Παύλος Νταφούλης,
Θανάσης Καράβατος
σύναψις 02 [2005]
Ο Παύλος Νιαφούλης είναι Λοχαγός Ψυχίατρος και Επιστημονικός Συνεργάτης στην Ιστορία της Ιατρικής του ΑΠΘ
Ο Θανάσης Καράβατος είναι Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής στο ΑΠΘ
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγοραφοβίας είναι ο φόβος κάποιου να βρεθεί σε τόπους ή καταστάσεις όπου η διαφυγή μπορεί να είναι δύσκολη ή να προκαλεί αμηχανία ή όπου δεν θα υπάρξει δυνατότητα βοήθειας αν προκύψει κρίση πανικού. Ο ορισμός της διαταραχής αυτής είναι σύγχρονος (ανήκει στο DSM-IV), η ονομασία της όμως αριθμεί σχεδόν 150 χρόνια, κι εκεί, στις πρώτες ρίζες, ο νοσο- γραφικός της διαχωρισμός είχε αναπτυχθεί για να περιγράφει το άγχος ασθενών που δεν παρουσίαζαν «λαβυρινθικό ίλιγγο», μια αναγνωρισμένη από το 1860 νευρολογική διαταραχή. Το βασικό ερώτημα που ετίθετο τότε ήταν εάν η αγοραφοβία αποτελούσε έναν τύπο ιλίγγου, εάν ήταν συνέπειά του, ή όριζε μια ξεχωριστή κλινική οντότητα.1 Ως γνωστόν, ο «χάρτης» των ασθενειών τροποποιείται στο πέρασμα των χρόνων, ακολουθώντας είτε την αλλαγή των «όρων», είτε τον εκ νέου προσδιορισμό του «περιεχομένου» τους, καμιά φορά και των δυο μαζί. Το ενδιαφέρον είναι, προφανώς, τόσο ιστορικό όσο και επιστημολογικό.
Ο Σιμωνίδης Βλαβιανός -ο ιδρυτής της Ψυχιατρικής και Νευρολογικής ως(1902)- θα καταφύγει στα ιπποκρατικά κείμενα για να αναζητήσει την αρχή της νόσου. «Αι λέξεις εισί μόνο νέαι, αλλά τα γεγονότα παρετηρήθησαν εις την αρχαιότητα, η δε περιγραφή αυτών χρονολογείται προ είκοσι και τριών τουλάχιστον αιώνων. Ούτω, τους διαφόρους φόβους είχον ήδη αισθανθεί οι πελάται του Ιπποκράτους». Γι αυτό και μεμφό- ταν τον Ευθύμιο Βαρδακουλά, συγγραφέα ενός σημαντικού περί Φοβοπαθείας συγγράμματος (1904), ο οποίος απέδιδε «την γνώσιν [ταύτην] εις την προ τριακονταετίας περιγραφήν του Westphal, δόντος τη νόσω το όνομα αγοραφοβία ή μάλλον [σε μία) των εκδηλώσεων της νόσου φοβοπαθείας». Ο Βλαβιανός μάλιστα είχε κιόλας παρουσιάσει «εις Παρισί- ους, εν έτει 1899, εις την εκεί Εταιρείαν της Υπνολογίας και Ψυχολογίας, υπό τον τίτλον Η θεραπεία των φόβων εν γένει και ιδία της αγορφοβίαςκ το ιπποκρατικό «περιστατικό» του, που μάλλον θυμίζει την «υψοφοβία»: «Ο Δημοκλής εφαίνετο έχων την όρασιν εσκοτι- σμένην [ αμβλυώσσεΜκαι το σώμα όλως χαλαρόν [λυσισωματεΜ. Δεν ηδύνατο να διέλ- θη ούτε πλησίον κρημνού, ούτε επί γεφύρας, ούτε άνωθεν χάνδακος, ουδέ του μάλλον αβα- θούς, αλλ’ έδει να διέλθη 6Γ αυτού του χάνδακος· τούτο επισυνέβη αυτώ επ’ αρκετόν χρόνον».2 Στόχευση του Βλαβιανού ήταν να διεκδι- κήσει απλώς «το κεφάλαιον της προγονικής δόξης και εύκλειας». Πληρέστερη η σύγχρονη διερεύνηση των Balaban και Jacob, που ανατρέχουν στους ιπποκρατικούς όρους δίνος, ίλιγγος, σκοτοδινία, κι ύστερα στο Γαληνό, τον Αβικέννα και τους γιατρούς της Αναγέννησης, για να φτάσουν στα μισό του 19ου αιώνα, όταν οι όροι αυτοί εντάχθηκαν στη νευ- ρολογική νοσολογία εντός της οποίας θα τεθεί και ο προβληματισμός που προαναφέ- ραμε για τη σχέση με ή τη διάκριση τους από την «αγοραφοβία».3 Το όνομα αυτό δεν είναι το πρώτο της νόσου. Το 1865, ο Moritz Benediktmv είχε ονομάσει Platzschwindel (Platz = δημόσιος χώρος, Schwindel = ίλιγος) για να ορίσει μια μορφή «οπτικού ιλίγγου», οφειλόμενη σε διαταραχή των οφθαλμικών μυών, την οποία περιέγραφε ως εξής: «αυτή η σπάνια κατάσταση συνίστα- ται στο ότι τα άτομα αισθάνονται άνετα στο δωμάτιό τους ή σε στενούς δρόμους, εντούτοις, έτσι και βρεθούν σε φαρδύ δρόμο ή, ειδικότερα, σε μια ανοιχτή πλατεία, αρχίζουν να καταλαμβάνονται από ίλιγγο, όσο και από φόβο και αναστάτωση, ή από τον φόβο ότι δεν θα τολμήσουν να διασχίσουν ένα τέτοιο μέρος».4 Το 1871, ο Carl Friedriech Otto Westphal, δημοσιεύοντας τρεις περιπτώσεις ασθενών, θα ονομάσει τη νόσο «αγοραφοβία»,5 ανοίγοντας έτσι την αυλαία στην εποχή που «αποτέλεσε την belle epoque των φοβιών» στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με τον «κατακλυσμό», κατά τον Ribot, πλήθους φοβιών, ανάμεσά τους ακόμα και η triakaidekaphobia (τριακαιδεκαφοβία), ο φόβος του αριθμού 13.8 Ένας μηχανικός και δύο έμποροι απέκτησαν έτσι μία θέση στο πάνθεον των (λίγο ή πολύ) γνωστών (διασήμων μερικές φορές) ασθενών της Ψυχιατρικής. Ο ελληνογενής όρος του Westphal ήταν αυτός που τελικά επικράτησε. Στη διαμάχη τους για την ονομασία, ο Benedikt θα αναφέρει το 1867 ότι ο δικός του όρος διέθετε ιστορική προτεραιότητα, καθώς αυτός που πρώτος είχε αναφέρει τον όρο Platzscwindel ήταν ο Wilhelm Griesinger, ο γνωστός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.7
Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ήταν του συρμού η χρήση ελληνικών λέξεων για τα νοσήματα που προσδιορίζονταν πρώτη φορά, αν και πολλές φορές η χρήση που επεφύλασ- σαν οι ερευνητές σε αρχαιοελληνικές λέξεις δεν ήταν η καλύτερη, εξ ου και οι (αλυσιτελείς) απόπειρες «να βρεθεί λύση».8 Στην περίπτωση της αγοραφοβίας δεν ετέθη ποτέ τέτοιο πρόβλημα. Εντούτοις, δημιουργείται ενίοτε στο πλατύ ελληνικό κοινό η εντύπωση πως πρόκειται για φόβο των καταστημάτων ή φόβο κάποιου να αγοράσει, ακόμα και για το φόβο των …αγοριών. Είναι προφανές ότι στην αλλοδαπή, στις χώρες παραγωγής επιστημονικής γνώσης, η άντληση λέξεων από το ορυχείο της ελληνικής γλώσσας, για να καλυφθούν οι ανάγκες της επιστημονικής νεολο- γίας, δεν παρήγαγε παρόμοια προβλήματα καθώς εκεί η ελληνική λέξη-όρος παίζει πάντα το ρόλο ενός νέου «σήματος»9. Το πρόβλημα επανέκαμπτε φυσικά στην περίπτωση της εισαγωγής των ελληνογενών όρων στην Ελλάδα. Γι αυτό και η χρήση των νέων όρων στη χώρα μας μπορούσε να παραμείνει για καιρό αβέβαιη και προβληματική, όπως για παράδειγμα στη περίπτωση των όρων νεύρωση και ψύχωση.™
Είναι προφανές ότι οι αλλαγές στην ιατρική ορολογία εκφράζουν και αλλαγές στις παθοφυσιολογικές αντιλήψεις. Όπως συνέβη και στην περίπτωση του Westphal που απέρρι- ψε τον όρο Platzscwindel γιατί δεν δεχόταν τον ίλιγγο ως σύμπτωμα της διαταραχής, θεωρούσε πιθανότερη κάποια γενικότερη αιτία από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Πίστευε, μάλιστα, πως η διαταραχή ήταν επι- ληπτοειδούς φύσεως, αφού τα συμπτώματα έμοιαζαν με αυτά της επιληπτικής αύρας. Γι αυτό και συνιστούσε, σύμφωνα με τις τότε κρατούσες αντιλήψεις, την εφαρμογή υδροθεραπείας και ηλεκτροθεραπείας για τη θεραπεία των αρρώστων που χαρακτήριζε αγοραφοβικούς, ακριβώς για να τους διακρίνει από άλλους «φοβικούς», επειδή «η εκδήλωση των συγκινησιακών διαταραχών (φόβος και άγχος) συνδέεται με εξωτερικές συνθή-
κες και καταστάσεις, η απομάκρυνση των οποίων τις εξαφανίζει».
Το 1872, ο Emil Cordes, διαφωνώντας τόσο με τον Benedikt όσο και με τον Westphal και τονίζοντας περισσότερο τη σημασία της «νευρικότητας» παρά της φοβίας, χρησιμοποίησε τους όρους Platz-angst (άγχος) και Platz-furcht (φόβος) για να περιγράφει μια αγχώδη κατάσταση που σήμερα θα ονομάζαμε κρίση πανικού σε ανοιχτούς χώρους.’1 Συμφωνούσε, πάντως, με τον Westphal ότι δεν επρόκειτο ούτε για ίλιγγο, ούτε για δευτερογενή συμπτωματολογία σε σοβαρές περιπτώσεις ιλίγγου.
Η δημοσίευση του Westphal έγινε πολύ σύντομα γνωστή εκτός Γερμανίας. Για παράδειγμα, το 1872, ένας αγοραφοβικός αμερικα- νός γιατρός, ο John Jackson, δημοσίευσε σχετικό άρθρο στο περιοδικό The Clinic, προτείνο- ντας καταλληλότερες, κατ’ αυτόν, ονομασίες, όπως isolophobia, eisophobia, ή autophobia’2 -για άλλη μία φορά, προβληματικοί οι ελληνο- γενείς νεολογισμοί. Την ίδια χρονιά, ο σουη- δός Bjornstrom ανακοίνωσε πρώτος την παρατήρηση της διαταραχής σε θήλυ άτομο,’3 για να ακολουθήσει ο Perroud (1873), με τρία άλλα περιστατικά, προτείνοντας τη διάκριση μεταξύ «terreur de places» και «vertige de places», αλλά και την δια εκθέσεως θεραπεία: «ο αγοραφοβικός πρέπει να συνηθίσει τον εαυτό το στο ξεπέρασμα του τρόμου του, αρχίζοντας σταδιακά (…) σήμερα από ένα στενό δρόμο, αύριο μια μικρή πλατεία, αργότερα έναν ευρύτερο δημόσιο χώρο, με έναν συνοδό σε μικρή απόσταση που θα αυξάνει προοδευτικά»).’4
Ο Benedikt επανήλθε το 1876, αντιτιθέμε- νος και στον Cordes και στον Westphal που ικανοποιούνταν με τις δύο μορφές του «ιλίγ- γου-χώρου» (Raum-schwindel): το γνωστό Platz-schwindel η ου επέρχεται όταν το βλέμμα στραφεί απότομα οριζοντίως και το schwindel όταν στραφεί καθέτως. Ο Benedikt επέμενε ότι η αγοραφοβία είναι το πρώτο που, μαζί με τον ίλιγγο-ύψους, δεν τα θεωρούσε ως φοβίες.
Η ενασχόληση με την αγοραφοβία ήταν πλέον παγκόσμια επιστημονική υπόθεση και, για την ακρίβεια, όχι μόνο επιστημονική. Διάσημοι συγγραφείς της εποχής συμπεριέλαβαν αγοραφοβικούς χαρακτήρες στα έργα τους. Η τέχνη δανειζόταν πάντα από τη μεγάλη δεξαμενή των επιστημονικών γνώσεων κάθε εποχής. Κοινός τόπος για την παραγωγή και της επιστήμης και της τέχνης είναι η κοινωνία. Αυτονόητα, λοιπόν, όχι μόνο πορεύονται σε παράλληλους δρόμους αλλά και αλλη- λοδιαπλέκονται έτσι ώστε συχνά ο επιστημονικός λόγος να μεταφέρεται στο ευρύτερο κοινό μέσω της λογοτεχνίας.15 Παράδειγμα στην περίπτωση που μελετάμε, η συγγραφέας Marry Ann Evans, γνωστή περισσότερο με το ανδρικό ψευδώνυμο George Elliot, συνάντησε το 1870 τον Westphal στην Κλινική του κι αυτή η γνωριμία φαίνεται πως επηρέασε την περιγραφή της ηρωίδας Gwendolen (στο μυθιστόρημά της Daniel Deronda) ως φοβικής·. «στην ιδέα ότι μπορούσε να της συμβεί το ίδιο ένιωθε ντροπή και φόβο μαζί, καθώς θυμόταν το ρίγος που την κατέλαβε όταν αισθάνθηκε ότι ήταν μόνη, όπως για παράδειγμα όταν περπατούσε χωρίς να την συνοδεύει κανείς κι έβλεπε κάποιες απότομες αλλαγές στο φωτισμό. Το να βρίσκεται μόνη σε έναν ανοιχτό χώρο της προκαλούσε μια απροσδιόριστη αίσθηση κάποιων αμέτρητων υπάρξεων πέρα κα γύρω από αυτή, ανάμεσα στις οποίες έβρισκε τον εαυτό της ανίκανο να επιβληθεί».16
Μέσα στις διεθνείς γεωπολιτικές συνθήκες που διαμόρφωσε ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος το 1870, με την οδυνηρή ήττα των Γάλλων, μέσα σε μία άκρως σοβινιστική ατμόσφαιρα, δεν έλειψαν οι επιστημονικές υπερβολές και τα φαινόμενα ρεβανσισμού.17 Φυσικά οι διαφορές μεταξύ Γάλλων και Γερμανών ψυχιάτρων οφείλονταν και στη διαφορετική κουλτούρα και επιστημονική παράδοση.18 Οι Γάλλοι λοιπόν άλλαξαν το τοπίο στην ενδογερμανική διένεξη για την ονομασία της διαταραχής, αλλά ουσιαστικά και της περιγραφής αυτής της ίδιας της κλινικής οντότητας. Ο Henri Legrand du Saulle το 1876 αντιπαρέβαλλε στην Αγοραφοβία Γερμανών, το peur des espaces, (τον φόβο των χώρων -των διαστημάτων, κατά τη μετάφραση του Βαρδακουλά). Η ασθενής του, η περίφημη Madame Β„ δεν μπορούσε να περπατήσει στις παριζιάνικες λεωφόρους και τις πλατείες, δεν ανέβαινε μόνη της τις σκάλες του διαμερίσματος της, δεν κοιτούσε έξω από τα παράθυρά της, ενώ είχε γεμίσει ασφυκτικά τα δωμάτια με έπιπλα για να μην υπάρχουν κενά διαστήματα. Ο Legrand du Saulle τόνιζε πως ο πανικός μπορούσε να εμφανιστεί οπουδήποτε, κυρίως ως δισταγμός σε ένα όριο, π.χ. στη
μετάβαση από μία οδό σε μία πλατεία.1’
Υπήρξαν αρκετοί γιατροί που, πάσχοντες οι ίδιοι, περιέγραψαν εναργώς την αγοραφοβία. Ένας εξ αυτών ήταν και ο J. Headley Neale που παρουσίασε το 1898 στο Lancet μια ολοζώντανη εικόνα των συμπτωμάτων του: «Σταματώ. Ένα σιδερένιο χέρι σα να μου σφίγγει την καρδιά. Νιώθω σα να καταποντίζομαι στη γη που έρχεται καταπάνω μου. Ετούτες οι κρίσεις δε μοιάζουν σε τίποτε με τον ίλιγγο ή τη λιποθυμιά. Είναι πιο πολύ ένα αίσθημα συντριβής, σα να σε συμπιέζουν σε μια μέγγενη. Νιώθω πως καταρρέω και θέλω να ουρλιάξω. Σκύβω και πιάνομαι από το φράχτη για να στη- ριχθώ. […] Οποιοσδήποτε με βλέπει από το παράθυρό του θα νομίζει πως είμαι μεθυσμένος […] οπότε ρίχνω κάτω ένα βιβλίο και κάνω πως το σηκώνω ή δένω τα κορδόνια των παπουτσιών μου και πάω γρήγορα προς το σπίτι, συνειδητοποιώντας πως δεν πέθανα».20
Στον ελληνικό χώρο μια τέτοια περίπτωση ήταν ο προαναφερθείς Ευθύμιος Βαρδακου- λάς, ένας γιατρός από τη Ναύπακτο, που είχε σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου των Αθηνών, όπου εκδήλωσε την αγοραφοβία του. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, «με διδάσκαλόν του» τον Legrand du Saulle. Επιστρέφοντας στη Ναύπακτο, εξέδωσε το 1904 σχετικό πόνημα, με τίτλο θεια. Ήτοι περί των διαφόρων μορφών του παθολογικού φόβου. Σε αυτό το πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα σύγγραμμα, ο Βαρδακουλάς αφιερώνει μεγάλο μέρος στην αγοραφοβία και τις μεθόδους θεραπείας της, προτείνοντας ως καταλληλότερο τον όρο «peur des espaces vides», δηλαδή «φόβος των κενών χώρων».21 Με τον Βαρδακουλά είχε σχετιστεί και ο Βλαβιανός που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την θεραπεία αγοραφοβικών με ύπνωση, όταν βρισκόταν στη Γαλλία.22 Είχε προηγη- θεί ο Αντώνιος Μαυρουκάκη, όταν σπούδαζε στο Παρίσι,23 όντας δε συνεργάτης του Edgar Berillon, είχε δημοσιεύσει το 1893, στο περιοδικό του ελληνικού υγειονομικού σώματος, άρθρα για τη θεραπεία της αγοραφοβίας με τη μέθοδο της ύπνωσης, ισχυριζόμενος πως πρώτος αυτός παρουσίασε τέτοιου είδους θεραπεία στην Γαλλική Εταιρεία Ψυχολογίας και Υπνολογίας,24Ήδη από το 1882, στην Α’
Σύνοδο των Ελλήνων Ιατρών, που διοργάνωσε η Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, υπήρχε ανακοίνωση για περιπτώσεις αγοραφοβίας.25 Στην αγοραφοβία, ως αναγνωρισμένη κλινική οντότητα, ανήκουσα στην «κληρονομική φρενοβλάβεια» -στους εκπεφυλισμένους φρενοπαθείς, μαζί με τους πολυπράγμονες, τους πάσχοντες από μονομανία του αμφιβάλλειν, ονοματονομία και αριθμομανία, αισχρολογία κ.λ.π – θα αναφερθεί και ο Σιμών Αποστολίδης στο έργο του Αι ψυχώσεις, παραθέτοντας σχετικά περιστατικά26 όπως και ο Κατσαράς, ταξινομώντας την αγοραφοβικούς μεταξύ των «ανωτέρων εκφύ- λων ή ανισόρροπων», μαζί με τους κούς, τους αιχμοφοβικούς, τοποφοβικούς, κλειστοφοβικούς κ.λ.π.27
Στην ιστορία της ιατρικής δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο καθορισμός του επιστήμονα που περιγράφει πρώτος μία κλινική οντότητα ή κατοχυρώνει την ονομασία της, δίκην εμπορικής πατέντας. Αλλά σαφώς είναι χρήσιμη και ενδιαφέρουσα έως και συναρπαστική στην περίπτωση της αγοραφοβίας, η εξέλιξη της ονομασίας, της διαγνωστικής ταξινόμησης και των εφαρμοζόμενων θεραπειών μιας διαταραχής. Εν τέλει, αυτά τα στοιχεία προσφέρουν την ευκαιρία καλύτερης κατανόησης της νόσου σήμερα. Άλλωστε, η ιστορία έχει να γράψει και άλλες σελίδες στην περίπτωση της αγοραφοβίας, καθώς συνεχίζεται και σήμερα η σχετική συζήτηση γύρω:
Σημειώσεις
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.