά με τα καθημερινά ζητήματα που η τρέλα θέτει σε κάθε κοινωνικό σύνολο. Στους επιθυμούντες να αποκτήσουν μια τυπική γνώση γύρω από τα προβλήματα των σχετικών με το θέμα μας νόμων του νεοελληνικού κράτους, παραπέμπω στη σημαντική διατριβή της Μαρίας Μητροσύλη¹ και στις επεξεργασίες του Δημήτρη Πλουμπίδη σχετικά με την Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα.² Παράλληλα θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ως εξωτερική αναφορά, εννοώ μελέτη από ξένο μελετητή, την έρευνα της Έιμι Μπλου σχετικά με τη Δημιουργία της Ελληνικής Ψυχιατρικής.³
Η εισαγωγική γνώση, για τα όσα θα ακολουθήσουν, προέρχεται από τα Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου του Καθηγητή Αλέξανδρου Τσιριντάνη (1955). Ιδού λοιπόν όσα πολύ ενδιαφέροντα αναφέρει προκαταρκτικά ο συγγραφέας: «Ο εμπορικός νόμος δεν είναι, κατά βάσιν, άλλος από αυτόν τούτον τον Ναπολεόντειο Code de Commerce, ο οποίος εισήχθη παρ’ ημίν όπως ήταν. Εις τρόπον ώστε δεν θα ήταν ακριβές να είπωμεν ότι ο Ε.Ν. έχει ληφθή από τον Code de Commerce, αλλ’ ότι παρ’ ημίν ισχύει αυτός ούτος ο γαλλικός εμπορικός κώδιξ. Τούτο άλλωστε όριζε και το γράμμα των διατάξεων των Εθνικών Συνελεύσεων κατά την διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνος του 1821. Εις τα «προσωρινά πολιτεύματα», τα οποία καθιερούντο υπό των συνελεύσεων αυτών (Επίδαυρος 1822, Άστρος 1823 και Τροιζηνία 1827) ορίζετο, με τας αυτάς πάντοτε λέξεις, ότι «δια τα εμπορικά ισχύει μόνος ο εμπορικός της Γαλλίας κώδιξ»».
Το 1835 εξεδόθη και η μετάφραση στα ελληνικά του κώδικα αυτού και έτσι έγινε νόμος του ελληνικού κράτους. Δια το χαριτωμένο της υποθέσεως, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο εκ της μεταφράσεως προκύψας ελληνικός νόμος συμπεριλαμβάνει ποικίλας όσας διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν τη ναυσιπλοΐα επί του ποταμού Ρήνου, Ροδανού, κ.λπ. Θα ήταν χρήσιμο, χάριν παιδείας, να θυμίσουμε ότι η ελληνική επικράτεια, του 19ου αιώνα τουλάχιστον, δεν διέθετε κανένα ποταμό επί του οποίου συνέβαινε κάποιας φύσεως ναυσιπλοΐα… έξω από κάποιες πιθανές ρομαντικές βαρκάδες…
Της ίδιας ακριβώς ηθικής και νομικής υφής είναι και ο νόμος ΨΜΒ, που στις 22/3/1862 ψηφίστηκε –να τονίσουμε ομόφωνα– από την Ελληνική Βουλή, με σκοπό να προσφέρει το απαραίτητο νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία ενός ψυχιατρείου στην Αίγινα, που όμως δε λειτούργησε ποτέ. Όπως λένε προσφυώς οι Πλουμπίδης και Στυλιανίδης, «έτσι η Ελλάδα παρουσιάζει το χαρακτηριστικό να έχει αποκτήσει μια ψυχιατρική νομοθεσία πριν αποκτήσει τα σχετικά ιδρύματα, κατά κάποιον τρόπο ένα πρόγραμμα ζωής πριν γεννηθεί το παιδί».⁴
Έχει ήδη αναλυθεί εκτενώς, από ειδικότερους εμού μελετητές, το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του νόμου και της γενικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Και πάλι χιουμοριστικά θα μπορούσαμε να πούμε για αυτόν, και για τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, ότι στο πεδίο της ψυχικής υγείας ο έλληνας νομοθέτης περιγράφεται ικανοποιητικά από τη λαϊκή έκφραση «όλα τα είχε η Μαριωρή, μόνο ο φερετζές της έλειπε».
Τώρα, στην αρχή του 21ου αιώνα, καλούμαστε πια να αποκτήσουμε ένα επίπεδο αυτογνωσίας τέτοιο, ώστε να μην γίνει για άλλη μια φορά η ελληνική φροντίδα πεδίο ομαδικής αυτοκτονίας, όπως προβλέπει η θεωρία του Durkheim για την αυτοκτονία λόγω α-νομικής καταστάσεως των αυτοκτονούντων υποκειμένων.
Είχαμε γράψει στον επίλογο του προαναφερθέντος βιβλίου της Έιμι Μπλου, την εξής αισιόδοξη και συγχρόνως προφητική σειρά θεμάτων:
Α. Η σχέση ιατρικής και ψυχιατρικής στη σύγχρονη ιατρική εκπαίδευση στα ελληνικά πανεπιστήμια παρουσιάζει ένα δραματικό έλλειμμα. Η δε εφαρμογή «ψυχολογικών» εννοιών και μεθόδων στην τρέχουσα ιατρική κλινική θυμίζει περισσότερο μαγικές πρακτικές και προ-λογικές εξηγήσεις τρεχόντων προβλημάτων. Η εκ συμπαγούς αγνοίας προσκόλληση σε απλοϊκές οργανικές εξηγήσεις και το απαραίτητο δαιμονοπληκτικό συμπλήρωμα στις σχέσεις ασθενών-γιατρών, καθιστά την Ελλάδα έναν τόπο όπου ανθούν ακόμα και προεπιστημονικές θεραπευτικές πρακτικές…
Β. Λέγαμε, τότε, ότι σε ένα εγγύς μέλλον καλούμαστε, με τη μεθοδολογία της Εθνοψυχιατρικής, να κατανοήσουμε μια σειρά από χαρακτηριστικά ελλείμματα στην αντιμετώπιση της ψυχικής δυσλειτουργίας στην ελληνική κοινωνία. Χωρίς σειρά αξιολόγησης, παραθέτουμε: εμφανής καθυστέρηση στη χρησιμοποίηση των ποικίλων ψυχοθεραπειών για όλες τις αναγνωρισμένες ενδείξεις, πασιφανής έλλειψη υπηρεσιών πρόληψης και θεραπείας για παιδιά και εφήβους, απουσία εξειδικευμένης προσέγγισης της ψυχοσωματικής νοσολογίας με βάση την τοπική κουλτούρα, κ.λπ., κ.λπ. Για να ενηλικιωθεί η ελληνική ψυχιατρική χρειάζεται ένας επαρκής αριθμός επαρκώς μορφωμένων και ιδεολογικώς ενήμερων ψυχιάτρων, ψυχολόγων και άλλων εργαζομένων στον τομέα της ψυχικής υγείας και νόσου.
Σε πολλές παρεμβάσεις μου στο παρελθόν, είχα ελπίσει πως οι νόμοι και οι βελτιώσεις τους θα είχαν προσφέρει κάτι στην γενική εικόνα της κοινωνίας για τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και όλα τα σχετιζόμενα με το δημόσιο σκάνδαλο της Λέρου… Νόμοι, βέβαια, προτάθηκαν, οι ψυχιατρικές υπηρεσίες κάπως αυξήθηκαν, ιδεολογικά προχώρησε η απο-ασυλοποίηση, αλλά αρκετά μείζονα ζητήματα παραμένουν έξω από τους κανόνες δράσης και τα προβλήματα δεν έχουν βρει ακόμη το όνομά τους. Η α-νομία, έτσι όπως την ορίσαμε πιο πάνω, δεν είναι τόσο η έλλειψη θεσμικού πλαισίου, όσο είναι η διαιώνιση της κατάστασης και της ατμόσφαιρας του 1862, έστω και βελτιωμένης. Νόμους έχουμε, ειδικούς και λεφτά δεν έχουμε. Δεν θα πρέπει να είμαστε πια σε κατάσταση παραγνώρισης ως προς τα πραγματικά περιθώρια ουσιαστικής βελτίωσης της όλης κατάστασης. Δεν υπάρχει βελτίωση, ούτε ως προς τα προγράμματα ψυχιατρικής εκπαίδευσης των ψυχιάτρων και των μη ψυχιάτρων, ούτε στη διαμόρφωση κλινικών ψυχολόγων, η δε σύγχυση περί την θεσμοθέτηση όλων αυτών –π.χ. πιθανών θέσεων στο πλαίσιο του ΕΣΥ ψυχολόγων ή θέσεων ψυχολόγων-σχολικών συμβούλων για τα σχολεία, κ.λπ., κ.λπ.– δε φαίνεται να αποτελεί όνομα, δηλαδή έξοδο από την α-νομία, για τον προγραμματισμό μιας μελλοντικής, έλλογης και ορθολογικά κατονομασμένης φροντίδας για την πρόληψη και την ψυχική νόσο. Όπως το είδαμε και στην Ιταλία, όπως το γνωρίζουμε από ποικίλες Πολιτείες των ΗΠΑ, το θέμα δεν είναι τόσο να κλείσουμε το άσυλο, δεν είναι τόσο να βελτιώσουμε τις εισαγγελικές νοσηλείες –ως γνωστόν έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας– όσο είναι να ξεριζώσουμε το άσυλο από τα μυαλά μας. Η βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, τυχόν μπορεί να ξεκινάει από την περιβόητη ξενοδοχειακή μετωνυμία των ράντζων, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι αυτό το σύνθημα που βελτιώνει νοοτροπίες και ηθικές καταστάσεις. Κυρίως δεν επιτρέπει να υπάρξει απτή βελτίωση στο νου μας και στο ανθρώπινο περιβάλλον μας…
Σημειώσεις
1. Mitrosyli M. L’ histoire juridique de la «folie» en Grèce aux XIXe et XXe siècles. Institutions et lois. Τ. 1-2, Παρίσι 1991
2. Πλουμπίδης Δ. Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο (1850-1920). Αθήνα, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος.
3. Μπλου Έ. Η δημιουργία της ελληνικής ψυχιατρικής. Πολιτισμός, Εαυτός και Ιατρική. Αθήνα, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος
4. Πλουμπίδης Δ, Στυλιανίδης Σ. Από τον εγκλεισμό στην εγκατάλειψη. Προβληματική για μια αλλαγή στην ψυχιατρική νομοθεσία και πρακτική. Τετράδια Ψυχιατρικής, 1988, 21-22, 11-16
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.