Νίκος Τζαβάρας
Αν. Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής της
Ψυχιατρικής Κλινικής του ΔΠΘ
σύναψις 01a [2005]
Ας μου επιτρέψετε, αρχίζοντας τις παρατηρήσεις μου, να υπογραμμίσω πως ο αλκοολισμός αποτελεί ένα ιδιάζον κλινικό φαινόμενο μεγάλης έκτασης με συνοδό συμπτώματα και τυποποιημένες αντιδράσεις το οποίο δεν φαίνεται να ασκούσε ή να ασκεί ιδιαίτερη έλξη στους ψυχιάτρους. Ο παραδοσιακός ψυχίατρος αποκρούει τις περισσότερες φορές την διεξοδική ενασχόλησή του με τον αλκοολικό -και ίσως γενικότερα με εξαρτημένους ασθενείς- στρεφόμενος προς τις «κλασσικότερες» μορφές ψυχοπαθολογιών αποκλίσεων όπως είναι κυρίως οι ψυχώσεις και δευτερευόντως οι νευρώσεις. Αυτή η διαπίστωση επανέρχεται σε εργασίες και ανακοινώσεις πολλών σύγχρονων ερευνητών οι οποίοι, αντιθέτως, φρονούν πως είναι απαραίτητη η -εντός του πλαισίου της ψυχιατρικής- επισταμένη κλινική και θεωρητική αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου και δύσκολα επηρεάσιμου προβλήματος. Ελπίζω πως η εν λόγω αρνητική στάση -μια τοποθέτηση που έπαιρνε συχνά τον χαρακτήρα ψυχιατρικής ιδεολογίας- εγκαταλείπεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.1* Εμμένοντας άλλωστε η ψυχιατρική στην απομάκρυνσή της από τις παθολογικές υπερβάσεις των ατομικών αντιξοοτήτων διαμέσου εξαρτησιογόνων ουσιών, εγκαταλείπει την προσέγγιση ενός ιδιαίτερου τρόπου επίλυσης ενδοψυχικών συγκρούσεων ο οποίος, διιστορικός και οικουμενικός, δεν συμπίπτει ποτέ ολοσχερώς με τις εκφάνσεις νευρωτικών διευθετήσεων. Η διαφορετική ψυχική και κοινωνιολογική φαινομενολογία της εξάρτησης αποτελούν -όπως άλλωστε προσπάθησε να υποδείξει μεταξύ άλλων και ο Freud- εξαιρετικά πολύτιμες εμπειρίες για την κατανόηση του εύρους της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας και κατ’ επέκταση της ανθρώπινης φύσης.
Παράλληλα, ας σημειωθεί πως κανένα άλλο πεδίο ψυχοπαθολογικών μεταβολών δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο θεραπευτικής διεκδίκησης από μη ψυχιατρικές ομάδες, επαγγελματιών της υγείας ή μη, όσο της εξάρτησης. Από εκπροσώπους της εκκλησίας και της πολιτικής έως εκπροσώπους πρώην χρηστών δημιουργείται το ιδιάζον «πλέγμα διαλόγων», discourse, χαρακτηριζόμενο από ένα πλήθος αποφαντικών θέσεων, ιδεολογικών αγκυλώσεων αλλά και αλληλεπιδράσεων. Πολλές φορές μάλιστα οι διαμάχες ανάμεσα στους φορείς παρουσιάζονται με την πολωτική έξαρση που αποκλείει κάθε νηφαλιότητα επιστημονικής διερεύνησης.2
Θα ήθελα ωστόσο να σας μεταφέρω μία πρόσφατη εμπειρία μου από μία ενδιαφέρουσα προσπάθεια με γνώμονα την ενίσχυση μιας πλουραλιστικής νοοτροπίας που οφείλεται σε διαπιστώσιμες ανάγκες για την αποδοτικότερη αντιμετώπιση του αλκοολισμού. Πριν από μερικούς μήνες βρέθηκα προσκεκλημένος από το Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας όπου είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με μία διαφορετική αντίληψη για την εξάρτηση από το αλκοόλ η οποία έχει προκύψει χάρη στη συνεργασία διαφορετικών ιατρικών κατευθύνσεων. Η ομάδα της Alcoologia -όπως αποκαλείται ο κύκλος των συναδέλφων- απαρτίζεται τόσο από παθολόγους, χειρουργούς, γυναικολόγους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κοινωνιολόγους, όσο και από, αυτοκριτική τοποθετημένους απέναντι στην προφανή ανεπάρκεια της
δικής τους επαγγελματικής κατεύθυνσης, ψυχιάτρους και ακόμη και ψυχαναλυτές. Το μοντέλο συνεργασίας στηρίζεται στην έγκαιρη, προληπτική διάγνωση τόσο των προσταδίων των ψυχολογικών μεταβολών του αλκοολισμού που διαφεύγουν της ψυχιατρικής, όσο και των υφερπουσών αλλοιώσεων της ατομικής υγείας πριν από την εκδήλωση των δραματικών σημείων κατάρρευσης του αλκοολικού. Από μία ανάλογη ευαισθητοποίηση πολλαπλών ειδικοτήτων προκαλούνται έγκαιρες αντιδράσεις για την αντιμετώπιση μιας εξάρτησης που τείνει στην χρόνια εγκατάστασή της, αν δεν ερμηνευθούν διαγνωστικά οι πρώτες κλινικές ενδείξεις της και δεν ενσωματωθούν εξαρχής σε μία ενιαία θεραπευτική στρατηγική. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται ένα διευρυμένο ενδιαφέρον για την κοινωνική συμπεριφορά, την ψυχοπαθολογία και την ευάλωτη οργανικότητα των αλκοολικών3 ώστε οι αλληλεπιδράσεις τους να αποτελέσουν ένα εξαιρετικής σημασίας αντικείμενο επιστημονικής γνώσης.
*
Τι εννοούμε όμως όταν κάνουνε χρήση -ή κατάχρηση- του όρου «πλουραλισμός»; Πέραν των οργανικών προβλημάτων που αναφύονται κατά την εξάρτηση, δύο έννοιες, της κοινωνικής και ατομικής συμπεριφοράς, επανέρχονται για την περιγραφή του αλκοολισμού. Όλοι μας γνωρίζουμε πως τόσο η αποκαλούμενη ατομική συμπεριφορά όσο και η συμπεριφορά κοινωνικών ομάδων είναι δυνατό να επικαλύπτει ενδοψυχικά κίνητρα και υποκειμενικές συγκρούσεις, οι οποίες μπορούν να παραμείνουν αδιερεύνητες και ερμηνευτικά δυσπρόσιτες καθώς διαμορφώνονται από τις προτεραιότητες της κοινωνικής λειτουργικότητας.4 Οι χαρακτηρολογικές ιδιομορφίες -οι οποίες αποτελούν προϊόντα της κοινωνικοποίησης του υποκειμένου- καλούνται να επιδείξουν την προσαρμοστικότητά τους κατά την ενσωμάτωση του ατόμου σε δεδομένες κοινωνικές διαρθρώσεις. Με άλλα λόγια, όταν ένα άτομο με μία ορισμένη νευρωτική δομή -όπως αυτή εμφανίζεται με παραλλαγές σε κάθε άνθρωπο- εντάσσεται σε μία κοινωνία, πολλές φορές μάλιστα σε μη προβλεπόμενους όρους της κοινωνικής εξέλιξης, υποχρεώνεται να συμπεριφέρεται όχι σύμφωνα με τις ενορμητικές του απαιτήσεις αλλά σύμφωνα με τις κοινωνικές διαρθρωτικές ανάγκες. Δηλαδή, για να χρησιμοποιήσω μία έννοια της Θεωρίας των Ρόλων,5 σύμφωνα με τις προσμονές των υπολοίπων μελών της κοινωνίας οι οποίες υπαγορεύονται από τη διατήρηση λειτουργικών στόχων. Αυτοί ακριβώς οι κοινωνικοί περιορισμοί της εν γένει ατομικής «ελευθερίας» έχουν αποτελέσει ένα εξακολουθητικό αντικείμενο της Φιλοσοφίας και υπήρξαν ένα έναυσμα για την σύσταση της Κοινωνιολογίας. Ήδη στο θεμελιώδους σημασίας έργο του DOrkheim του 1893 για τον καταμερισμό της εργασίας (De Ια division du travail) εισάγεται η έννοια της ανομίας6 για να καταστεί σαφέστερη η ένταση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την σύγχρονη κοινωνία με τις διαφοροποιημένες, μη εποπτεύσιμες στο σύνολό τους, κατατετμημένες εργασιακές συνθήκες. Η κοινωνική πραγματικότητα κατά την εξέλιξή της προς πολύπλοκες αναδείξεις νέων λειτουργικών συζεύξεων ανάμεσα στα άτομα, έχει απολέσει την αμεσότητα της μηχανικής αλληλεγγύης προγενέστερων κοινωνιών και έχει οδηγηθεί προς την οργανική αλληλεγγύη -ένα καθεστώς συνύπαρξης με οδυνηρές ενδεχομένως επιπτώσεις τόσο στην βιωματική σφαίρα όσο και στην καθαυτή συμπεριφορά.
Ίσως όμως, για να αντιληφθούμε καλύτερα τις ανομικές προϋποθέσεις, θα έπρεπε να υπενθυμίσουμε τις δυσαρμονίες που παρατηρούνται ανάμεσα στα πρότυπα κοινωνικοποίησης κατά την παιδική ηλικία και την κοινωνική- πολιτισμική συνθήκη με την οποία το άτομο θα αντιπαρατεθεί οριστικά στη διάρκεια της εφηβείας του. Οφείλουμε μεταξύ άλλων στον Georges Deveureux την περιγραφή7 της περισσότερο απρόσκοπτης μετάβασης ενός ατόμου από την παιδική του περίοδο στην εφηβεία και την περαιτέρω ένταξή του στον βίο των ενηλίκων, όταν αναπτύσσεται σε μία πρωτόγονη κοινωνία, όπου αφενός μεν διαθέτει μία πλήρη εποπτεία των λεπτομερειών του πολιτισμού που το περιβάλλει, αφετέρου είναι σε θέση να προεξοφλεί την επαναλαμβανόμενη σταθερότητα του πολιτισμικού του ορίζοντα για την οποιαδήποτε μελλοντική του δραστηριοποίηση. Η προστατευτική συνέχεια, το προστατευτικό Continuum, εντός του οποίου εκτυλίσσεται ο βίος του αποκλείει εκείνες ακριβώς τις απαιτήσεις προσαρμογής με τις οποίες θα επιβαρύνονταν οι μηχανισμοί άμυνας του Εγώ του. Χάρη στην έλλειψη βίαιων, για τον Εαυτό, οδυνηρών τομών κατά την κοινωνικοποίηση του υποκειμένου, όπως αυτές παρατηρούνται στους αναπτυγμένους πολιτισμούς, το άτομο που ανήκει σε αρχαϊκότερες κοινωνίες αποφεύγει την εκδήλωση παρανοϊκών, σχιζοειδών καταστάσεων -ψυχοπαθολογικών βιωματικών ανωμαλιών ως απόρροια νέων, μη προβλεπόμενων επιβαρυντικών μεταβολών.
Φαίνεται, για να επανέλθουμε στην Θεωρεία των Ρόλων, πως το Εγώ καλείται ανάλογα με τον ρόλο που οφείλει να διαδραματίσει και που ελέγχεται από τις προσμονές των άλλων, να επιδείξει ειδικές επιδόσεις (Ich-Leistungen) από τις οποίες εξαρτάται η απόσταση από τον ίδιο τον ρόλο. Εκείνο που προέχει είναι το γεγονός πως οι οποιοιδήποτε ρόλοι «εκπονούνται» σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες διαρθρωτικές ανάγκες της κοινωνίας, ώστε η απόδοση του Εγώ να είναι πάντα εκτεθειμένη σε διαδικασίες εκμάθησης και παράλληλης συναισθηματικής προσαρμογής. Σε κάθε περίπτωση δοκιμάζεται η επάρκεια της προσωπικότητας να υιοθετήσει και να υποδυθεί ρόλους -οι οποίοι όσο και αν αντιστοιχούν στα πρότυπα κοινωνικοποίησης της παιδικής ηλικίας διαφέρουν εντούτοις από τις προβλέψεις ή φαντασιώσεις του υποκειμένου στο βαθμό που η οργανική αλληλεγγύη της βιομηχανικής κοινωνίας συμβάλλει στην διαμόρφωση νέων -και ίσως απρόσμενων- απαιτήσεων ή καθολικότερων τάσεων. Αν οι αμυντικοί μηχανισμοί του Εγώ εξαντλήσουν τα περιθώρια μιας λειτουργικής ενσωμάτωσής του, τότε αρχίζουν να διαφαίνονται είτε αποκλίσεις της συμπεριφοράς από τις προσδοκίες του περιβάλλοντος, είτε αναζητήσεις τρόπων με τους οποίους μειώνεται η συγκρουσιακό ένταση στην περιοχή του Εαυτού -όπως λ.χ. με την κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών. Οι αποξενωτικές επιρροές εκδηλώνονται υπό την μορφή της ανομίας, εκφάνσεων που συμπεριλαμβάνουν τόσο τη μη αποδοχή των «νομοτελειακών»ρυθμίσεων που εκπορεύονται από την λειτουργικότητα της κοινωνικής δομής όσο και το ευρύτερο φάσμα των ψυχοπαθολογικών εκτροπών.8 Όσο, αντιστρόφως, οι επιδόσεις του Εγώ φθίνουν, δηλαδή η απόσταση από το περιεχόμενο του ρόλου που υποδύεται το υποκείμενο μειώνεται, τόσο αυξάνει η συνταύτιση του Εγώ μαζί του. Γενικότερα, η απόσταση ανάμεσα στο πρόσωπο και στον ρόλο παραπέμπει στην κοινωνιολογία, στην συνεχιζόμενη αντινομική υπόσταση της υποκειμενικής ύπαρξης εντός του πολιτισμού ή της κοινωνίας.9
Η αναζήτηση, από ορισμένους θεωρητικούς της σύγχρονης κοινωνιολογίας και κοινωνικής ψυχολογίας, σημείων επαφής ανάμεσα στην ψυχική πραγματικότητα του ατόμου και της κοινωνικής του υπόστασης εξωθεί την έρευνα -όπως συμβαίνει εν μέρει τουλάχιστον στη Θεωρεία των Ρόλων, των Συμβολικών Διαντιδράσεων (Interaktionismus) και, κατά τον πλέον συνεπή προγραμματικό τρόπο, στο πλαίσιο της Κριτικής Θεωρίας- να διασφαλίσει ισχυρές προσβάσεις στην ψυχανάλυση. Άλλωστε, ο ίδιος ο Freud ενδιαφέρεται ευθύς εξαρχής στο έργο του για την εξωτερική πραγματικότητα του υποκειμένου και ανάγει την τραγική διάσταση της οιδιπόδειας σύρραξης στις οδυνηρές συγκρούσεις κατά την οριστική αποδοχή της κοινωνικής του μοίρας.
Δεν είναι πολλές οι μελέτες με στόχο την συστηματική ανάδειξη των απόψεων του ιδρυτή της ψυχανάλυσης γύρω από τις ψυχότροπες ουσίες που προκαλούν νάρκωση ή μέθη. Ωστόσο, σ7 ένα πλήθος των εργασιών του επανέρχεται στην ψυχική και πολιτισμική σημασία των «μέσων για την μέθη», των Rauschmiffelt]0 τα οποία περιλαμβάνει στους τρεις βασικούς τρόπους που διαθέτει ο άνθρωπος για την καταπράυνση των πόνων, απογοητεύσεων, ανυπέρβλητων απαιτήσεων που του επιφυλάσσει ανελέητα η ζωή.11 Εκτός των παραισθησιογόνων, ο Freud θα υπενθυμίσει τα ισχυρά εργαλεία απόσπασης από την αθλιότητα -όπως προφανώς παρέχονται από την προσήλωση σε παντοειδείς ιδεολογίες, αλλά και χάρη στην επιστημονική δραστηριοποίησηκαι τις υποκατάστατες ικανοποιήσεις (Ersatzbefriedigungen), όταν λ.χ. ο άνθρωπος συντηρεί φαντασιωσικές αυταπάτες διαμέσου της Τέχνης στην οποία επιδίδεται. Στο ίδιο πάντα πλαίσιο, όπου το άτομο γνοιάζεται, όχι πρωτίστως για την απόκτηση της ηδονής, αλλά για την αποφυγή της οδύνης, η τοξίκωση (Intoxication), η διαπότιση του οργανισμού από τοξικές ουσίες μέθης, διεκδικεί το πρωτείο της πιο απροσχημάτιστης και αποτελεσματικότερης μεθόδου. «Δεν πιστεύω», σημειώνει ο Freud, «πως κάποιος έχει επιτύχει τη διασαφήνιση του μηχανισμού της, αλλά παραμένει ένα γεγονός πως υπάρχουν εξωγενείς ως προς το σώμα ουσίες, των οποίων η παρουσία στο αίμα και στους ιστούς μας προξενούν άμεσες ηδονικές αισθήσεις, αλλά επίσης μεταβάλλουν σε τέτοιο βαθμό τις συνθήκες του αισθησιακού μας βίου ώστε καθιστάμεθα ανίκανοι να δεχτούμε δυσάρεστους ερεθισμούς.»12 • Είναι άκρως ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του Freud πως ο ίδιος ο ανθρώπινος οργανισμός συνεισφέρει στη μετατροπή του ψυχοτρόπου χημισμού του με την αυτοφυή παραγωγή ουσιών που δρουν κατ’ αναλογίαν προς τις εξωγενείς. Κατά την κρίση του, η κλινική εικόνα της μανίας θα όφειλε να διερευνηθεί με γνώμονα αυτή την υπόθεση. Σήμερα θα συμπληρώναμε πως η ανακάλυψη των ενδομορφινών επιβεβαιώνει τις φροϋδιανές υποθέσεις οι οποίες κινούνται με τη γνωστή απαράμιλλη διαλεκτική ευκολία ανάμεσα στην βιολογία και την πολιτισμική συνθήκη. Με τον τρόπο αυτό οι οργανικές επισημάνσεις αποκτούν ένα πολιτισμικό νόημα και αντιστρόφως.
*
Ας στραφούμε τώρα περισσότερο προς τις κλινικές διαγνωστικές και θεραπευτικές πραγματικότητες τις οποίες συγκαθορίζουν οι κανονιστικές, απαγορευτικές ή επιτρεπτικές συλλογικές τάσεις και ας υπενθυμίσουμε πως στις περισσότερες κοινωνίες διευκολύνεται η χρήση του αλκοόλ για να αποκρούσει κάποιος διαμέσου της μεταβολής της διάθεσης συγκεκριμένες υπαρξιακές δυσχέρειες ή δυσθυμικές καταστάσεις. Η λήψη μιας ψυχότροπης εθιστικής ουσίας τείνει βεβαίως να παρακάμψει, τουλάχιστον προσωρινά, εκείνες ακριβώς τις διαδικασίες με τις οποίες το υποκείμενο -και κατ’ επέκταση ο ψυχοθεραπευτής- θα επεδίωκε την διεργασία των ενδοψυχικών συγκρούσεων και την βαθμηδόν αποκάλυψή τους. Στη διάρκεια της ατομικής πορείας προς τον χρόνιο αλκοολισμό, η προοπτική της κατανόησης των ψυχικών αστερισμών που οδήγησαν στην υψηλή κατανάλωση οινοπνεύματος αντικαθίσταται από την καταφυγή στην μέθη, στην νάρκωση των εντάσεων ή στην πρόκληση της ευθυμίας που διευκολύνει παροδικά την λειτουργικότητα και προξενεί ένα πλήθος ναρκισσιστικών εκδηλώσεων -φαντασιωσικών ή μη. Έτσι, εγκαθίσταται ο εθισμός στην επίλυση των ενδοψυχικών συγκρούσεων ως μία μορφή απόκρουσης της υποκειμενικής κατανόησης. Κάτι που έχει πολλαπλές επιπτώσεις στην ψυχοθεραπεία των αλκοολικών είτε είναι εξατομικευμένη είτε ομαδική -η οποία και αποτελεί την συχνότερη επιλογή.
Μολονότι δεν υφίσταται φυσικά μία ορισμένη ψυχοδυναμική του αλκοολισμού (αρκεί να αναλογισθεί κανείς τον τεράστιο αριθμό των εθισμένων στο αλκοόλ ατόμων για να υποθέσει το τεράστιο εύρος των υποκρυπτόμενων χαρακτηρολογιών ανωμαλιών13), οι ψυχιατρικές καταγραφές των εκδηλώσεων του, οι ταξινομήσεις των συναφών συνδρόμων, όπως και οι μικροκοινωνιολογικές εκτιμήσεις των αντιδρά-
σεων του στο εργασιακό ή οικογενειακό περιβάλλον συγκροτούν τυποποιημένα δείγματα συμπεριφοράς. Εξάλλου, οι τυποποιημένες και επανερχόμενες μορφές συμπεριφοράς του αλκοολικού υπόκεινται από την πλευρά της ψυχιατρικής σε μία μεταβαλλόμενη ερμηνευτική η οποία περικλείει συχνά επιστημονικές προκαταλήψεις.
θα ήθελα να αναφερθώ σ’ ένα παράδειγμα που το χρησιμοποιώ για να καταστήσω εύληπτες τις δυσκολίες που προκύπτουν και προέκυψαν κατά την περιγραφή της συμπεριφοράς του αλκοολικού. Αν διαβάσετε λ.χ. τις πρώτες εκδόσεις του γνωστού εγχειριδίου ψυχιατρικής του Ε. Bleuler -ενός συγγράμματος μεγάλης σημασίας για την απεικόνιση, μεταξύ άλλων, των ψυχιατρικών ιδεολογιών, όπως σχηματίζονταν κατά την διάρκεια του πρώτου ημίσεος του 20ου αιώνα-, ο μεγάλος αυτός διανοητής, και ιδιαίτερα ευαίσθητος για τους κοινωνικούς όρους διαβίωσης των ασθενών του, όταν θίγει την προβληματική του αλκοολισμού ομιλεί για ψυχοπαθητικούς τύπους με ηθικές ελλείψεις. Πιο συγκεκριμένα, κάνει χρήση του όρου του «ηθικού ψυχοπαθή». Με άλλα λόγια επανέρχεται στην διαδεδομένη τότε άποψη πως ο αλκοολικός οφείλει την αντικοινωνική του στάση στην μειωμένη ηθική του ισχύ εξαιτίας μιας εκ των προτέρων δεδομένης χαρακτηρολογικής ανωμαλίας. Κυρίως το γεγονός πως τα άτομα αυτά αποποιούνται με κάθε τρόπο, με κουτές επινοήσεις, την προφανή τους εξάρτηση, αδυνατούν δε να αποδεχθούν τις αποδείξεις των εκτροχιασμών τους κατά τις αντιπαραθέσεις τους με συγγενείς και ιατρούς, κρίνεται ως δυσκοινωνική συμπεριφορά με αφετηρία το οργανικό υπόβαθρο, την ψυχοπαθητική υπόσταση, του στιγματισμένου ασθενούς. Εξυπακούεται πως αυτές οι εκτιμήσεις σμικραίνουν ή και ελαχιστοποιούν την συμβολή της κοινωνιολογικής θεώρησης.
Ωστόσο, η εν λόγω άποψη, που υποστηρίζεται από την συνάρτηση της εξωτερικής συμπεριφοράς με την οργανική ελλειπτικότητα, υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου για να αναπληρωθεί από αναγωγές των τυποποιημένων αντιδράσεων των αλκοολικών στις συμμορφωτικές ανάγκες ή απαιτήσεις του πολιτισμού τις οποίες εκείνοι ενστερνίζονται. Δηλαδή ο αλκοολισμός -όπως θέλουν να πιστοποιήσουν μεταξύ άλλων μεταγενέστερες εκδόσεις του ίδιου εγχειριδίου ψυχιατρικής- έγκειται αρχικώς
στην απαίτηση της κοινωνίας να συμπεριφέρεται το άτομο κονφορμιστικά, να συμμορφώνεται με τους κοινωνικούς στόχους, υποβοηθούμενο όταν αδυνατεί να διατηρήσει τους εργασιακούς του ρόλους από τη χρήση οινοπνευματωδών ποτών. Μία θέση της οποίας η προφάνεια ενισχύεται από το γεγονός πως ένα πλήθος κοινωνιών παρέχει αφειδώς την δυνατότητα της απόκτησης της συγκεκριμένης ουσίας.
Έτσι, ο αλκοολικός, ο οποίος σπάνια προσέρχεται στην ψυχιατρική κλινική δίχως να διατυμπανίσει εξαρχής το «δεν είμαι αλκοολικός» -σε αντίθεση, θα λέγαμε προς τους ναρκομανείς με την επίδειξη της εξάρτησής τους!- παύει πια από μία σειρά μελετητών, κλινικών και κοινωνιολόγων, να εκλαμβάνεται ως φορέας εξακολουθητικής ψευδολογίας. Η «ψευδολογία» του ερμηνεύεται ότι όχι μόνον δεν είναι μία «ανήθικη» προσωπικότητα αλλά ότι αρνείται να αποδεχθεί τη διάγνωση του αλκοολισμού για να αποδείξει το κοινωνικό του ήθος. Βλέπετε στο σημείο αυτό να συγκρούονται δύο διαφορετικές τοποθετήσεις· τοποθετήσεις που επανευρίσκουμε το ίδιο πολωμένες σε πολλές σημερινές κοινωνικές ομάδες: από τη μια μεριά η άποψη πως ο αλκοολικός είναι ένα ηθικά ευτελές άτομο το οποίο συγκρούεται με τις κανονιστικές ρήτρες, τις νόρμες που ισχύουν, και από την άλλη ένας κομφορμιστικός άνθρωπος υπερταυτισμένος με τους προσφερόμενους ρόλους ο οποίος καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να καταστήσει «αόρατες» τις ανομικές του αποκλίνουσες τάσεις. Τι υποδηλώνει αυτή η αντίθεση; Πως διαμορφώνει την κλινική του διαδρομή;
Όλοι οι πεπειραμένοι ψυχίατροι ή ψυχολόγοι γνωρίζουν πόσο ορθή είναι η διαπίστωση πως η διάγνωση του αλκοολισμού είναι δυσχερής ή καλύτερα καθίσταται δυνατή ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου η υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών έχει μεταβληθεί σε ψυχική και σωματική εξάρτηση. Ο αλκοολικός, όπως τονίζεται, δεν ζητά τη βοήθεια των ειδικών κατά τις πρώτες ενδείξεις του αυξανόμενου εθισμού παρά αποφεύγει τον στιγματισμό. Στην περίπτωσή του η αποφυγή των κοινωνικών μομφών δεν τροφοδοτείται μόνον από τις ενδεχόμενες επιτιμητικές κρίσεις και στάσεις των προσώπων με τα οποία συγχρωτίζεται, αλλά -και ίσως κυρίως- από τις αυτομομφές, τον ψόγο κατά των υποκειμενικών του αδυναμιών.14 Συχνά οι ίδιοι οι ιατροί γίνονται επιφάνειες προβολής των παρανοϊδών πεποιθήσεων του πως δεν γίνεται ούτε καν από αυτούς γνήσια αποδεκτός, ώστε να αποκλείεται ένας ουσιαστικός ψυχοθεραπευτικός διάλογος. Ο φόβος -συνειδητός ή ασυνείδητος- μπροστά στην αναμενόμενη τιμωρητική επίπληξη τον κάνει να προτιμήσει την παραποίηση της ενδοψυχικής του κατάστασης και την υποτίμηση της εξάρτησης.
Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης πορείας ενός αλκοολικού ατόμου η αυξανόμενη, υπερβολική κατανάλωση των οινοπνευματωδών θα το οδηγήσει -τουλάχιστον όπως διαδραματίζεται η σταδιοδρομία του στις δυτικού τύπου εκβιομηχανισμένες περιοχές- στην ανάγκη να πίνει πλέον και στις ώρες εργασίας. (Αρκούμαι μόνον σε αυτή τη γενική υπόμνηση για ενδιαφέρουσες εξελισσόμενες καταστάσεις που έχουν μελετηθεί σε μεγάλη έκταση.) Πρόκειται συνήθως για το χρονικό σημείο που συνοδεύεται από την κατάρρευση της οργανικής του υπόστασης και πολύ περισσότερο από αναπότρεπτες εκδηλώσεις της εξάρτησής του με άμεσες συνέπειες για την εργασιακή του λειτουργικότητα. Τότε θα υποχρεωθεί είτε από τα μέλη της οικογένειας του -η οποία ως εκείνη την στιγμή υποφέρει αλλά δεν εισακούεται-, είτε από τον εργοδότη να «προσαχθεί» στον ψυχίατρο. Όταν θα συντελεσθεί αυτή η ποιοτική μεταβολή, η τομή στη ζωή ενός ατόμου -που έως εκείνη τη στιγμή ανταποκρινόταν με την αρωγή αυξανόμενων δόσεων αλκοόλ στους επαγγελματικούς του ρόλους, αλλά δεν μπορεί να αποσοβήσει πια τον κίνδυνο της οριστικής ψυχοοργανικής του εξάντλησης-, θα εξασφαλισθούν οι προϋποθέσεις για τη διατύπωση και τη διαπίστωση της διάγνωσης του αλκοολικού.
Η διάγνωση μπορεί αρχικώς να επιφέρει μείωση της ενδοοικογενειακής κρίσης και να δημιουργήσει την αίσθηση μιας διαφαινόμενης επίγνωσης από την πλευρά του ασθενούς. Μολαταύτα τις περισσότερες φορές ελάχιστες μέρες μετά την είσοδό του σε μία κλινική θα επιθυμήσει να την εγκαταλείψει επιμένοντας ότι έχει υπερβεί τις παροδικές του αδυναμίες. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεραπευτές φαίνεται να υποκρύπτει ισχυρά συναισθήματα αιδούς και ενοχής.
Οι πλείστοι των αλκοολικών αναπτύσσουν με δυσκολία γνήσια θεραπευτικά κίνητρα, κάτι για το οποίο απαιτείται άλλωστε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από επανειλημμένες υποτροπές που μπορούν ίσως να συμβάλουν στην προσωπική αυτογνωσία. Οι ψυχιατρικές και ψυχοσωματικές15 κλινικές που ασχολούνται με τη θεραπεία αλκοολικών ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους ως βασικό ψυχοθεραπευτικό εργαλείο την Ομαδική θεραπεία, της οποίας η εκτύλιξη δεν υπαγορεύεται μόνον από τους εκπαιδευτικούς επηρεασμούς που έχουν δεχθεί οι ψυχοθεραπευτές, αλλά και από τη «φύση» του αλκοολισμού, θα λέγαμε από τον αντικατοπτρισμό της κοινωνικής συμβατικής, τυποποιημένης συμπεριφοράς του αλκοολικού την οποία έχει ιδιοποιηθεί. Δίχως να υπεισέλθω περισσότερο στην προβληματική των ιδεολογικών επιλογών με τις οποίες συνθέτουν τους στόχους τους οι διάφορες κλινικές και δίχως να θέλω να υπαινιχθώ καν την εξόχως πολύπλοκη σχέση κοινωνικοποίησης κατά την παιδική ηλικία με τους μεταεφηβικούς κοινωνικούς ρόλους,16 θα ήθελα εντούτοις να συμπεριλάβω στην εισήγησή μου δύο διακριτικά γνωρίσματα των αλκοολικών όπως προκύπτουν από τις περιγραφές των ομαδικών διαδικασιών:
α) Στις συνεδρίες υπερισχύει είτε η παρασιώπηση της οποιοσδήποτε ιδιαίτερης συναισθηματικής συνθήκης από τη βιογραφία των ασθενών, είτε η σύντομη διακοπτόμενη αναφορά στην βιωματική σφαίρα με πρόδηλες τις αντιστάσεις κατά της μεταβίβασης. Παρά τις οποιεσδήποτε προσπάθειες, παραινέσεις ή προκλήσεις από την πλευρά των ψυχοθεραπευτών η ακαμψία συντηρείται συνήθως -πολλές φορές με την επίφαση της αμηχανίας.17
β) Η ετοιμότητα του αλκοολικού να διακόψει τη θεραπεία αποκρούοντας με τις διαβεβαιώσεις του πως έχει αποθεραπευτεί με τις παρεμβάσεις των ψυχιάτρων, ψυχολόγων ή του νοσηλευτικού προσωπικού.
Κατά αναλογία προς αυτές τις επανερχόμενες διαπιστώσεις, που έχουν αποτελέσει αντικείμενο κλινικών μελετών, προκύπτουν αντίστοιχα συμπεράσματα από συνεδρίες των Ανωνύμων Αλκοολικών στο πλαίσιο των οποίων οι διάλογοι που διαμείβονται ανάμεσα στους παρευρισκομένους αφορούν στερεότυπες διαβεβαιώσεις για την διατήρηση της αποχής των ή αποφαντικές ομολογίες για την εξάρτησή τους. Μολονότι δε η αφόρητη συρρίκνωση των αναφορών στην επιτυχή ή ανεπιτυχή καταπίεση της πρόσληψης αλκοόλ έχει επικριθεί από περισσότερο ψυχοδυναμικά σκεπτόμενους
θεραπευτές, φαίνεται εντούτοις να αναλογεί σ7 αυτό που επιζητά ως στήριξη του Εγώ του ο «κλασσικός» αλκοολικός.
Ωστόσο στην κλινική οι επαναλήψεις με τις οποίες συγκροτείται το γνωστό τοίχος των αντιστάσεων των αλκοολικών έχει πολλές φορές ως αποτέλεσμα την επιθετική δυσφορία των νοσηλευτών, την αδυναμία τους να κινητοποιήσουν ενσυναισθητικές προθέσεις, να εισχωρήσουν στην προβληματική του τρόπου με τον οποίον προκύπτουν οι συναισθηματικές τους σχέσεις και πολύ περισσότερο να κατανοήσουν
την πληρότητα ενός φαινόμενου όπως είναι η εξάρτηση ενός συγκεκριμένου υποκειμένου από την κατανάλωση του αλκοόλ.
Πώς θα μπορούσε κανείς να επιληφθεί με μεγαλύτερη επιτυχία τις ασύμφορες προϋποθέσεις κατά την θεραπεία των αλκοολικών καθώς αυτή οφείλει αρχικώς να διαδραματίζεται εντός της κλινικής προστασίας; Πώς θα επιτυγχανόταν ίσως μία αποτελεσματικότερη προσέγγιση στον επιμελώς αποκρυπτόμενο ψυχισμό των αλκοολικών;
Φυσικά δεν υπάρχουν στα ερωτήματα αυτά παρά αποσπασματικές απαντήσεις συναπτόμενες με την προσωπική πείρα και τους ιδιαίτερους κλινικούς όρους κάτω από τους οποίους έχει προκύψει η θεωρητική τους διεργασία. Προκρίνω δύο στοιχεία που πιθανόν να φανούν χρήσιμα για την κατανόηση των θεραπευτικών αδυναμιών και τον αμυντικό θωρακισμό του αλκοολικού.
Τα οινοπνευματώδη ποτά, πανάρχαιο συστατικό των πολιτισμών, εξυπηρετούν σε μεγάλο βαθμό την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους διευκολύνοντας την άρση των αναστολών, παραμένουν αναπόσπαστη παρουσία τελετουργιών, εξυπηρετούν με την πρόκληση της ευθυμίας εορταστικές εκδηλώσεις, κ,τ.λ.18 Την πεμπτουσία του αλκοολισμού οφείλουμε πάντα να την αναζητούμε στην μεταβολή του ψυχικού καθεστώτος η οποία βαθμηδόν υποκαθιστά την αρχή της πραγματικότητας. Όμως αυτές ακριβώς τις εκφάνσεις ενός μεταλλαγμένου ψυχικού βίου υπό την επίδραση μιας εξαρτησιογόνου ουσίας, δεν είναι σε θέση να μελετήσουν οι ψυχιατρικές κλινικές γιατί οι αλκοολικοί που φιλοξενούνται βρίσκονται κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα νοσηλείας σε νηφάλια κατάσταση. Όλη η ποικιλόμορφη εκφραστικότητα του ατόμου σε κατάσταση μέθης αγνοείται γιατί δεν είναι αποδεκτή μια διαφορετική λειτουργία των ψυχιατρικών θεσμών.
θυμάμαι στο ίδιο σκέλος της συζήτησής μας την σκωπτική σύγκριση που είχε επιλέξει πριν από δεκαετίες ο Γερμανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Linnemann για να καταστήσει εύληπτο το εν λόγω εμπειρικό κενό: «Όταν εξετάζουμε ή συνομιλούμε με τους αλκοολικούς ασθενείς υπό κλινικές συνθήκες, και πολύ περισσότερο στο πλαίσιο της οποιοσδήποτε ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, δίχως εκείνοι να είναι σε θέση να αναπτύξουν τα συμπτώματα που τους συνοδεύουν στην καθημερινότητα τους, είναι ωσάν να ασχολούμαστε με σχιζοφρενείς δίχως ψευδαισθήσεις ή παραληρηματικές κατασκευές».
Ίσως αυτές οι ελλείψεις που αφορούν εκφάνσεις του ψυχικού βίου σε σχέση με απελευθερωμένες τάσεις, συναισθηματικές απολήξεις του ενορμητικού υλικού, ναρκισσιστικές ή επιθετικές επιθυμίες, θα έπρεπε, έστω και διερευνητικά, να διεκδικούν τον εστιασμό της προσοχής του κλινικού. Ερωτήσεις, όπως ποιες είναι οι φαντασιώσεις που αναπτύσσει ένας αλκοολικός όταν περιέρχεται σε μέθη, συνδράμουν όχι μόνον την φαινομενολογική προσέγγιση, αλλά και την ανάδειξη ψυχοδυναμικών αστερισμών πίσω από την ειδάλλως μόνιμη αμυντική του θωράκιση. Στη διάρκεια μάλιστα συνεδριών της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας παρατηρείται συχνά πως, όταν ανατρέχει κάποιος στα «ιδιωτικότερα» βιώματα ενός αλκοολικού που σχετίζονται με την επιρροή του οινοπνεύματος στη διάθεση ή τη συμπεριφορά του, το σύνολο των παρευρισκομένων μελών τείνουν να υιοθετήσουν την ίδια θεματική. Σ’ αυτά τα σημεία είναι δυνατή η αποκάλυψη των αντινομιών που προέρχονται από την συρραφή της κοινωνικής ευθυγράμμισης με την υποκειμενική οντότητα.
Μια δεύτερη εμπειρία μου -η οποία προέρχεται επίσης από το χώρο της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, όπως είχα την ευκαιρία να συνδιαμορφώσω στο Πανεπιστήμιο του Γκίσσεν τη δεκαετία του 70 στη Γερμανία- θίγει την απομόνωση των αλκοολικών, τόσο εντός των ψυχιατρικών θεσμών όσο και στο πλαίσιο των ψυχοθεραπευτικών διαδικασιών. Πολύ συνοπτικά παρέπεμψα προηγουμένως στις σχεδόν καθολικές εντυπώσεις των θεραπευτών για τις ισχυρές αμυντικές στάσεις των. Θα ήταν σκόπιμο στο σημείο αυτό να σας υπενθυμίσω ότι οι θεραπευτικές ομάδες αλκοολικών συγκροτούνται αυτονοήτως μόνον από ασθενείς με την ίδια διάγνωση. Αυτό έχει σαν συνέπεια -όπως ήδη αναπτύξαμε- τον αντικατοπτρισμό της κοινωνικά προκλημένης κομφορμιστικής συμπεριφοράς και την ενίσχυση του αμυντικού πλέγματος. Για την αντιμετώπιση της στεγανότητας της πραγματικότητας των αλκοολικών, της στέρησης εξωγενών ερεθισμάτων πέραν από τις τυποποιημένες επαναλήψεις καταλήξαμε, στο Τμήμα Εξαρτημένης Συμπεριφοράς της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Γκίσσεν, στη σύνθεση θεραπευτικών ομάδων μικτών, αποτελούμενων τόσο από αλκοολικούς όσο και από νευρωτικούς ή οριακούς ασθενείς. Η επιτυχία του εγχειρήματος υπήρξε απρόσμενη. Οι αλκοολικοί, υπερβαίνοντες την στερητική τους απομόνωση και εκτεθειμένοι στην έντονη παρουσία μεταβιβαστικών κινήτρων, άρχισαν να αποκαλύπτουν, χάρη στον διάλογο που διεξαγόταν πια ανάμεσα σ’ όλα τα μέλη και τους θεραπευτές, πλευρές των εαυτών τους που είχαν παραμείνει απωθημένες -ενώ η προβληματική του εθισμού αποδεικνυόταν να εξάπτει το συγκινησιακό ενδιαφέρον των ασθενών με διαφορετικές διαγνώσεις.19
Για λόγους που σχετίζονται με την διάρθρωση και τον χρόνο αυτής της εισήγησης θα προτιμούσα να μην επεκτείνω περισσότερο τις απόψεις μου γύρω από την συνάρθρωση των κοινωνικών δεδομένων με τις ψυχοπαθολογικές αποκλίσεις διαμέσου των οποίων συντίθεται το φαινόμενο του αλκοολισμού. Είμαι πάντως πεπεισμένος πως οι δύο διαστάσεις έχουν επιπτώσεις στις κλινικές προτεραιότητες, στις θεραπευτικές προτιμήσεις ή αγκυλώσεις, όπως και στις θεωρητικές γενικεύσεις των οποίων το υπόβαθρο των επιστημονικών προκαταλήψεων δεν συνειδητοποιείται πάντα.
Μολονότι η εξάπλωση του αλκοολισμού στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται με την ίδια οξύτητα όπως στην Κεντρική Ευρώπη, είναι εντούτοις απαραίτητη η έγκαιρη προσπάθεια κατανόησης και εξήγησης των προεκτάσεων του στους κοινωνικούς θεσμούς, όπως και των κλινικών εικόνων με τις οποίες συμφύρεται.20 Ελπίζω η ατελής εισήγησή μου να συμβάλει στην ανάπτυξη του διαλόγου που επιδιώκουμε.
Σημειώσεις
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.