σύναψις 02 [2005]

Κείμενα των Μαριάννας Τζιαντζή, Κατερίνας Σχινά, Νίκου Γ. Ξυδάκη, ΚΙΜΠΙ, Ελένης Τριανταφυλλίδη

Ακήρυκτος μουσικός πόλεμος

«Περπατάει και τρίζει η γη», έλεγαν κάποτε για το παλικάρι. Τώρα το παλικάρι οδηγεί και τρίζουν τα τσιμέντα, ραγίζει η άσφαλτος, τρέμουν τα τζάμια, δονείται το οικοδομικό τετράγωνο, σκιάζονται οι καταχθόνιοι θεοί, γιατί ο αντρειωμένος έχει αυτοκίνητο εξοπλισμένο με ένα θηριώδες ηχοσύστημα που παίζει στη διαπασών. Όλος ο ντουνιάς πρέπει να ακούσει το τραγούδι του λεβέντη, το «My Number One», την «Τσικουλάτα» ή την «Αυλή του Παραδείσου», γιατί έχουμε αισθήματα, κυρίες και κύριοι, έχουμε τον ρυθμό στο αίμα μας, στους κυλίνδρους της μηχανής μας, στα σωληνάκια των φρένων μας. […] Πολύ συχνά η μουσική συμβάλλει στην επιβεβαίωση της ταυτότητάς μας (είμαι ό,τι ακούω), αλλά κάποτε γίνεται μέσο για την επιβεβαίωση της εξουσίας κάποιων και, ταυτόχρονα, για την υποταγή, την εκμηδένιση κάποιων άλλων. Όσοι κατοικούν ή παραθερίζουν κοντά σε μια θερινή ντίσκο ή ένα μπιτς μπαρ ή ένα αρχοντοσκυλάδικο γνωρίζουν από πρώτο χέρι αυτά τα ηχητικά βασανιστήρια. Στον αντίποδα της εκκωφαντικής μουσικής που κατακλύζει τον δημόσιο χώρο βρίσκεται ο αυτισμός του γουόκμαν ή του iPod. Εδώ ισχύει το «άλλα αυτιά δεν έβλαψα εκτός από τα δικά μου», αφού ούτε το αριστερό μας ους δεν γνωρίζει τι ακούει το δεξί μας. Ένα λεπτό νήμα χωρίζει τη μουσική-ασπίδα, που μας απομονώνει πλήρως από τον έξω κόσμο, από τη μουσική-καταπέλτη, τα καταιγιστικά ηχητικά πυρά που σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ειρηνικό μέσο επικοινωνίας είναι τα τραγούδια, αλλά όχι όταν η ακρόαση γίνεται καταναγκαστική. Στα σούπερ μάρκετ, στις πλατείες, στα καφέ και στις ταβέρνες, στις οργανωμένες πλαζ, στους ανοχύρωτους ακάλυπτους των πολυκατοικιών, παντού μαίνεται ο ακήρυκτος μουσικός πόλεμος. Και τα θύματά του, θέλοντας και μη, καταναλώνουν μουσικούς ρύπους, όπως καταναλώνουν μολυσμένο αέρα, αλλοιωμένα αλλαντικά, φυτοφαρμακωμένα φρούτα και άλλα τοξικά προϊόντα ενός πανίσχυρου αλλά ληγμένου πολιτισμού. […]

Μαριάννα Τζιαντζή
Καθημερινή, 19-6-05

Μαμά, βαριέμαι

[…] Δεν ξέρω πότε ήταν που, ξαφνικά, η πλήξη μου έπαψε να μου προκαλεί ενοχή. Σε μια αναπάντεχη στιγμή, μου αποκαλύφθηκε ως μετάβαση. Ένα κατώφλι που οδηγούσε προς τον εαυτό μου. Μπορούσα να γίνω εγώ η ίδια πηγή ενδιαφέροντος, μήτρα όλων των συγκινήσεων. Χωρίς να το γνωρίζω ταυτιζόμουν με τον αφορισμό του Κάφκα: «Δεν είναι αναγκαίο να βγεις από το σπίτι. Μείνε καθισμένος στο τραπέζι κι άκου. Μην ακούς καν, μονάχα περίμενε. Μην περιμένεις καν, μείνε σιωπηλός και μόνος. Ο κόσμος θα έρθει να σου προσφερθεί εκστασιασμένος, θα σπεύσει να γονατίσει μπροστά σου». Βρισκόμουν στην αρχή της εφηβείας κι ανακάλυπτα ότι πλήξη δεν σημαίνει κενότητα, αλλά δραστηριότητα του μυαλού, ενέργεια, σκέψη, επιθυμία, εικονοποιία. Δεν ήταν πόνος ηθικός, όπως αργότερα διάβασα να την αποκαλούν, δεν ήταν «θεμελιώδης ασθένεια», δεν ήταν αδιέξοδος εγκλεισμός. Θα μπορούσε να είναι, όπως ευφορικά ανακάλυπτα, η επιτομή της προσδοκίας, το άλλο πρόσωπο της δημιουργικής αδημονίας. Ένας προθάλαμος στην αυτεξουσιότητα –και όχι το αδιέξοδο «μπουντρούμι του εαυτού μας», όπως το ονόμαζε ο «καταδικασμένος στην ανία» σπουδαίος κριτικός Σίριλ Κόννολλυ. Ας μην ξεχνάμε ότι στη μεγαλειώδη αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης που επιχείρησε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, η πλήξη, όπως και η επιθυμία, παύει να λογίζεται αρνητική, σημάδι οντολογικής αδυναμίας, απόδειξη της ριζικής μας ατέλειας και γίνεται κινητήρας της πράξης. Γι’ αυτό και δεν ανησυχώ όταν ακούω τα παιδιά να επαναλαμβάνουν τη σταθερή επωδό «βαριέμαι». Όπου να ‘ναι ανατέλλει, πίσω από την ακινησία, ο εαυτός τους.

Κατερίνα Σχινά
Ελευθεροτυπία, 25/6/05

Ένα Βλέμμα. Όλη η πόλη μια σκηνή

Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη. […] «Η ώρα μία της νυκτός θάτανε, / ή μιάμιση. / […] Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν / γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας». Την ώρα αυτή του ποιητή η πόλη ανασαίνει με ριγμένα τα ενδύματα· σιγεί, ψιθυρίζει και στενάζει. Και τραγουδάει. Οι αάλυπτοι αντηχούν στεναγμούς, πολυφωνικά, τσιτσιρόνιες, γουργουρητά κλιματισμών, πολυφωνικά ringtones, πυροβολισμούς θρίλερ, υγρά σύμφωνα, μπουκάλια και ποτήρια. Κάφτρες και οθόνες λαμπουρίζουν στα μπαλκόνια. Ο λόφος φωτισμένος αντηχεί τανγκό· το πάρκο έως βαθιά τη νύχτα έπαιζε αφρικάνικα και ραπ, σκόρπισε στις πολυκατοικίες τους καημούς και τα κέφια του κόσμου, κράτησε τις καρδιές άγρυπνες. Όλη η πόλη, μια σκηνή. Σαν η ζωή να αληθεύει την τέχνη, σαν ν’ αντηχεί το ναι το γλυκύ το πράο του παπαδιαμάντειου δερβίση, τον Καβάφη: «Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί / αόρατος θίασος να περνά / με μουσικές εξαίσιες, με φωνές». Να η ζωή. Στα ξέφωτα των πλατειών, γυναικοπαρέες, νεοαστοί, αρχαίοι εραστές, γλαρωμένοι χαρτογιακάδες, καταλαγιασμένοι φίλοι, κουτσ Pinουν, σπρώχνουν την ώρα, υφαίνουν τη ζωή. […]

Νίκος Γ. Ξυδάκης
Καθημερινή, 10/7/05

Μόλις μερικά λεπτά φωτός από τον 19ο αιώνα

[…] Ο εικοστός αιώνας ήταν ένα έμφραγμα. Δεν το λέω εγώ, το έγραψε προ ετών ο Έκο, υπογραμμίζοντας το παγκόσμιο πολιτισμικό σοκ των δύο παγκοσμίων πολέμων, των τουλάχιστον τριών μεγάλων επαναστάσεων, των δεκάδων τοπικών και εμφυλίων πολέμων, των πολύχρωμων κινημάτων και των τεχνολογικών αλμάτων που οδήγησαν σε χρόνο dt δισεκατομμύρια ανθρώπους από τον πολιτισμό του τροχού απευθείας στην ψηφιακή εποχή. Από την άποψη πυκνότητας γεγονότων, τα εκατό χρόνια του εικοστού αιώνα ήταν πράγματι ένα ιστορικό έμφραγμα. Αλλά η δική μου αγωνία είναι μήπως ο 21ος αιώνας αποδειχθεί ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Με όλες τις νοητικές και κινητικές αναπηρίες που αφήνει στα θύματά του. […]

ΚΙΜΠΙ
Οικονομική Καθημερινή, 31/7/05

Είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη

Μυστηριακή, φτιαγμένη από ετερόκλητα στοιχεία, δημιουργημα της αμερικανικής ηπείρου στη γεωϊστορική και κοινωνική της υπόσταση, η Νέα Ορλεάνη ήταν πάντα γοητευτικό μέρος. Ακόμη και όταν δεν υπήρχε η τηλεόραση, όταν οι άνθρωποι γνώριζαν τους ξένους τόπους από τους περιηγητές, η πόλη συγκινούσε τους ονειροπόλους, τους ταξιδευτές και τους ευφάνταστους μέσα από τις περιγραφές. Ήταν σαγηνευτική, ελκυστική, είχε χαρακτήρα, σαν τις Κρεολές που άφησαν παρακαταθήκη Γάλλοι και Ισπανοί. Ήταν μια πολιτεία με σύνθετο παρελθόν στο σταυροδρόμι των τυφώνων και των υδάτων. […] Η 18η Πολιτεία και η μητρόπολή της ακολούθησαν την αμερικανική περιπέτεια σε όλη της την πορεία. Η Λουιζιάνα με τη Νέα Ορλεάνη και το Μπατόν Ρουζ κράτησαν μια γαλλική ιδιαιτερότητα και το κράμα ετερόκλητου εξωτισμού, αν και εντάχθηκαν πλήρως στο αμερικανικό θαύμα. Σκλάβοι, φυτείες, Νότος και αμερικανικός εμφύλιος, επενδύσεις, πλωτές μετακινήσεις, τρένα, αυτοκινητόδρομοι, αχαλίνωτη ανάπτυξη, πετρέλαια, υπερσύγχρονα κτίρια και χλιδή και παραδίπλα φτώχεια, άστεγοι, μοναχικοί του περιθωρίου. Η πόλη πέρασε από καταστροφές, πλημμύρες και τυφώνες. Τηρουμένων των αναλογιών, όμως, τίποτε δεν συγκρίνεται με την «Κατρίνα» και την εποχή της. Την περασμένη εβδομάδα ήρθε η ώρα να πληρωθεί μαζεμένο το αντίτιμο για όλα όσα συνθέτουν τη γοητεία του τόπου από το παρελθόν και την κακοδαιμονία του από το παρόν, αυτήν που οι κάτοικοι αποδυνάμωναν ακόμη με τα γλέντια και τη μουσική τους. Το σταυροδρόμι των τυφώνων και των υδάτων έγινε σταυροδρόμι του ολέθρου, συμπυκνωμένη αντανάκλαση της αλαζονείας, της αβλεψίας, της αρπακτικότητας των καιρών. […]

Ελένη Τριανταφυλλίδη
Καθημερινή, 4/9/2005

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.