Υπό Πέτρου Αποστολίδου (Παύλου Νιρβάνα)
σύναψις 01 [2005]
Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις
έτος Γ ‘,Μάρτιος 1905, τχ Ζ’, σελ. 181-185

I. Καλλιτέχναι και Φρενολόγοι
Επανειλημμένως, κατά τα τελευταία έτη, εξ αφορμής φιλολογικών και γλωσσολογικών τινών εκδηλώσεων, εγένοντο απόπειραι, είτε λόγω δημοσιογραφικής εκμεταλλεύσεως είτε ματαιοσχόλου καινοθηρίας, να προσαχθώσι φαινόμενά τινα της καθ’ ημάς καλλιτεχνικής και φιλολογικής ζωής, ενώπιον της φρενολογίας. Ο συρμός, εις την περίστασιν αυτήν, όπως όλοι οι συρμοί, εισήχθη έξωθεν. Αφ’ ότου αι καλλιτεχνικαί εκδηλώσεις των λαών, ως φαινόμενα ψυχοφυσιολογικά και ψυχοπαθολογικά ήρχισαν να εξετάζωνται, χάρις εις τας προόδους της νεωτέρας φυσιολογικής ψυχολογίας, από απόψεως επιστημονικής, άλλοτε μεν υπό το πνεύμα καθαράς και ειλικρινούς επιστημονικής ερεύνης, άλλοτε δε υπό πνεύμα ψευδοεπιστημονικής και εκλαϊκευτικής εκμεταλλεύσεως των ζητημάτων, η καλλιτεχνική ύλη, ως ψυχολογική εκδήλωσις και ως πολύτιμον γραπτόν μνημείον, ως φυσιολογική ή ως κλινική εικών, ατομικής ή ομαδικής ψυχολογικής σημασίας, προσήχθη μέχρι της ερευνητικής εργασίας του ψυχολόγου και μέχρι του ψυχολογικού εργαστηρίου, είνε δε γνωστόν ότι συγγραφείς και καλλιτέχναι, όπως ο Ζολά, λατρευταί και ζητηταί της παγκοσμίου αληθείας οι ίδιοι, προσέφεραν εαυτούς εις τας ψυχοφυσικάς, ψυχομετρικάς και όλας τας πολυειδείς φυσιοψυχολογικάς εξετάσεις του εργαστηρίου. Τα ψυχολογικά εργαστήρια υπό την έποψιν αυτήν και η κλινική παρατήρησις εξ άλλου είνε γνωστόν ότι διεπώτισαν και κατέταξαν πλείστα ζητήματα, αναγόμενα κατά το παρελθόν εις την σφαίραν της καθαράς φιλοσοφικής αισθητικής, είνε δε γνωσταί αι εργασίαι του ψυχολογικού εργαστηρίου της Σορβόννης, του διευθυνομένου υπό πεπειραμένου και σοφού ψυχολόγου, του Αλφρέδου Μπινέ, επί της ψυχολογίας των δραματικών συγγραφέων και άλλαι ανάλογοι. Των νέων αυτών τάσεων της ψυχολογικής επιστήμης δεν ήταν δυνατόν να μείνη αμέτοχος η νεωτέρα Αισθητική, ήτις ως αποτελούσα κυρίως κλάδον της ψυχολογικής επιστήμης μετεμορφώθη ουσιωδώς επί τη βάσει του πειράματος και της παρατηρήσεως, ούτως ώστε καθαροί ψυχολόγοι και αισθητικοί να συναντηθώσιν εις την έρευναν και την σπουδήν των καλλιτεχνικών φαινομένων, όπου παραλλήλως των εργασιών των Wundt, Sergi, Binet, Toulouse, Pilo κλπ. συναντά κανείς τας εργασίας των Taine, των Remy de Gourmont, των Guyau, των Fouillée και ούτω καθεξής, εργασίας στηριζομένας επί των δεδομένων της φυσιολογικής και παθολογικής ψυχολογίας και της επιστημονικής εν γένει ερεύνης των ατομικών και ομαδικών ψυχικών καταστάσεων, των οποίων την ωραιοτέραν και υψηλοτέραν αίσθησιν αποτελεί ωρισμένως η τέχνη, ως εκδήλωσις και ως ανάγκη της ψυχικής ζωής των ενοργάνων όντων, αρχομένη υπό υποτυπώδη τινά μορφήν από των κατωτέρων οργανισμών, απ’ αυτών των μικροσκοπικών οργανισμών, οι οποίοι δεν στέρονται της ιδιαιτέρας ψυχολογίας των, όπως την περιέγραψεν ο Α. Binet, εις την «Ψυχικήν Ζωήν των Μικροοργανισμών» και φθάνουσα εις την ανωτάτην αυτής μορφήν παρά τω ανθρώπω.

Εις το μέγα κοινόν, το οποίον προσσεγγίζει πάντοτε αργά και πάντοτε ατελώς και πάντοτε συγκεχυμένως προς τας κατακτήσεις της καθαράς επιστήμης, πράγμα εις το οποίον συντελεί αφ’ ενός η έμφυτος καινοφοβία ή μισονεϊσμός του πλήθους, η προσκόλλησις εις τα φάσματα και τα είδωλα του παρελθόντος, η δουλεία προς τας φραστικάς οντότητας, την τυραννίαν των λέξεων, αι οποίαι αφ’ ου απώλεσαν την σημασίαν των, παραμένουσιν ως κενά αλλά τυραννικά είδωλα, (έμπνευσις π.χ.), εξ άλλου δε το έργον αυτών των εκλαϊκευτών της επιστήμης, οίτινες φέρουσι εις την ημιμάθειαν του κοινού τα ράκη της επιστημονικής αληθείας, επιζητούντες και προσφέροντες ό,τι καταπλήσσει, εξαφνίζει και συγκινεί αλογίστως. Εις το μέγα κοινόν αι σχέσεις της τέχνης προς την φυσιολογικήν και παθολογικήν ψυχολογίαν, εγένοντο θορυβωδώς και συγκεχυμένως γνωσταί αφ’ ότου δεξιός και σοφός ερευνητής αλλά μερολήπτης και σοφιστικός εκλαϊκευτής, ο Max Nordau, δια του πολυκρότου έργου του περί «Εκφυλισμού» το οποίον θα μας απασχολήση κατωτέρω, απεπειράθη να σύρη, με σοφιστείαν επιστημονικήν πολύ ολίγον στερεάν, τας υψηλοτέρας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης ψυχής μέχρι του φρενοκομείου.
Εν Ελλάδι, κατά φυσικόν λόγον το έργον του Γερμανού σοφού, αποδοθέν περιληπτικώς με ηυξημένην σοφιστείαν από τον κ. Άγγελον Βλάχον, έσχεν ανάλογον απήχησιν και το ζήτημα του εκφυλισμού, επί του οποίου ήδη το πολύ κοινόν είχε αποκτήση συγκεχυμένας, παραδόξους και φανταστικάς γνώσεις εκ των «Ψυχώσεων» του αγαπητού μου συναδέλφου κ. Σίμωνος Αποστολίδου, υπέστη όλας τας μεταμορφώσεις και τας νοθείας της λαϊκής αντιλήψεως. Ο όρος εκφυλισμός εχρησιμοποίηθη εις πάσαν ανάγκην, κατήντησεν αντιβαλλόμενον πάσης ύβρεως εσύρθη εις τας εφημερίδας και εις τας εφημεριδογραφικάς ανάγκας, επιστημονικά δε τινά δεδομένα, τα οποία μετά περισκέψεως και δισταγμού χειρίζονται οι σοφοί και οι ειδικοί εις την ερμηνείαν των φαινομένων της ζωής και της τέχνης, παραδοθέντα εις την κοινήν χρήσηιν, εχρησίμευσαν εις τας μάλλον προχείρους και παραδόξους εκμεταλλεύσεις, επιτείνοντα την σύγχυσιν και εξογκούντα την ημιμάθειαν όπως συνέβη εις όλα τα σημεία της γνώσεως, όπου η εκλαΐκευσις των επιστημών απεπειράθη να φέρη μέχρι της περιεργείας και της επιπολαιότητος του πλήθους την αριστοκρατικήν ύλην της καθαράς επιστήμης. Του λυπηρού αυτού φαινομένου, παντού και πάντοτε, ο κυριώτερος συντελεστής υπήρξεν η καινοθηρία του τύπου, η διαθρύπτουσα την διεστραμμένην, ράθυμον και επιπόλαιον φιλομάθειαν και την ελαφράν περιέργειαν του κοινού, και εκείνοι των επιστημόνων, όσοι υπείκοντες εις τας ορέξεις του είδους αυτού ή θηρεύοντες λαϊκήν φήμην, μεταξύ των οποίων, πολλοί μεγάλοι και σημαντικοί, όπως ο Lombroso, κατήλθον μέχρι της εκλαϊκεύσεως της καθαράς επιστήμης και του δημοσιογραφικού βήματος, είτε δημοσιογραφούντες εις ελαφρόν και ευχάριστον ύφος, είτε παρέχοντες εις πάσαν περίστασιν την σοφίαν των μετημφιεσμένην εις την κενοσπουδίαν των πειθήνων1. Τας τάσεις αυτάς, ή ακριβέστερον τας αδυναμίας και των σοφωτέρων και των επισημοτέρων ακόμη κατεδίκασε πάντοτε μετ’ ευλόγου πικρίας η καθαρά επιστήμη και οι ερμηνεύοντες τας απαιτήσεις του καθαρού επιστημονικού πνεύματος, δια την κακοποιόν πολλάκις επίδρασιν, την οποίαν επάγονται, αυτός δε ο Lombroso όπως προείπον, είδε ελαττωμένην την φήμην του απέναντι των σοφών και των ειδικών, δι’ αναλόγου φύσεως υπερβασίας και παραχωρήσεις.
Ο ημερήσιος τύπος της Ελλάδος, ακολουθών την γενικήν καινομανίαν του συγχρόνου τύπου, πολλάκις και κατ’ επανάληψιν υπό τύπον συνεντεύξεων και συνομιλιών, έφερε την ελληνικήν επιστήμην μέχρι του λαϊκού βήματος, επί ζητημάτων κοινωνιολογικών, δικαστικών, φιλολογικών και άλλων, οι δε Έλληνες ειδικοί υποχωρούντες εις τας βεβιασμένας κατ’ ανάγκην και επιπολαίους επιδρομάς, είδον εαυτούς παρασυρομένους ενίοτε μέχρι της ελαφρότητος των αμελετήτων γνωμών και των διαψευδομένων αποφάσεων, πίπτοντας συχνάκις θύματα δημοσιογραφικών τεχνασμάτων, πάντοτε δε ελαττουμένους απέναντι εαυτών και απέναντι της επιστήμης.
Μία των περιστάσεων αυτών υπήρξε και η επί του ζητήματος της νεοελληνικής φιλολογίας και γλώσσης και των συναφών ζητημάτων πρόκλησις εις τον δημοσιογραφικόν αγώνα και πάταγον, της ψυχιατρικής επιστήμης. Εις την κοινήν αντίληψιν ό,τι παρουσιάζεται ασύνηθες, νέον, παράδοξον, ανεξήγητον, επεκράτησε να θεωρήται ως ανήκον εις την σφαίραν της φρενολογίας. Επομένως νεώτεραί τινες τάσεις και εκδηλώσεις πολλαπλής φύσεως, εις την φιλολογικήν και καλλιτεχνικήν εξέλιξιν της νεωτέρας ζωής, οφειλόμεναι εις επιδράσεις, μιμήσεις ή εσωτερικάς ανάγκας, παρουσιασθείσαι υπό την μορφήν του νέου ή του αήθους, ανεξαρτήτως της αξίας ή της βαρύτητος αυτών, υπό την καθαρώς καλλιτεχνικήν αυτών σημασίαν, εγέννησαν το ζήτημα, το υποστάν τας παραδοξωτέρας διακυμάνσεις μέχρι των ημερών αυτών. Πρώτη αφορμή του φαινομένου υπήρξεν η προ τίνων ετών έκδοσις του περιοδικού «Τέχνη», υπό του ποιητού Πέτρου Βασιλικού (Κ. Χατζόπουλου), του αριστοτεχνικού μεταφραστού του «Φάουστ» και του «Ημερώματος της Στρίγγλας». Το περιοδικόν αυτό, επί του τύπου των πολεμικών και επαναστατικών επιθεωρήσεων των «νέων», συνεκέντρωσε τότε όλην την νεωτέραν γενεάν των Ελλήνων λογογράφων ποιητών, μεταξύ των οποίων τους αξιωτέρους και επισημοτέρους της σήμερον, όπως τον Κωστήν Παλαμάν, τον Πορφύραν, τον Προβελέγγιον, τον Γρυπάρην, τον Μαλακάσην, τον Βλαχογιάννην και άλλους. Εις το περιοδικόν αυτό έτυχε να συναντηθούν αι τάσεις προς συστηματικωτέραν καλλιέργειαν της δημοτικής γλώσσης εις τα είδη του δημιουργικού λόγου, τάσεις παρουσιάσασαι ομολογουμένως όλας τας ακρότητας, υπερβολάς, σχολαστικότητας και ακαλαισθησίας κάποτε παντός κινήματος προς βεβιασμένην κωδικοποίησιν γλώσσης ρευστής και αμόρφου ακόμη (εργασία ψυχράς γραμματικής φροντίδος) έτυχε να συναντηθούν αι τάσεις αυταί προς άλλας τάσεις ολίγων συνεργατών (τα περίφημα «Κοκκαλάκια του Δόμινο») περί την απομίμησιν της φιλολογικής τεχνοτροπίας των συμβολιστών ή decadents. Προ εκπλήκτου και ανυπόπτου κοινού παρουσιάσθησαν τότε, υπό μίαν αήθη γλωσσικήν και αισθητικήν μορφήν, φιλολογικά έργα παραδοξοφανή, προσφερόμενα εις παρωδίας και απομιμήσεις και ειρωνείας, τα οποία πλειοδοτών εις παραμόρφωσιν ο ημερήσιος τύπος επαρουσίασεν επί μάλλον εξημβλωμένα εις την ευθυμίαν του κοινού. Ευφυής χρονογράφος, λαμβάνων αφορμήν εκ της αφθόνου κόμης ενός των συνεργατών του περιοδικού, έρριψεν εις τον μέσον τον όρον: μαλλιαρός, έναν όρον ευτυχήσαντα να ριζοβολήση, ν’ ανθίση και να προσλάβη όλας τας μάλλον παραδόξους και αντιθέτους εκδοχάς. Δεν εβράδυνε να επέλθη το αποτέλεσμα και όλη η ομάς των συνεργατών του περιοδικού, οι νηφαλιώτεροι και οι μάλλον ισόρροποι, οι διαυγέστεροι και αρμονικώτεροι, αυτός ο κρυσταλλίνης διαυγείας και υπερόχου αρμονικότητος ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, να χαρακτηρισθεί ως ομάς παραφρόνων, δαιμονιακών, ακαταλογίστων, εκφύλων, αξίων δια το φρενοκομείον· ταυτοχρόνως το ζήτημα της δημοτικής γλώσσης συνεδέθη αρρήκτως προς το ζήτημα των φιλολογικών τεχνοτροπιών, όπως θα ίδωμεν λεπτομερέστερον κατωτέρω, το δε δημοσιογραφικόν πλάσμα του μαλλιαρισμού, αφού εσύρθη εις τον περίγελων των δρόμων, εις μίαν σύγχυσιν προσώπων και πραγμάτων αξιοθρήνητον, προσήχθη μέχρι τον πραιτώριου της φρενολογικής επιστήμης. Ηρωτήθησαν τότε φρενολόγοι και ψυχίατροι, ειδικοί παντός είδους, και οι ειδικοί, εν ευλόγω αγνοία του θέματος και των συναφών ζητημάτων, έσπευσαν ν’ αποφανθώσι με την ευκολίαν και την ασυνειδησίαν των προχείρων γνωμοδοτήσεων.
Εκτοτε αρρήκτως το ζήτημα της δημοτικής γλώσσης (ακριβώς υπό την ψυχράν, σχολαστικήν, γραμματικήν και εστερημένην παντός παθητικού στοιχείου μορφήν του) έμεινε συνδεδεμένον προς πάσαν καλλιτεχνικήν υπερβασίαν, ατέλειαν ή ακαλαισθησίαν, η σύγχυσις προσώπων, πραγμάτων, αντιλήψεων, μεθόδων και δημιουργιών ασχέτων προς άλληλα επετάθη, εδημιουργήθη δε μία ανύπαρκτος ομάς ανθρώπων, αποκαλουμένων μαλλιαρών, εχόντων κοινόν μεταδοτικόν παραλήρημα, επικίνδυνον να εξαπλωθή, ως αι επιδημικαί φρενοπάθειαι των δαιμονιακών του μεσαίωνος.
Η παραίσθησις και η παρερμηνεία επετάθη ούτω υπό φρενολογικήν μορφήν, όπως θα προσπαθήσωμεν να καταδείξωμεν, αναλύοντες και διευκρινίζοντες τα φαινόμενα, ακριβώς εις τας τάξεις των αντιθέτων των αποκαλουμένων μαλλιαρών, μεθ’ όλων των παθολογικών φόβων και των παραληρητικών αντιλήψεων, εις ομαδικήν εκδήλωσιν νέου είδους πανικού, αξιοπεριέργου και απεριγράπτου μέχρι τούδε· το φάσμα του μαλλιαρισμού εμφανιζόμενον εκάστοτε, προ των εκπλήκτων οφθαλμών του κοινού, δημιουργεί εκάστοτε τα κοινωνικά φαινόμενα, των οποίων παρέστημεν μάρτυρες κατά την εποχήν των Ευαγγελικών, των Ορεστειακών και ήδη, εξ αφορμής των μεταφράσεων της «Ιλιάδος» και του «Κύκλωπος» και της συστάσεως του σωματείου «Εθνική Γλώσσα», φαινομένων κοινωνικής υποβολιμαίας φοβοπαθείας, αδικαιολογήτου και δυσαναλόγου προς την σημασίαν μιας αποτυχίας ή ακαλαισθησίας φιλολογικής, τόσον ώστε ν’ αναγκάση τον ευφυέστερον των χρονογράφων κ. Ι. Κονδυλάκην να ειπή ότι αφού πρόκειται περί πέντε παραφρόνων, των οποίων τα έργα ούτε διαδίδονται ούτε αναγινώσκονται καί παρ’ εκείνων προς ους δίδονται δωρεάν, ούτε έχουσιν επομένως καμμίαν επίδρασιν, προς τι ο φόβος της κακοποιού και εθνοφόρου σημασίας των προσώπων και των κινημάτων αυτών.
Η τελευταία αυτή εμφάνισις του περιοδικού φάσματος του μαλλιαρισμού έδωκεν αφορμήν εις εφημερίδα τινά να εκκαλέση πάλιν το ζήτημα εις το πραιτώριον της φρενολογίας και να προκαλέση την γνώμην συναδέλφου, έδωκε δ’ αφορμήν εις την ανασκόπησιν ζητημάτων τινών, αναγομένων εις την σφαίραν της φυσιολογικής αισθητικής.
(Έπεται η συνέχεια)
Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις
τεύχος ζ΄, Μάρτιος 1905, σελ. 197-201
ΙΙ. Τα όρια φρενοπαθείας και τέχνης
Η εν Ελλάδι καλλιτεχνική και φιλολογική ζωή, δι’ έλλειψιν εκσεσημασμένων και ισχυρών προσωπικοτήτων, δι’ απουσίαν πρωτοτύπων τάσεων αξίων λόγου, δι’ ανυπαρξίαν ιδιαιτέρας τινός σημαντικής εκδηλώσεως του καλλιτεχνικού πνεύματος, δε δύναται ν’ αποτελέση καθ’ εαυτήν ύλην ιδιαιτέρας μελέτης ή να χρησιμεύση προς εξαγωγήν οιωνδήποτε συμπερασμάτων, άνευ αναδρομής εις τας πηγάς και τα ρεύματα της ευρωπαϊκής φιλολογίας, υπό των οποίων εκάστοτε επηρεάσθη και διεμορφώθη η παρ’ ημίν καλλιτεχνική παραγωγή, εις στάδιον μιμήσεως ως επί το πλείστον και πολλάκις ψυχράς αντιγραφής των ξένων τάσεων, αποπνιγούσης και εξουδετερούσης, κατά μέγα μέρος, τους ατομικούς και φυλετικούς χαρακτήρας, τους συναποτελούντας το καλλιτεχνικόν άτομον. Προφανώς άρα παν συμπέρασμα εξαγόμενον από μεμονωμένης παρατηρήσεως των παρ’ ημίν φαινομένων και εκδηλώσεων, πάσα τάσις προς χαρακτηρισμόν ωρισμένων εκδηλώσεων, πολύ δε περισσότερον εις αμελέτητον υπαγωγήν αυτών εις ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις των ατόμων ή της φυλής, δύνανται να θεωρηθώσιν ως ελαφρότητες επιστημονικαί και παιγνιώδεις απομιμήσεις, εντελώς εστερημέναι σημασίας. Τα ιθαγενή ταύτα φαινόμενα δεν θα μας απασχολήσωσιν επομένως ή κατά την ισχνότατην αυτών εσωτερικήν σημασίαν και εφ’ όσον ως χαρακτηριστικά των γενικωτέρων τάσεων της νεωτέρας ευρωπαϊκής φιλολογίας και τέχνης, δύναται να χρησιμεύσωσιν ως δεδομένα γενικωτέρας ερεύνης ή ως τεκμήρια εις διαλεύκανσιν της συγχύσεως, την οποίαν επέφερεν η ελαφρά ανάμιξις των φρενολόγων εις τα αισθητικά ζητήματα του τύπου.
Η ανάμιξις οπωσδήποτε της καθαράς και σχολαστικής φρενιατρικής εις το έργον της αισθητικής, η διαδώσασα και εν Ευρώπη πλήθος πεπλανημένων αντιλήψεων και δημιουργήσασα σύγχυσιν παράδοξον εις την κοινήν αντίληψιν των αμυήτων, δίδει εύλογον και ευάρεστον αφορμήν εις την γενικωτέραν εξέτασιν των ορίων των, δίδει εύλογον και ευάρεστον αφορμήν εις την γενικωτέραν εξέτασιν των ορίων μεταξύ καλλιτεχνίας και φρενοπαθείας, τα οποία τόσον συνεχύθησαν και κινεί την περιέργειαν του μελετητού εις την εξακρίβωσιν του αν υπάρχει κοινόν τι σύνορον, μεταξύ των ανωτέρων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του πνεύματος – τιμής της ανθρωπότητος – και της φρενοπαθείας και, αν υπάρχει, ποίον είνε το σημείον της επαφής δύο καταστάσεων εκ διαμέτρου αντιθέτων, κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, πού δηλονότι τελευτά η μεγαλοφυΐα και πού άρχεται η φρενοπάθεια.
Προ πάσης άλλης ερεύνης των ψυχοπαθολογικών καταστάσεων και εκδηλώσεων εις τη σφαίραν της τέχνης, αναγκαίως θα έπρεπε να εξετασθή εις γενικάς γραμμάς η ψυχοφυσιολογία αυτής, η ψυχολογία δηλονότι των αισθητικών αισθημάτων από των στοιχειωδεστέρων και μάλλον υποτυπωδών μέχρι της ανωτάτης αυτών μορφής. Και επί του ζητήματος τούτου έχομεν ευτυχώς σπουδαιοτάτας ερεύνας των μεγαλειοτέρων φυσιοδιφών, ψυχοφυσιολόγων και φιλοσόφων, των Darwin, Wundt, Taine, Spencer, Grant Allen, Binet, Pilo και άλλων, είνε δε γνωστόν, ότι ο Sully, αποβλέπων εις την ταξινόμησιν των αισθητικών ηδονών των παραγομένων εκ των καλλιτεχνικών έργων, ησχολήθη εις περισπούδαστον αυτού έργον (On the Realizability of a Science of Aesthetics) περί του δυνατού της δημιουργού ιδιαιτέρας αισθητικής επιστήμης, ο δε Grant Allen και εξεπόνησεν αξιοσημείωτον σύστημα «Φυσιολογικής Αισθητικής».
Η τάξις των αισθητικών αισθημάτων των πρωτογενών αισθημάτων κατά την νεωτέραν ψυχολογίαν, παρουσιάζεται ως η πλέον απομεμακρυσμένη των πρωτογενών και θεμελιωδών μορφών της ηδονής και του πόνου, τόσον ώστε, ως παρατηρεί ο Ιταλός ψυχολόγος Sergi, να φαίνεται δύσκολον και σχεδόν αδύνατον, κατόπιν της εξελίξεως, ην υπέστησαν, ν’ αναχθώσι και συνδεθώσι πάλιν προς τας πρωτογενείς των μορφάς. Το αισθητικόν φαινόμενον, κατά την πρώτην αυτού εμφάνισιν είνε αισθησιακόν και η μάλλον δε ανωτέρα αισθητική μορφή, εις τα θεμελιώδη αυτής στοιχεία, εξακολουθεί ούσα αισθησιακή. Το αισθητικόν αίσθημα ο Spencer και εν γένει η Αγγλική Σχολή χαρακτηρίζει δια της απουσίας του πνεύματος της ωφελιμότητος, καίτοι απορρέει απ’ αυτού αρχικώς, όπως πάσα αίσθησις, της αισθητικής ηδονής ευρισκομένης εν τη μιμήσει ωφελίμων πράξεων της ζωής (ο νόμος της μιμήσεως). Άρχεται δε εκδηλούμενον το αισθητικόν αίσθημα, οσάκις νευρική ενέργεια, ανωτέρα των αναγκών της ζωϊκής ζωής, παράγεται εν τω οργανισμώ. Η εκ της αναπτύξεως της ενεργείας ταύτης ηδονή είνε ηδονή αισθητική και διαφέρει της ηδονής, της παραγομένης εκ της άλλης κανονικής οργανικής ενεργείας, δια της απουσίας της ωφελιμότητος. Τας πρώτας θεμελιώδεις ταύτας εκδηλώσεις της αισθητικής ηδονής συναντώμεν εις τους κατωτέρους οργανισμούς, εάν παρακολουθήσωμεν τας κινήσεις, δι’ ων μιμούνται ταύτα τας συνήθεις πράξεις της ζωής, και ιδίως τας μάλλον ευαρέστους εις το ζώον, όπως η ζήτησις της λείας των και η πάλη προς επικράτησιν του εχθρού. Τα κατοικίδια ζώα, κύνες και γαλαί, παρουσιάζουσι καθ’ εκάστην προ ημών το θέαμα των μιμήσεων τούτων.
Παρά τω ανθρώπω ο χορός παρουσιάζει δύο κύρια φαινόμενα τοιαύτης φύσεως, αφ’ ενός την προσβολήν την πάλην, και την νίκην κατά του εχθρού, αφ’ ετέρου τον έρωτα, μετά της σχετικής πάλης προς απόκτησιν του θήλεος και της τελικής επικρατήσεως. Αμφότερα παράγουσι μέγαν βαθμόν ηδονής, ως αναφερόμενα εις τη διατήρησιν το μεν του ατόμου, το δε του είδους, θεμελιώδεις πηγάς όλης της ποικιλίας των αισθημάτων. Η ταραντέλλα, οι λαϊκοί χοροί των ευρωπαϊκών λαών και χαρακτηριστικώτερον οι πλείστοι δημώδεις ελληνικοί χοροί, ενώνοντες το αρήϊον προς το ερωτικόν, την αναπαλλομένην μάχαιραν προς τας ερωτικάς ευκαμψίας και μαλακότητας, παρουσιάζουσι την εικόνα της μεταξύ των φύλων πάλης, εάν ληφθή υπ’ όψει ότι αι πρωτογενείς σχέσεις των φύλων υπήρξαν άγριαι και θηριώδεις, φέρουσαι ως έπαθλον της πάλης και ως τελικήν νίκην τον εναγκαλισμόν, όπως βλέπομεν εις την χορευτικήν απομίμησιν των πράξεων τούτων. Εντεύθεν ο χορός μετέστη εις αληθή εικαστικήν τέχνην εκταθείς εις την παράστασιν ή μίμησιν όλων των πράξεων της κοινωνικής ζωής, συνηνώθη προς την θρησκευτικήν λατρείαν, προσέλαβεν σκηνικόν χαρακτήρα, όπως εις τους Διονυσιακούς χορούς των εορτών του Βάκχου και ούτω καθεξής.
Εξ άλλου η μουσική, πηγή πολυπλόκων αισθητικών ηδονών, απορρέει εκ της μιμήσεως της ανθρωπίνης φωνής και επομένως των εσωτερικών καταστάσεων, και των εκ της διαχύσεως των ερεθισμών παραγομένων αισθημάτων, άτινα εκφράζει. Ο πόνος και η ηδονή παρά τοις ζώοις και τω ανθρώπω εκφράζονται δι’ ωρισμένων φωνητικών ήχων, οι δε ήχοι ούτοι επισυνδέονται εν ημίν προς την μορφήν των αισθημάτων τούτων και αποτελούσι δι’ ημάς το γνώρισμα ωρισμένων ψυχικών καταστάσεων. Η έκφρασις αύτη των αισθημάτων, δια του αορίστου και γενικού χαρακτήρος αυτής γεννά νέον αίσθημα, το οποίον δεν είνε μεν το αυτό προς το αρχικόν αίσθημα εκ της μιμήσεως του οποίου απέρρευσε, αλλά είνε μεταμόρφωσις του πραγματικού αισθήματος, είνε το αισθητικόν αίσθημα, παραγόμενον εκ της μουσικής. Οι ψυχολόγοι παραδέχονται επομένως, ότι οι μουσικοί ήχοι είνε φωνητικαί εκδηλώσεις παραγόμεναι εξ αντανακλαστικών πράξεων, απορρεουσών εκ της διαχύσεως των ερεθισμών, επί εντόνως συγκινητικών καταστάσεων. Ούτως εξελιχθείσα η μουσική δια των αορίστων και σκοτεινών αισθημάτων και ιδεών, τας οποίας παράγει ες την ψυχήν ημών, παρέχει εις ημάς σήμερον οιονεί αναπαραστάσεις διανοητικάς σκέψεων και συγκινήσεων μακράς παρελθούσης ζωής (Darwin) ή, όπως λέγει ο Richter, λαλεί προς ημάς περί πραγμάτων, άτινα ούτε είδομεν ούτε θα ίδωμεν ποτέ. Το θέλγητρον επομένως και ο κύριος χαρακτήρ της μουσικής έγκειται εις την σκοτεινότητα και την αοριστίαν των αισθημάτων άτινα παράγει δια των ήχων, των ανταποκρινομένων εις επισύνδεσιν συγκινήσεων και ιδεών αναλόγων. Ο χαρακτηρισμός ούτος θα χρησιμεύση ημίν εις την ερμηνείαν ποιητικών τινών μορφών και τάσεων, επηρεασθεισών υπό του μουσικού τρόπου (συμβολισμός), όπως κατ’ αναλογίαν μουσικαί τινές τάσεις (περιγραφική μουσική) επηρεάσθησαν υπό του ποιητικού τρόπου, εις παραγωγήν καλλιτεχνικών μορφών ως επί το πλείστον νόθων και βεβιασμένων.
Οπωσδήποτε η ποίησις, ήτις μετά του χορού και της μουσικής απετέλει αρχικώς, κατά τον Spencer, αδιαίρετον τριάδα, εξ όλων των εικαστικών τεχνών φαίνεται η συγγενεστέρα προς την μουσικήν. Η ποίησις παραστατική κυρίως των συγκινήσεων, πραγματοποιεί τον προορισμόν της ου μόνον δια των μέσων των καθιστώντων αυτήν αρμονικήν και μελωδικήν, αλλά και δια της εσωτερικής αυτής ουσίας, ήτις και χαρακτηρίζει ταύτην κυρίως, καθόσον οι φωνητικοί ήχοι παρ’ αυτή (λέξεις) είνε σήματα ιδεών ωρισμένων και αισθημάτων, προς τα οποία ανταποκρίνονται και τα οποία αναπαράγουν εις ευρείαν κλίμακα και ποικιλίαν.
Αι άλλαι εικαστικαί τέχναι, αι βασιζόμεναι επί των αισθητικών αισθημάτων των παραγομένων δια της οράσεως, (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική), ως ιδιαιτέραν βάσιν έχουσι τα αισθήματα τα παραγόμενα δια του χρώματος και της μορφής, τα πρώτα δηλαδή εκ του ερεθισμού του αμφιβληστροειδούς χιτώνος του οφθαλμού, τα δεύτερα εκ των αυτών ερεθισμών, ηνωμένων προς τους ερεθισμούς, τους εκ των μυϊκών κινήσεων του οφθαλμού. Δεν θ’ απασχοληθώμεν εις την φυσιοψυχολογίαν των ιδιαιτέρων τούτων αισθητικών αισθημάτων και των εξ αυτών απορρεουσών τεχνών, και διότι αύτη κατά μέγα μέρος στηρίζεται επί των νόμων των διεπόντων την ψυχοφυσιολογίαν των αισθητικών αισθημάτων, των απορρεόντων εκ της ακοής και διότι αι τέχναι αύται δεν θα μας απασχολήσουν ή επεισοδιακώς εις την μελέτην ταύτην. Άλλως τε το ευρύτατον θέμα της ψυχοφυσιολογίας των αισθητικών αισθημάτων και των εξ αυτών απορρεουσών μορφών της καλλιτεχνίας εθίξαμεν εις απλήν και ατελεστάτην υποτύπωσιν, ήτις θα χρησιμεύση ημίν εις την ερμηνείαν ιδιαιτέρων τινών φαινομένων. Ο ψυχοφυσιολογικός άλλως πορισμός της τέχνης εν ολίγοις, διετυπώθη μετά θαυμασίας επιστημονικής ακριβείας παρά του James Sully: «έργον τι είνε καλλιτεχνικόν όταν δια των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής παράγη ωρισμένας ευαρέστους καταστάσεις και ανταποκρίνεται προς παγκοσμίους τινάς νόμους διέποντας τας ευαρέστους εντυπώσεις. Είνε δε καλλιτεχνικόν εις τον ανώτατον βαθμόν, όταν παράγη μέγαν αριθμόν των ευαρέστων τούτων εντυπώσεως και όταν αι εντυπώσεις αύται επί πλέον είνε ή σταθεραί ανάγκαι της ανθρωπίνης καρδίας ή τελειοποιημένα και περίπλοκα προϊόντα της διανοητικής αναπτύξεως». Οι Έλληνες φιλόσοφοι διετύπωσαν κατ’ ανάλογον τρόπον τους νόμους του καλού και της τέχνης, ο μεν Αριστοτέλης θέτων ως βάσιν της τέχνης την μίμησιν, ο δε Πλάτων ορίζων το καλόν ως «το δι’ ακοής τε και όψεως ηδύ», την αισθητικήν δε αυτών επήλθε να επικυρώση και να αναπτύξη η νεωτέρα επιστημονική φιλοσοφία η ανατείλασα εκ του δόγματος της εξελίξεως.
Φερόμεθα φυσικώς μετά τας προεκταθείσας στοιχειώδεις υποτυπώσεις εις την πιθανήν εφαπτομένην των αισθητικών αισθημάτων και των εξ αυτών απορρεουσών μορφών της τέχνης προς τας ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις και τας ποικιλομόρφους αυτών εκδηλώσεις, αίτινες αποτελούσι την απέραντον κλίμακα των φρενοπαθειών, από των απλών ψυχασθενικών καταστάσεων, των διαταράξεων των ελαφροτέρων της ψυχικής ισορροπίας, των υψώσεων ή ελαττώσεων του ψυχικού τόνου, μέχρι των βαρυτέρων μορφών της διανοητικής διαταράξεως, των θιγουσών τας υψηλωτέρας και περιπλοκωτέρας λειτουργίας του εγκεφάλου, τον ιδεασμόν, τον λόγον, την βούλησιν, την συνείδησιν, μέχρι της διανοητικής αποσυνθέσεως, του ψυχικού θανάτου.
Είδομεν ότι προς παραγωγήν του αισθητικού αισθήματος, από της στοιχειωδεστέρας μορφής του, και προς παραγωγήν της καλλιτεχνικής δημιουργίας, θεμελιώδες στοιχείον είνε η συγκίνησις, η παραγωγή δηλονότι, είτε συνεπεία εξωτερικού ερεθισμού, δια της οδού των αισθήσεων, είτε εσωτερικού τοιούτου, εκ φυσιολογικής ή παθολογικής κεντρικής τροποποιήσεως των νευρικών κυττάρων (φυσιολογικαί οργανικαί ανάγκαι, αλλοιώσεις παθολογοανατομικαί, τοξαιμικαί καταστάσεις, ψυχικά δηλητήρια) περισσείας νευρικής ενεργείας τεινούσης να εκκενωθή προς τα έξω δια ψυχοκινητικών φαινομένων. Ο Νίτσε, λέγων, ότι προς παραγωγήν της καλλιτεχνικής πράξεως ή του καλλιτεχνήματος απαιτείται ειδική μέθη, εκφράζει την αυτήν φυσιολογικήν αλήθειαν. Άρα προς παραγωγήν του καλλιτεχνήματος απαιτείται ήδη φυσιοψυχολογική τις κατάστασις έκρυθμος εγγίζουσα προς τα ψυχοπαθολογικά όρια, χωρίς να είνε πάντοτε και αναγκαίως ψυχοπαθολογική, η κατάστασις των ισχυρών συναισθημάτων και η εξ αυτών συγκίνησις, όρος εκφράζων κάλλιστα και κυριολεκτικώς την εκ της διαχύσεως των ερεθισμών πολλαπλήν δόνησιν των συρμάτων του νευρικού ημών συστήματος. Και όταν δε, κατά την στιγμήν της καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν υφίσταται η ειδική αύτη κατάστασις εξ άπαντος υφίσταται αναπαράστασις ταύτης ή απομίμησις ή τεχνητή επί ποσόν αναπαραγωγή, παρά του καλλιτέχνου, ζητούντος να εκδηλώση καλλιτεχνικώς συναισθήματα και συγκινήσεις τας οποίας υπέστη, αντελήφθη ή γνωρίζει, ή να προβάλει ταύτας επί των πλασμάτων του καλλιτεχνικού του δημιουργήματος.
Αλλ’ αι καταστάσεις αύται, αι αποτελούσαι στοιχείον απαραίτητον της καλλιτεχνικής πράξεως, δέον να εξετασθή, κατά πόσον προσεγγίζουσιν, εφάπτονται ή ταυτίζονται προς τας παθολογικάς καταστάσεις της ψυχικής ζωής, τας αποτελούσας την φρενοπάθειαν καθ’ όλην αυτής την κλίμακα από των απλών ψυχονευρώσεων μέχρι των βαθυτέρων οργανικών φρενοπαθειών.
(Έπεται η συνέχεια)
Σημειώσεις
1. πευθήν, -ήνος = ο φιλοπερίεργος [σημ. επιμελητή]
2. Δια του όρου αισθησιακή αποδίδομεν τον όρον sensationelle, υπάγοντες εις αυτόν τα φαινόμενα τα ανήκοντα εις την αίσθησιν, εις διάκρισιν των όρων αισθητικός και αισθηματικός [σημ. του συγγραφέα].
3. Αρήϊος (αντί άρειος) = πολεμικός [σημ. του επιμελητή]
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.