Θανάσης Καράβατος
Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής
της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ
σύναψις 01a [2005]
Αφιέρωμα: Η Κοζάνη και η Βιβλιοθήκη της
Ακούσαμε πριν από λίγο πώς και γιατί η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης έγινε μια από τις σημαντικότερες «ιστορικές βιβλιοθήκες» του τόπου μας, κι ακόμα, ποιο ήταν το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο που επέτρεψε σ’ αυτή εδώ την πόλη που μας φιλοξενεί να αναπτύξει ιδιαίτερα τα γράμματα και τις τέχνες. Είναι προφανές, λοιπόν, πως όλη αυτή η θερμή σχέση της Κοζάνης με το βιβλίο δεν ήταν τυχαία. Τυχαία, όμως, προέκυψε η δική μου σχέση με τη Βιβλιοθήκη της. Κατά τύχη πρόσεξα κάποιο δημοσίευμα για τα χειρόγραφά1 της, που τράβηξε περισσότερο τη προσοχή μου καθώς αναφερόταν εκεί και το Περί (ρύσεως ανθρώπου, του επισκόπου Εμέσης της Συρίας Νεμέσιου (μεταξύ 390-400 μ. X.) για το οποίο γνώριζα -από την Ιστορία της φρενολογίας του Georges Lanteri-Laura- πως περιείχε γνώσεις του καιρού εκείνου για τον εγκέφαλο. Ήταν μια χρήσιμη πληροφορία που χαράχτηκε στη μνήμη μου για να αναζωπυρωθεί όταν ανέλαβα την οργάνωση των Σεμιναρίων του Θεραπευτηρίου του αγαπητού μας Νίκου Σπινάρη. Η πρόθεσή μας να μιλήσουμε για τη πνευματική ζωή της Κοζάνης και την πλούσια Βιβλιοθήκη της έφερε στην επιφάνεια αυτό το ξεχασμένο πολύτιμο χειρόγραφο. Ανήκει σε αυτά που εντόπισε και κατέγραψε το 1939 ο καθηγητής
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αντώνιος Σιγάλας. Στον αριθμό 60 των βιβλιογραφικών του καταγραφών διαβάζουμε την ακόλουθη περιγραφή: Νεμεσίου, Επισκόπου Εμέσης Περί φύσεως ανθρώπου. Αιών 18°ς, χαρτ. μ. 0,21Χ 0,155, φ. 118 (1-3ν, 116ν-118ν αγρ) στηλ 1, στιχ. 24, δεμένον.2
Πρόκειται για σπάνιο χειρόγραφο. Ο Γιάννης Καράς3 έχει εντοπίσει 10:
*
Η πρώτη μετάφραση του χειρογράφου στα λατινικά, με τίτλο Πρέμνον φυσικόν (premnon physicon), έγινε τον 11° αιώνα στην περίφημη Ιατρική Σχολή του Σαλέρνου, από τον αρχιεπίσκοπο Alfanus (1085) που αγνοούσε τον συγγραφέα του, ενώ ο Burgundio της Πίζας, που το μετέφρασε ξανά, έναν αιώνα μετά, το απέδωσε στον Γρηγόριο της Νύσσης.5 Η σχετικά πρόσφατη επανέκδοση (1975) αυτής της μετάφρασης, με πολυσέλιδη εισαγωγή, βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα,6 όπου υπάρχει και η πρόσφατη επανέκδοση (1987) του ελληνικού κειμένου από τον οίκο Teubner Verlangsgeselischaft – Leipzig, της τότε Ανατολικής Γερμανίας,7 η πρώτη μετά την έκδοση του Matthaeio το 1802.8

Το ελληνικό κείμενο εκδόθηκε για πρώτη φορά σε βιβλίο το 1565 (Platin Press, Antwerp).9 Είχε προηγηθεί το 1512 η έντυπη, «διορθωμένη», λατινική απόδοσή του από τον Behatus Rhenanus που χαρακτήριζε το έργο «σπάνιο και άγνωστο για πολλούς αιώνες», αποδίδοντάς το και πάλι στον Γρηγόριο της Νύσσης.10 Μια έντυπη έκδοση του 1671 βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.11 Το έργο του Νεμέσιου μεταφράστηκε, επίσης, στα αρμενικά το 716 (στη Κωνσταντινούπολη, αποσπασματικά και ατελώς), στα αραβικά γύρω στα 910 και στα γεωργιανά γύρω στα 1100. Τον 16° αιώνα μεταφράστηκε στα ιταλικά, τον 17° αιώνα στα αγγλικά, τον 19° αιώνα στα γαλλικά και μερικώς στα γερμανικά.
Θεολογικό, συνάμα δε και ανθρωπολογικό, το έργο του Νεμέσιου περιλαμβάνει σημαντικό πλήθος πληροφοριών ανατομίας και φυσιολογίας. Δεν απευθύνεται μόνο στους χριστιανούς. Άλλωστε οι χριστιανοί συγγραφείς εκείνης της εποχής ανοίγονται στην ελληνική αρχαιότητα για να εντάξουν στη σκέψη τους ό,τι από εκεί θεωρούσαν χρήσιμο.12 Στο κείμενο αφθονούν οι κριτικές, συνήθως, αναφορές στη ελληνική φιλοσοφία, κυρίως στον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο, τον Επίκουρο, τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο, τους στωικούς γενικότερα, χωρίς να παραλείπει φυσικά τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους οποίους αντλεί τις περισσότερες ιατρικές γνώσεις. Το ενδιαφέρον του Νεμέσιου εστιάζεται στην πνευματική διάσταση του ανθρώπου -τη σχέση σώματος-ψυχής, κυρίως- ανάγκη, λοιπόν, να αναπτύξει και τα περί ψυχής και τα περί σώματος. Λέγεται ότι πριν γίνει χριστιανός και επίσκοπος ήταν γιατρός.13
«Τον άνθρωπον εκ ψυχής νοερός και σώματος άριστα κατασκευασμένον και ούτω καλώς ως ουκ ενδέχετο καλώς άλλως γενέσθαι». Έτσι αρχίζει το χειρόγραφό του ο Νεμέσιος και προσφεύγει κατόπιν στους αρχαίους, αναζητώντας εκεί έναν ορισμό του ανθρώπου. Εν τέλει καταλήγει: «Τον άνθρωπον ορίζονται ζώον λογικόν.
θνητόν, νου και επιστήμης δεκτικόν» (10-11/50).14 Ο ορισμός είναι παρμένος κατ’ ευθείαν από τον Γαληνό: «άνθρωπος εστί ζώον λογικόν, θνητόν, νου και επιστήμης δεκτικόν»,15 παραλλαγή του αριστοτελικού ορισμού «ζώον επιστήμης δεκτικόν» είναι ο άνθρωπος,.16 Τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιεί και ο Γρηγόριος της Νύσσης («ο άνθρωπος νου και επιστήμης δεκτικόν είναι»). Εκείνη την εποχή, άλλωστε, έτσι ορίζουν τον άνθρωπο πολλοί συγγραφείς, ασχέτως σχολής.17
Ακολουθεί η διατύπωση της σημαντικότητας που ενέχουν η όρθια στάση του ανθρώπου και ο ρόλος των χεριών: «μόνος άνθρωπος, επειδή λογικός εστί και τεχνών δεκτικός, χείρας έσχε παρά του δημιουργού» (81/251, δική μου η πλαγιογράφηση, όπως και στα άλλα παραθέματα, εκτός αν άλλως επισημαίνεται). Ο Νεμέσιος αποδεχόταν εδώ τον Αριστοτέλη που είχε αναστρέψει τη θέση του Αναξαγόρα ότι ο άνθρωπος είναι λογικός επειδή έχει χέρια, όπως το έπραξε κατόπιν και ο Γαληνός («χείρας μεν δη μόνος απάντων ζώων άνθρωπος έσχεν, όργανα πρέποντα ζώω σοφώ, δίπουν δ’ αυτό μόνο εν τοις πεζοίς εγένετο και ορθόν, ότι χείρας έσχεν».18
Αυτά γράφοντας, ο Νεμέσιος επιχειρεί ταυτόχρονα να ανατρέψει την αντίληψη των στωικών περί σωματικής ψυχής αλλά και τη θεώρηση των ποικίλων τρόπων μίξεως σώματος και ψυχής -μιας υλικής και μιας μη υλικής πραγματικότητας- που τότε προτείνονταν. Γι’ αυτό, ενώ ευθυγραμμιζόταν με τον πλατωνισμό -η ψυχή είναι αθάνατη, αυτοκίνητη, ικανή για μετανάστευση- απέρριπτε την πλατωνική λύση (δεν ενδύεται,19 ούτε κατοικεί το σώμα η ψυχή20), όπως και την αριστοτελική «ενδελέχεια»,21 για να πλησιάσει τον Πλωτίνο (205-270) και τον
Πορφύριο (232-306).22 Θα παρουσιάσει λοιπόν τη «λύση» του Αμμώνιου (του «διδάσκαλου του Πλωτίνου») που έλεγε «τα νοητά τοιαύτην έχειν φύσιν, ως και ενούσθαι τοις δυναμένοις αυτά δέξασθαι, καθάπερ τα συνεφθαρμένα, και ενούμενα μένειν ασύγχυτα και αδιάφθορα ως τα παρακείμενα»(39/129). Παράδειγμα, ο ήλιος που κάνει τον αέρα «φωτοειδή». Καθώς «ενούται τω αέρι το φως ασυγχύτως άμα και αυτώ κεχυμένον, τον αυτόν τρόπον και η ψυχή ενουμένη τω σώματι μένει πάντως ασύγχυτος», (40- 41/133-13423). Θα επικαλεστεί και τον στωικό Πορφύριο που υποστήριζε πως δύναται μια ουσία να «συμπληρώνει» μιαν άλλη και να «μένει κατά την εαυτήν φύσιν», όπως κατά την ένωση ψυχής και σώματος (43/139-140). Έτσι, ο Νεμέσιος θα κατασκευάσει ένα ον ενιαίο που περιλαμβάνει, εντός της σύμπλοκής φύσης του, τη διαφοροποίηση σώματος και ψυχής -«μήτε ήνωτε, μήτε παράκειται, μήτε κέκραται» (39/129).
*
Πέραν όλων αυτών, ο Νεμέσιος αντλεί επιστημονικές γνώσεις από την ιατρική του καιρού του, όπως αυτή αναπτύχθηκε με τα μεγάλα θεωρητικά ρεύματα του εμπειρισμού, του ορθολογισμού και του μεθοδισμού και, κυρίως, με την καταλυτική δράση του Γαληνού. Ο τίτλος «περί φύσεως ανθρώπου» δεν παραπέμπει τυχαία στο ομότιτλο έργο της Ιπποκρατικής Συλλογής, που δεν έπαψε να αποτελεί τη αφετηριακή βάση όλων αυτών. Το έργο αρχίζει με την εξέταση της σχέσης σώματος και ψυχής, συνεχίζεται με τη μελέτη του σώματος και των εκδηλώσεων του ψυχισμού και τελειώνει με τη διερεύνηση του αυτεξουσίου και της θείας πρόνοιας.
Το σώμα διαθέτει τρία κύρια όργανα, τον εγκέφαλο, την καρδιά και το ήπαρ και συγκροτείται από τους γνωστούς τέσσερις χυμούς, «αίμα, φλέγμα, ξανθή και μέλαινα χολή», που αντιστοιχούν στα στοιχεία αέρας, ύδωρ, πυρ και γη, συνδυαζόμενα με τα ζεύγη θερμό / ψυχρό, ξηρό / υγρό (45/145-146 – 47/150-151).
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του έργου είναι η διαίρεση του «ψυχικού οργάνου» σε τρεις ψυχικές δυνάμεις, το «φανταστικόν», το «διανοητικόν» και το «μνημονευτικόν», και η τοποθέτησή τους σε ξεχωριστά μέρη του σώματος: σε κάθε ψυχική δύναμη «ιδια μέρη του σώματος αποκεκλήρωται […] η μεν γαρ ψυχή τάξιν επέχει τεχνίτου, το δε σώμα οργάνου, ύλη δε εστί, περί α η πράξις, το δε αποτέλεσμα η πράξις αυτή» (54-55/170-171). Τα αναφερόμενα εδώ «ίδια μέρη» είναι οι κοιλίες του εγκεφάλου. Όπως θα φανεί παρακάτω θα είναι η πρώτη φορά που θα διατυπωθεί ολοκληρωμένα η εντοπιστική θεωρία των κοιλιών, η οποία θα παραμείνει στο προσκήνιο για πάνω από 10 αιώνες.24 θα επανέλθω στο χειρόγραφο αφού πρώτα αναφερθώ στις περί εγκεφάλου γνώσεις εκείνου του καιρού.
*
Κοντά 2500 χρόνια τώρα, ένας προβληματισμός παραμένει πάντα ο ίδιος, πάντα επίκαιρος, να ερεθίζει τους ερευνητές αλλά και τους κλινικούς που αναζητούν τη σχέση εγκεφάλου και συμπεφέρεσθαι. Πρόκειται για την λεγάμενη εντοπιστική αντίληψη, το μεγάλο αυτό επιστημονικό ρεύμα που, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, τοποθετεί τις ψυχονοητικές λειτουργίες στον εγκέφαλο. Στο πλαίσιο αυτό, είτε διαχωρίζονται περισσότερες «ψυχές» (φυτική, ζωική) είτε διακρίνονται περισσότερες από μία λειτουργίες και, ταυτόχρονα, αναζητείται η εντόπισή τους σε διάφορα τμήματα του εγκεφάλου. Πρόκειται για πρακτική διάφορη της αναζήτησης της έδρας της ψυχής που είναι, κατά τον G. Lanteri-Laura, μια άλλη προβληματική, όπως π.χ. αυτή του Descaretes (1596-1650) ο οποίος τοποθέτησε στο κωνάριο -κεντρικό μόρφωμα του εγκεφάλου που είναι «μονό» κι όχι, όπως τα περισσότερα, δεξιό και αριστερό- το σημείο όπου το σώμα και η αδιαίρετη, μοναδική επίσης, ψυχή έρχονται σε συνάφεια, παρά την ετερογένειά τους. Ανάλογη ήταν και η επιλογή του Peyronie (1678-1747) να τοποθετήσει την ψυχή στο «μοναδικό», επίσης, μεσολόβιο.25 Όπως παρατηρεί ο Μ. Hanger, οι δύο αυτοί προβληματισμοί πορεύονταν παράλληλα μέχρις ότου ο Kant (1724-1804) κλόνισε οριστικά την ως τότε συνύπαρξή τους : αντιτιθέμενος στην «υπερβατική φυσιολογία» του Soemmerring (1755-1830), θα απορρίψει μια επιστήμη που θέλει να ασχολείται με το σώμα και την ψυχή ταυτόχρονα και θα υποδείξει την αυστηρή διαίρεση του προβλήματος η ψυχή υπόκειται μόνο σε φιλοσοφική ανάλυση ενώ η φυσιολογία ερευνά τη λειτουργία του εγκεφάλου. Η αναζήτηση του οργάνου της ψυχής θα επιζήσει για λίγο αλλά δεν θα έχει συνέχεια.26 Ως γνωστόν, ο καρτεσιανός Λόγος περί της Μεθόδου και ο διαχωρισμός σε res cogitans και res extensa, δηλαδή ο δυϊσμός σώματος και ψυχής, είχαν ήδη από καιρό διασπάσει έναν ενιαίο αδιάφοροποίητο χώρο ιδεών, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τις σύγχρονες επιστήμες.
Η αρχαιότερη γραπτή «εντοπιστική» παρατήρηση βρίσκεται, κατά τον Jean-Pierre Changeux, στον πάπυρο του Smith όπου παρατίθενται 48 κλινικές περιγραφές τραυμάτων της κεφαλής και του τραχήλου. Όπως θα φανεί αμέσως, ο «εντοπιστικός» της χαρακτήρας δεν είναι ρητός καθώς απουσιάζει κάθε «θεωρία» εντοπισμού. Στην περίπτωση 8 του καταλόγου, το τραύμα είναι στον εγκέφαλο, το ιατρικό βλέμμα παρατηρεί και περιγράφει, όμως, μια διαταραχή σε άλλο, απομακρυσμένο σημείο του σώματος: ο άνθρωπος «περπατά σέρνοντας το πόδι»· στην περίπτωση 22 παρατηρείται και περιγράφεται το αποτέλεσμα της βλάβης μιας ορισμένης περιοχής του εγκεφάλου: «όταν εξετάσεις έναν άνθρωπο που ο κρόταφός του έχει βυθιστεί μέσα στο κρανίο […] δεν θα σου απαντήσει εάν τον φωνάξεις, έχει χάσει τη λαλιά του».27 Ο Changeux εφιστά, βέβαια, τη προσοχή μας στον πειρασμό να δούμε το κείμενο αυτό μόνο με βάση τις σημερινές μας γνώσεις και υπενθυμίζει ότι η θέση των αρχαίων Αιγυπτίων ήταν καρδιοκεντρική. Ο Lanteri-Laura θα εκφράσει κι αυτός τον σκεπτικισμό του μπροστά στις μεταφραστικές δυσκολίες των αιγυπτιολόγων να αποδώσουν ορισμένους όρους εκείνης της εποχής με τα (ιατρικά) αγγλικά του 20ου αιώνα.28 Πρόσθετη, προς την ίδια κατεύθυνση, η παρατήρηση του Thierry Bardinet που επισημαίνει τον κίνδυνο να αποδώσουμε στον αρχαίο γιατρό τις σημερινές μας γνώσεις, κάτι που είχε γίνει το 1930 με την πρώτη παρουσίαση του παπύρου από τον Breasted ως κειμένου ορθολογικής ιατρικής. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο αλλά για μια απλή συλλογή ιατρικών παρατηρήσεων σχετικά με τη βαρύτητα των κλινικών σημείων σε τραυματίες που χρονολογείται στα 1550 π.Χ., μαζί δηλαδή με τον πάπυρο του Ebers [ο Changeux αναφέρει τον 17ο π. X. αιώνα και αναπαράγει την πρόσθετη πληροφορία ότι αντιγράφει άλλον που συντάχθηκε γύρω στο 300029]. Τα κείμενα αυτά είτε δεν παραπέμπουν σε θεωρία είτε βρίσκονται σε συμφωνία με τις αντιλήψεις των αρχαίων Αιγυπτίων για την βλαπτική επίδραση εξωτερικών όντων που βρίσκουν, με τον τραυματισμό, την ευκαιρία να διαταράξουν το πνεύμα της ζωής στο σώμα.30
Θα βρούμε σαφέστερα τις ρίζες του εντοπιστικού προβληματισμού στους προσωκρατικούς «φυσιολογούντες» φιλοσόφους, στις «περί ψυχής» αριστοτελικές αντιλήψεις και στην εγκεφαλοκεντρική ιπποκρατική και πλατωνική θέση. Όπως θα δούμε, αυτές οι ρίζες θα τροφοδοτήσουν την πρώτη συγκροτημένη εντοπιστική θεωρία που καθιερώνεται κατά τον μεσαίωνα: εντός των κοιλιών του εγκεφάλου, σε διακριτά μέρη, τοποθετούνται η φαντασία, η κρίση και η μνήμη, το αριστοτελικό αυτό τρίπτυχο.
*
Η αρχαιότερη απεικόνιση της εντοπιστικής αντίληψης (εικ. 1), εμφανώς ρητή αυτή τη φορά, βρίσκεται σε χειρόγραφο του 11ου μ. X. αιώνα. Πρόκειται για σχέδιο κελτικού σταυρού, που περιβάλλεται από δύο ομόκεντρους κύκλους. Στο διάστημα που αφορίζουν οι δύο περίμετροι αναγράφεται: «ο άνθρωπος έχει τέσσερα κύρια μέρη». Είναι το ήπαρ, η καρδιά, οι όρχεις και ο εγκέφαλος που παριστάνονται στους 4 χώρους οι οποίοι απομονώνονται από την τομή του σταυρού με τούς κύκλους. Σε κάθε όργανο προστίθεται διπλός χαρακτηρισμός, συνδυασμός των αριστοτελικών «ποιοτήτων» frigidum, calidum, siccum, humidum που η αρχή τους ανάγεται στον Εμπεδοκλή· ο εγκέφαλος π.χ. είναι ψυχρός και υγρός. Στο ωοειδές σχήμα που παριστάνει μια εγκάρσια τομή του εγκεφάλου διαχωρίζονται τρεις περιοχές -πρόσθια, μέση, οπίσθια- όπου τοποθετούνται οι λειτουργίες fantasia, intellectus, memoria. Το θέμα αυτό θα παρασταθεί σε πάμπολλα κατοπινά χειρό ραφα και γκραβούρες (εικ.2) αλλά αυτή τη φορά οι εντοπίσεις παρουσιάζονται εμφανώς πλέον εντός των κοιλιών του εγκεφάλου, όπως άλλωστε έχει ήδη προταθεί, όπως προείπα, από τον 4° μ. X. αιώνα.31 Σχηματικά:
*
Στον Δημόκριτο, η ψυχή έχει υλική υπόσταση αλλά είναι ποιοτικώς διάφορη του σώματος καθώς τα άτομά της είναι πιο στρογγυλά, πιο λεία, με ζωηρότερη κίνηση. Κατώτερης ποιότητας άτομα βρίσκονται στην καρδιά για να επιτελούν συγκινησιακές λειτουργίες, ενώ τα πιο τραχιά βρίσκονται στο ήπαρ και ευθύνονται για τα πάθη. Η διάκριση μεταξύ «ψυχικού» και «σωματικού» θα επιταθεί με την πλατωνική τριχοτόμηση της ψυχής και την εν συνεχεία «ανατομική εντόπιση» των μερών της: η νόηση στον εγκέφαλο, τα συναισθήματα στην καρδιά και τα πάθη στο ήπαρ μόνο η ορθολογούσα ψυχή είναι αθάνατη. Στον Τίμαιο, η ψυχή περιγράφεται ως συνδεδεμένη με το νευρικό σύστημα, ακολούθως δε ως διακριτή του σώματος και μόνο προσωρινώς κατοικούσα σε αυτό.32

Η νατουραλιστική προσέγγιση του Αριστοτέλη θα αναδείξει μια άλλη διάκριση, αυτή μεταξύ «ζώντος» και «νεκρού» Η ψυχή αντιστοιχεί στη μορφή (κατασκευή, δομή, σχήμα και σκοπός) του κάθε οργάνου, άρα είναι σύμφυτη
με αυτό και δεν μπορεί να υπάρξει αλλιώς. Αντίθετα προς την εγκεφαλοκεντρικό πλατωνισμό, η αριστοτελική αντίληψη είναι καρδιοκεντρική. Η καρδιά, όντας το κύριο όργανο της αντίληψης, συνδέεται με τα αισθητήρια όργανα. Όταν αυτά προσβληθούν από τα «αντικείμενα» που τους αντιστοιχούν, δημιουργείται αίσθημα που περνά στη καρδιά δια του αίματος. Η καρδιά θα απαντήσει εισάγοντας τη ζωική κίνηση, ενεργοποιώντας τους μυς. Για να εξηγήσει το όλο σχήμα ο Αριστοτέλης θα προσθέσει ένα πέμπτο στοιχείο, τον αιθέρα που δεν είναι συστατικό μόνο αυτού του κόσμου αλλά, ταυτόχρονα, των πλανητών και του ουρανού. Στον ανθρώπινο οργανισμό εισάγεται με την αναπνοή για να μετατραπεί στην καρδιά σε «ζωτικό πνεύμα». Ο Γαληνός θα επεξεργαστεί περαιτέρω το αριστοτελικό σχήμα, εντάσσοντας σε αυτό τις κοιλίες του εγκεφάλου (οι δύο πλάγιες, η τρίτη και η τέταρτη, με τη σημερινή αρίθμηση).
Αν και η εκροή «υγρού» σε εγκεφαλικά τραύματα ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους (πάπυρος του Smith), στα ιπποκρατικά κείμενα η ύπαρξη των εγκεφαλικών κοιλιών αγνοείται. Ο Πλάτων (427-344), επίσης, δεν κάνει την παραμικρή μνεία είτε κοιλότητας είτε υγρού, ενώ ο Αριστοτέλης (384-322), χωρίς να αναφέρει άλλο πλην του αίματος υγρό, περιγράφει μια μικρή κοιλότητα στο εσωτερικό του εγκεφάλου των ζώων.33 Η περιγραφή των εγκεφαλικών κοιλιών θα είναι έργο του Ηρόφιλου (335-280) και του Ερασίστρατου (310-250)34 που θα φτάσει στους πρώτους μ.Χ. αιώνες μέσω του Ρούφου της Εφέσου (98-117),35 κυρίως όμως του Γαληνού (129-216)36, ο οποίος ανέπτυξε ολόκληρη «φυσιολογία» με βάση τις εγκεφαλικές κοιλίες -κατ’ αναλογία προς τις κοιλίες της καρδιάς- που κράτησε, όπως θα δούμε, μέχρι τον 18° αιώνα, αν και είχε ήδη καταρριφθεί από τον Willis το 1664 και τον Sylvius το 1665.
Ο Γαληνός διαίρεσε τα εκ του εγκεφάλου αναφυόμενα νεύρα σε σκληρά και μαλακά: τα πρώτα είναι κινητικά και αρχίζουν από τον οπίσθιο εγκέφαλο, τα δεύτερα είναι αισθητικά και αρχίζουν από τον πρόσθιο εγέφαλο. Τη δύναμή τους αμφότερα αντλούν από το «ζωικό πνεύμα» (αναφέρεται και ως «ψυχικό πνεύμα») των κοιλιών, η δημιουργία του οποίου αρχίζει με την εισπνοή: ο εισερχόμενος στους πνεύμονες αέρας γίνεται «πνευματώδης» ουσία που περνά στην αριστερή κοιλία της καρδιάς όπου μετατρέπεται -με τη βοήθεια του «έμφυτου θερμού»- σε «ζωτικό πνεύμα» το οποίο μεταφέρεται σε όλο το σώμα μέσω του αρτηριακού συστήματος, επομένως και στον εγκέφαλο για να μετατραπεί εκεί σε «ζωικό/ψυχικό πνεύμα». Το πνεύμα αυτό αποθηκεύεται στις κοιλίες του εγκεφάλου ώστε, δια των κοίλων (Ηρόφιλος, Αριστοτέλης) νεύρων, να κατανεμηθεί κατόπιν σε όλα τα μέρη του σώματος, φυσικά και στο εγκεφαλικό παρέγχυμα. Ρυθμιστικό ρόλο στη ροή του «ζωικού/ψυχικού πνεύματος» από την μέση στη οπίσθια κοιλία παίζει ο σκώληξ της παρεγκεφαλίδας.37‘38 Ταυτόχρονα, όμως, ο Γαληνός τοποθέτησε το αριστοτελικό τρίπτυχο (φαντασία, κρίση, μνήμη) εντός της εγκεφαλικής ουσίας. Έτσι, το όργανο της ψυχής (το πνεύμα των κοιλιών)39 διαχωριζόταν από την ίδια την ψυχή.40 Κάποιες φορές όμως υποστήριξε ότι η παραγωγή των «ζωικών/ψυχικών πνευμάτων» γινόταν στις ίδιες τις κοιλίες.41 Όλα αυτά θα έχουν και το παθοφυσιολογικό τους ανάλογο: μονόπλευρη βλάβη της πρόσθιας κοιλίας είναι συμβατή με τη ζωή αλλά όχι η αμφοτερόπλευρη, κι ακόμα, βλάβη της οπίσθιας (τρίτης) κοιλίας είναι βαρύτερης πρόγνωσης, όπως είναι και στις περιπτώσεις βλαβών σε ηλικιωμένους. Η επιληψία ερμηνεύονταν ως αποτέλεσμα απόφραξης και αδυναμίας στην κυκλοφορία του ζωικού/ψυχικού πνεύματος μεταξύ των κοιλιών αλλά και ως αιτία της αδυναμίας αυτής 42 Η ανατομία του Γαληνού βασιζόταν, βέβαια, στα ζώα. Έτσι, είχε θεωρήσει σημαντικό για την παραγωγή του ζωικού/ψυχικού πνεύματος το θαυμάσιο αγγειώδες σπείραμα (rete mirabilisl το οποίο, όμως, υπάρχει μόνο στα ζώα. Την ανατομική αυτή διαφορά θα επισημάνει για πρώτη φορά ο Ιταλός Mondino de Luzzi (1275-1326) κι αργότερα, τον 16ο και 17ο αιώνα, ο Vesalius (1514-1564) και ο Willis (1621-1675)43
Εν κατακλείδι, για τον Γαληνό οι κοιλίες του εγκεφάλου επεξεργάζονται, αποθηκεύουν και διανέμουν το ζωικό/ψυχικό πνεύμα στα νεύρα, όντας υπεύθυνες για την κίνηση, την αίσθηση και τη νόηση, μόνο που αυτή η υπευθυνότητα δεν τον απασχόλησε επισταμένα. Όσο για την εντοπιστική αντίληψη που θα ακολουθήσει, ο Γαληνός την υπαινίχθηκε αλλά δεν την εξειδίκευσε.44 Την εποχή αυτή και σ7 όλο τον Μεσαίωνα, οι εγκεφαλικές κοιλότητες ονομάζονταν cellulae αλλά η πρώτη τους ακριβής περιγραφή θα έρθει τον καιρό της Αναγέννησης με τον Leonardo Da Vinci (1472-1519) που είχε την έμπνευση να δοκιμάσει την πρώτη «κοιλιογραφία» (εικ.3) εκχύοντας λειωμένο κερί στις κοιλίες του εγκεφάλου ενός νεκρού (φυσικά) ζώου45
Έχω ήδη αναφέρει ότι ο Νεμέσιος διατύπωσε για πρώτη φορά ολοκληρωμένα τη θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών. Πώς και γιατί;
*
Κατά τον μεσαίωνα, στην Ευρώπη και το Ισλάμ, ήταν ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη ότι, πέραν των «εξωτερικών» πέντε αισθήσεων (αφή, όσφρηση, γεύση, ακοή και όραση), υπήρχαν και οι «εσωτερικές» (sensus communis, imagination, cogitatio, memorial που τοποθετούνταν με ποικίλους τρόπους στις κοιλίες του εγκεφάλου. Η καταγωγή αυτού του γενικού σχήματος αποδιδόταν στον Γαληνό πλην όμως η θεωρία των κοιλιών είναι παράγωγο των μέσων χρόνων. Εδώ καταλήγει η λίαν διεξοδική έρευνα του Christofer Green46 που αποκάλυψε ποικίλες παρανοήσεις στις μελέτες σχετικά με το θέμα της πατρότητας της θεωρίας. Ακόμα και λάθη μεταφραστικά, θα τα δούμε στην περίπτωση του Νεμέσιου.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβω εδώ όσα έχω ήδη αναφέρει για τον Γαληνό. Θα σταθώ όμως στον Ποσειδόνιο, όχι τονπροαναφερθέντα στωικό φιλόσοφο του 2ου π.Χ. αιώνα, αλλά έναν συνώνυμό του βυζαντινό γιατρό (233-304) που έχει γράψει (σύμφωνα με τον Roccatagliata47) πως «τα ψυχικά συμπτώματα ποικίλουν επειδή συνδέονται με βλάβες του πρόσθιου, του μέσου και του οπίσθιου εγκεφάλου». Ο Green θα προσθέσει, όμως, και το ακόλουθο απόσπασμα, από άλλη αναφορά (Αέτιος, στις αρχές του 6ου αιώνα) στο έργο του Ποσειδόνιου: «αν και τα είδη της φρενίτιδας είναι πολλά, τα πιο σημαντικά είναι τα ακόλουθα τρία: είναι αυτό που έχει βλάβη στη φαντασία μόνο, ενώ η γνωστική λειτουργία και η μνήμη διατηρούνται, το άλλο που έχει βλάβη στη γνωστική λειτουργία και όχι στη φαντασία και τη μνήμη, και εκείνο που έχει βλάβη στη φαντασία και τη γνωστική λειτουργία μα όχι στη μνήμη. Αλλά όταν χάνεται η μνήμη σε περίπτωση πυρετών, καταστρέφονται τόσο η φαντασία όσο και η γνωστική λειτουργία. Γι αυτό, όταν το πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου βλάπτεται, η φαντασία μόνη βλάπτεται, όταν η μέση κοιλία του εγκεφάλου βλάπτεται τότε προκύπτει διαταραχή της γνωστικής λειτουργίας, ενώ όταν το πίσω του εγκεφάλου βλάπτεται, κάτω στο ινίο, τότε η μνήμη καταστρέφεται και μαζί της οι άλλες δύο πλήρως». Είναι η πρώτη, έστω και μερική, αναφορά σε εντόπιση μιας λειτουργίας σε μία κοιλία.
Η ολοκληρωμένη παρουσίαση αυτής της αντίληψης θα γίνει από τον Νεμέσιο. Δεν θα αναγνωριστεί όμως αμέσως επειδή στη μετάφραση του έργου του από τον William Telfer48 (1955) οι κοιλίες αποδίδονταν με τον όρο λοβοί, πλην μιας μόνο περιπτώσεως όπου αναφέρεται πως τα αισθητήρια νεύρα αρχίζουν από τις δύο πρόσθιες κοιλίες ενώ, ταυτόχρονα, γράφει ότι η φαντασία (το αποτέλεσμά τους) κατοικεί στον πρόσθιο λοβό. Όπως προείπα, οι επισημάνσεις αυτές ανήκουν στον Christofer Green. Το μεταφραστικό λάθος γίνεται ολοφάνερο σε όποιον διαβάσει το ελληνικό κείμενο.
*
Ιδού, λοιπόν, η θεωρία των κοιλιών, όπως αυτή εκτίθεται μέσα από τις σελίδες του Περί qρύσεως ανθρώπου. «Το σώμα της ψυχής όργανον υπάρχον ταις ψυχικαίς δυνάμεσι συνδιαιρείται» (54/170) που είναι οι ακόλουθες: το φανταστικόν, το διανοητικόν και το μνημονευτικό, τις οποίες ο Νεμέσιος τοποθετεί στις 3 κοιλίες του εγκεφάλου, παραθέτοντας και τη «φυσιολογία και παθολογία»49 του εγκεφαλικού κοιλιακού συστήματος που υπέχει θέση ψυχολογίας και ψυχοπαθολογίας. Ιδού πώς:
Παράδειγμα: […] «γίνεται δε τούτο δήλον και δΓ άλλων μεν πολλών παθών τε και συμπτωμάτων, μάλιστα δε εκ της φρενίτιδος. Των μεν φρενιτιζόντων οι μεν τας αισθήσεις διασώζουσι, της διανοίας μόνης βλαβείσης. Τοιούτον αναγράφει Γαληνός…» (70/206) κι ακολουθεί η περιγραφή: Ένας εριουργός εμφανίζεται στο παράθυρο κρατώντας κάποια «υέλινα σκεύη». Απευθύνεται στους περαστικούς και τους ρωτάει αν θέλουν να τα πετάξει. Οι περαστικοί το πήραν για παιχνίδι και συγκαταβαίνουν, οπότε εκείνος τα ρίχνει. Ύστερα τους ρωτάει αν θέλουν να πετάξει και τον τεχνίτη του. Νομίζοντάς το πάντα σαν παιχνίδι, απαντούν και πάλι καταφατικά, οπότε εκείνος τον εκπαραθυρώνει (70/207).

Ερμηνεία: «Ούτος τας μεν αισθήσεις υγίαινεν» αλλά «ενόσει την διάνοιαν» (άρα είχε βλάβη στη μέση κοιλία). Αντίθετα, όσοι «έλκουσι φαντασίαν οράν οιόμενοι τα μη ορώμενα, τα δε άλλα φρονούσι κατά λόγον», αυτοί τας προσθίους μάνας κοιλίας εβλάβησαν, της μέσης απαθούς μεινάσης».
Ο εντοπισμός των λειτουργιών: «Εκ δε των παθών των παρακολουθούντων εκάστω μορίω τα της ενεργείας αυτών εμποδίζεται. Εις εκείνην γαρ την ενέργειαν καταβλάπτεται το ζώον, ην πέφυκεν ενεργείν το πεπονθός μόριον, ως και του ποδός παθόντος εις το περπατείν εμποδίζεται. Ταύτην γαρ ο πους έχει την ενέργειαν (70-71/206-207).
μεται παντί μορίω του σώματος δια των αρτηριών, καθάπερ το ήπαρ δια των φλεβών την τροφήν» (84-85/241).50
– Η αριστερή κοιλία της καρδιάς δεν ονομάζεται εδώ τυχαία «πνευματική». Ο Νεμέσιος προφανώς γνωρίζει ότι εκείνη την εποχή θεωρούν πως το ψυχικό πνεύμα εκεί δημιουργείται -ειδικά εκεί, αριστερά. Γι αυτό και ο Gert-Jan Lokhorst θεωρεί το γεγονός αυτό σαν μια πρώτη ένδειξη εξειδίκευσης που από τη καρδιά θα επεκταθεί στον εγκέφαλο. Το διερευνά εδώ και πολλά χρόνια, κυρίως μέσα από έναν ανώνυμο κώδικα του 11ου αιώνα με τίτλο Περί σπέρματος,51 που πρέπει να γράφηκε μετά τον 4° μ.Χ. αιώνα και περιέχει (στο 7° κεφάλαιό του) την πρώτη λειτουργική εγκεφαλική εξειδίκευση.52
*
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς οι ιδέες αυτές του Νεμέσιου διαδόθηκαν κατά τους μέσους χρόνους. Ιδίως από πού και πώς εμπνέεται ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430) όταν το 401 εκθέτει τη θεωρία των κοιλιών -με διαφορές στις επιμέρους εντοπίσεις- αναφερόμενος σε γιατρούς συγγραφείς. Ο Green θα σταθεί ιδιαίτερα στην αποδιδόμενη στον Άγιο Αυγουστίνο πτωχεία των ελληνικών του και θα προσεγγίσει τις ασαφείς πληροφορίες που πιθανολογούν την ενημέρωσή του από κάποιες επιτομές ιατρικών γνώσεων της εποχής στα λατινικά, που αναφέρει. Έτσι κι αλλιώς, το πρότυπο της θεωρίας των κοιλιών θα διαδοθεί μεταξύ Νεστοριανών και Αράβων συγγραφέων και θα πάρει κανονικό χαρακτήρα με τη διδασκαλία του Αβικέννα (960-10321.53 Οι ιατρικές του αντιλήψεις, που αποτυπώθηκαν στον διάσημο Κανόνα του, παρέμειναν στην επικαιρότητα μέχρι τον 17ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτές, το sensus communis και το imaginatio, cogitans, estimatio, intentiones, memoria τοποθετούνται εντός των κοιλιών, πλην όμως, στο αριστοτελικό και καρδιοκεντρικό του πλαίσιο ο εγκέφαλος ελέγχεται από την καρδιά, ενώ οι ιδιαίτερα ανθρώπινες ικανότητες ανήκουν στην αθάνατη ορθολογούσα ψυχή που δεν εγκατοικεί στον εγκέφαλο ή άλλο σημείο του σώματος.54
Μετά το Malleus maleficarum (1487) των μοναχών Sprenger και Kraemer, που κωδικοποιούσε, για τις ανάγκες της Ιερής Εξέτασης, το κυνήγι των μαγισών βάσει της δαιμονοκατοχής, ο Jean Wier (1515-1589) και άλλοι ανέλαβαν την υπεράσπισή τους: δεν ήταν αιρετικές αλλά είχαν πρόβλημα στην φαντασία τους, δηλαδή στην πρόσθια κοιλία του εγκεφάλου, επειδή εκεί δρούσε ο διάβολος ξεγελώντας το πνεύμα τους.55
*
Η σημασία που δίδεται στις κοιλίες μέχρι τον 15ο αιώνα φαίνεται να μην είναι άσχετη με την πρωτοκαθεδρία που εξακολουθούν να έχουν οι χυμοί του σώματος έναντι των στερεών μερών του σώματος. Άλλωστε, η στροφή του ενδιαφέροντος προς το εγκεφαλικό παρέγχυμα θα συνδεθεί με την επικράτηση των θέσεων του Harvey (1578 – 1657) για τη σημασία των μυϊκών τοιχωμάτων της καρδιάς στην κυκλοφορία του αίματος.
Με την Αναγέννηση, η θεωρία των κοιλιών θα αρχίσει να υποχωρεί αλλά, όπως θα δούμε, δεν θα πάψει να μνημονεύεται μέχρι και τον 18ο αιώνα. Ο Vesalius, αν και θεωρούσε ότι το ζωικό πνεύμα ερχόταν στις κοιλίες από την καρδιά -μαζί με τον αέρα κατά την αναπνοή- απέδιδε στις κοιλίες «ένα μερίδιο στην παραγωγή του».56 Αδυνατούσε όμως να προσθέσει κάτι για τον εντοπισμό των λειτουργιών της ψυχής στον εγκέφαλο, ομολογώντας ταυτόχρονα -στο καινοτόμο De Corporis Umani Fabrica (1543)- την αδυναμία του να συλλάβει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος φαντάζεται και σκέφτεται, αν και μπορούσε, ως ένα σημείο, να διακρίνει τις λειτουργίες του, ανατέμνοντας ζώα.57 Λίγο νωρίτερα (1536), ο Nicolo Massa (1485-1569), αρνούμενος ότι το ζωικό πνεύμα παράγεται από το ρευστό των κοιλιών, υποστήριζε ότι «αυτές οι κοιλίες είναι περισσότερο για τη συλλογή και απαγωγή της περίσσειας παρά για τούς διάφορους χειρισμούς του πνεύματος»· το ζωικό πνεύμα, πίστευε, βρισκόταν στις αρτηρίες της πρόσθιας κοιλίας. Ο Varolio (1543-1575) θα προσθέσει: οι κοιλίες γέμουν από ρευστό, όχι πνεύμα και, κάπως αργότερα, ο Glisson (1597-1677): δεν υπάρχει αέρινο πνεύμα αλλά ρευστό που προωθείται εντός των περιφερικών νεύρων, όντας η πηγή της κίνησης και των αισθημάτων. Εντούτοις ο Rene Descartes (1596-1650) έβλεπε στο κωνάριο τη σύνδεση των ζωικών πνευμάτων των προσθίων κοιλοτήτων με τα αντίστοιχα των οπισθίων. Αντίθετα, ο Willis θα τονίσει την άποψη όλων σχεδόν των νεωτεριστών ανατομών της εποχής του: οι κοιλίες είναι οχετοί για τη μεταφορά απεκκρινομένων ουσιών.58
*

Η εξιστόρηση των σχετικών με τη θεωρία των κοιλιών μας δείχνει ότι η πρώιμη παρατήρηση του Ερασίστρατου ότι η πολυπλοκότητα της εξωτερικής επιφάνειας του εγκεφάλου βαίνει ευθέως ανάλογα με την αυξανόμενη ευφυΐα των ειδών του ζωικού βασιλείου δεν είχε συνέχεια. Αργότερα μάλιστα, ο Γαληνός (130-200 μ.Χ.) θα βεβαιώσει ότι η περιοχή αυτή στερείται κάθε ιδιαίτερης λειτουργίας.59 Η βεβαιότητα αυτή ξεπέρασε τα χρόνια της Αναγέννησης. Άλλωστε, μέχρι τότε οι έλικες ίου εγκεφαλικού φλοιού δεν προσέλκυαν το ενδιαφέρον παρά μόνο περιγραφικά: είναι «σαν τις ρυτίδες που σχηματίζονται πάνω στο χαλκό όταν αρχίζει να λειώνει» (πάπυρος του Smith), «σαν τις περιελίξεις του εντέρου» (Rabelais, Malpighi), «σαν ένα πιάτο μακαρονάδα» (Ιταλοί ανατόμοι της Αναγγένησης), «σαν τα συνεφάκια που ζωγραφίζουν τα παιδιά» (Vesalius), «σαν ένας σωρός σκουλίκια» (Pare).60 Σε ένα σχέδιο (1503 μ. X.) του Gregor Reisch, που παριστάνει τον εντοπισμό των λειτουργιών στο κοιλιακό σύστημα, θα σκιαγραφηθούν για πρώτη φορά και οι εγκεφαλικές έλικες6162 (εικ. 4) αλλά θα περάσει καιρός μέχρι να προσελκύσει το επιστημονικό ενδιαφέρον.
Ο Vesalius θεωρούσε τον φλοιό ως τροφικό σύστημα του εγκεφάλου· το ίδιο και ο Thomas Bartholini (1660-1680), έναν αιώνα αργότερα, προσθέτοντας πως οι εγκεφαλικές έλικες υπάρχουν για να προστατεύουν τα αγγεία από υπερβολικές κινήσεις, ιδίως κατά την πανσέληνο, οπότε ο εγκέφαλος εξοιδαίνεται. Είναι αλήθεια ότι κάποια σπέρματα των μελλοντικών ανακαλύψεων αρχίζουν να εμφανίζονται. Ο Stenon (1638-1686), αναγνωρίζοντας δύο διακριτές εγκεφαλικές ουσίες, παρατηρούσε, στο Discours sur I’ anatomie du cerveau (1669), «ότι n λευκή ουσία είναι συνεχής μέσα στα νεύρα που διανέμονται σε όλο το σώμα· ότι η φαιά ουσία χρησιμεύει σε ορισμένα σημεία σα φλοιός για την λευκή ουσία». Θεωρούσε, ακόμη, ότι έπρεπε να διαπιστωθεί η πορεία των νεύρων δια μέσου του εγκεφάλου, να βρεθεί «από που περνούν και που καταλήγουν». Αναγνώριζε ότι ήταν ένας δρόμος δύσκολος κι αμφέβαλε εάν θα μπορούσε να ελπίζει πως κάτι τέτοιο θα ήταν κατορθωτό χωρίς ιδιαίτερης φροντίδας παρασκευάσματα, καθώς είχε να κάνει με «τόσο μαλθακή ουσία και τόσο εύθραυστες ίνες που δεν μπορείς να τα αγγίξεις χωρίς να τα κόψεις».63
Την ίδια εποχή, ο Marcello Malpighi (1628- 1694) περιέγραφε σωρό από «αδενίδια», μικρά «σφαιρίδια» εντός των εγκεφαλικών ελίκων όπου τερματίζονται τα νεύρα, μικροσκοπώντας για πρώτη φορά τον φλοιό.64 Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι artefacts όμοια των «σφαιριδίων» του Malpighi (ανα)παρήγαγαν, με τη χρήση των δικών του μεθόδων και εργαλείων, ο Mayer65 και οι Clark και Bean.66 τούς οποίους ο Charles Gross67 ονομάζει «πειραματικούς ιστορικούς». Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο Sylvius (1614-1672) προώθησε την ιδέα ότι τα «ζωικά πνεύματα» εκκρίνονται από τη φαιά εγκεφαλική και παρεγκεφαλιδική ουσία, ο δε Willis θεώρησε πως τα «ζωικά πνεύματα» σχηματίζονται από το αίμα -όταν αυτό διηθείται στα αρτηρίδια του φλοιού του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδας- κι ύστερα αποθηκεύονται στη λευκή ουσία για να διοχετευτούν στα νεύρα· αυτή την εποχή αναφέρονται στο «ρεύμα των νεύρων» (influxus, influx, ρεύμα = ροή μέσα σε….68) Τον δρόμο διάνοιξε περαιτέρω ο Hofmann (1660-1742), αναπτύσσοντας την έννοια του «νευρικού ρευστού», ευθεία προέκταση των ζωικών πνευμάτων του Descartes και του Malebranche (1638- 1715)_ για τον Haller (1708-1777) το «εγκεφαλονωτιαίο ρευστό» ήταν ακίνητο, η ατμός περισσότερο παρά υγρό.69 Αργότερα, το «ρεύμα» αυτό θα συνδεθεί με τον ηλεκτρισμό: ο Cabanis (1757-1808) παρατηρούσε ότι «το πείραμα του Galvani μας κάνει να πιστεύουμε ότι το νευρικό σύστημα είναι ένα είδος φιάλης του Leyde» (Rapports du physique et du moral de I’ homme, 1805)_το ίδιο πίστευε και ο Lamark (1744-1829): «μετά την ανακάλυψη του γαλβανισμού γίνεται ολοένα και πιθανότερο ότι το νευρικό σύστημα είναι ανάλογο με το ηλεκτρικό ρευστό» (Philosophie zoologique, 1809).
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Harvey, ο Willis είχε βέβαια στρέψει την προσοχή στα «στερεά» μέρη του εγκεφάλου, ιδιαίτερα στο φλοιό, χωρίς να αγνοεί και τούς «χυμούς», το «νευρικό» κυρίως.70 Διακρίνοντας μεταξύ σωματικής και αθάνατης ψυχής, τοποθέτησε τα τρία μέρη της πρώτης στην εγκεφαλική ουσία: το sensus communis στο ραβδωτό σώμα, τη φαντασία στο μεσολόβιο και τη μνήμη στον φλοιό.71 Ο Lanteri-Laura θα σημειώσει ότι με τον Willis διατυπώνεται πλήρως και σαφέστατα η γενική ιδέα των εγκεφαλικών εντοπίσεων, παρουσιάζεται, δηλαδή, ένας κατάλογος των προς εντόπιση ιδιοτήτων και προτείνεται ταυτόχρονα μια σειρά σημείων του εγκεφάλου τα οποία θα μπορούσαν να δεχτούν την κάθε μια τους.72
Στις αρχές του 18ου αιώνα, η «πειραματική» παρατήρηση του Pourfour du Petit (1664-1741) σε σκύλο ότι συγκεκριμένες, περιγεγραμμένες περιοχές των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ελέγχουν την κινητικότητα του αντίπλευρου μέρους του σώματος, γρήγορα ξεχάστηκε. Η επιρροή του αντιεντοπιστή Haller ήταν ακόμη ισχυρή: ο φλοιός ήταν ανερέθιστος, αντίθετα προς την λευκή ουσία που λειτουργούσε ως ενιαίο σύνολο.73 Επιπρόσθετα, οι ανατόμοι θεωρούσαν τον φλοιό εντελώς ακανόνιστο και μη περιγράψιμο. Το μόνο σταθερά παρατηρούμενο στοιχείο του ήταν η σχισμή του Silvius, γι αυτό περιορίζονταν στην περιγραφή ενός προσθίου και ενός οπισθίου λοβού. Ο καινοτόμος Vicq d7 Azyr (17481798) υποστήριξε, μάλιστα, ότι αυτή η μη κανονικότητα του εγκεφαλικού φλοιού στον άνθρωπο αποδείκνυε την ανωτερότητά του έναντι των ζώων.74 Ακόμη, ο Samuel Thomas Soemmerring (1755-1830), από τούς ανανεωτές της ανατομικής του εγκεφάλου που καθιέρωσε τον ακριβή αριθμό και τη θέση των 12 κρανιακών νεύρων, επανέρχεται στο απώτερο παρελθόν, στη θεωρία των κοιλιών (1796): το εγκεφαλονωτιαίο υγρό των κοιλιών είναι το ενδιάμεσο όργανο της ψυχής και το sensorium commune έχει τη θέση του στη «υγρασία των εγκεφαλικών κοιλιών».75 Στα τοιχώματά του αναζητούσε ο Soemmerring την κατάληξη των κρανιακών νεύρων. Για κάποια το είχε κιόλας διαπιστώσει αλλά ήταν πεπεισμένος ότι στο σύνολό τους είχαν μια άμεση σύνδεση με το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (επιχείρημα εκ της ανατομίας) μέσω του οποίου ο οργανισμός δεχόταν την ζωοδότησή του (επιχείρημα εκ της «υπερβατικής φυσιολογίας» του).76 Η υπερβατικότητα προβάλλει έκδηλα στην επιχειρηματολογία του: το πνεύμα του Θεού υπερίπταται των υδάτων (Βίβλος)_το νερό αντιπροσωπεύει τη θεϊκότητα (Θαλής).77
Ένα άλλο βασικό στοιχείο εκείνης της εποχής ήταν η συσχέτιση μεταξύ μεγέθους ενός ορισμένου τμήματος του εγκεφάλου και συμπεριφοράς. Θα βρει τη θέση του στην όλη θεωρητική κατασκευή του Soemmerring: το μέγεθος των κοιλιών και η ποσότητα του εγκεφαλονωτιαίου υγρού εκφράζουν τις έμφυτες διαφορές στην ανάπτυξη των ψυχονοητικών ταλέντων_ η ανωτερότητα του ανθρώπου έναντι των ζώων έχει υλική βάση, τον εγκέφαλό τους, όχι το απόλυτο μέγεθος αλλά τη σχέση των βαρών εγκεφάλου και κρανιακών νεύρων_ πέραν αυτού, κανένα ζώο δεν έχει καλοσχηματισμένες εγκεφαλικές κοιλίες όπως ο άνθρωπος· όχι βέβαια ο κάθε άνθρωπος, διότι οι Μαύροι έχουν μικρότερο εγκέφαλο και μικρότερες κοιλίες εξ ου η αγριότητα, η ανυποταξία και η αδυναμία τους να αναπτύξουν υψηλό πολιτισμό.78
Την ίδια αυτή εποχή θα προταθεί μια άλλη προσέγγιση του προβλήματος των εγκεφαλικών εντοπίσεων: κατά τον Charles Bonnet (1720- 1793) έπρεπε να ακολουθήσουν έναν ανάστροφο τρόπο έρευνας. Ξεκινώντας από ένα όργανο να παρακολουθήσουν την πορεία των νευρικών ινών από την περιφέρεια προς το κέντρο και να αναζητήσουν την κατάληξή τους στον εγκέφαλο. Είναι η πρώτη φορά που προτείνεται η αναζήτηση των εγκεφαλικών εντοπίσεων βάσει ανατομικών δεδομένων και όχι ακολουθώντας απλώς, μια παράδοση. Όσο για τις λειτουργίες που έπρεπε να εντοπιστούν, αυτές επιλέγονται από τον κατάλογο των αισθήσεων, αφού θεωρείται ότι ολόκληρη η ψυχική ζωή προέρχεται από αυτές κι από την προοδευτικά αυξανόμενη διαπλοκή τους.79 Ο Charles Bonnet θεωρούσε ότι η νευρική ίνα αποτελεί το βασικό ανατομικό και ψυχολογικό στοιχείο, όχι μόνο της αίσθησης αλλά του συνόλου της ψυχονοητικής ζωής του ανθρώπου.80
Μια τέτοια σύνδεση ανατομικών δεδομένων και ψυχολογίας θα επιχειρήσει ο Franz Gall 1758-1828) εγκαινιάζοντας -ανάμεσα στην εκπνοή του 18ου και την αυγή του 19ου αιώνα- μια καινοτόμο επιστημονική στροφή με την Οργανολογία του, φέρνοντας τον φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς τοποθετούσε εκεί έναν «χάρτη» ΤΙ ψυχονοητικών λειτουργιών. Πρόκειται για την πολύ γνωστή και διάσημη Φρενολογία, όπως θα ονομαστεί αργότερα στην Αγγλία, που άνοιξε το επόμενο κεφάλαιο του μεγάλου εντοπιστικού ρεύματος που από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα επιχειρεί να εντοπίσει στον εγκέφαλο τις ψυχονοητικές λειτουργίες.
Στον ελληνικό χώρο το χειρόγραφο επιβίωνε μέχρι και τον 19ο αιώνα. Ο Γιάννης Καράς έχει καταμετρήσει 33.512, από τα οποία 4.466 του 18ου και 915 των 2 πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Τα μεταξύ 1700 και 1820 είναι 5.381, εκ των οποίων τα 185 ανήκουν στη βιολογία-ιατρική (Γιάννης Καράς. Οι Φυσικές Θετικές Επιστήμες στον Ελληνικό 18ο αιώνα. Gutenberg, 1977, 31-34).
Αντωνίου Σιγάλα, καθηγητού της Παπυρολογίας και Παλαιογραφίας. Από την πνευματικήν ζωήν των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας. Α’ Αρχεία και Βιβλιοθήκη Δυτικής Μακεδονίας. Θεσσαλονίκη 1939. Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράρτημα Δ’ τόμου της Επετηρίδος της Φιλοσοφικής Σχολής.
Γιάννης Καράς. Οι επιστήμες στην Τουρκοκρατία. Χειρόγραφα και έντυπα. (Τ. Γ’, Οι επιστήμες της Ζωής). Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του ΕΙΕ, Εστία 1994, 393-397.
Το χειρόγραφο αυτό χρονολογείται στα 1776 και θεωρείται νεώτερο. Φέρει στο τέλος την ακόλουθη σημείωση: «έτεσι αψοστ’. Γέγραπται το παρόν παρά Κωνσταντίνου και Γενουσίου Οικονομίδου του Κλειτοβιώτου εξ Ασπροποτάμου, εξ επαρχίας του αγίου Σταγών, εκ περιοχής Τρίκκης και εφιερώθη χάριν ευλογίας τω πανιερωτάτω και ελλογιμοτάτω αγίω Σερβίων κυρίω κυρίω Ιγνατίω, ως φιλομούσω και φιλοβίβλω».
Walter Berschin. From the middle of the eleventh century to the Latin conquest of Constantinople. Online Library of the Church of Greece, www.myriobiblos.gr/texts/english/Walter_Berschin_33.html
Nemesius d’Émèse. De Natura Hominis. Traduction de Burgundio de Pise. Édition critique avec une introduction sur l’anthropologie de Némésius par G. Verbeke, J.R. Moncho. Leiden, E.J. Brill, 1975.
Nemesii Emeseni De Natura Hominis. Edidit Moreno Morani. BSB B.G. Teubner Verlagsgesellschaft, Leipzig 1987. Akademie der Wissenschaften der DDR, Zentralinstitut für alte Geschichte und Archäologie, Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana.
A. Meredith. A Teubner of Nemesius. M. Morani: Nemesius, De Natura Hominis. The Classical Review, 1989, 39(1), 39-40.
Eugene F. Rice Jr. The Humanistic idea of Christian antiquity: Lefèvre d’Étaples and his circle. Studies in the Renaissance, 1962, 9, 126-160.
Nemesius Episcopus Emesenus, De Natura Hominis. Ταξινομικός αρ. AP 21933, Εκδ. 1671, σελ. 345+48 (18×12). Κατάλογος Βιβλίων Κεντρικής Βιβλιοθήκης περ. 1495-1821 του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1990, 63.
Walter Berschin, ό.π.
Στο ίδιο.
Ο πρώτος αριθμός παραπέμπει στη σελίδα, ο δεύτερος στην αρίθμηση των παραγράφων που διαθέτει η έκδοση Nemesii Emeseni De Natura Hominis, 1987, ό.π.
Γαληνού Όροι ιατρικοί. (Definitiones Medicae). Galeni Librorum, vol. 4, Venice, Aldus Manutius 1825. www.bium.univ-paris5.fr (Bibliothèque Interuniversitaire de Médecine, Paris).
Αριστοτέλους Τοπικά Γ, 732a-19, μτφ. Η.Π. Νικολούδη. Άπαντα, Κάκτος 24.
Robert Renehan. The Greek anthropocentric view of man. Harvard Studies in Classical Philology, 1981, 85, 239-259.
Γαληνού. Περί χρείας των εν ανθρώπου σώματι μορίων (De usu partium). Galeni Librorum, vol. 1, ό.π.
«[Η] ιδία εικών [υφαντής, πολλά κατατρίψας ιμάτια] θα εταίριαζε και εις την ψυχήν, καθ’ όσον αφορά τας σχέσεις της προς το σώμα […]. Η μεν ψυχή είναι μακροτέρας διάρκειας, το δε σώμα [ως το ιμάτιον] ασθενέστερον και μικροτέρας διάρκειας». Πλάτωνος Φαίδων 87c-e. Μτφ, εισαγωγή, σχόλια Ευ. Παπανούτσος. Ι. Ζαχαρόπουλος / 13.
«[Π]αν το σωματοειδές εντός αυτής [της ψυχής] ετεκταίνετο και μέσον μέση συναγαγών προσήρμοττεν». Πλάτωνος Τίμαιος, 36d-e. Μτφ, εισαγωγή, σχόλια Β. Κάλφας. Αθήνα, Πόλις 1995.
«[Ψ]υχή εστίν ενδελέχεια η πρώτη σώματος φυσικού δυνάμει ζωήν έχοντος», «[Μ]ήτε άνευ σώματος είναι μήτε σώμα τι η ψυχή». Αριστοτέλους Περί ψυχής. Μτφ, εισαγωγή, σχόλια Β. Τατάκης, Ι. Ζαχαρόπουλος, 412a και 414a, αντίστοιχα.
H. Joly. L’union de l’âme et du corps chez Némésius d’Émèse. Colloque annuel de la SEAQ, Thème: Aspects de l’antiquité tardive. Université d’Ottawa, 3/4/2004. http://aix1.uottawa.ca/~greatrex/colloq.html
Το επιχείρημα ανήκει σε κάποιον χριστιανό ψευδο-Αμμώνιο εκείνης της εποχής και ο στόχος του Νεμέσιου, όταν το χρησιμοποιεί, είναι περισσότερο θεολογικός παρά φιλοσοφικός (John Rist. Pseudo-Ammonius and the soul/body problem in some Platonic texts of late antiquity. American Journal of Philology, 1988, 109, 402-415).
Christopher D. Green. Where did the ventricular localization of mental faculties come from? Journal of the History of the Behavioral Sciences, 2003, 39(2), 131-142.
Lanteri-Laura G. Clefs pour le cerveau. Paris, Seghers, 1987, 40.
M. Hagner. The soul and the brain between anatomy and Naturphilosophie in the nineteenth century. Medical History, 1992, 36, 1-33.
J.-P. Changeux. L’homme neuronal. Paris, Fayard, 1983. Ο Νευρωνικός Άνθρωπος, μτφ. Β. Μπρίκα, Ράππας, 1986, 17-18.
G. Lanteri-Laura, ό.π., 17.
J.-P. Changeux, ό.π., 17-18.
T. Bardinet. Les papyrus médicaux de l’Égypte pharaonique. Paris, Fayard, 1995, 16-22 και 234-235.
E. Clarke, K. Dewhurst. Histoire illustrée de la fonction cérébrale. Paris, Les Éditions Dacosta, 1984.
Bennett M.R. The early history of the synapse: From Plato to Sherrington. Brain Research Bulletin, 1999, 50, 95-118.
F. Schiller. The cerebral ventricles. Archives of Neurology, 1997, 54, 1148-1162.
Με αυτούς αρχίζουν και τελειώνουν οι ανατομές σε ανθρώπους (J. Rocca. Galen and the ventricular system. Journal of the History of the Neurosciences, 1997, 6(3), 227-239).
L.H. Marshall, H.W. Magoun. Discoveries in the human brain: Neuroscience prehistory, brain structure, and function. Humana Press, Totowa, New Jersey, 1998, 27.
Κατά τον V. Nutton, τουλάχιστον μετά το 209 (βλ. J. Rocca, ό.π.).
E. Clarke, K. Dewhurst, ό.π., 11.
J. Rocca, ό.π.
Ο Γαληνός τοποθετούσε τη μυστηριώδη οντότητα της ψυχής με γενικούς όρους στην εγκεφαλική ουσία, αποφεύγοντας να την ταυτίσει με το ψυχικό πνεύμα που του χρειαζόταν για τη φυσιολογία του. Αναφερόταν, όμως, στον στωικό Χρύσιππο που δήλωνε ότι «ψυχή πνεύμα εστί σύμφυτον» (J. Rocca, ό.π.).
Yves De Smet. La neuropsychologie «précorticale». Bruxelles, Ciaco Éditeur, 66.
E. Clarke, K. Dewhurst, ό.π., 1.
J. Rocca, ό.π.
F. Schiller, ό.π.
J. Rocca, ό.π.
F. Schiller, ό.π.
Christopher Green, ό.π.
G. Roccatagliata. A history of ancient psychiatry. New York, Greenwood, 1986, 142.
W. Telfer. General Introduction. In W. Telfer (Ed. & Transl.), Cyril of Jerusalem and Nemesius of Emesa (Library of Christian Classics, Vol. IV), Philadelphia, Westminster Press, 1955.
Οι λέξεις «φυσιολογία» και «παθολογία» απαντούν σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (Αριστοτέλης, Στοβαίος), η πράξη όμως γενέσεως της φυσιολογίας ως επιστήμης, κατά τον Canguilhem, υπήρξε η έκδοση (1554) των Universa Medicina, του Jean Fernel (1497-1558), στην οποία η ιατρική διαιρείται σε physiologia, pathologia, και therapeutica (G. Canguilhem, Études d’histoire et de philosophie des sciences, Vrin, 51989, 226-273).
Ακολουθεί μια ανεπιτυχής περιγραφή της κυκλοφορίας του αίματος (περιγράφεται κάποιο είδος αρτηριοφλεβικής επικοινωνίας = η φλέβα χορηγεί τροφή στην αρτηρία / η αρτηρία μεταδίδει θερμοκρασία στη φλέβα, «όθεν ούτε αρτηρία έστιν ευρείν χωρίς αίματος λεπτού, ούτε φλέβα χωρίς πνεύματος ατμώδους») (85/242). Ο Miguel Servet (1509-1553, κάηκε στην πυρά ως αιρετικός), που αμφισβήτησε τον Γαληνό υποδεικνύοντας την πνευμονική κυκλοφορία, ανήκει στη σειρά των προδρόμων της ανακάλυψης της κυκλοφορίας του αίματος από τον Harvey. Στην άποψη ότι είχε εμπνευστεί από τον Νεμέσιο αντιτάχθηκε ο Pierre Flourens στα μέσα του 19ου αιώνα, υποστηρίζοντας την προσκόλληση του Νεμέσιου στα γαληνικά δόγματα (Histoire de la découverte de la circulation du sang. Par P. Flourens. 2ème édition, Paris, Garnier Frères Libraires, 1857, 149-152).
Gert-Jan C. Lokhorst. The first theory about hemispheric specialization: fresh light on an old codex. The Journal of the History of Medicine and Allied Sciences, 1996, 51(3), 293-312. Στο τελευταίο αυτό άρθρο του αναθεωρεί την απόδοση του κώδικα στον Διοκλή της Καρύστου, τη χρονολόγηση και την ερμηνεία που είχε υποστηρίξει προγενέστερα: α) An ancient Greek theory of hemispheric specialization. Clio Medica, 1982, 17, 33-38, β) The oldest printed text on hemispheric specialization. Neurology, 1982, 32, 762, γ) Hemispheric differences before 1800, Behavioral and Brain Sciences, 1985, 8, 642.
Υπάρχουν δύο εγκέφαλοι, ο ένας (ο αριστερός) μας δίνει το λογικό, ο άλλος (ο δεξιός) μας παρέχει τις αισθήσεις. Η διάκριση των δύο λειτουργιών κρατούσε από τον Αλκμαίωνα τον Κροτωνιάτη (περίπου το 500 π.Χ.) και, φυσικά, ήταν κοινός τόπος να τοποθετούν διάφορες λειτουργίες σε διάφορα μέρη του σώματος, του εγκεφάλου μη εξαιρουμένου. Η «παρατήρηση» πως η αριστερή κοιλία της καρδιάς, όπως και οι αρτηρίες, φαινόταν να περιέχουν περισσότερο πνεύμα παρά αίμα (αντίθετα προς τις φλέβες) επέτρεψε να θεωρηθεί (κατά την ελληνιστική περίοδο) ο τόπος αυτός ως η έδρα της ψυχής, η «πνευματική κοιλία» της καρδιάς. Αυτή η «ανωτερότητα» της αριστερής καρδιάς (σε αντίθεση με την καθιερωμένη «ανωτερότητα» κάθε τι δεξιού) φαίνεται πως πέρασε στην αναφερθείσα προηγουμένως διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των ημισφαιρίων του εγκεφάλου με την απλή σκέψη ότι κάθε ημισφαίριο αρδεύεται από την ομόπλευρη κοιλία της καρδιάς.
Η θεωρία δεν βασίζεται βέβαια σε πειστικά επιχειρήματα ή οξυδερκή παρατήρηση.
Ch. Green, ό.π.
S. Kemp. The inner senses: a medieval theory of cognitive functioning in the ventricles of the brain. In W.G. Bringmann, H.E. Lück, R. Miller, & C.E. Early (Eds.), A Pictorial History of Psychology, Chicago, Quintessence Publ. Co., 1997, 8-12.
Yves De Smet, ό.π., 62-72.
F. Schiller, ό.π.
F. Laplassotte. Quelques étapes de la physiologie du cerveau du XVIIe au XIXe siècle. Annales. Économies, Sociétés, Civilisations, 1970, 25(3), 599-613.
F. Schiller, ό.π.
Clarke E., Dewhurst K., ό.π., 14.
Yves De Smet, ό.π., 14.
E. Clarke, K. Dewhurst, ό.π., 57.
Yves De Smet, ό.π., 69-82.
Αναφέρεται στο G. Lanteri-Laura. La laïcisation du cerveau: charnière des XVIIe et XIXe siècles. Psychologie Médicale, 1984, 16(6), 993-1002.
D.D. Maudgil. Changing interpretations of the human cortical pattern. Archives of Neurology, 1997, 54, 769-775.
A. Meyer. Historical aspects of cerebral anatomy. London, Oxford University Press, 1991.
E.C. Clarke, J.G. Bearn. The brain «glands» of Malpighi elucidated by practical history. Journal of the History of Medicine and Allied Sciences, 1968, 23(4), 309-330.
C.G. Gross. Emanuel Swedenborg: a neuroscientist before his time. The Neuroscientist, 1997, 3(2), 142-147.
G. Lanteri-Laura, ό.π., 38.
F. Schiller, ό.π.
R. Martensen. When the brain came out of the skull: Thomas Willis (1621-1675), anatomical technique and the formation of the «cerebral body» in seventeenth-century England. In F. Clifford Rose (Ed.), Short history of neurology. The British contribution 1660-1910. Butterworth Heinemann, London 1999, 19-35.
E. Clarke, K. Dewhurst, ό.π., 85-96.
Ζωρζ Λαντερί-Λορά. Ιστορία της φρενολογίας. Μτφ. Κώστα Πόταγα. Εισαγωγή Θανάσης Καράβατος. Εξάντας / Τρίαψις Λόγος Β’, 1999, 92.
E. Clarke, L.S. Jacyna. Nineteenth-century origins of neuroscientific concepts. University of California Press, Berkeley, 1987, 215.
G. Lanteri-Laura. La laïcisation du cerveau: charnière des XVIIe et XIXe siècles. Psychologie Médicale, 1984, 16(6), 993-1002.
F. Schiller, ό.π.
M. Hagner, ό.π.
F. Schiller, ό.π.
M. Hagner, ό.π.
Ζωρζ Λαντερί-Λορά, ό.π., 94-95.
R. Baud. L’âme et les sensations selon Charles Bonnet (1720-1793). Gesnerus, 1992, 49(3-4), 323-332.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.