Θανάσης Τζαβάρας
Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής. Καθηγητής Μεθοδολογίας,
Ιστορίας και Θεωρίας των Νευροεπιστημών
στο Παν/μιο Αθηνών

σύναψις 02 [2005]

Έκσταση, καταπληξία, γλωσσολαλία

Η απορία μιας δυτικής κοινωνίας μπροστά σε δημοσίως αποκλίνοντα φαινόμενα κοινωνικής συμπεριφοράς, όπως αυτά που θα μας απασχολήσουν εδώ, δηλαδή η έκσταση, η καταπληξία και η γλωσσολαλία, διέπεται από την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν κατανοητά ή και να ερμηνευθούν από τους ειδικούς του συμπερκρέρεσθαι και της ψυχικής ισορροπίας, που είναι συνήθως οι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι ή και οι ψυχαναλυτές. Σε μια επιφανειακά ορθολογική σύγχρονη κοινωνία, παρεκκλίσεις του τύπου που αναφέρουμε φαίνεται να αποτελούν σημαντική εξαίρεση στην τρέχουσα ροή του κοινωνικώς είναι και του αξιοπρεπώς πράττειν και φέρεσθαι και οι εξαιρέσεις ανήκουν, κατά ψευδαισθητικό και παραπλανητικό τρόπο, σε άλλες κοινωνίες, άλλες κουλτούρες ή και σε άλλες εποχές. Εάν τώρα συμπληρώσουμε τη θέασή μας αυτών των φαινομένων με ιστορική και κυρίως ανθρωπολογική ματιά, τότε τα φαινόμενα της έκστασης, της καταπληξίας ή και της γλωσσολαλίας καθίστανται πιο τρέχοντα και καθημερινά, αλλά όχι αναγκαίως πιο κατανοητά, από τη στιγμή που έχουμε τη θεμελιακή παραδοχή ότι όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν τη σημασία τους μέσα σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα και σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Αρκεί βέβαια να είναι επαρκώς κωδικοποιημένες παρεκκλίσεις της ατομικής προσωπικότητας, ενσωματωμένες μέσα σε μία κοινωνική ταυτότητα και λειτουργία.

Pieter Bruegel Ο Πύργος της Βαβέλ1563
Pieter Bruegel Ο Πύργος της Βαβέλ1563

Στην ουσία, και παρόλο ότι όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν ιστορικο-γεωγραφική κατανομή, φαίνεται ότι η δαιμονολογία, ο σατα- νισμός, η καταπληξία και η σπάνια γλωσσολαλία, συναπαντώνται τις περισσότερες φορές σε ομαδικό επίπεδο. Τονίζουμε αυτή την έννοια της ομαδικότητας, για να έχουμε ευκολότερη επεξηγηματική πρόσβαση σε τέτοιας φύσεως φαινόμενα, δεδομένου ότι η ιστορική γνώση μας επιτρέπει να βεβαιώσουμε ότι φαινόμενα του τύπου δαιμονοπληξία, κ,λπ., εμφανίζονται, κατά παράδοξο για τη δυτική ιατρική σκέψη τρόπο, υπό μορφή επιδημίας, ακόμη και πανδημίας. Εδώ χρειάζεται κάποια επεξήγηση. Η έννοια της επιδημίας ιστορείται και κυρίως κατανοείται κατά κύριο λόγο από τότε που η δυτική ιατρική μπόρεσε να περιγράφει και να καταγράψει μετά σαφήνειας αιτιακές σχέσεις μεταξύ ενός νοσογόνου παράγοντα, π.χ. ενός ιού, και μιας συστηματικής ομαδικής νόσησης, π.χ. στη γρίπη. Η δυτική ορθολογικότητα, όμως, στέκεται εμβρόντητη μπροστά σε ιστορικά φαινόμενα «επιδημιών» δαιμονισμού ή συρροής μαγισσών σε ένα τόπο ή ακόμη και αυτού που ονομάζεται στη λαϊκή γλώσσα «ομαδική υστερία».

Η ποδηγέτηση των παρεκκλινουσών αυτών καταστάσεων από τα συμβολικά κοινωνικά νοήματα και συστήματα μας επιτρέπει να κατανοήσουμε -με την πιο δυνατή σαφήνεια- το πώς η κοινωνική ομάδα μπορεί να δέχεται σημεία ομαδικής «τρέλας» -όρα τελετές εκστασιασμού και καταπληξίας- και να αποκλείει συγχρόνως πάσα ατομική περίπτωση παρέκκλισης, να την καθιστά «παθολογία» και να την αποκλείει κοινωνικά, μέχρι σημείου βασανισμού, εξολόθρευσης και θανάτου. Γιατί εδώ είναι που πρέπει να διαπιστώσουμε την ύπαρξη και τη σημασία των ομαδικών συμβολικών συστημάτων, που συνήθως ονομάζουμε «θρησκείες» και που δεν είναι πάντα κατ’ ανάγκη οργανωμένες θρησκείες με «πιστεύω» και κανόνες, όπως η εβραιο-χριστιανική μας παράδοση μας έχει μάθει, αλλά απλά είναι τρόποι όπου στην ομαδικότητα ποδηγετείται και καθορίζεται το κοινωνικό γίγνεσθαι των ατόμων και η διαιώνιση της ομάδας. Ο κατάλογος αυτών των καταστάσεων είναι μακρότατος και δεν είναι το αντικείμενο αυτού του μικρού κειμένου.

Στην όποια περίπτωση, σε τελική ανάλυση κάθε τέτοιο σύστημα έχει αγχολυτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι προσπαθεί να διαχειριστεί το άγχος του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο.

Το πώς ονομάζαμε και χρησιμοποιούσαμε τους δαίμονες και διαβόλους, το τι εξουσιοδότηση υπήρχε στις καταστάσεις κατα- ληψίας ή μαγείας, παρουσιάζουν για τη σύγχρονη κατανόηση ένα μείζον ενδιαφέρον, γιατί ξέρουμε πως όποια θεωρία και να ακολουθήσουμε, το «θαύμα» παραμένει ακέραιο. Τουτέστιν, το δυσεξήγητο, το άγνωστο, το ξένο και το αγχογόνο «άλλο» οργανώνονται και φτιάχνουν ένα σύστημα, το οποίο επιτρέπει την κοινωνική εγγραφή του ατόμου και τον έλεγχο της κοινωνικής ομάδας. Μας είναι γνωστό ότι η δαιμονολογία και ο σατανισμός εξακολουθούν και εμφανίζονται ως μέγιστο αντίπαλο δέος για τους αγαθούς και καλούς χριστιανούς και δεν είναι τυχαίο πως κάθε φορά που κάποιοι παρεκκλίνοντες μέσα στην κοινωνία μας εφιππεύουν εισαγόμενες και ασαφείς θεωρίες για το σατανισμό και τη μαύρη μαγεία, καλώς σκεπτόμενοι και θρη- σκειο-πολιτικά ορθοί κοινωνικοί δράστες, σπεύδουν με ομόλογες ιεροτελεστίες να ξορκίσουν το κακό. Ξορκίζω το κακό, σημαίνει ότι η ισχύς αυτού του κακού μπορεί να είναι μεταδοτική, σαν την πανούκλα παραδείγματος χάρη, και πρέπει να σπεύσουμε να προσφέρουμε στον κόσμο ένα αντίδοτο, το οποίο όμως είχε και θα έχει πάντα «ομοιοπα- θητικό» χαρακτήρα.

Ορίστε το κείμενο με την πλήρη αποκατάσταση των ελληνικών χαρακτήρων, των τόνων και των σημείων στίξης:

Με πιο επιστημονικούς όρους, τα προβλήματα που τίθενται από τις καταστάσεις έκστασης, την καταπληξία ή ακόμη και τη γλωσσολαλία, θέτουν κατ’ ουσίαν το πρόβλημα της λειτουργίας της «συνείδησης», εδώ νοούμενης ως φυσικής λειτουργίας του εγκεφάλου και μείζονος ψυχολογικής λειτουργίας της ύπαρξής μας. Το συνειδητό υποκείμενο αποφασίζει, με τον πιο σαφή (κατά το δυνατόν) τρόπο, για τα ψυχικά του συμφέροντα, έτσι όπως εναρμονίζονται με τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, τα φαινόμενα και οι συμπεριφορές που μας απασχολούν εδώ, ανήκουν στο χώρο του μη ελέγχου, της μη ελευθερίας της βούλησης και κατά συνέπεια διέπονται από τη δυναμική σχέση μεταξύ συνειδητών και μη συνειδητών στοιχείων της ανθρώπινης υπόστασης.

Για τον δυτικό επιστήμονα δεν είναι τυχαίο πως όλα αυτά τα φαινόμενα έκστασης, καταπληξίας και γλωσσολαλίας θυμίζουν, χωρίς κίνδυνο λάθους, τη συμπτωματολογία της «υστερίας» και των υστερικών κρίσεων. Γιατί αυτή η ιδιοτυπία της νευρωτικής δομής, που είναι η «υστερία», που ισχύει για άντρες και γυναίκες, χαρακτηρίζεται από εκείνη την έλλειψη ψυχικής αυτονομίας που παράγεται από το γεγονός της αναζήτησης της προσωπικής μας επιθυμίας στις επιθυμίες των άλλων. Έτσι, το υστερικό φαινόμενο, μέσα από τις περιγραφές που η ψυχανάλυση μας έμαθε να κάνουμε για τα φαινόμενα της μεταβίβασης, αποτελεί ένα νόμιμο τρόπο κατανόησης όλων των παρεκκλινουσών καταστάσεων, με τη μόνη βασική διαφορά ότι η υστερία στις δυτικές κοινωνίες είναι απαξιωμένη, δεν έχει πέραση πια και έχει γραφτεί στον κατάλογο των νευρώσεων, ή ακόμη πιο απαξιωτικά στα φαινόμενα του οιστριονισμού, ενώ στις κοινωνικά κωδικοποιημένες παρεκκλίσεις προσωπικότητας, που μας απασχολούν εδώ, το ιερόν του πράγματος σώζει την κατάσταση.

Ας πάρουμε επιμέρους την προσέγγιση του φαινομένου της έκστασης. Δεν πρόκειται για μια πρόσφατη διάγνωση μιας ψυχικής κατάστασης η οποία έλκει την προσοχή μας, επειδή το άτομο χάνει την τρέχουσα επαφή με την πραγματικότητα και φαίνεται να ανήκει αλλού. Και μόνο η καταγωγή της λέξης «έκ-στασις» δηλώνει αυτό το κάποιο αλλού, το οποίο, ανάλογα με τη θεωρία της προσέγγισης, ανήκει σε ένα δέον, π.χ. για τους νεοπλατωνικούς, σε μια φιλοσοφική επιδίωξη μετακίνησης σε κάτι άλλο-έξω από τον εαυτό, για τους φαινομενολόγους, σε μια ειδική ψυχοπαθολογική κατάσταση, που το 1901 ο Pierre Janet συστηματοποίησε και κατονόμασε ως την ψυχοπαθολογική υστερική κατάσταση που εμπεριέχει μυστικιστικές προεκτάσεις, απώλεια της επαφής με τον έξω κόσμο, ανείπωτη χαρά μαζί με αγωνία, εν τέλει μια κατάσταση την οποία μπορούμε να συναντήσουμε, εξίσου, είτε σε «φυσιολογικούς» ανθρώπους σε στιγμές έντονης θρησκευτικής δραστηριότητας, είτε και σε καλά οργανωμένες παθολογικές προσωπικότητες.

Στάση έκστασης.  Από την Κλινική του Charcot, 1878
Στάση έκστασης. Από την Κλινική του Charcot, 1878

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί εδώ ότι, για να δημιουργηθούν αυτές οι ψυχικές καταστάσεις, χρειάζονται τουλάχιστον δύο δράστες: ο θεός και ο πιστός, ο πιστός και ο ιεροκήρυκας, ο θεραπευτής και ο ασθενής. Η μόνη δυνατή προσέγγιση για αυτά τα φαινόμενα είναι η κατανόηση μέσω της ισχύος της μεταβίβασης, για την οποία η πιο σαφής αναλογία είναι οι καταστάσεις ύπνωσης. Εδώ, ο υπνωτιστής και ο υπνωτιζόμενος αποτελούν δυάδα που είναι το πρότυπο κάθε κατάστασης, η οποία μας αναδεικνύει ένα υποκείμενο έρμαιο ενός άλλου ή ενός αλλού, ανεξάρτητα από τον τελικό σκοπό του εγχειρήματος. Κι ας τονιστεί ότι αυτές οι καταστάσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας συχνά- πυκνά έχουν ευοδωθεί και ενισχυθεί από τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Τις ψυχοτρόπες ουσίες τις συναντάμε σε πολλές παραδοσιακές ιεροτελεστίες, που καθοδηγούνται από ιερείς και μάγους, οι οποίοι κατά κανόνα είναι και αυτοί σε κατάσταση έκστασης. Αρκεί εδώ να θυμίσουμε τη συνειδησιακή κατάσταση της Πυθίας των Δελφών, των σαμάνων και ποικίλων ιερέων και ιερειών. Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι η πρόσφατη κατασκευή στο δυτικό κόσμο, νεόκοπων τεχνητών παραδείσων, όπως το χημικό μείγμα αμφεταμίνης και άλλων ουσιών, ονομάστηκε διαφημιστικά «ecstasy», με προφανή σκοπό την καλύτερη εμπορική επιτυχία της προς πώληση ουσίας. Εάν θα έπρεπε να δώσουμε εδώ μια διαγνωστική κλείδα για την κατανόηση της έκστασης, θα πρέπει να επισημάνουμε τη σημαντική αξία του κοινωνικώς αποδεκτού της έκστασης, μέσα στο πλαίσιο τελετών και ιεροτελεστιών, στην οποία περίπτωση δεν μιλάμε για παθολογία, έστω και αν αυτά τα φαινόμενα μπορεί να οδηγούν σε βλαβερά για το άτομο και την κοινωνία αποτελέσματα. Σχετικά τώρα με την καταπληξία, δεν έχουμε να διδαχθούμε πολλά πράγματα από την κοινωνική ανθρωπολογία ή ακόμη και την ιστορία, γιατί αυτό το φαινόμενο -που κατονομάζει ξαφνική και γενικευμένη έκπτωση του μυϊκού τόνου σε άτομα εν εγρηγόρσει- εάν αναφέρεται ως ερώτημα σε αυτό εδώ το πλαίσιο, είναι διότι η άγνοια αιώνων δεν μπορούσε να κατανοήσει ποικίλα φαινόμενα όπως η καταπληξία, η ναρκοληψία ή ακόμη και η τρέχουσα επιληψία. Το δεύτερο συνθετικό των όρων αυτών, που προέρχεται από το ρήμα λαμβάνω, υπονοεί την ύπαρξη μιας εξωτερικής δύναμης η οποία επιλαμβάνεται ή καταλαμβάνει το άτομο και τούτο για υπερφυσικούς λόγους. Δεν είναι τυχαίο ότι την επιληψία την ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες «ιερά νόσο». Όλα αυτά τα φαινόμενα μας είναι σήμερα γνωστό ότι ανήκουν στην εγκεφαλική παθολογία, έχουν καθαρά φυσική εξήγηση και κυρίως θεραπεύονται με πολύ ικανοποιητικό τρόπο.

Υστερία. Κλινικό Μάθημα του Charcot, 1887
Υστερία. Κλινικό Μάθημα του Charcot, 1887

Η τελευταία περίπτωση που μας απασχολεί σήμερα, δηλαδή η γλωσσολαλία, παρουσιάζει ένα λίαν προκλητικό ενδιαφέρον. Σχηματικά λεγμένο, αμόρφωτα, αλλά υπό το κράτος ειδικών ψυχικών συνθηκών υποκείμενα μπορούν να αρχίσουν να μιλάνε πολλές άγνωστές τους γλώσσες. Αυτό το φαινόμενο, το οποίο έχει ιεροποιηθεί με τα καταγεγραμμένα γεγονότα στη Βίβλο κατά τη διάρκεια της Πεντηκοστής, εξακολουθεί και εξάπτει τη φαντασία των κοινών θνητών, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει κάποια επιστημονική μελέτη σχετικά με την ορθότητα και σαφήνεια των ομιλουμένων υπό αυτές τις συνθήκες γλωσσών. Αυτό που γνωρίζουμε, και κυρίως μετά τη συστηματοποίηση στον 20° αιώνα των Πεντηκοστιανών Εκκλησιών,

είναι ότι σε ομαδικές ιεροτελεστικές συγκεντρώσεις ομάδες πιστών, κατά κανόνα σε κατάσταση έκστασης, αρχίζουν και «μιλάνε διάφορες γλώσσες», χωρίς ποτέ κανένας να κατέγραψε εάν πρόκειται για πραγματικές γλώσσες. Επιπλέον η γλωσσολαλία απετέλε- σε για μια ομάδα Προτεσταντών το Holiness Movement, τη μοναδική απόδειξη της νέας γέννησης μετά το βάπτισμα στο Χριστιανισμό. Μάλιστα, το ιστορικό γεγονός, που είναι γνωστό ως το ξύπνημα της Azuza Street, στις 9 Απριλίου 1906, απετέλεσε μείζονα τόπο προσκυνήματος για τους ξαναγεννημένους χριστιανούς των ΗΠΑ, αλλά και άλλων χωρών που προσηλυτίστηκαν σε αυτή την κίνηση, θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η δυνατότητα να μιλήσουν πολλές γλώσσες οι άνθρωποι είναι ένα από τα θεμελιακά φαντάσματα πάσης θρησκείας και ο Πύργος της Βαβέλ είναι το κύριο αντι-μοντέλο του αμαρτωλού και πεπτεκώτος ανθρώπου που δε μιλούσε πια τη γλώσσα των αγγέλων. Από τους βαρβάρους των αρχαίων Ελλήνων (αυτοί που μιλάγανε βαρ-βαρ-βαρ) μέχρι την πεποίθηση των Πεντηκοστιανών, ότι οι μόνοι οι οποίοι έχουν πρόσβαση στη γλωσσολαλία είναι οι

καλώς σκεπτόμενοι λευκοί Αμερικάνοι, διαπιστώνουμε σαφώς ότι η γλωσσολαλία είναι μια άπελπις προσπάθεια να ποδηγετηθούν οι ανθρώπινες διαφορές και ο ρατσιστικός φόβος του όλου και ως εκ τούτου να ενωθούν οι άνθρωποι, έστω και αν μερικές φορές στην κλινική ψυχοπαθολογία μπορούμε να συναντάμε τέτοια φαινόμενα σε σπάνιες, καλά οργανωμένες, ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες.

Εν κατακλείδι, αυτά τα φαινόμενα που μας απασχόλησαν εδώ είναι φαινόμενα στα όρια μεταξύ κουλτούρας και ψυχοπαθολογίας και θα ήταν μάταιο να γίνει προσπάθεια να κατανοηθούν αποκλειστικά και μόνο με τα εργαλεία της δυτικής επιστήμης. Είναι σίγουρο ότι, παρόλη την απαξία τέτοιων ομαδικών φαινομένων στην οργάνωση της δυτικής κοινωνίας, οι ίδιοι ψυχοκοινωνικοί μηχανισμοί παραμένουν εν λειτουργία στα πλαίσια θρησκειών, πολιτικών κομμάτων, αθλητικών δραστηριοτήτων, τέλος πάντων όλων εκείνων των φαινομένων που διαθέτουν εν δυνάμει την πιθανότητα ποδηγέτησης της ελευθερίας και της αυτονομίας του ανθρωπίνου υποκειμένου.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.