Νάσος Μαρτίνος
Ψυχίατρος και Λογοτέχνης.
Εργάζεται στην Κέρκυρα 

σύναψις 01a [2005]

Η διαπραγμάτευση της εωτερικής σύγκρουσης στη διηγηματογραφία του Κωνσταντίνου (Ντίνου) Θεοτόκη (1872-1923)

Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, 1872 - 1923
Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, 1872 – 1923

Στα διηγήματα του Ντίνου Θεοτόκη «Κορφιάτικες Ιστορίες», ο Θάνατος – Τιμωρός, σαν γεγονός ή σαν δυνατότητα, κυριαρχεί ως η επιλογή της τέλειας ολοκληρωτικής και αναπότρεπτης λύσης, όπου και όταν η επιθυμία συγκρούεται με την απαγόρευση. Από τα δέκα διηγήματα της συλλογής, στα εφτά, ο θάνατος, σαν φόνος, οργανώνει στα παρασκήνια τη σκηνική του παρουσία, ώστε κατάλληλα να εμφανιστεί στη ζωή των ηρώων, σαν αποφασιστικός παράγοντας αποχωρισμού από αυτή.

Η συγκλονιστικά λιτή γραφή του Θεοτόκη, η ακριβής περιγραφή των προσώπων με την απλότητα αλλά και την πληρότητα της ιχνογραφίας, η αποφυγή της πολυλογίας, ώστε να μη χάνεται η ένταση του δράματος και να μην αποδομείται η ατμόσφαιρα, και πάνω απ’ όλα η ικανότητά του να περιγράφει τις συγκρούσεις, τόσο των προσώπων μεταξύ τους, όσο και κατεξοχήν την ενδοψυχική σύγκρουση, καθιστούν τον Κερκυραίο συγγραφέα κορυφαίο πεζογράφο της Νεοελληνικής Γραμματείας.

Ο κόσμος των ηρώων του Ντίνου θεοτόκη είναι, στην πλειονότητά του, ζοφερός. Στον αναγνώστη δημιουργείται το αίσθημα εισαγωγής σε ένα χορό θανάτων, με φονιάδες, θύματα, αυτόχειρες και ηθικούς αυτουργούς. Όμως όλα κυριαρχούνται από ένα ρεαλισμό πλήρη πάθους και παθών, όπου το φανταστικό και το φαντασμικό δεν έχουν χώρο. Γι αυτό και ο Θεοτόκης είναι ένας ρεαλιστής προσωπογράφος ψυχών και όχι ένας συγγραφέας του φρικώδους υπερρεαλισμού, όπως ο Πόε.

Ο Θεοτόκης εξαντλεί, οδηγεί στα όριά του το δίπολο Ενοχής και Τιμωρίας. Λυτρωτικός γίνεται μόνο δύο φορές: στο «Δύο Αγάπες» και στο «Αμάρτησε;», όπου η έννοια «Θεός» είτε σαν υπέρλογη, είτε σα διαλεκτική ουσία παίζει καθοριστικό ρόλο.

Σε τρία αντιπροσωπευτικά διηγήματα του Ντίνου Θεοτόκη, στο «Πίστομα» (1898) στο «Ακόμα;» (1904) και το «Αμάρτησε;» (1912) διατίθεται ένα χαρακτηριστικό κοινό θεματικό στοιχείο: η Αμαρτία (αυτή μάλιστα που προκύπτει από τη σεξουαλικότητα) και η απόδοση Δικαιοσύνης – Τιμωρίας στον έκνομο, που και στις τρεις προκείμενες περιπτώσεις είναι γυναίκα.

Ο πρωταγωνιστής της Αμαρτίας είναι πρόσωπο σκιώδες. Ο πρωταγωνιστής της Τιμωρίας είναι πρόσωπο δρων και πάσχον. Πρωταγωνιστούν οι φύσει θύτες (Κουκουλιώτης στο «Πίστομα», Κούρκουπος στο «Ακόμα;») και ο δυνάμει θύτης ιερέας στο «Αμάρτησε;».

Από το «Πίστομα» του 1898 μέχρι το «Αμάρτησε;» του 1912 υπάρχει μία εξελικτική διαφοροποίηση στη δυναμική οργάνωση και διαπραγμάτευση της εσωτερικής σύγκρουσης των δρώντων προσώπων, εν προκειμένω των θυτών. Σαν να ανήκουν στον ίδιο θεματικό κύκλο, η τιμωρητική στάση του Κουκουλιώτη στο «Πίστομα» είναι απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη, χωρίς ίχνος άγχους. Σκοτώνει τον εραστή και το νόθο. Στο «Ακόμα;» ο θύτης Κούρκουπος επιθυμεί την καταστροφή του ενόχου, αλλά του παρέχεται η δυνατότητα ανάσχεσης της τιμωρίας, μέσα από μία έστω αναποτελεσματική διαπραγμάτευση της σύγκρουσής του για το άδικο της φονικής πράξης. Στο «Αμάρτησε;» η διαπραγμάτευση της σύγκρουσης λειτουργεί αποτελεσματικά υπέρ της αποφυγής της τιμωρίας του ενόχου.

Στην περίπτωση «Πίστομα» λειτουργεί η δικαιοσύνη του προδομένου άρρενος και η τιμωρία διατίθεται με απόλυτη αμεσότητα, αδίστακτα. Δεν υφίσταται καμία ανασταλτική, αναιρετική διαδικασία. Η εσωτερική οργάνωση του Κουκουλιώτη δομείται μόνο στο επίπεδο και στο χώρο ενός άρρενος εξουσιαστικού προτύπου, το οποίο διαθέτει αρχέγονη, τερατώδη και αμετακίνητη ηθική. Ό,τι ματαιώνει την πρότυπη εξουσιαστική αρχή, συνάμα και τη μόνη πηγή ταυτότητας για τον άνδρα, οφείλει να καταστραφεί. Το Εγώ του Κουκουλιώτη δεν επεξεργάζεται τη ματαίωση. Τη δέχεται σα συστατικό, ζωικό κίνδυνο και η αντίδραση είναι της τάξης του όλου ή ουδενός. Στον κίνδυνο μιας κεντρομόλου καταστροφής οργανώνει τη μόνη αποδεκτή σ’ αυτόν άμυνα, την ετεροκαταστροφή. Γι αυτό και ο Κουκουλιώτης δεν αρκείται στο φόνο του εραστή της γυναίκας του, αλλά προχωρεί σε μία πρωτοφανούς σκληρότητας ολική καταστροφή, αυτή του ενταφιασμού ζωντανού του νόθου παιδιού, παρουσία φυσικά της γυναίκας και μάνας. «Βάλτο πίστομα [μπρούμιτα] μέσα», της λέει δείχνοντας τον τάφο που είχε ανοίξει. Δεν υπάρχει πλέον ζωική απόδειξη της αμφισβήτησής του. Ο κίνδυνος εξέλιπε δια παντός και τελείως.

Ο Κούρκουπος, φονιάς στο «Ακόμα;» δεν είναι ο Κουκουλιώτης. Ο Θεοτόκης τον ηθογραφεί ήδη μορφικά: «…το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλή καλωσύνη». Όλα εδώ είναι πολλά βήματα εμπρός. Ο Κούρκουπος, δουλευτής κι όχι ρέμπελος, κοιμάται στο λουτρουβιό [ελαιοτριβείο], μέσα σ’ ένα συμβολικό σκηνικό ειρήνης, αυτό του λαδιού που εκφράζει και «την ευφορία των καρπών της γης». Η ισορροπία στην οργάνωση του Εγώ του άνδρα φαίνεται αρχικά κερδισμένη για να εκτεθεί αργότερα ασταθής και διαβρώσιμη, μετά την ακραία πρόκληση που δέχεται, αυτή της απιστίας της γυναίκας του. Σαν τον προπάτορα βρίσκεται σε σύγκρουση μετά τη γνώση.

Η επιθυμία να τιμωρήσει την ένοχη γυναίκα έχει διπλή προέλευση. Πρώτα τη δική του, σαν άμεση τιμωρητική αντίδραση. Όπως εξαιρετικά το περιγράφει ο Θεοτόκης, όταν ο Κούρκουπος αντιλήφθηκε πως «μελλάμενό του είταν να γένει φονιάς (…) η σκέψη τούτη είταν τρομερή τόσο για τον καλόν άνθρωπο, που ενικούσε και την οργή και θλίψη του». Γι αυτό λοιπόν και διακατέχεται από άγχος, γεγονός ανύπαρχτο φυσικά στον Κουκουλιώτη του «Πίστομα».

Στον Κούρκουπο όμως, υπάρχει και μία άλλη φωνή που ανακινεί την τιμωρητική του διάθεση ή μάλλον την τιμωρητική του υποχρέωση. Είναι ο περίφημος «ξάδερφος Θοδόσης» που άτεγκτα ενισχύει τα διλήμματα του Κούρκουπου προς την πλευρά της τιμωρίας και διαβρώνει της ηθικές του αναστολές απέναντι στο φόνο. Είναι το alter ego του Κούρκουπου. Με κορυφαίο επιχείρημα τη μεταμφίεση της γυναίκας σε άντρα για να ξεγελάσει το σύζυγό της, ο Θοδόσης λέει στον ξάδερφό του: «Μας εντροπιάσατε». Είναι τώρα το σόι που νιώθει προδομένο· είναι η ηθική τάξη του χωριού. Οι όποιες διαπραγματευτικές αντιστάσεις του Κούρκουπου κατεδαφίζονται ταχύτατα και περίτεχνα.

Σ ένα σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία, ο κόσμος έχει μαζευτεί έξω από το σπίτι καθώς γνωρίζει τις προθέσεις του Κούρκουπου. Ο τελευταίος διστάζει, καθυστερεί. Ο Θοδόσης ρωτάει «ακόμα;». Η αναγγελία εγκυμοσύνης από την πλευρά της γυναίκας και η διαβεβαίωση πως το παιδί είναι νόμιμο, αναστέλλει πάλι τον άντρα. Ο θοδόσης ξαναρωτάει «ακόμα;». Το

φονικό συντελείται. Ο θοδόσης απλά προβαίνει και ενημερώνει τον κόσμο: «την εσκότωσε». Ο εκτελεστής δεν έχει σημασία σαν ον. Ο «ξάδερφος θοδόσης» είναι η εξωσωματική ταυτότητα του προδομένου και αμφισβητημένου άντρα στο Εγώ του Κούρκουπου.

Στο «Αμάρτησε;» η υπερεγωτική οργάνωση του κλίματος είναι απόλυτη, ολοκληρωμένη και σαφής. Ο τόπος λειτουργίας του δράματος ιερός και απαγορευτικός: εκκλησία. Το πρόσωπο στο οποίο συντελείται η σύγκρουση ειδικής δομής: ιερέας. Η υπερεγωτική οργάνωση εδώ διαθέτει θεοκρατικό χαρακτήρα. Δεν είναι το ανύπαρχτο Υπερεγώ του Κουκουλιώτη, δεν είναι το διλημματικό του Κούρκουπου, αλλά αυτό που εκδηλώνεται σαν η συνείδηση του Υπέρτατου Όντος, του Θεού. Αρκετά ενωρίς στο διήγημα, στην περιγραφή μιας λειτουργίας, δηλώνεται από τον Θεοτόκη το δυσβάστακτο αυτής της παντοδύναμης δυσκαμψίας: «…η βοή του λαού με πίστη θερμή εζητούσε από τα υπερκόσμια έλεος, (…) ποθώντας να υποτάξει τα στοιχεία και να λιγώσει τη θέληση της παντοδυναμίας».

Το δράμα είναι συγκεκριμένο: η άγαμη κόρη του πατέρα υποκύπτει στην επιθυμία της σάρκας. Η κοπέλα το εξομολογείται στον παπά. Ο πατέρας γνωρίζει την εξομολόγηση, αλλά φυσικά όχι το περιεχόμενό της. Όμως καραδοκεί. Αν την Κυριακή στην εκκλησιά, ο παπάς δεν την μεταλάβει, έχει να πει ότι η κόρη αμάρτησε και αυτός σαν πατέρας πρέπει «να ξεπλύνει την ντροπή με αίμα». Αν ο παπάς μεταλάβαινε την κόρη «ήθελε να είναι υπερήφανος για τη θυγατέρα του».

Η σύγκρουση για τον ιερέα: Ένοχη η κόρη κατά τα ήθη της Εκκλησίας = άρνηση μεταλαβής = επιβεβαίωση της αμαρτίας στα μάτια του πατέρα = φόνος. Χορήγηση μεταλαβής σε αμαρτωλό = αμφισβήτηση και καταπάτηση των ιερών θεσμικών κανόνων αλλά και συγχρόνως αποτροπή του φονικού.

Η σύγκρουση στο «Αμάρτησε;» υφίσταται στον ίδιο το φορέα και εκπρόσωπο επί της γης της υπερεγωτικής τάξης

του Θεού, συνάμα όμως και διαπραγματευτή αυτής της τάξης με τα ανθρώπινα. Ο διαπραγματευτικός του ρόλος προκύπτει από τις εκχωρημένες σ’ αυτόν εξουσίες του «δεσμείν και λύειν». Το ερωτηματικό του τίτλου «αμάρτησε;» εισάγεται εδώ και για τη γυναίκα και για τον παπά. Γράφει χαρακτηριστικά ο Θεοτόκης: «του είταν μελλάμενο ν’ αμαρτήσεί;», ακριβώς σαν την αγωνιώδη διαπίστωση του Κούρκουπου: «Μελλάμενό του είταν να γένει φονιάς».

Οι καταστροφικές συνέπειες μιας δικής του θεοκρατικής λογικής οδηγεί τον παπά σε αναζήτηση ευέλικτων μηχανισμών για να διαπραγματευτεί τη σύγκρουσή του. Αμφισβητεί θαρραλέα τη θεϊκή λογική, την απορρέουσα πρακτική της, εν τέλει την ίδια την παντοδυναμία, σαν γεγονός, αλλά και σαν προκύπτον δικαίωμα. Τα ερωτήματά του είναι σαφή και αμείλικτα, όπως αποτυπώνονται με τη γραφή του Θεοτόκη: «(ο Θεός) γιατί δεν εσπλαχνιζόταν τον κόσμο του, παρά τον άφηνε να αμαρταίνει και δεν εδέσμευε ολότελα τη δύναμη του πειρασμού;» και παρακάτω «Θα Όελε ο θεός να κάμει την αμαρτία; (εννοεί να μεταλάβει την αμαρτωλή) ή θ’ άφηνε να χυθεί εξαιτίας του (του παπά) αίμα στο χωριό, να κλάψει ο κόσμος και να χαίρεται ο πειρασμός στην άβυσσο;».

Ο Κουκουλιώτης στο «Πίστομα» λειτουργεί σαν αυτεξούσιος θεός. Ο Κούρκουπος στο «Ακόμα;» είναι υποταγμένος και συγκεχυμένος. Ο παπάς του «Αμάρτησε;» αντιστέκεται αμφισβητώντας και όχι αμφισβητούμενος. Αναλαμβάνει την ευθύνη να χειριστεί την υπόθεση. Έδωσε τη μεταλαβή στην κόρη και ο πατέρας ησύχασε. Η σύγκρουση λύθηκε, όχι στα μέτρα ενός υπερεγωτικού απόλυτου, αλλά ενός Εγώ ισόρροπα παρεμβατικού μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ενός Εγώ σχεδόν ελεύθερου. Γι αυτό και εδώ δεν υπάρχει θάνατος κατά το «Βαλ το πίστομα μέσα» ή «Την εσκότωσε», αλλά οδός «Εις ζωήν αιώνιον!».

Αναφέρθηκα στο θαυμαστό τρόπο της εξέλιξης στη διαπραγμάτευση της εσωτερικής σύγκρουσης, σε τρία χαρακτηριστικά διηγήματα του Ντίνου θεοτόκη, χωρίς φυσικά να έχω κατά νουν ότι ο συγγραφέας λογίστηκε να τα γράψει έτσι, μέσα από ένα προαποφασισμένο εξελικτικό σενάριο. Αν τώρα κάποιες εσωτερικές ή ιστορικές αλλαγές στο βίο και την ψυχική εμπειρία του συγγραφέα οδήγησαν σ’ αυτή την εξέλιξη, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει, χωρίς τον κίνδυνο να διαπράξει σοβαρό ερμηνευτικό λάθος.

Ο πεζογράφος Κωνταντίνος (Ντίνος) θεοτόκης γεννήθηκε και πέθανε στη Κέρκυρα (1872-1923). Είχε την ευκαιρία να αναπτύξει τα πολύπλευρα ενδιαφέροντά του (φυσικές επιστήμες, φιλοσοφία, ξένες γλώσσες) από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, εντός του αρχοντικού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Άρχισε σπουδές στη Φυσικομαθηματική Σχολή της Σορβόννης (1889) που δεν ολοκλήρωσε. Συμμετέσχε ως εθελοντής στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και στο Πόλεμο του 1889. Ως το 1909 μελέτησε φιλοσοφία (Σοπενάουερ, Νίτσε) και κοινωνιολογία (Μαρξ) διετέλεσε δε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου στη Κέρκυρα (1910-1914). Στα 1916 προσχώρησε στον βενιζελισμό και το κίνημα της Θεσσαλονίκης. Μετά τον πέρας του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, εγκατέλειψε κάθε πολιτική δράση και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου εργάστηκε, μέχρι το θάνατό του, ως γραμματέας της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.