Βενετσάνος Μαυρέας
Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής της
Ψυχιατρικής Κλινικής Παν/μιου Ιωαννίνων
σύναψις 01a [2005]
Οινόπνευμα και πολιτισμός:
Ιστορική αναδρομή έως τον 19ο αιώνα
Ιστορικά, η χρήση των οινοπνευματωδών καταγράφεται από τα πρώτα γραπτά κείμενα του ανθρώπινου πολιτισμού που έχουν διασωθεί. Συγκεκριμένα, στον πολιτισμό των Σουμερίων, το 2000 περίπου π.Χ., σε πλάκες με σφηνοειδή γραφή έχουν βρεθεί οδηγίες για την ιατρική χρήση της μπίρας. Δύο αιώνες αργότερα, στον Κώδικα του Χαμουραμπί, ανευρίσκονται τα πρώτα νομικά κείμενα στα οποία αναφέρεται το οινόπνευμα και αφορούν στους κανονισμούς για τα καταστήματα πώλησης ποτών στην αρχαία Βαβυλώνα. Τον 15ο π.Χ. αιώνα υπάρχουν και οι πρώτες αναφορές σε αιγυπτιακά κείμενα για την ιατρική χρήση οινοπνευματωδών, της μπίρας και του κρασιού. Το 15% των αιγυπτιακών παπύρων, που έχουν ιατρικές συνταγές, περιλαμβάνουν τη χρήση κρασιού ή μπίρας. Στο 19ο π.Χ. αιώνα, στην Αγιουρβεδική ιατρική στην Ινδία, χρησιμοποιούνται τα οινοπνευματώδη ποτά με θεραπευτικό σκοπό. Σε κείμενα αυτής της ιατρικής υπάρχουν και οι πρώτες περιγραφές της τοξίνωσης και της εξάρτησης από τα οινοπνευματώδη (Royal College of Psychiatrists 1986).
Η χρήση του οινοπνεύματος αποτέλεσε εξ αρχής σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης κουλτούρας. Η χρήση του περιλαμβάνεται σε θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές τόσο στην Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, όσο και στους Εβραίους. Περιγραφές της εμπορίας και της ευρείας κατανάλωσης του κρασιού στην αρχαία Αθήνα, ανευρίσκονται στα κείμενα της κλασσικής εποχής (Davidson 1997). Η πλήρης συζήτηση του θέματος της χρήσης των οινοπνευματωδών κατά την κλασσική εποχή, εκφεύγει του παρόντος και θα απαιτούσε τη συγγραφή ενός ξεχωριστού άρθρου. Επισημαίνεται, παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση σχετικά με τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου ως οφειλόμενο σε μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών (O’Brien 1980a, 1980b). Κι ακόμα, ότι στη Βίβλο, ο Ησαΐας καυτηριάζει την κατάχρηση του οινοπνεύματος από τους θρησκευτικούς ηγέτες των Εβραίων. Έτσι, λόγω των επακόλουθών της στην ανθρώπινη συμπεριφορά, αρκετές θρησκείες επέβαλαν έλεγχο της κατανάλωσης του οινοπνεύματος που έφθανε μέχρι την πλήρη αποχή. Το Ισλάμ, αρκετές προτεσταντικές σέχτες, ο Βουδισμός και ο Ινδουισμός απαγορεύουν πλήρως τη χρήση οινοπνεύματος. Υπάρχουν ελάχιστες περιοχές στον πλανήτη και ελάχιστες πολιτισμικές ομάδες στην ιστορία των οποίων είναι άγνωστη η χρήση του οινοπνεύματος. Ειδικότερα, χρήση οινοπνεύματος δεν αναφέρεται στους προκολομβιανούς Ινδιάνους, στους Μελανήσιους και Πολυνήσιους και στους Αυστραλούς Αβορίγινες. Η κατάκτηση της Β. Αμερικής έφερε το οινόπνευμα στους Ινδιάνους στους οποίους ήταν άγνωστο έως τότε.
Η έννοια του αλκοολισμού είναι σχετικά πρόσφατη και έχει την καταγωγή της στο 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα. Περιγραφές αλκοολικών παραληρημάτων έχουμε ήδη από τον Robert Burton στην Ανατομία της Μελαγχολίας (Burton 1621). Οι κοινωνικές αλλαγές στη Δ. Ευρώπη τον 18ο αιώνα, συνδέονται με την εμφάνιση της ιδέας και της έννοιας του αλκοολισμού.
Στις αρχές του 18ου αιώνα, το οινόπνευμα και τα οινοπνευματώδη χρησιμοποιούνται τόσο στις χριστιανικές θρησκευτικές τελετές, όσο και από τη φαρμακοποιία της εποχής. Το 1724, ο Peter Shaw, στο βιβλίο The Juice of Grape or Wine Preferable to Water τονίζει τη χρήση των οινοπνευματωδών ως τονωτικών φαρμάκων. Από τον 17ο αιώνα, με την εισαγωγή της βιομηχανικής γεωργίας στην Ευρώπη υπάρχουν εσοδείες δημητριακών που υπερκαλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού, με τη περίσσειά τους να χρησιμοποιείται για την κατασκευή αλκοολούχων ποτών με απόσταξη και, κατά συνέπεια, την αυξημένη προσφορά δυνατών ποτών. Κατά την εποχή αυτή παρουσιάζονται γνωστά σήμερα ποτά όπως το τζιν, που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες. Δημιουργούνται οι πρώτοι μεγάλοι παραγωγοί ποτών με υψηλή περιεκτικότητα σε αιθυλική αλκοόλη. Μέχρι τότε, η κατανάλωση αφορούσε κυρίως ποτά από οικιακή παραγωγή, κυρίως μπίρα και κρασί, ανάλογα με την προσφορά σε δημητριακά ή σταφύλια. Κατά το 1730-1750, τόσο στη Μ. Βρετανία, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, παρατηρείται μεγάλη προσφορά φθηνού ποτού (Porter 1988). Η εποχή αυτή περιγράφεται ως «τρέλα του τζιν» (Gin craze). Χαρακτηριστικές είναι οι λαϊκές χαλκογραφίες της εποχής από τον Hogarth, «η λεωφόρος του τζιν» (Gin Lane) και «η οδός της μπίρας» (Beer Street). Σε αυτές απεικονίζονται τα κακά που φέρνει στον άνθρωπο η μεγάλη κατανάλωση του οινοπνεύματος. Την εποχή αυτή, καταγράφονται 8.000 ποτοπωλεία στο Λονδίνο, ενώ το 1742 η κατανάλωση τζιν στη Μ. Βρετανία φθάνει τα 19.000.000 γαλόνια. Όπως ήταν φυσικό, η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων οινοπνευματωδών δημιούργησε σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, κυρίως λόγω της ευκολίας αγοράς και της μεγάλης προσφοράς φθηνού δυνατού ποτού και της τοξικής του δράσης σε μεγάλο αριθμό ατόμων (Porter 1988).
Οι πρώτες αντιδράσεις κατά τον 18ο αιώνα είναι καθαρά ηθικολογικές. Την ηθική απαξία της μέθης και της μεγάλης κατανάλωσης, ακολουθεί σύντομα η αντίθετη άποψη ότι στα άτομα που υποφέρουν από τη χρήση οινοπνευματωδών, δεν τους αρμόζει η ηθική απαξία αλλά η ιατρική φροντίδα αφού είναι άρρωστοι. Εκείνη την εποχή, η ιατρικοποίηση των προβλημάτων από τη χρήση οινοπνευματωδών έχει θετικά αποτελέσματα, συντελώντας στον αποστιγματισμό τους. Στο πλαίσιο αυτό, το ιατρικό σώμα της εποχής αρχίζει να ασχολείται με τις συνέπειες της χρήσης του οινοπνεύματος. Το 1730, ο Mandeville περιγράφει την κατασταλτική και χαλαρωτική δράση του οινοπνεύματος και το 1724 ο Cheyne το φαινόμενο της προοδευτικής ανάπτυξης της ανοχής στο οινόπνευμα και τη συνεπακόλουθη εξάρτηση, όπως και τα συμπτώματα της στέρησης. Ο Samuel Johnson, ο οποίος ήταν ο ίδιος βαρύς πότης οινοπνεύματος, συνιστούσε την αποχή, την οποία από ένα σημείο και μετά ακολούθησε και ο ίδιος (Porter 1988).
Μια βασική ιατρική πραγματεία που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην περιγραφή και καθιέρωση του αλκοολισμού ως ψυχικού προβλήματος, ήταν το βιβλίο του Thomas Trotter, An Essay, Medical, Philosophical and Chemical on Drunkenness and its Effects on the Human Body (Trotter 1804). Είναι η πρώτη φορά που ορίζεται ο αλκοολισμός ως ψυχική νόσος. Ο Trotter, ο οποίος ήταν οπαδός του Rousseau, θεωρούσε τα προβλήματα από τη χρήση των οινοπνευματωδών ως αποτέλεσμα του σύγχρονου πολιτισμού, συνδεδεμένα με το «νευρωτικό ταμπεραμέντο» (Nervous temperament) που αυτός προκαλεί. Ο Trotter περιγράφει με σαφήνεια όλο το σύνδρομο της αλκοολικής εξάρτησης και τα σωματικά επακόλουθα του οινοπνεύματος, θεωρώντας τα ως νόσο, συγκεκριμένα ως ψυχική νόσο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1813, ο Sutton περιγράφει το τρομώδες παραλήρημα (delirium tremens), ενώ ο von Brühl-Cramer θεωρεί τον αλκοολισμό ως σωματική νόσο την οποία ονομάζει «διψομανία». Ο Esquirol εντάσσει τον αλκοολισμό στη μεγάλη ομάδα των μονομανιών τις οποίες περιγράφει. Ο Rosh είναι ο πρώτος που εισάγει στον αλκοολισμό την κοινωνική διάσταση και πιστεύει πως είναι αποτέλεσμα συνδυασμού σωματικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο όρος αλκοολισμός οφείλεται στον Σουηδό Huss, ο οποίος τον εισήγαγε στα τέλη του 19ου αιώνα. Τέλος, την ίδια εποχή, αρχίζει να συζητείται το θέμα της κληρονομικότητας της διάθεσης για αλκοολισμό, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο αυτής της άποψης τον Morel (Porter 1988).
Οι περαιτέρω εξελίξεις στην ιστορία του αλκοολισμού και της διάγνωσής του, από τον 20ό αιώνα και μετά, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Σήμερα, όσον αφορά στη διάγνωση των διαταραχών από τη χρήση οινοπνευματωδών είναι διεθνώς αποδεκτά τα δύο επικρατούντα διαγνωστικά συστήματα, το ICD-10 του ΠΟΥ και το DSM-IV της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (WHO 1993, APA 1994) τα οποία θα συζητηθούν παρακάτω.
Οινόπνευμα και πολιτισμικό περιβάλλον
Το βασικό ερώτημα που τίθεται μετά την παραπάνω ιστορική αναδρομή είναι η σχέση αυτών των προβλημάτων με το πολιτισμικό περιβάλλον, δεδομένης της σχετικά πρόσφατης περιγραφής του αλκοολισμού ως ιατρικής κατάστασης. Σε μια προ 20ετίας ανασκόπηση του Heath (Heath 1986a, 1986b), η σχέση αυτή συνοψίζεται στα παρακάτω επτά σημεία:
Η χρήση του οινοπνεύματος είναι κοινωνική πράξη η οποία εμπεριέχει αξίες, στάσεις και νόρμες σχετικά με την κατανάλωσή του.
Αυτές οι αξίες, στάσεις και νόρμες επηρεάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα της χρήσης, χωρίς να αγνοούνται οι βιολογικές παράμετροι της χρήσης του οινοπνεύματος στον ανθρώπινο οργανισμό.
Η χρήση του οινοπνεύματος καθορίζεται από κοινωνικούς κανόνες οι οποίοι ορίζουν το ποιος πίνει και ποιος δεν πίνει, πόσο πίνει, τι πίνει, σε ποιο πλαίσιο πίνει, με ποιον πίνει. Αυτοί οι κανόνες περιβάλλονται από ισχυρά συναισθήματα που εμπεριέχουν την τιμωρία και την κοινωνική αξία και απαξία.
Η βασική κοινωνική αξία του οινοπνεύματος αφορά στη χαλάρωση και την κοινωνικοποίηση που αυτό προκαλεί.
Η συσχέτιση του οινοπνεύματος με ειδικά προβλήματα, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, κοινωνικών σχέσεων κ.λπ. είναι σχετικά σπάνια. Αυτό φυσικά δεν υπονοεί πως δεν προκύπτουν προβλήματα από τη σχέση του οινοπνεύματος, αλλά ότι μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες η χρήση του οινοπνεύματος σπάνια θα είναι τόσο μεγάλη ώστε να συνδεθεί με κάποιους παράγοντες ώστε να προκαλέσει προβλήματα.
Όπου παρατηρούνται προβλήματα σε σχέση με το οινόπνευμα, αυτά συνδέονται σαφώς με τον τρόπο κατανάλωσης και τις αξίες, τις στάσεις και τις νόρμες για τη χρήση του οινοπνεύματος.
Τέλος, ο έλεγχος των προβλημάτων μέσω της απαγόρευσης ποτέ δεν ήταν επιτυχής (είναι γνωστή η προσπάθεια της ποτοαπαγόρευσης στις Η.Π.Α.) εκτός αν αυτές οι προσπάθειες συνδέονταν με θρησκευτικούς ιερούς κανόνες και υπερφυσικές ή υπερβατικές δυνάμεις.
Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια δημιουργίας μιας τυπολογίας του πολιτισμικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, ανάλογα με τη στάση απέναντι στο οινόπνευμα, είναι αυτή που διαχωρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες σε «υγρές» και «ξηρές» (Room 1989, 2001). Η τυπολογία αυτή δεν στερείται, βέβαια, προβλημάτων (Room & Makela 2000), εφ’ όσον δεν μπορεί να περιγράψει όλες τις πολιτισμικές και κοινωνικές παραλλαγές που παρατηρούνται.
Στις ξηρές κοινωνίες, ήπια πρακτική αποτελεί η κοινωνική αποθάρρυνση της χρήσης του οινόπνευματος. Έχουν αναπτυχθεί ισχυρά κινήματα απαγόρευσης και ελέγχου της χρήσης και κρατικές προσπάθειες ελέγχου της κατανάλωσης μέσω συγκεκριμένου ωραρίου που αφορά στο πότε πίνει κανείς, πότε ανοίγουν τα καταστήματα πώλησης, της αδειοδότησης των καταστημάτων πώλησης, της χωροθέτησής τους, κ.λπ. Η χρήση οινοπνευματωδών δεν είναι ενσωματωμένη στην καθημερινή κοινωνική ζωή και αφορά μόνο τη διασκέδαση. Στις κοινωνίες αυτές, παρατηρείται υψηλό ποσοστό ατόμων με πλήρη απουσία χρήσης, ενώ παρατηρούνται συχνά επεισόδια βαριάς κατανάλωσης σε μικρό χρονικό διάστημα (κραιπάλη – binge). Επίσης, στις κοινωνίες αυτές, βρίσκουμε σημαντικά, εμφανή προβλήματα εξαιτίας της χρήσης (θάνατοι από τη χρήση, κοινωνικά προβλήματα, σχέση κατανάλωσης οινοπνεύματος και βıαίης συμπεριφοράς). Τυπικές ξηρές κοινωνίες είναι εκείνες των βορείων χωρών, όπως της Μ. Βρετανίας, των Η.Π.Α. και Σκανδιναβικών χωρών. Στις κοινωνίες αυτές αναπτύχθηκε η σύγχρονη έννοια του αλκοολισμού. Στις υγρές κοινωνίες δεν καλλιεργείται η αποθάρρυνση της χρήσης, εκτός εάν υπάρχουν προβλήματα σε ατομικό επίπεδο. Αντίθετα, η χρήση είναι ενσωματωμένη στην καθημερινή κοινων ική ζωή συνδεόμενη με τον πολιτισμό, την ιστορία και τη θρησκεία. Το ποσοστό του πληθυσμού που απέχει πλήρως από τη χρήσης είναι πολύ χαμηλό. Δεν έχουν αναπτυχθεί ισχυρά κινήματα απαγόρευσης και προσπάθειας ελέγχου της χρήσης. Τα εμφανή προβλήματα εξαιτίας της χρήσης σε αυτές τις κοινωνίες και τους πολιτισμού ς είναι σχετικά σπάνια. Μεταξύ αυτών των πολιτισμών, τυπικοί είναι οι πολιτισμοί της λεκάν ης της Μεσογείου όπου η έννοια του αλκοολισμού έχει εισαχθεί από άλλους πολιτισμούς.
Οι διαταραχές από τη χρήση οινοπνευματωδών στα σύγχρονα διαγνωστικά συστήματα
Οι σύγχρονες διαγνωστικές απόψεις για τον αλκοολισμό, όπως ελέγχθη ανωτέρω, συνοψίζονται νται στα νεώτερα διαγνωστικά συστήματα, το ICD-10 και το DSM-IV (WHO 1993, APA 1994). Oι μεταξύ τους διαφορές στον τομέα της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών, όπου περιλαμβάνεται και η χρήση των οινοπνευματωδών, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Για λόγους συντομίας θα αναφερθώ μόνο στο πρώτο.
Η 10η Διεθνής Ταξινόμηση των Νοσημάτων (ICD-10), ορίζει το οινόπνευμα ως ψυχοδραστική ουσία, με την έννοια πως τα αποτελέσματα από τη χρήση του εκδηλώνονται μέσω των ψυχικών λειτουργιών. Όσον αφορά τα οινοπνευματώδη, περιγράφονται οι παρακάτω διαταραχές:
Στη σύγχρονη ιατρική ονοματολογία, δεν υφίσταται ο όρος «αλκοολισμός». Παρ’ όλα αυτά, ο όρος έχει ακόμη ευρεία χρήση, τόσο στον ιατρικό χώρο, όσο και ευρύτερα, περιλαμβάνοντας την υπερβολική κατανάλωση, την εξάρτηση και τη βλάβη εξαιτίας της χρήσης οινοπνευματωδών (κατάχρηση). Επίσης περιλαμβάνει την επικίνδυνη χρήση ή κατανάλωση οινοπνευματωδών, μια έννοια που δεν υφίσταται στα διεθνή διαγνωστικά συστήματα και ορίζεται ως η κατανάλωση που αυξάνει την πιθανότητα μελλοντικής βλάβης. Αρκετοί ερευνητές έχουν επιχειρήσει να μετρήσουν την κατανάλωση οινοπνευματωδών σε ισοδύναμες μονάδες όσον αφορά στην ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης που περιέχονται στα διάφορα ποτά. Ενδεικτικά, μια μονάδα οινοπνευματωδών περιέχει 10-12 γραμμάρια αιθυλικής αλκοόλης και αντιστοιχεί σε ένα ποτήρι μπύρας (250ml), ένα ποτήρι κρασιού (125ml) ή μια μεζούρα δυνατών ποτών (30-40ml). Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, ως ασφαλή επίπεδα θεωρούνται η κατανάλωση έως 21 μονάδων την εβδομάδα για τους άνδρες και 14 για τις γυναίκες, ως επικίνδυνα πάνω από 50 μονάδων ανά εβδομάδα για τους άνδρες και πάνω από 35 για τις γυναίκες με τα ενδιάμεσα επίπεδα θεωρούμενα ως επισφαλή (Royal College of Psychiatrists 1986).
Η έρευνα των ΠΟΥ / ADAMHA: Cross-cultural Applicability Research Study for CIDI & SCAN Sections of Alcohol and Drugs
Θα παρατεθούν στη συνέχεια, ορισμένα στοιχεία για τις διαφορές ανάμεσα στα ξηρά και τα υγρά πολιτισμικά περιβάλλοντα, από μια μελέτη, στην οποία συμμετείχε η Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μελέτη αυτή, πραγματοποιήθηκε προ 10ετίας υπό την αιγίδα του Παγκόσμιο υ Οργανισμού Υγείας, με στόχο τη δημιουργία πολιτισμικά ευαίσθητων διαγνωστικών εργαλείων για την εκτίμηση των διαταραχών που οφείλονται στα οινοπνευματώδη και τις υπόλοιπες ψυχοδραστικές ουσίες (Room και συν 1996, Gureje και συν 1997). Ειδικοί στόχοι της έρευνας, που συνδύαζε ποιοτική και ποσοτική ερευνητική μεθοδολογία, ήταν η συλλογή πληροφοριών για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι διαταραχές γίνονται αντιληπτές σε διάφορα πολιτισμικά περιβάλλοντα, η συλλογή υποδείξεων για την εκτίμηση αυτών των προβλημάτων σε κάθε πολιτισμικό περιβάλλον, οὕτως ὥστε να υπάρξουν συγκρίσιμα και πολιτισμικ ά έγκυρα επιδημιολογικά στοιχεία. Ιδιαίτερος στός στόχος ήταν η διερεύνηση της πολιτισμικής συμβατότητας των διαγνωστικών κριτηρίων των κύριων διαγνωστικών ταξινομήσεων (ICD-10 και DSM-IV) των διαταραχών που οφείλονται σε ψυχοδραστικές ουσίες και οινόπνευμα. Η έρευνα αυτή έγινε στις παρακάτω εννέα χώρες: Τουρκία (Άγκυρα), Ελλάδα (Αθήνα), Ινδία (Bangalore), ΗΠΑ (Flagstaff Arizona σε περιοχή των Ινδιάνων Ναβάχο), Νιγηρία (Ibadan), Ρουμανία (Jebel), Μεξικό (Mexico City), Ισπανία (Santander), και Νότια Κορέα (Σεούλ). Στην έρευνα επιλέχθηκαν πολιτισμικά διαφορετικές περιοχές με διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τη χρήση οινοπνευματωδών, που κυμαίνονται από την πλήρη αποχή, έλλειψη και πρόσφατη εισαγωγή του οινοπνεύματος (Ινδιάνοι της Βόρειας Αμερικής, Νιγηρία) έως την περιοχές με μακρά χρήση του οινοπνεύματος στην ιστορία τους, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία.
Τα ποιοτικά αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω:
Η έννοια του αλκοολισμού σύμφωνα με τα σύγχρονα διαγνωστικά κριτήρια (εξάρτησης, κατάχρησης κ.λπ.) δεν είχε εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις.
Ορισμένα κριτήρια ήταν ασαφή, και τόσο αυτά, όσο και οι διαγνώσεις στις οποίες αναφέρονται, δε γίνονταν κατανοητές σε πολλά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Για παράδειγμα το προτεινόμενο για το DSM-IV κριτήριο του περιορισμού του ρεπερτορίου χρήσης του οινοπνεύματος (κατανάλωση οινοπνευματωδών με ψυχαναγκαστικό στερεότυπο τρόπο) απορρίφθηκε μετά τα αποτελέσματα της έρευνας λόγω έλλειψης κατανόησής του σε αρκετά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Ειδικότερα, το κριτήριο αυτό δεν είχε εφαρμογή σε χώρες με υγρές πολιτισμικές παραδόσεις.
Η ανοχή στη χρήση οινοπνεύματος (ανάγκη μεγαλύτερων δόσεων ώστε να προκύψουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ή η επίδραση του οινοπνεύματος στον ανθρώπινο οργανισμό γίνεται μικρότερη με την πάροδο του χρόνου) αναγνωριζόταν μεν σε όλα τα πολιτισμικά περιβάλλοντα, αλλά δε τη θεωρούσαν πάντοτε ως παθολογικό σημείο. Χαρακτηριστικά στην Ελλάδα και στην Ισπανία, η ανοχή θεωρείται ως θετικό σημείο και χαρακτηριστικό ανδρισμού, ενώ στις δυτικές κουλτούρες θεωρείται ως κριτήριο εξάρτησης.
Η έντονη επιθυμία για τη χρήση οινοπνευματωδών, γινόταν κατανοητή ως παθολογικό σύμπτωμα σχεδόν παντού, αλλά υπήρχε σύγχυση με άλλες έννοιες, όπως η απώλεια ελέγχου της κατανάλωσης. Στα υγρά πολιτισμικά περιβάλλοντα, ως παθολογική θεωρούνταν η έλλειψη ελέγχου στη χρήση του οινοπνεύματος και όχι στην ποσότητα, σε αντίθεση με τα ξηρά, όπου ο έλεγχος αφορούσε κυρίως στην ποσότητα κατανάλωσης.
Στα υγρά πολιτισμικά περιβάλλοντα η παραμέληση εναλλακτικών ευχαριστήσεων και αυξημένη κατανάλωση χρόνου για την αναζήτηση χρήσης οινοπνευματωδών, δεν γίνονταν ιδιαίτερα κατανοητά, εφ’ όσον τα οινοπνευματώδη είναι προσιτά και δεν απαιτούν ιδιαίτερη κατανάλωση χρόνου.
Όσον αφορά στην έννοια της οξείας τοξίκωσης (μέθης), σε ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, δεν υπήρχε ακριβές ισοδύναμο, εφ’ όσον η λέξη τοξίκωση δεν αφορά στο οινόπνευμα. Η λέξη μέθη και η έννοια της μέθης ταιριάζει περισσότερο σε αυτές τις περιπτώσεις.
Το στερητικό σύνδρομο ήταν ως έννοια γνωστό παντού αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχε μοναδικός κοινός όρος. Δεν υπήρχε κοινός όρος για το στερητικό σύνδρομο, ενώ ειδικότερα στη χώρα μας, υπήρχε σύγχυση με την «πρωινή καρηβαρία» (hangover).
Οι έννοιες της κατάχρησης οινοπνευματωδών και της επιβλαβούς χρήσης αναγνωρίζονταν σε όλα τα πολιτισμικά περιβάλλοντα. Αυτό δείχνει πως η επιλογή του Π.Ο.Υ. να μην υιοθετήσει την έννοια της κατάχρησης οινοπνευματωδών στο ICD-10 μη συμπεριλαμβάνοντας τα κοινωνικά, οικονομικά, οικογενειακά κ.λπ. προβλήματα μαζί με τα ψυχολογικά και σωματικά που προκαλούνται, ήταν συντηρητική, εφ’ όσον αυτά στα περισσότερα πολιτισμικά περιβάλλοντα τα γνωρίσματα της κατάχρησης αναγνωρίζονται και θεωρούνται ως συμπτώματα της παθολογικής αντίδρασης στα οινοπνευματώδη.
Στους Ινδιάνους Navajo δεν υφίσταται η έννοια της φυσιολογικής χρήσης οινοπνευματωδών. Το οινόπνευμα εισήχθη μόλις προ ολίγων αιώνων σε αυτούς και ως εξωγενής ουσία κάθε χρήση του θεωρείται ως παθολογική.
Τέλος, ο αλκοολισμός ή ο εθισμός στο οινόπνευμα ήταν αναγνωρίσιμα σε όλα τα πολιτισμικά περιβάλλοντα με την εξαίρεση της εξάρτησης. Στα υγρά περιβάλλοντα η εξάρτηση ισοδυναμούσε με την απώλεια ελέγχου της ποσότητας οινοπνεύματος, ενώ βρέθηκαν σημαντικές πολιτισμικές διαφορές στον ουδό της εξάρτησης, που βρέθηκε υψηλότερος στα υγρά πολιτισμικά περιβάλλοντα.
Συμπερασματικά, από τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας, φαίνεται πως η «νόσος» αλκοολισμός (στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα προβλήματα που προκαλούνται σε ατομικό επίπεδο από τα οινοπνευματώδη), αποτελεί μια κατασκευή η οποία υποδεικνύει υπαρκτά προβλήματα (σωματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά) τα οποία οφείλονται στη χρήση οινοπνεύματος, η εικόνα του όμως παραλλάσσει από πολιτισμό σε πολιτισμό και από κοινωνία σε κοινωνία.
Η προσπάθεια να δημιουργηθούν διεθνή κριτήρια για τα προβλήματα του αλκοολισμού, εφαρμόσιμων σε κάθε πολιτισμικό περιβάλλον, είχε μερική μόνο επιτυχία. Μια εναλλακτική λύση θα ήταν η προσαρμογή των κριτηρίων αυτών σε κάθε πολιτισμικό περιβάλλον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλες τις σημαντικές πολιτισμικές και κοινωνικές παραμέτρους οι οποίες συμβάλλουν τόσο στην αναγνώριση του προβλήματος όσο και στη θεραπευτική του αντιμετώπιση.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association (1994). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Version (DSM-IV). APA, Washington D.C.
Burton R (1621). The Anatomy of Melancholy. Ανατύπωση: New York Review of Books, New York 2001.
Davidson J (1997). Courtesans and Fishcakes. The consuming Passions of Classical Athens. Harper & Collins, London. Ελληνική έκδοση. Αρχαίοι Αθηναίοι. Ηδονές, Καταχρήσεις και Πάθη. Εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2003. Σελ. 77-120.
Gureje O, Mavreas V, Vazquez-Barquero JL, Janca A. Problems related to alcohol use: A cross-cultural perspective. Culture, Medicine and Psychiatry, 21, 199-211.
Heath DB (1986α). Drinking and drunkenness in transcultural perspective. Part I. Transcultural Psychiatric Research, XXIII, 7-42.
Heath DB (1986β). Drinking and drunkenness in transcultural perspective. Part II. Transcultural Psychiatric Research, XXIII, 103-125.
O’Brien JM (1980α). The enigma of Alexander. The alcohol factor. Annals of Scholarship, 1, 31-46.
O’Brien JM (1980β). Alexander and Dionysus. The invisible enemy. Annals of scholarship, 1, 83-105.
Porter R (1988). Introduction. Εισαγωγή στην επανέκδοση του βιβλίου του T. Trotter. Routledge, London.
Room R (1989). Responses to alcohol-related problems in an international perspective: Characterizing and explaining cultural wetness and dryness. Presented at an international conference “La ricerca Italiana sulle bevande alcoliche nel confronto internazionale”, Santo Stefano Belbo (CN) Italy, 22-23 Σεπτεμβρίου 1989. http://www.bks.no/response.htm.
Room R (2001). Intoxication and bad behaviour: understanding cultural differences in the link. Social Science and Medicine, 53, 189-198.
Room R, Janca A, Bennet LA, Schmidt L, Sartorius N (1996). WHO cross-cultural applicability research on diagnosis and assessment of substance use disorders: an overview of methods and selected results. Addiction, 91, 199-220.
Room R & Makela K (2000). Typologies of the cultural position of drinking. J. Stud. Alcohol., 61, 475-483.
Royal College of Psychiatrists (1986). Alcohol. Our Favourite Drug. Tavistock, London.
Trotter T (1804). An Essay, Medical, Philosophical and Chemical on Drunkenness and its Effects on the Human Body. Longman, London. Επανέκδοση Routledge, London, 1988.
World Health Organization (1993). The ICD-10 Classification of Mental and Behavioural Disorders. Diagnostic Criteria for Research. WHO, Geneva
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.