Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος και ψυχαναλυτής. Εργάζεται στην Γαλλία,
μέλος της Societe Psychanalytique de Paris, της IPA και της
ΑΙΗΡ (Association Internationale d’ Histoire de la Psychanalyse).

σύναψις 02 [2005]

Ο Φρόυντ και οι Ψυχίατροι*

*Ανακοινώθηκε στη 10η Διεθνή Συνάντηση της Association Internationale d’ Histoire de la Psycha- nalyse, 21-7-2004

Η Επιτροπή, Βερολίνο, 1922 Από αριστερά καθιστοί: Freud, Sándor Ferenczi, Hanns Sachs. Όρθιοι: Otto Rank, Karl Abraham, Max Eitingon, Ernest Jones.
Η Επιτροπή, Βερολίνο, 1922 Από αριστερά καθιστοί: Freud, Sándor Ferenczi, Hanns Sachs. Όρθιοι: Otto Rank, Karl Abraham, Max Eitingon, Ernest Jones.

Εισαγωγή. Μεθοδολογικές παρατηρήσεις

Σε αυτή την ανακοίνωση εξετάζω την μακρόχρονη και πολύπλοκη σχέση του Freud με την ψυχιατρική και τους ψυχιάτρους, θα παρουσιάσω, λοιπόν, μερικές σκέψεις μεθοδολογικού χαρακτήρα που αιτιολογούν την αντιπαράθεση μεταξύ Freud και ψυχιάτρων. Στην πράξη όμως, η επιλογή να τον αντιπαραθέ- σουμε στην ψυχιατρική θα μας οδηγούσί κατευθείαν σε δύο σκοπέλους: πρώτα, στον αναχρονισμό κι ύστερα, στο να τοποθετήσουμε τον Freud στο πλαίσιο της έννοιας «μεγάλος άνδρας», μιας έννοιας που ανήκει crrouc ιστορικούς του 19ou αιώνα.

Οι πιο εκλεπτυσμένοι αναχρονισμοί, κα κατά συνέπεια και οι πιο επικίνδυνοι, είναι ο αναχρονισμοί των εννοιών, που μεταφέρουν ασυνειδήτως λανθασμένα μηνύματα. Έτσι στο τέλος του 19ου αιώνα, δεν μπορούμε vc μιλήσουμε για την ψυχιατρική ή τους ψυχιάτρους χωρίς να θέσουμε αυτούς τους opouc στην προοπτική εκείνης της εποχής. Όπακ θα δούμε, η ψυχιατρική γεννήθηκε ως αυτόνομη ειδικότητα λίγο πριν από την ψυχανάλυση. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμί την έννοια του όρου ψυχίατρος. Από την μιο έχουμε τον φρενολόγο, τον ιατρό των ψυχιατρικών νοσοκομείων, και από την άλλη το\ νευρολόγο, τον ειδικό της πόλης που ασχολείται με τις ασθένειες των νεύρων, τις ψυχονευρώσεις (όπως θα τις προσδιορίσει ο Krafft- Ebing), έχουμε δηλαδή μια νέα επαγγελματική ομάδα που κάνει την εμφάνισή της.

Αντιπαραθέτοντας τον Freud στην ψυχιατρική, θα διακινδύνευα να προτείνω μια ανάγνωση σαν αυτή των Jacob Burckhardt ή του Thomas Carlyle,1 συγγραφέων αγαπητών στον Freud. Στην ουσία, ο Carlyle έγραφε στην Παγκόσμια Ιστορία του (Universal History): «η ιστορία των όσων έχει καταφέρει η ανθρωπότητα είναι, σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία των μεγάλων ανδρών». Η ψυχιατρική, αντιτιθέ- μενη στον μεγάλο άνδρα, θα γινόταν είδος ομογενοποιημένου στοχαστή ο οποίος θα αποδεχόταν ή θα απέρριπτε ένα κίνημα ιδεών που παρήγαγε ο μεγάλος άνδρας: την ψυχανάλυση.

Αντίθετα, αντιπαραθέτοντας τον Freud στους ψυχιάτρους, τον θέτω επικεφαλής ενός κινήματος ιδεών, εντός του Zeitgeist, του πνεύματος της εποχής, ο οποίος υφίσταται τους κοινωνικούς νόμους, όπως ο κάθε ιδρυτής ενός κινήματος ιδεών. Ο Freud, ειδικός των νευρικών νοσημάτων, γίνεται ηγέτης μιας νέας σχολής σκέψης με οπαδούς που θα συναντήσουν τους οπαδούς άλλων κινημάτων ιδεών και θα αντιπαρατεθούν με αυτούς. Έτσι, δημιουργούνται οι θεωρητικές τάσεις και εμφανίζονται οι εξέχουσες προσωπικότητες μέσα στη δυναμική αντιτιθέμενων δυνάμεων. Ο ηγέτης δεν είναι ένα απλό προϊόν του καιρού του, μια αντανάκλαση των πνευματικών και υλικών δυνάμεων των ιστορικών νόμων, όπως θα το πρότεινε μια υπεραπλουστευτική εκδοχή που θα βασιζόταν σε μια εγελιανή ή μαρξιστική ανάλυση. Ο ηγέτης αυτός μας ενδιαφέρει όταν μελετούμε την απήχησή του στην ροή της ιστορίας, με άλλα λόγια σε σχέση με την εγγραφή του στην ροή των γεγονότων η οποία καθορίζει μια κατεύθυνση που δεν θα ήταν νοητή διαφορετικά.

Freud λοιπόν και οι ψυχίατροι, θα ακολουθήσουμε την διαμόρφωση των δύο αυτών πόλων, σε τρεις περιόδους που, καθώς επικαλύπτονται, δεν θα χρονολογήσω με ακρίβεια.

Η εκπαίδευση και η πρώτη κλινική πρακτική του Freud

Συναντούμε συχνά την άποψη ότι ο Freud δεν ήταν ψυχίατρος, αλλά νευρολόγος. Αυτό είναι ακριβές, αλλά πρέπει να δώσουμε κάποιους ορισμούς και μερικές διευκρινίσεις για να δούμε τι περιλαμβάνουν αυτές οι έννοιες κατά την εποχή των σπουδών του. Ο Freud δεν υπήρξε ποτέ ψυχίατρος, όπως αυτό το εννοούσε ο 19°<; αιώνας, καθώς ποτέ δεν υπήρξε φρενολόγος, ένας ψυχίατρος δηλαδή των φρενοκομείων. Παρ’ όλα αυτά έδειξε ενδιαφέρον για την ψυχιατρική και έγινε επιμελητής του Meynert, του εξέχοντος Βιεννέζου ψυχιάτρου. Ο Freud γνώριζε από κοντά την θεωρία και την πρακτική της ψυχιατρικής της εποχής του.

Το επάγγελμα του ψυχιάτρου είναι η πρακτική ενός γιατρού που αφιερώνεται στη μελέτη της παθολογίας των συμπεριφορών και τις απαραίτητες θεραπείες. Αυτό το επάγγελμα εξελίσσεται διαρκώς από το τέλος του 18ου αιώνα. Η λέξη ψυχίατρος είναι δημιούργημα του Γερμανού φρενολόγου Reil,2 που ανήκε στο ρεύμα της ρομαντικής ψυχιατρικής (Postel & Quetel 1983, Shorter 1997). Ο ίδιος εισήγαγε το 1808 τον όρο «psychiaterie», που αργότερα συντομεύτηκε σε «psychiatrie».

Η ψυχιατρική άρχισε να αναδύεται από την στιγμή που συγκεκριμενοποιήθηκε ένα σχέδιο για τη συγκροτημένη γνώση του κόσμου της ψυχικής πάθησης, της τρέλας, δια μέσου της κλινικής παρατήρησης. Πρώτος στόχος των φρενολόγων ήταν να συγκροτήσουν μια γνώση. Το επακόλουθο θεραπευτικό σχέδιο ήταν να απομονώσουν, να συγκεντρώσουν, να ορίσουν, να φροντίσουν. Η εμπειρία γεννούσε την γνώση που με την σειρά της επινοούσε μεθόδους φροντίδας. Ο Pinel υπήρξε ο ιδρυτής, όχι μόνο μέσα από την μυθική χειρονομία της αφαίρεσης των αλυσίδων των φρενοβλαβών, αλλά, κυρίως, με την εισαγωγή της κλινικής παρατήρησης και της θεραπευτικής προσέγγισης. Ο θεωρητικός νεωτερισμός του Pinel έγκειται στην αναγνώριση μιας πιθανής ψυχικής ανταλλαγής με τον φρενοβλαβή που ενδεχομένως θα τον κινητοποιούσε. Θα είναι κάτι που θα ξεχαστεί προοδευτικά προς όφελος των «τεχνικών χειρισμών». Σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα μιλούν πολύ για την «ηθική θεραπεία»3 που αναφέρεται στον Pinel, αλλά το διάβημα αυτό γίνεται όλο και περισσότερο θεσμικό, ακόμα και «πολιτικό» με την έννοια μιας πολιτικής για την υγεία. Η ανεπανάληπτη συνάντηση με τον ασθενή αντικειμενοποιείται ως χώρος συλλογής κλινικών δεδομένων και η θεραπευτική κατευθύνεται σε πιο συγκεκριμένες δράσεις, όπως η υδροθεραπεία, η εργοθεραπεία και, φυσικά, η απομόνωση και η κωδικοποίηση ιδρυματικών κανόνων θεραπείας (Botbol et al. 2001).

Το σχέδιο των φρενολόγων ήταν να ανα- καλύψουν φυσικά είδη, παθολογικές οντότητες, νόσους σύμφωνα με την επιστημονική ιατρική που βασιζόταν στην παθολογική ανατομική. Η ανακάλυψη του Bayle4 το 1822, της συσχέτισης δηλαδή μιας φλεγμονής των μηνίγγων με τη διαταραχή των νοητικών λειτουργιών στην προϊούσα γενική παράλυση, θα τον ξεπεράσει και θα αποτελέσει το κυρίαρχο παράδειγμα της ψυχιατρικής έρευνας για μισό αιώνα προάγοντας βασικά μια οργανογε- νετική κατεύθυνση.

Ο Magnan, ο Falret στη Γαλλία και ο Kraepelin στη Γερμανία ενστερνίζονται τις κατευθύνσεις των γιατρών των ψυχιατρικών νοσοκομείων. Παράλληλα, στις δύο αυτές χώρες αναπτύσσεται η πανεπιστημιακή ιατρική. Ο καθηγητής, σε αντίθεση με τον φρενολόγο, τον γιατρό των ψυχιατρικών νοσοκομείων που διαχειρίζεται την καθημερινότητα των φρενοπαθών, αναπτύσσει την έρευνα και την διδασκαλία. Ο πανεπιστημιακός ψυχίατρος ευνοεί, επίσης, την άσκηση της ψυχιατρικής εκτός νοσοκομείου και προσπαθεί να βάλει κάποια θεωρητική τάξη στο κλινικό χάος μιας ελλιπώς καθορισμένης παθολογίας: στις ασθένειες των νεύρων, τις νευρασθένειες που αντιστοιχούσαν στους λεγάμενους «ατμούς» (vapeurs) του 18ου αιώνα. Ο Jan Goldstein (1987) αναφέρεται σε αυτό τον κόσμο της «μισοτρέλας» σε αντίθεση με την τρέλα των φρενοβλαβών, που έγινε πεδίο κλινικής παρατήρησης και διαμάχης των σχολών. Η Societe Medico-Psychologique (η πρώτη γαλλική ψυχιατρική επιστημονική εταιρεία) διεκδικεί αυτό το πεδίο από το 1860 παρουσιάζοντας τα διαγνωστικά λάθη των μη ειδικών (Bolzinger 1999). Ο Charcot στην Γαλλία ανήκει στις εξέχουσες μορφές αυτής της νοσογραφικής μάχης και όχι μόνο. Το διακύβευμα είναι συχνά πολιτικό, αφορά στην πολιτική υγείας με την ίδρυση των πρώτων πανεπιστημιακών εξωτερικών ιατρείων, των δημόσιων κλινικών παρουσιάσεων και μιας ιδιωτικής πελατείας συχνά κερδοφόρας.

Στην Γερμανία, η κυρίαρχη μορφή του πανεπιστημιακού ψυχίατρου είναι ο Wilhelm Griesinger,5 του οποίου η φράση «οι ψυχικές παθήσεις είναι παθήσεις του εγκεφάλου» θα γίνει κάτι παραπάνω από μια διαβεβαίωση, θα γίνει κατεύθυνση της έρευνας και της διδασκαλίας αυτής της συγκεκριμένης τάσης, έτσι ώστε οι αποχρώσεις των λόγων του, αυτές που απαιτούσαν, επίσης, να μην αγνοείται ο ψυχολογικός παράγοντας, θα παραμεριστούν από τους διαδόχους του, όπως ο Meynert6 στην Βιέννη. Αυτός, που θα γίνει ο δάσκαλος του Freud, προσπάθησε να καθορίσει την οργανική αιτιολογία των ψυχικών νόσων βασισμένη στις ανατομο-παθολογικές του έρευνες. Αδιαφορούσε για την θεραπευτική πλευρά, την ηθική θεραπεία ή άλλες ιδρυματικές θεραπευτικές μεθόδους των φρενολόγων, που τις θεωρούσε, όχι αναίτια, ως αναποτελεσματικές μεθόδους ανακούφισης.

Μέσα σε αυτό τα κλίμα βρέθηκε ο Freud στα φοιτητικά του χρόνια. Στην Βιέννη, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ο δρόμος για την έρευνα είναι κλειστός, ο δρόμος για μια πανεπιστημιακή εξέλιξη γίνεται λοιπόν αδύνατος για τον νέο και φιλόδοξο Dr Freud (Bernfeld 1951). Μόνο ο δρόμος της εξειδίκευ- σης μπορούσε να του επιτρέψει να βγει από την ανωνυμία και να εισέλθει στην ιατρική ελίτ. Πέρασε, λοιπόν, τέσσερα χρόνια στο Γενικό Νοσοκομείο και για ένα εξάμηνο στην κλινική του Meynert ως επιμελητής. Πρόκειται όμως για αναχρονισμό όταν τονίζεται ότι ο Freud δεν πέρασε στην διάρκεια της ειδικότητάς του παρά μόνο ένα εξάμηνο στην κλινική του Meynert. Αυτό προσφερόταν τότε, ως πανεπιστημιακή εκπαίδευση, σε ένα κλινικό γιατρό ειδικευόμενο στις παθήσεις του νευρικού συστήματος, σε ένα τομέα που δεν είχε ακόμα αποκτήσει την σημερινή του ιδιαιτερότητα. Ο Freud ήταν από τους καλύτερους κλινικούς γιατρούς που ειδικεύονταν στις ασθένειες των νεύρων, εξού και η υποτροφία του για να εμβαθύνει στο Παρίσι. Χάρη σε βιογραφικές έρευνες, διαθέτουμε κλινικές παρατηρήσεις του εσωτερικού βοηθού Freud (HirschmOller 1991, Stone 1972 Wolf 1973). θα παρουσιάσω συνοπτικά ένα δείγμα για να δώσω μια ιδέα περί του τι ήταν ένας ειδικευόμενος γιατρός, στο τέλος του 19ου αιώνα.7

  • Περίπτωση ενός ξυλέμπορου, κατοίκου της Βιέννης, που έγινε δεκτός στο Γενικό Νοσοκομείο τον Μάιο 1883 (HirschmOller, σ. 308). Ο Freud σημειώνει μια μανιακή διέγερση, με ακατανίκητη τάση να μετακινείται, να χορεύει, να χοροπηδάει. Ο ασθενής γινόταν βίαιος και απειλούσε να χτυπήσει όποιον τον πλησίαζε. Την νύχτα πριν την εισαγωγή του, που περιπλανιόταν γυμνός με ένα κερί, τον έστειλαν με το ζόρι στο διαμέρισμα του. Πρώτη διάγνωση: potator, idiot (πότης, μωρός). Ας παρατηρήσουμε τη σεμνοτυφία των λατινικών για να μην γράψει μέθυσος! Οι επόμενες παρατηρήσεις σημειώνουν μια διακύμανση ανάμεσα σε καταστάσεις διέγερσης και απάθειας με την παρουσία ιδεών διώξεως, με νοητική σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Η κατάσταση του ασθενούς χειροτέρεψε προοδευτικά και πέθανε τον Ιούνιο 1884 από πνευμονία.
  • Περίπτωση μιας «γεροντοκόρης», 62 ετών (HirschmOller, σ. 310) που γεννήθηκε στην Βαυαρία και έγινε δεκτή στο νοσοκομείο τον Αύγουστο 1883. Η γυναίκα ήταν διεγερτική το βράδυ, ανίκανη να εργαστεί, δίχως να είναι επικίνδυνη για το περιβάλλον της. Κατά την εξέταση φαίνεται σαν άτομο καθυστερημένο, χωρίς την έννοια του χώρου και του χρόνου. Είχε οπτικές ψευδαισθήσεις του πατέρα της. Μεταφέρθηκε στο άσυλο όπου πέθανε με τη διάγνωση της καθυστέρησης.
  • Περίπτωση μιας εισοδηματία, 69 ετών (HirschmOller, σ. 312), κατοίκου της Βιέννης, που έγινε δεκτή στο νοσοκομείο τον Αύγουστο 1883. Υποφέρει εδώ και μερικούς μήνες και για 5-6 εβδομάδες πριν την εισαγωγή της την είχαν φροντίσει στην πόλη. Στο ατομικό της ιστορικό σημειώνουμε ποδάγρα και στο οικογενειακό της, παθήσεις εγκεφάλου από τις οποίες έχουν πεθάνει ο πατέρας και ο αδελφός της. Έχει ατημέλητη εμφάνιση και πιστεύει ότι η οικογένειά της την καταδιώκει γιατί, πιθανώς, έχει προσβληθεί από σύφιλη. Παραπονιέται για ένταση και αϋπνία. Ο Freud παρατηρεί ότι είναι ήσυχη και ότι παρουσιάζει ακουστικές ψευδαισθήσεις με την μορφή φωνών που την κατηγορούν για τα πιο τρομερά πράγματα. Η κατάσταση της ασθενούς χειροτερεύει και πεθαίνει από φυματίωση τον Οκτώβρη του 1886. Διάγνωση: φρενοπάθεια. Αιτιολογία: κληρονομικότης.

Αυτές οι παρατηρήσεις, με την κοινότυπη τους μορφή, δείχνουν ότι ο Freud είχε μάθει την τέχνη της κλινικής εξέτασης μιας πλειάδας παθήσεων, που περιελάμβανε όλη την νοσογραφική κλίμακα, με τα διαγνωστικά εργαλεία της εποχής του. Ήταν ολοκληρωμένος γνώστης της ψυχιατρικής κλινικής και των περιορισμών του θεραπευτικού οπλοστασίου. Όταν θα μιλήσει αργότερα για «θεραπευτικό μηδενισμό», τον γνώριζε πραγματικά. Οι ψυχικές παθήσεις ήταν ουσιαστικά ένα πεδίο έρευνας για τον Meynert. Σε αυτή την συγκυρία θα μεταβεί ως υπότροφος στο Παρίσι και με αυτή την αποσκευή γνώσεων θα συναντήσει τον Charcot, την κλινική της υστερίας, την ύπνωση, στην εκδοχή της σχολής της Σαλπετριέρης και την εξωνοσοκομιακή πρακτική. Χάρη στα γράμματα προς την Μάρθα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την μαθητεία του, την αλλαγή κατευθύνσεων του νεαρού κλινικού γιατρού Freud μέσα σε ένα κλίμα γοητείας για τον δάσκαλο της Σαλπετριέρης (Freud 1960).

Αφού εγκατέλειψε τους πανεπιστημιακούς κύκλους και τα εργαστήρια, ο Dr Freud εγκαταστάθηκε ως γιατρός στην πόλη με ειδίκευση στην θεραπεία των νευρικών παθήσεων. Πολύ γρήγορα πήρε αποστάσεις από τις ανατομο-κλινικές υποθέσεις και κυρίως από τις θεωρίες περί εκφυλισμού. Άρχισε να εφαρμόζει τις μεθόδους που είχε μάθει: ηλεκτροθεραπεία, υδροθεραπεία, διάφορα καταπραϋντικά, ανάπαυση σε κλινικές (Hirsch- mOller 1993) και βέβαια την ύπνωση. Είναι οι θεραπευτικές μέθοδοι των ειδικών αυτής της νέας παθολογίας των μεγάλων πόλεων. Η πρακτική της και η πρώτη θεωρητικοποίηση που προέκυψε επιτρέπουν τα πρώτα βήματα μιας ψυχολογικής προσέγγισης των εξωτερικών νευροπαθών ασθενών (υστερικών, νεύρα σθενικών, αγχωδών και ψυχωτικών χωρίς έκπτωση).

Ας επιμείνουμε λίγο στη ύπνωση. Από τα πρώτα χρόνια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον για την ύπνωση ξαναζωντανεύει την προβληματική μιας θεραπευτικής δράσης με ψυχολογικά μέσα. Ο Hippolyte Bernheim δημοσίευσε το έργο του για την υποβολή και την ψυχοθεραπεία το 1891. Κάνει εμφανή την δυνατότητα μιας καινοτόμου δράσης -σαφώς διαφορετικής από την πειθώ της ηθικής θεραπείας- που χρησιμοποιεί μια καθολική ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος, την υποβολιμότητα, θεμέλιο της δυνατότητας υπνωτισμού. Η αντίπαλη σχολή της Σαλπετριέρης, γύρω από τον Charcot, δεν χρησιμοποίησε τον υπνωτισμό θεραπευτικά, αλλά χρησιμοποίησε τον όρο της ψυχοθεραπείας ως ευθεία προέκταση της ηθικής θεραπείας.8

Στο τέλος αυτής της πρώτης περιόδου, ο Freud ήταν ένας λαμπρός μαθητής της πανεπιστημιακής ψυχιατρικής, εξοπλισμένος με τα πιο εξελιγμένα θεωρητικά και θεραπευτικά εφόδια της εποχής του. Οι έρευνες που αφορούν την βιβλιοθήκη του μας αποκαλύπτουν το εύρος των αναγνωσμάτων του (Gilman et al. 1994). Οι θεωρητικές του γνώσεις σε θέματα ψυχιατρικής κλινικής και θεραπευτικής είναι σημαντικές, ενώ στα βιβλία του

Griesinger και του Kahlbaum υπάρχουν πολυάριθμες σημειώσεις του, όπως και το βιβλίο του Krafft-Ebing που εισήγαγε το 18799 μια λειτουργική, αιτιολογική κατάταξη, όπου διαχωρίζει τις ψυχονευρώσεις ως ψυχικές διαταραχές του υγιούς εγκεφάλου. Ο Freud μετέφρασε τον Charcot και αργότερα τον Bernheim. Αν και αναγκάστηκε να εγκαταλεί- ψει την πανεπιστημιακή έρευνα και να επιλέ- ξει την καριέρα ενός ειδικού γιατρού της πόλης, διατήρησε την φιλοδοξία να κατανοήσει το αντικείμενο της μελέτης του που αργότερα αποκάλεσε «ψυχική λειτουργία10» (Freud 1911). Είχε την περιέργεια και την τάση, που χαρακτήριζε τον αιώνα του, να πάει πέρα από την επιφάνεια και να ανακαλύψει τους κρυμμένους νόμους των ψυχικών φαινομένων, όπως ο Δαρβίνος αναζητούσε τους κρυφούς νόμους της εξέλιξης ή όπως ο Charcot αναζητούσε τους νόμους λειτουργίας της μεγάλης νόσου: της υστερίας.

Η πρακτική του Dr Freud: θετικές προσλήψεις και αντιπαλότητες της επίσημης ψυχιατρικής. Ο δρόμος μιας ακαταμάχητης ανόδου

Ο νεαρός ειδικός των ψυχικών νόσων, λαμπρός ερευνητής των πανεπιστημιακών εργαστηρίων, μαθητής του ψυχιάτρου Meynert, του νευρολόγου Charcot, του κλινικού ιατρού Breuer και του υπνωτιστή Bernheim, με λίγα λόγια κληρονόμος όλων αυτών των ρευμάτων της ιατρικής σκέψης του 19ου αιώνα, πάλευε τώρα με τις νευρικές παθολογίες, τον κόσμο της «μισο-τρέλας». Αυτή η μάχη άνοιξε τον δρόμο της επινόησης της ψυχανάλυσης αλλά και της ψυχιατρικής πρακτικής στην πόλη, όπως την ασκούμε σήμερα (Yalom 2002).

Οι πρώτες θεωρητικοποιήσεις του 1893- 1900 είναι το αποτέλεσμα μιας πρωτότυπης σύνθεσης ρευμάτων σκέψης που τα επαναπροσδιόρισε η ιδιοφυία του Freud, παρακολουθώντας τα αδιέξοδά τους. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η θεωρία του Meynert, για παράδειγμα, έμοιαζε με «μυθολογία του εγκεφάλου», καθώς το ανατομοπαθολογικό παράδειγμα είχε φτάσει στα όριά του και χρειαζόταν να προσδοκά μια νέα ώθηση.

Ο Freud, όμως, δεν είναι μόνο ο μαθητής του πανεπιστημιακού κόσμου και των σοφών θεραπευτών. Εισάγει ένα επαναστατικό νεω-

τερισμό, δηλαδή τη μελέτη της συνάντησης με τον ασθενή και, σε παραλληλισμό με τα δικά του ερωτήματα, την περιπέτεια που βαφτίστηκε αυτο-ανάλυση. Μια περιπέτεια περίπλοκη, μυητική και θεμελιωτική. Ο Ellenberger (1961) χαράζει μερικές χρήσιμες παραλλήλους με τις ανάλογες περιπέτειες των Janet, Jung και άλλων θεραπευτών. Η περιπέτεια, όμως, του Freud υπήρξε καθοριστική με την ανακάλυψη της συσχέτισης ανάμεσα στη θεωρητική έρευνα, τη συνάντηση με τους ασθενείς και την αυτοανάλυση, που οδήγησε στον ορισμό ενός νέου θεραπευτικού εργαλείου: της ερμηνείας μέσα στην μεταβίβαση. Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε ότι μελετά τον ψυχισμό με τέτοιο τρόπο, ώστε να υποχωρεί ο σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό που είχαν επιχειρήσει να ορίσουν οι φρενολόγοι. Οι μηχανισμοί που ο Freud εφαρμόζει στην μελέτη των ψυχονευρώσεων, από την μια μεριά εξανθρωπίζουν αυτές τις παθολογίες και από την άλλη προκαλούν την υποχώρηση του ορίου ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό. Γράφει ειδικά, το 1907, στην Gradiva του (σ. 184-185): «Ωστόσο, η ψυχιατρική θα είχε άδικο, αν θα περιοριζόταν διαρκώς μόνο στη συνεχή μελέτη σοβαρών και σκοτεινών ασθενειών, που προέρχονται από βαρείς τραυματισμούς του ευαίσθητου ψυχικού συστήματος. Από την άλλη, παρουσιάζουν γι’ αυτήν εξίσου ενδιαφέρον και οι παρεκκλίσεις του υγιούς, οι πιο ελαφρές και ικανές για εξι- σορρόπηση, των οποίων μπορούμε να ακολουθήσουμε αναδρομικά την πορεία μέχρι τις διαταραχές στο πλαίσιο του συσχετισμού των ψυχικών δυνάμεων. Κυρίως μέσα από αυτές τις παρεκκλίσεις, η ψυχιατρική θα μπορέσει να καταλάβει το υγιές και τις εκδηλώσεις του σοβαρά παθολογικού»

«Άλλωστε, θα ήταν λάθος της ψυχιατρικής να θέλει να περιοριστεί μονίμως στην μελέτη των βαριά διαταραγμένων και ανησυχητικών περιπτώσεων που προκύπτουν από σοβαρές βλάβες του εύθραυστου ψυχικού συστήματος. Διότι δεν παρουσιάζουν λιγότερο ενδιαφέρον για την ψυχιατρική οι παρεκκλίσεις, οι πιο ελαφρές σε σχέση με την φυσιολογική κατάσταση, οι οποίες μπορούν να εξισορροπηθούν και των οποίων, σήμερα, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τα ίχνη παρά μόνο ως διαταραχές στο παιχνίδι των ψυχικών δυνάμεων· ακόμα περισσότερο: μόνο από εκεί μπορεί κάποιος να καταλάβει τι είναι τόσο η υγεία όσο και οι εκδηλώσεις της βαριάς ασθένειας».

Αυτό ακριβώς το σύνθετο σύνολο, συνέχειας των ρευμάτων σκέψης και ρήξης στο επιστημονικό παράδειγμα, τον τοποθέτησε στην θέση ενός ανθρώπου που επηρέασε τον ρουν της ιστορίας όντας ταυτόχρονα προϊόν της.

Αντίθετα με τις παραδεδεγμένες ιδέες που παρουσιάζουν τον Freud σαν νάταν αδιάφορος προς την νοσογραφία, η μελέτη των κειμένων αποδεικνύει ότι αναφερόταν διαρκώς σε κλινικές οντότητες τις οποίες επιμε- λώς κατασκεύαζε και επαλήθευε ο ίδιος. Το 1893 βρίσκεται στο προοίμιο της πρώτης νοσογραφίας του με την οποία διαχώριζε τις αμυντικές από τις ενεστώσες νευρώσεις. Σε σειρά κειμένων, μεταξύ 1894 και 1898, θα ορίσει από την μια την αγχώδη νεύρωση, διαχω- ρίζοντάς την από την νευρασθένεια, και από την άλλη την ψυχαναγκαστική νεύρωση.

Ας σημειώσουμε τρία στοιχεία που αφορούν τις φροϋδικές υποθέσεις, όταν τις μελετούμε ως ψυχιατρικό μοντέλο: α) πρώτα, η νοσογραφική τοποθέτηση που εκφράζεται σε αυτές τις πρώιμες δημοσιεύσεις θα παραμεί- νει χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις σε όλη την διάρκεια του φροϋδικού έργου β) κατόπιν,

η άποψη του Freud για την αιτιολογία των νευρώσεων θα μείνει αξιοσημείωτα σταθερή γ) τέλος, αν και διακηρύσσει ότι ορισμένες παθολογίες είναι απρόσιτες στην ψυχαναλυτική τεχνική που μόλις είχε εφεύρει, ο Freud αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει δυνατότητα θεραπευτικής προσέγγισης μέσω άλλων τεχνικών, διαφορετικών από την ψυχανάλυση, οι οποίες, όμως, μπορούν να επωφεληθούν από τις κατακτήσεις της.

Ας αντιπαραθέσουμε σε αυτό άλλα συστήματα που αναπτύχθηκαν την ίδια περίοδο. Ο Janet, με την σπουδαιότητα του έργου του και την διαρκή του αντιπαλότητα προς τον Sigmund Freud, θα είναι, στο γύρισμα του αιώνα, η κυρίαρχη μορφή στον τομέα της ψυχοθεραπείας αλλά, επίσης, και ο «μεγάλος χαμένος» μπροστά στην ψυχαναλυτική κυριαρχία. Πολύ γρήγορα, ο Janet κατάλαβε την ανάγκη της πρόσβασης σε σύνολα ιδεών που αγνοεί το υποκείμενο («υποσυνείδητες» ιδέες) και προσπάθησε να τις τροποποιήσει με θεραπευτικό σκοπό. Χρησιμοποιεί διάφορους όρους (όπως «ψυχολογική ανάλυση») και διαφορετικές μεθόδους (την ύπνωση, την αφήγηση με στόχο την κάθαρση, την υποβολή), παραμένοντας σταθερά πιστός στην αρχική του θέση. Όσο κι αν μοιράζεται με τον Freud την πεποίθηση ότι οι νευρωτικές διαταραχές πρέπει να αποδοθούν στην δράση παθογόνων ιδεών που αγνοεί το υποκείμενο, θα επιμείνει ότι η ύπαρξη αυτών των τελευταίων δεν εξαρτάται από μια ενεργό διαδικασία (απώθηση, δύναμη έκφρασης του ασυνειδήτου), αλλά από μια παθητική διαδικασία (στένωση της συνείδησης, αδυναμία νοητικής σύνθεσης, εξάντληση). Έτσι, ο τόνος τίθεται στην «ελλειμματική» πλευρά των φαινομένων, γεγονός που δεν είναι άσχετο με την εμφάνιση μιας κάποιας κίνησης επαν-ανακάλυψης του Janet που διαπιστώνεται κατά τα τελευταία χρόνια στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία παράλληλα με την μείωση της επιρροής της ψυχανάλυσης. Στον τομέα της πανεπιστημιακής ψυχιατρικής η προσπάθεια ήταν περισσότερο ταξινομική. Ο Kraepelin στο Μόναχο παρήγαγε ένα έργο που κρατά την αξία του ως σήμερα διατηρώντας όμως τη μηδενιστική του οπτική. Ο Krafft-Ebing, στην Βιέννη, ενδιαφέρθηκε για την σεξουαλικότητα, αλλά μόνο ως προς την παθολογική της πλευρά. Ο νοη Wagner-Jauregg, συμφοιτητής του Freud, ενδιαφέρθηκε για τις οργανικές θεραπείες και, από το τέλος του 19ου αιώνα, ανάπτυξε τις τεχνικές της πυρετοθεραπείας που θα του δώσουντο βραβείο Νόμπελτο 1927.0 Bleuler, στην Ζυρίχη, ήταν ο μόνος που άνοιξε την κλινική του στις φροϋδικές ιδέες.

Αναφέρονται συχνά στα πρώτα γραπτά του Freud. Ήδη από το 1896, οι περιπτώσεις ασθενών του και η μέθοδός του συζητιούνται διαμέσου των «Μελετών για την υστερία» και των «Αμυντικών ψυχονευρώσεων». Δεν ξεκινά πολεμικές και δεν απαντά παρά μόνο μία φορά, το 1897, στον Loewenfeld για την αγχώδη νεύρωση. Τα επιστημονικά περιοδικά είναι, βέβαια, χλιαρά απέναντι του, αλλά δεν θα ήμασταν κοντά στην πραγματικότητα αν καταφεύγαμε σε κάποια ηρωική ανάγνωση λέγοντας πως τον αγνοούσαν και τον εχθρεύονταν. Ποτέ δε γνώρισε κάτι σαν αυτό που απο- καλεί «μεγαλοπρεπή απομόνωσή του». Αντίθετα, μελετώντας τις εξαιρετικές εργασίες των Bry 8< Rifkin (1962), του Kiehl (1962) και, πιο πρόσφατα, των Tichy & Zwettler-Otte (1999) βλέπουμε ευνοϊκές τοποθετήσεις με επιφυλάξεις, όπως του Adolf von StrOmpell και του Eugen Bleuler στις γερμανόφωνες χώρες ή του Robert Edes και του William James στις Ηνωμένες Πολιτείες (Obendorf 1953, σ. 41), στάσεις, δηλαδή, αντίθετες με εκείνες που αγγίζουν την ύβρη, όπως του Konrad Rieger (σχετικά με τις αμυντικές ψυχονευρώσεις), που έγινε διάσημος και τακτικά αναφερόμε- νος χαρακτηρίζοντας την ψυχολογία του Freud «ψυχιατρική για γηραιές κυρίες» που θα έπρεπε να προκαλεί την φρίκη σε κάθε σοβαρό φρενολόγο. Ο Rieger, αργότερα καθηγητής στο WOrzburg, ήταν το 1896 επιμελητής του Aschaffenburg, που θα αρχίσει τις δηλητηριώδεις επιθέσεις του στις αρχές του 20ού αιώνα.

Κοιτάζοντας από πιο κοντά διακρίνουμε λοιπόν μια διπλή υποδοχή που αντιστοιχεί στις δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις οι οποίες συνθέτουν το θεραπευτικό πεδίο των ψυχικών νόσων. Από τη μια, οι οπαδοί μιας οργανικής ψυχιατρικής, της μελλοντικής βιολογικής ψυχιατρικής, ατενίζουν την ψυχανάλυση με συμπαθούσα αδιαφορία, που θα γίνει καθαρή εχθρότητα από την αρχή κιόλας του 20ου αιώνα. Αυτοί οι γιατροί φοβούνταν μην απολέ- σουν τη θέση που είχαν δύσκολα κατακτήσει ως ξεχωριστή ιατρική ειδικότητα, αλλά και την παλινδρόμηση προς τα ψυχοκρατικά και ρομαντικά ρεύματα (Decker 1977, Shorter 1997). Από την άλλη, όσοι δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους σε θεραπείες που απευθύνονταν στην ψυχική σφαίρα, παρατηρούσαν τις προτάσεις του Freud με μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Loewenfeld ενδιαφέρθηκε και προσπάθησε να εφαρμόσει την καθαρκτική μέθοδο. Αισθάν- θηκε, όμως, να απειλείται ως υπνωτιστής: «η ψυχανάλυση δεν κατέστησε περιττό τον υπνωτισμό», δήλωνε το 1901 (Decker 1977, σ. 155). Αργότερα, έγινε ένας από αυτούς που περιέγραψαν την μεταβολή της καθαρκτικής μεθόδου σε κάτι το διαφορετικό. Ο Bleuler αναγνώρισε την ανανεωτική ώθηση της φροϋδικής μεθόδου, ήδη από το 1896.

Ο Freud κατάλαβε νωρίς ότι προσήλκυε μαθητές. Το πρώτο παράδειγμα είναι ο Felix Gattel (Gougoulis 2002) ακολουθούμενος από τον Wilhelm Steckel, τον πρώτο αναλυόμενο- ιατρό που έγινε ψυχαναλυτής και ήταν ο πρώτος προπαγανδιστής της ψυχανάλυσης. Γύρω από τον Freud άρχισε να οργανώνεται ένας κύκλος από οπαδούς. Οι πλησιέστεροι σχημάτιζαν την «άγρια ορδή» των συναντήσεων της Τετάρτης. Συγχρόνως, ο Freud διατηρούσε αλληλογραφία με πολλούς, τον Carl- Gustav Jung, τον Ludwig Binswanger, τον James Jackson Putnam, τον Ernest Jones, με ψυχιάτρους σε όλο τον κόσμο που θα συνθέσουν το δίκτυο της μελλοντικής Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Από την στιγμή που τα γραπτά του Freud προκαλούν το αυξανόμενο ενδιαφέρον με τον σχηματισμό μιας πρώτης, εμβρυώδους σχολής και μια πιο συγκεκριμένη παρουσία στο πεδίο της θεραπείας, ήταν αναπόφευκτο να γίνει αισθητή και η αντίθεση. Από το 1906 ο Jung ξιφούλκησε κατά του Aschaffenburg,11 που έγινε καθηγητής ψυχιατρικής στην Κολωνία. Το 1907, στο πρώτο συνέδριο Ψυχιατρικής και Νευρολογίας στο Άμστερνταμ, ο Jung αντιστάθηκε στις πολλαπλές επιθέσεις που χαρακτήριζαν την φροϋδική μέθοδο ως απρεπή. Ένα χρόνο αργότερα ο Ziehen, καθηγητής της ψυχιατρικής στο Βερολίνο, επιτέθηκε στον Abraham: «η φροϋδική μέθοδος είναι εσφαλμένη στις περισσότερες περιπτώσεις, μεμπτή σε πολλές άλλες και περιττή σε όλες στην καλύτερη των περιπτώσεων τα αποτελέσματα οφείλονται στην αυθυποβολή». Βρίσκουμε, επίσης, κατηγορίες γραμμένες από τον Oppenheim, καθηγητή της Νευρολογίας στο Βερολίνο και από τον Paul Dubois της Βέρνης. Το 1910, ο Oppenheim πρότεινε το μποϋκοτάζ όλων των ιδρυμάτων που ανέχονταν τις απόψεις του Freud. Ο Raimann, επιμελητής του von Wagner-Jauregg, δεν σταμάτησε να κατηγορεί τον Freud, ώσπου η φιλία του Freud με τον von Wagner-Jauregg έδωσε τέλος σε αυτό. Ο Hoche στο Φράιμπουργκ μίλησε για ψυχική επιδημία ανάμεσα στους γιατρούς. Είναι εμφανές ότι αυτοί οι φρενολόγοι, νευρολόγοι ή θεραπευτές, όπως ο Dubois, δεν έβλεπαν ή δεν αποδέχονταν την επαναστατική αλλαγή που συνέβαινε στο επάγγελμά τους.

Μπορούμε να κατανοήσουμε τις συζητήσεις για τα θεωρητικά μοντέλα ξεκινώντας από πολλές αντιθέσεις: α) πρώτα, μεταξύ των επαγγελμάτων: κλινικοί γιατροί της πόλης / φρενολόγοι (γιατροί των νοσοκομείων), που τέμνει μερικώς την αντίθεση πανεπιστημιακοί / γιατροί των νοσοκομείων, β) κατόπιν, μεταξύ των παθολογιών που συναντούμε: ψυχονευρώσεις /ψυχώσεις, γ) τέλος, μεταξύ των θεραπευτικών μεθόδων.

Το έργο του Marcel Gauchet και της Gladys Swain (1980, 1986) κάνει φανερή την μείζονα αντίθεση που, στο τέλος περίπου του 19ου αιώνα, εμπόδισε τη θεωρητική σύλληψη της ψυχολογικής θεραπευτικής δράσης. Από την μια, υπήρχε η ηθική θεραπεία του Pinel, η παράδοση των ψυχιάτρων των νοσοκομείων (φρενολόγων), ξανακοιταγμένη και επικαιρο- ποιημένη δια μέσου μιας κριτικής της υποβολής. Η θεραπευτική δράση ετίθετο στο επίπεδο της συνείδησης και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται το ενδιαφέρον του εγχειρήματος: δείχνει ότι μπορούμε να επικοινωνήσουμε ακόμα και με το πιο διαταραγμένο πνεύμα. Οι παράφρονες διατηρούν ένα μέρος ενάργειας που ένας επιδέξιος και καλοπροαίρετος γιατρός μπορεί να κινητοποιήσει προς την κατεύθυνση της ίασης. Η πειθώ, η κατά στάδια επιχειρηματολογία, η εμπιστοσύνη στα τμήματα της συνείδησης, που έμειναν άθικτα από την αρρώστια, μπορούν σταδιακά να κάμψουν τα συμπτώματα, εμβαθύνοντας στα αίτιά τους και επιτυγχάνοντας την εθελοντική συμμετοχή του ασθενούς, σε ένα κοινό σκοπό που θα έχει οριστεί εκ των προτέρων: την ανάκτηση του ελέγχου από το υποκείμενο πάνω στον εαυτό του. Ο Dubois, ο Dejerine και εν μέρει ο Janet ανήκαν σε αυτή την τάση. Από την άλλη μεριά, η υποβολή, με ή χωρίς υπνωτισμό, έδειξε μια αποτελεσματικότητα πιο εντυπωσιακή, πιο γρήγορη, αλλά συχνά ασταθή. Εδώ, το πρόβλημα της συνείδησης μπαίνει σε παρένθεση. Ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιείται η ύπνωση, είναι φανερό ότι η θεραπευτική διαδικασία χρησιμοποιεί την υποταγή μεγάλων τμημάτων της βούλησης του ασθενούς στη βούληση του ψυχοθεραπευτή. Έτσι, δίπλα στον ενθουσιασμό που θα γνωρίσει η υπνωτιστική υποβολή, θα εμφανιστούν κριτικές, όλο και πιο έντονες, εναντίον της εξάρτησης που προκαλεί αυτή η θεραπεία και, ακόμα, της επικινδυνότητά της, όπως το υπογράμμιζε ο Dejerine.

Αυτές οι δύο θέσεις αντιτίθενται λιγότερο από ό,τι φαίνεται. Ο ίδιος ο Dejerine12 δεν αγνοούσε ότι αυτό που παρουσίαζε σαν ψυχοθεραπεία η οποία απευθύνεται στην λογική, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη σχέση εμπιστοσύνης, που με την σειρά της στηριζόταν στις συγκινήσεις και τα αισθήματα τα οποία κινητοποιούσε ο θεραπευτής στον ασθενή του. Ωστόσο, εδώ φαίνεται μια θεμελιώδης αντίθεση, θεωρητική αλλά και ηθική, ανάμεσα στους οπαδούς της πειθούς και της υποβολής, που ωθεί στα άκρα την πρακτική και τις θεωρίες που κατασκευάζουν αν και είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν εν μέρει και την ορθότητα της αντίθετης τάσης χωρίς, ωστόσο, να φτάνουν στη μεταξύ τους σύνθεση.

Σε μια τέτοια συγκυρία, αντιλαμβανόμαστε την πρωτοκαθεδρία που απέκτησαν τις επόμενες δεκαετίες οι φροϋδικές ιδέες, με αποτέλεσμα να ωθήσουν σε σχεδόν ολοκληρωτική λήθη ένα έργο τόσο σημαντικό όσο, για παράδειγμα, το έργο του Janet. Αυτό έγινε γιατί η ψυχοθεραπεία σύμφωνα με τον Freud θα εμφανιστεί σαν μια τελείως πρωτότυπη σύνθεση ανάμεσα στην πειθώ και την υποβολή. Από την πλευρά της πειθούς, ο Freud διατηρεί, έχοντας απομακρυνθεί από την ύπνωση, την ανάγκη συμμετοχής του ασθενούς με συνειδητή προσπάθεια -αυτή των ελεύθερων συνειρμών-, στην προοδευτική αποσαφήνιση των συμπτωμάτων του. Η ιδέα ενός «εγώ» που πρέπει να πάρει τη θέση του «Αυτό» βρίσκεται σε ευθεία γραμμή με την απαίτηση για μεγαλύτερη ελευθερία, που είναι αποτέλεσμα της ψυχοθεραπείας και συναρτάται με τις εσωτερικές δυνάμεις που κυβερνούν το ανθρώπινο πνεύμα εν αγνοία του. Από την πλευρά της υποβολής, ο Freud κρατά την ιδέα μιας σχέσης όμοιας με αυτήν των παιδιών προς τους γονείς τους ή των εραστών μεταξύ τους, που θα αποτελέσει το απαραίτητο εργαλείο όλου του θεραπευτικού εγχειρήματος: την μεταβίβαση. Η κομψότητα του μοντέλου, η συνθετική του ικανότητα σε μια προβληματική που ωρίμαζε για πολύ καιρό και η απελευθέρωση του πνεύματος τόσο του ασθενούς όσο και του θεραπευτή είναι παράγοντες που θα εξασφαλίσουν την μοναδική πρωτοκαθεδρία της ψυχαναλυτικής εκδοχής της ψυχοθεραπείας.

  

Η θεσμοθέτηση της ψυχανάλυσης και η πάλη για τα πρωτεία εντός του ψυχαναλυτικού κινήματος

Λίγο πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η αύξουσα επιρροή των φροϋδικών ιδεών πήρε τέτοιο εύρος, ώστε να γίνει αναγκαία η οργάνωση αυτού του κινήματος ιδεών σε διεθνή εταιρεία που σταδιακά θα είναι υπεύθυνη για την εκπαίδευση θεραπευτών, οπαδών της νέας μεθόδου, της ψυχανάλυσης. Είναι η εποχή που παρατηρούμε ένα νομαδισμό των ιατρών και των ασθενών, των «Wanderartzte» (των πλανόδιων-γιατρών) και των «Wander- patiente» (των πλανόδιων-ασθενών), όπως τους αποκαλούν. Όλοι επισκέπτονται τα μεγάλα ονόματα που ήδη αναφέραμε: τον Kraepelin στο Μόναχο, τον Hoche στο Φράι- μπουργκ, τον Dubois στην Βέρνη, τον Dejerine και τον Janet στο Παρίσι, τον Bleuler στην Ζυρίχη, τον Wagner-Jauregg και τον Freud στην Βιέννη. Διαθέτουμε έναν κάποιο αριθμό μαρτυριών που περιγράφουν αυτές τις περιπέτειες. Γνωρίζουμε το πέρασμα του Ferenczi και του Abraham από την Ζυρίχη. Γνωρίζουμε ίσως λιγότερο τον περίπλου του Clarence Oberndorf (1949,1953) και του Smith Ely Jellife (1933), που έγραψε ένα αυτοβιογραφικό άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Επιτομή μιας φροϋδικής Οδύσσειας», όπου περιγράφει αυτόν τον επιστημονικό περίπλου, γυρεύοντας απαντήσεις στις θεωρητικές και θεραπευτικές απαιτήσεις ενός νέου γιατρού που ειδικευόταν στην ψυχιατρική. Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των νέων ήλθαν σε επαφή με την νέα επιστήμη και ένας σημαντικός αριθμός ακολούθησε το νέο αυτό κίνημα.

Με τον ίδιο τρόπο και οι ασθενείς έψαχναν να βρουν θεραπεία για τις οδύνες τους. Ο Bruno Walter (Gougoulis & Kapsambelis 1996), o Gustav Maler έκαναν τον γύρο των Βιεννέζων γιατρών, πριν συναντήσουν τον Freud. Ο Serguei Pankieff, που έγινε γνωστός ως ο «άνθρωπος με τους λύκους», έκανε τον γύρο της ψυχιατρικής Ευρώπης.^ Αυτός ο νέος και πλούσιος Ρώσος, που υπέφερε από ψυχική νόσο διαγνωσμένη από τους κορυφαίους της ψυχιατρικής της εποχής (Kraepelin, Ziehen, Dubois) ως μανιο-κατάθλιψη, συνοδευόταν από τον θεράποντα ψυχίατρό του και έναν «φροντιστή-φύλακα» σε όλη την Ευρώπη, αλλά σταμάτησε στην Βιέννη. Ο ίδιος ο Freud στην αρχή της καριέρας του είχε συνοδεύσει ασθενείς για να εξεταστούν από τον Bernheim.

Τα βασικά προβλήματα της θεσμικής οργάνωσης του ψυχαναλυτικού κινήματος γίνονται πιο φανερά στην αλληλογραφία του Freud με τους μαθητές του, τον Yung, τον Ferencsi, τον Jones, τον Abraham, που θα γίνουν κεντρικά πρόσωπα στην ιστορία της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, αλλά και με τον Bleuler. Σ’ αυτή την τελευταία αλληλογραφία γίνεται προφανής η προτίμηση του Freud για την εξω-ακαδημαϊκή οργάνωση. Ο Bleuler ήταν αντίθετος, καθώς φοβόταν ότι αυτό θα οδηγούσε στην αποκοπή της ψυχα-

νάλυσης από τον ιατρικό και πανεπιστημιακό κόσμο και ότι η νέα εταιρεία θα έπαιρνε έτσι ένα δογματικό χαρακτήρα ακατάλληλο για τον επιστημονικό αντίλογο14 (Alexander & Selesnick 1965). Ο Freud, όμως, επιθυμούσε να κρατήσει την αυτονομία του σε σχέση με το Πανεπιστήμιο από το οποίο διατηρούσε την κακή ανάμνηση των αντισημιτικών διώξεων, του τέλους του 19ου αιώνα, και της περιφρόνησης των καθηγητών του για τους νέους και φιλόδοξους που βρίσκονταν στο περιθώριο. Ο Billroth, για παράδειγμα, σε ρατσιστικά του γραπτά, ανέφερε την ανάγκη των εβραίων φοιτητών να έχουν μαθητές για να επιζήσουν οικονομικά και πνευματικά (Gilman 1993).

Ο Μεγάλος Πόλεμος (1914-1918) διέκοψε αυτή την ανάπτυξη. Ο Freud δεν είχε πια ασθενείς και όλοι σχεδόν οι μαθητές του ήταν στον στρατό. Τα μαθήματα εισαγωγής στην ψυχανάλυση, που ο Freud παρουσίασε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης το 1916-1917, ήταν ιδιωτικά μαθήματα που απευθύνονταν σε ένα καλλιεργημένο κοινό, αλλά όχι στους φοιτητές της Ιατρικής σχολής.

Η θεραπεία των τραυματικών ψυχονευρώσεων του πολέμου ήταν η ευκαιρία για να αλλάξει η ατμόσφαιρα και να εμφανιστεί η ψυχανάλυση, για πρώτη φορά, από θέση ισχύος, απέναντι στην πανεπιστημιακή ψυχιατρική. Ο Freud έδωσε δύο μάχες: από την μια, για την εγκαθίδρυση μιας πανεπιστημιακής και κλινικής θέσης, που θα επέτρεπε ένα αυτόνομο καθεστώς στην ψυχανάλυση και από την άλλη, μια μάχη για την επαγγελματική συγκρότηση των δικών του δυνάμεων μέσα στο ψυχαναλυτικό κίνημα. Στην δεκαετία του 1920 θα δούμε την συζήτηση για την «λαϊκή» ψυχανάλυση, όπου συγκρούστηκαν οι ψυχία- τροι-ψυχαναλυτές με τους μη-γιατρούς ψυχαναλυτές.

Το 1918, εκπρόσωποι του κράτους παρί- στανται επισήμως, για πρώτη φορά, στο 5° Διεθνές Συνέδριο της Δ.Ψ.Ε., στην Βουδαπέστη (Jones 1957, vol. 2). Το γεγονός αυτό εξηγείται από την αύξουσα σημασία που απέδιδαν στην θεραπεία των «πολεμικών νευρώσεων» για τα σχέδια των στρατιωτικών. Ο Freud πρότεινετη δημιουργία ψυχαναλυτικών πολυκλινικών, η πρώτη επρόκειτο να ιδρυθεί στην Βουδαπέστη. Τέτοια κέντρα θεραπείας πράγματι ιδρύθηκαν στην Βιέννη και στο Βερολίνο. Η Ουγγαρία ήταν η πρώτη χώρα που ίδρυσε πανεπιστημιακή έδρα ψυχανάλυσης την οποία κατέλαβε ο Ferenczi. Η αντεπανάσταση του ναυάρχου Horty κατάργησε την πανεπιστημιακή έδρα και η ψυχανάλυση βρέθηκε σε κίνδυνο για σύντομο διάστημα. Αυτό έδινε μια πρώτη γεύση των διώξεων εκ μέρους των ολοκληρωτικών καθεστώτων που θα επακολουθούσαν.

Το 1920, ο Freud εκλήθη ως εμπειρογνώ- μων στην υπόθεση της καταγγελίας στρατιωτών για τις θεραπείες που είχαν υποστεί στα ψυχιατρικά νοσοκομεία κατά την διάρκεια του πολέμου (Eissler 1979). Η έκθεση του Freud είναι μνημείο επιστημονικού θάρρους και συγχρόνως ιατρικής αλληλεγγύης για τον επικεφαλής της πανεπιστημιακής ψυχιατρικής της Βιέννης, Julius von Wagner-Jauregg. Όμως, τα προφανή συμφέροντα της στρατιωτικής και πανεπιστημιακής εξουσίας δεν επέτρεψαν να δικαιωθεί η θέση του Freud παρά την προφανή αποτυχία της χρήσης του ηλεκτρισμού σε αυτούς που θεωρήθηκε πως υποκρίνονταν νόσο. Η στάση του Freud δεν είχε τίποτε το ιδεολογικό, πάντα όμως υποστήριζε την αλήθεια, ακόμα και σε βάρος της επίσημης αναγνώρισής του. Από την μεριά του ο νοη Wagner-Jauregg κράτησε μνησικακία στον Freud θεωρώντας ότι δεν τον υποστήριξε επαρκώς. Στη αυτοβιογραφία του, λοιπόν, αποδίδει την ανακάλυψη της ψυχανάλυσης στον Janet!

Εντούτοις, τα δεδομένα αυτά είναι βήματα στην κατάκτηση της κοινής γνώμης και τη διεύρυνση της χρήσης της ψυχανάλυσης μεταξύ των θεραπειών εκλογής. Η ψυχανάλυση άνθισε στην Αυστρία στην διάρκεια της σοσιαλδημοκρατίας, μεταξύ 1918 και 1934, και στην Γερμανία στην διάρκεια της εύθραυστης δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Reichmayr & MOhlleitner 2003). Έκτοτε θα τεθούν νέα προβλήματα: Πού και από ποιόν εκπαιδεύονται οι ψυχαναλυτές; Ποιος δικαιούται να ασκεί αυτή την θεραπευτική τεχνική;

Έτσι, η Poliklinik του Βερολίνου και το Ambulatorium της Βιέννης θα γίνουν τα καινούργια κέντρα εκπαίδευσης στην ψυχανάλυση και τις ψυχαναλυτικές θεραπείες. Η ψυχανάλυση αρχίζει να γίνεται ένα νέο επάγγελμα και τα νέα ζεύγη θεωρητικών και πρακτικών αντιθέσεων θα αρχίσουν, πλέον, να σχηματίζονται στο εσωτερικό της. Όπως τονίζει ο Michael Scrhoter, αυτές οι ιδιωτικές κλινικές δεν είχαν τίποτα το εξαιρετικό· ήταν σύνηθες για έναν ονομαστό γιατρό να ανοίγει μια κλινική και να προσφέρει εκπαίδευση. Το καινούργιο βρισκόταν στο γεγονός ότι η ψυχαναλυτική εκπαίδευση υπάκουε διεθνώς σε κανόνες όλο και πιο συγκεκριμένους παρά τους δισταγμούς του Freud να παγιώσει τους κανόνες της τέχνης.15

Το όραμα του Freud ήταν να γίνει η ψυχανάλυση μια βασική επιστήμη, με εφαρμογές τόσο στην ιατρική, όσο και στις επιστήμες του ανθρώπου. Στα εισαγωγικά του μαθήματα, λέει επί της ουσίας ότι η ψυχανάλυση θα δώσει στην ψυχιατρική την ψυχολογική βάση που της λείπει. Όντας ένας επιστημονικός τομέας γενικού ενδιαφέροντος, είναι επιθυμητό να διδάσκεται στο πανεπιστήμιο. Έτσι, από την αρχή είχε δεχθεί και μη-γιατρούς στην ομάδα της Τετάρτης και στη συνέχεια στην Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρεία. Ως το 1920 κανένας μη-γιατρός δεν είχε κλινική πρακτική με ενηλίκους. Από το 1920, η αυξανόμενη ζήτηση για θεραπείες, η αποτυχία να τοποθετηθούν μη-γιατροί σε πανεπιστημιακές ή συντακτικές θέσεις, η επιθυμία κάποιων να αλλάξουν επαγγελματικό προσανατολισμό (για παράδειγμα, ο Sachs που εγκατέλειψε την σταδιοδρομία του δικηγόρου) και ακόμα, η έναρξη ψυχαναλυτικών πρακτικών σε παιδιά από αναλυτές με εκπαίδευση παιδαγωγού δημιούργησε την προϋπόθεση ώστε η πρακτική της ψυχαναλυτικής θεραπείας να διευρυν- θεί προς τους μη-γιατρούς. Ο Rank, ο Reik,16 ο Sachs, η Anna Freud ήταν οι πρώτοι που γρήγορα ακολούθησαν και άλλοι (ScrhOter 2004).

Η δίκη εναντίον του Theodor Reik, το 1926 στην Βιέννη, επέτρεψε στον Freud να ξεκαθαρίσει τις απαντήσεις του τόσο σε ερωτήματα κοινωνικά, όσο και σε προβλήματα που αφορούσαν την ζωή των ψυχαναλυτικών ενώσεων. Τον Φεβρουάριο του 1925 απαγορεύτηκε στον Reik η άσκηση της ψυχανάλυσης, καθώς ήταν κατηγορούμενος για παράβαση ενός νόμου εναντίον της παράνομης άσκησης της ιατρικής. Η καταγγελία ενός παλιού αρρώστου επιδείνωσε την κατάσταση. Ο Freud κινήθηκε δραστήρια ενώπιον της Βιεννέζικης διοίκησης και πέτυχε την ακύρωση της νομικής διαδικασίας. Ας σημειώσουμε ότι το υπουργείο Υγείας είχε μεριμνήσει ώστε ο Freud να είναι εμπειρογνώμονας στο ζήτημα της πρακτικής της «λαϊκής» ανάλυσης, όπως μαθαίνουμε από το γράμμα του (28/11/1924) προς τον Abraham (Falzeder 2002). Η θέση που πήρε δίχασε τον αναλυτικό κόσμο για πολύ καιρό. Επρόκειτο για την υπεράσπιση της αυτονομίας των ψυχαναλυτικών θεσμών σε σχέση με τις ιατρικές σχολές, θέση που υπεράσπισε με νύχια και με δόντια ενάντια σε πιο συντηρητικές θέσεις (Freud 1926). Για τον Freud ήταν αδιανόητο να προτείνει μια μειωμένη εκπαίδευση, που ήταν το επιχείρημα όσων φοβούνταν ότι η ψυχανάλυση θα εξομοιωνόταν με τον τσαρλατανισμό (Gay 1988). Η θέση του ήταν πάντα σαφής σε ότι αφορούσε τις συνθήκες που όριζαν τον ψυχαναλυτή: χρειαζόταν ένα επίπεδο πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά όχι αναγκαστικά ιατρικών (γεγονός που κρατούσε ανοιχτές τις ψυχαναλυτικές ενώσεις προς τις επιστήμες του ανθρώπου και εξασφάλιζε ότι ο αναλυτής είχε ένα επίπεδο σκέψης επαρκώς οργανωμένο), συνοδευόμε- νο από στέρεα κλινική εμπειρία (υποχρέωσε, έτσι, τους μη-γιατρούς να αποκτήσουν κλινικές εμπειρίες η Anna Freud, για παράδειγμα, ασκήθηκε στην κλινική του von Wagner- Jauregg). Όσο κι αν αυτές οι δύο συνθήκες ήταν αναγκαίες, αυτό που, κυρίως, επέτρεπε να οριστεί η ψυχανάλυση ήταν η ειδική εκπαίδευση η οποία, πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, απαιτούσε την προσωπική ανάλυση και τη θεωρητική κατάρτιση που θα επέτρεπαν την αναγνώριση των ασυνείδητων φαινομένων στην μεταβιβαστική νεύρωση. Από τότε που υπάρχουν ψυχαναλυτικά ινστιτούτα, και κυρίως αυτό του Βερολίνου, η εκπαίδευση προικίστηκε με κανόνες, με την εισαγωγή εποπτειών των θεραπειών και θεωρητικά μαθήματα.

Όπως φαίνεται από την αλληλογραφία με τον Abraham (Falzered 2002), τον Rado (Roazen& Swerdloff 1995) και τις πρώτες συζητήσεις στην Διεθνή Επιθεώρηση που διηύθυνε ο Jones, οι ψυχίατροι-ψυχαναλυτές διεκδίκη- σαν την πρωτοκαθεδρία μέσα στο νέο επάγγελμα. Ποτέ δεν αποδέχτηκε ο Freud αυτή την ιδέα και το ψυχαναλυτικό κίνημα κινδύνευ- σε να διασπαστεί γύρω από αυτή τη σημαντική συζήτηση.

Όμως, η θεωρητική δύναμη της ψυχανάλυσης και η επίδραση της εκπαίδευσής της ήταν τέτοια ώστε οι ψυχίατροι-ψυχαναλυτές κέρδισαν για πολύ καιρό την πρωτοκαθεδρία εντός της ψυχιατρικής, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στην Αγγλία η επιρροή των ψυχιάτρων ήταν μικρότερη (Freeman 1988). Η ψυχανάλυση στις Η.Π.Α. αναδείχτηκε σε κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα, που η επιρροή της διαπερνούσε την ιατρική, όπως μαρτυρά η ανάδυση του ψυχοσωματικού ρεύματος της σχολής του Σικάγου (Stepansky 1999). Μερικές φορές όμως σημειώνονται κάποιες αμφίβολες τοποθετήσεις οφειλόμε- νες στην άκαμπτη θεωρητική στάση, που εμπόδιζε αυτούς τους ψυχίατρους-ψυχανα- λυτές να κατανοήσουν ότι η θέση του κυρίαρχου επιστημονικού παραδείγματος είναι συχνά πρόσκαιρη και δεν παρέχει κανένα δικαίωμα ανωτερότητας.

Έτσι, ο Smith Ely Jelliffe προσπάθησε να δώσει μια μεταψυχολογική εξήγηση στα αποτελέσματα του ινσουλινικού σοκ, ότι δηλαδή ήταν «μια απόσυρση της λίμπιντο από τον έξω κόσμο και η σύντηξή της με την ενόρμηση του θανάτου με σκοπό τον έλεγχο του ναρκισσι- κού εγώ». Ο Silberman το 1940 ερμήνευε τα αποτελέσματα των ηλεκτροσόκ σαν μία «μορφή ήπιας τιμωρίας για αιμομικτικές επιθυμίες, έτσι ώστε να μειώνεται η ενοχή» (Stepansky, 1999).

Αυτές οι θέσεις γελοιοποιήθηκαν σε μία πρόσφατη ιστορία της ψυχιατρικής (Shorter 1997) η οποία, όμως προβάλλει την βιολογική μεγαλοπρέπεια, σάμπως, σε τελευταία ανάλυση, οι ιστορικοί να δυσκολεύονται να διδαχθούν από τα μαθήματα της ιστορίας.

 

Συμπέρασμα

Σε αυτή την ανακοίνωση προσπάθησα να σκιαγραφήσω τις σύνθετες σχέσεις του Freud με τους ψυχιάτρους, δίνοντας κάποιες ενδείξεις για την κατανόηση των σύγχρονων συζητήσεων. Ο Freud ξεκίνησε από την επαναστατική υπόθεση του ασυνείδητου που δεν έπαψε να επεξεργάζεται.17 Έχοντας συνείδηση των δυσκολιών που παρουσίαζαν οι έννοιες και οι νέοι όροι18 που εισήγαγε, αιτιολογούσε τη χρήση τους μέσα από την ανάγκη να περιγράφει αντίστοιχες ψυχικές διαδικασίες.

Προς το τέλος της ζωής του αντιλαμβάνεται ότι η ψυχανάλυση, το δημιούργημά του, το πνευματικό του παιδί, ήταν πια ένας ζωντανός οργανισμός που του ξέφευγε. Στα τελευταία του γραπτά, που πήραν τον χαρακτήρα διαθήκης, προσπάθησε να δώσει μερικές κατευθύνσεις και να περιορίσει τις φιλοδοξίες των οπαδών του. Όλα έγιναν σαν να διέβλεπε μία νέα αλλαγή του κυρίαρχου επιστημονικού παραδείγματος, πέραν της διεύρυνσης των πεδίων εφαρμογής, που ήταν κυρίως η ψυχανάλυση των παιδιών και η θεωρητική πρωτοκαθεδρία στο πεδίο της ψυχιατρικής. Στο 34° μάθημα των Νέων Διαλέξεων («Διασαφηνίσεις, εφαρμογές, κατευθύνσεις», Freud, 1933, σ. 238) γράφει: «Η αναλυτική εμπειρία μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι μπορούμε να επιδράσουμε στις νευρώσεις αν συλλά- βουμε τις αφορμές της ασθένειας που είναι ιστορικής τάξης και τους επικουρικούς παράγοντες που είναι τυχαίοι. Δεν πρέπει, όμως, να υποτιμούμε τον ιδιοσυστατικό παράγοντα. Για τα παιδιά μπορούμε να ελπίζουμε σε μεγάλες επιτυχίες. Λείπει μόνο στην θεραπεία η δύναμη της αναγκαίας ενόρμησης για να επιβάλλει την αλλαγή. Μια κάποια ενορμη- τική συνιστώσα είναι υπερβολικά ισχυρή σε σύγκριση με τις αντίθετες δυνάμεις που μπορούμε να κινητοποιήσουμε. Καταλαβαίνουμε τις ψυχώσεις επαρκώς για να μπορούμε να ξέρουμε καλά πού πρέπει να βάλουμε τους μοχλούς, όμως δεν θα μπορέσουν να μετακινήσουν το βάρος. Στις ψυχώσεις η ελπίδα εναπόκειται στην χημεία, αλλά η ψυχαναλυτική γνώση θα καθοδηγήσει μια μέρα την φαρμακευτική θεραπευτική που θα επιτρέψει να παλέψουμε με επιτυχία εναντίον του ποσοτικού παράγοντα. Στο μεταξύ αυτό θα μας ωθεί στην τελειοποίηση της τεχνικής της ψυχανάλυσης και κυρίως της μεταβίβασης».

Σημειώσεις

¹ Thomas Carlyle (1795-1881). Άγγλος στοχαστής, μεταφραστής του Γκαίτε, παρουσίασε το 1841 το βιβλίο του: On Heroes, Hero-Worship and the Heroic in History, που άσκησε επιρροή στην ιστοριογραφία του 19ου αιώνα.

² Ο Johann-Christian Reil (1759-1813) ανήκει στο ρομαντικό ιατρικό ρεύμα της Γερμανίας, που αντιλήφθηκε τον κεντρικό ρόλο των ψυχολογικών παραγόντων στη γένεση των ψυχικών νόσων. Καταγράφει τις ακόλουθες ιδιότητες του ψυχιάτρου, αυτού που καλείται να φροντίσει τους παράφρονες: οξυδέρκεια, ταλέντο για την παρατήρηση, ευφυΐα, καλή θέληση, πείρα, επιβλητική παρουσία και έναν έλεγχο που προκαλεί τον σεβασμό (Beiträge zur Beförderung einer Curmethode auf psychischem Wege, Halle, 1808).

³ Ηθική θεραπεία: Πρόκειται για έννοια που αρχικά συγκέντρωσε ό,τι δεν ήταν «φυσική θεραπεία» – δηλαδή υδροθεραπεία, αφαιμάξεις, τα φάρμακα κ.λπ. Θετικά μπορεί να προσδιοριστεί από την προσπάθεια για τη δημιουργία μιας ανταλλαγής λόγων, σκέψεων, αλλά και συναισθημάτων με τον ασθενή, καθώς και την πατρική του καθοδήγηση, με σκοπό την ισχυροποίηση της «υγιούς πλευράς του». Αποτελεί έναν από τους προδρόμους της σύγχρονης έννοιας της ψυχοθεραπείας (Σ.τ.Μτφ.).

⁴ Ο Antoine-Laurent-Jessé Bayle (1799-1858) περιγράφει στη διατριβή του Recherches sur les maladies mentales μια φρενοβλάβεια με γενική παράλυση.

Wilhelm Griesinger (1817-1869), Traité des maladies mentales, 1845.

Theodor Meynert (1833-1892).

Hirschmüller (σσ. 139-140). Ο πρώτος που βρήκε αυτά τα τεκμήρια είναι ο Irving Stone, συγγραφέας μιας από τις καλύτερες μυθιστορηματικές βιογραφίες του Freud. Γνώστης της συλλογής τεκμηρίων και των αρχείων, τα κληροδότησε στο Ινστιτούτο του Σικάγου και ο Ernest Wolf δημοσίευσε ένα άρθρο το 1973, χωρίς να προσδιορίσει την πηγή αυτών των παρατηρήσεων. Ο Albert Hirschmüller μπόρεσε να συμβουλευτεί τα τεκμήρια και, ερευνώντας και από την πλευρά του, να γράψει ένα θαυμάσιο έργο που μας επέτρεψε να επαληθεύσουμε τα τεκμήρια που δημοσίευσε ο Wolf.

⁸ Ο Jules Déjerine διαδέχτηκε τον Fulgence Raymond στην έδρα και στην κλινική που είχε λαμπρύνει ο Charcot. Αφιερώνει ένα σημαντικό έργο (Déjerine & Gauckler, 1911), όπου η ψυχοθεραπεία περιγράφεται ως «μία εγκόσμια εξομολόγηση και ψυχική καθοδήγηση». Σημειώνουμε ότι, όπως οι περισσότεροι μαθητές του Charcot, παίρνει θεωρητικές αποστάσεις από αυτή.

Richard von Krafft-Ebing (1840-1902), Εγχειρίδιο Ψυχιατρικής (Lévy-Friesacher, 2000).

¹⁰ Σε αυτό το γραπτό ο Freud δείχνει πως διαφοροποιείται από τον Janet και τον Griesinger. Αυτό το πολύ γνωστό άρθρο είναι ένα από τα καλύτερα υποδείγματα του τρόπου με τον οποίο συλλαμβάνει την ολότητα και την πολυπλοκότητα ενός προβλήματος και με τον οποίο εστιάζει σε μία πλευρά, όπου συμπύκνωνε τη σκέψη του. Αυτός ο τεμαχισμός ενός σύνθετου πεδίου παρατήρησης, συχνά με μια τάση να φτάνει στα άκρα, είναι χαρακτηριστικός του Freud και μπορεί να εξηγήσει την ανάδυση σχολών, που ξεκίνησαν από τμηματικές εκδοχές της σκέψης του. Σε μία υποσημείωση περιγράφει την πολυπλοκότητα της σχέσης βρέφους/μητέρας στο πλαίσιο του κώδικα ανάγνωσης της αρχής της ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας. Ο Winnicott θα πάρει αυτή τη σημείωση για να δείξει πως ο Freud περιέγραφε τη σχέση μητέρας/παιδιού. Είναι στο άρθρο όπου υπενθυμίζει την παράδοξη φράση του: «το βρέφος δεν υπάρχει». Μια προσεκτική ανάγνωση επιτρέπει να δούμε ότι ο Freud προτείνει μια άριστη συνθήκη για να απεικονίσει, στη θεωρία (in abstracto), τη συνάρθρωση της αρχής της ηδονής με την αρχή της πραγματικότητας (Winnicott 1960, Scharff 2001).

¹¹ Gustav Aschaffenburg (1866-1944). Εργάστηκε με τον Meynert στη Βιέννη, με τον Kraepelin στη Χαϊδελβέργη και στη συνέχεια έγινε καθηγητής στην Κολωνία. Λυσσαλέος αντίπαλος της σεξουαλικής αιτιολογίας των νευρώσεων, συμπεριέλαβε, όμως, στο σύγγραμμά του το θεμελιώδες άρθρο του Bleuler για τη σχιζοφρένεια.

¹² Ας σημειώσουμε ότι ο Déjerine μετά από μια κατάθλιψη, δέχτηκε τη φροντίδα του Dubois (Jelliffe 1933). Ο Oberndorf (1953, σσ. 119-120) μας περιγράφει τη μέθοδο του Déjerine, που ο ίδιος συνόψιζε ως εξής: «Η θεραπεία είμαι εγώ», και συμπεραίνει ότι η ψυχανάλυση είχε περισσότερα να προσφέρει στους ασθενείς.

¹³ Η ποιότητα αυτών των θεραπειών ξεπερνά το στόχο μας.

¹⁴ Οι μεταγενέστερες διασπάσεις επιβεβαίωσαν εν μέρει τους φόβους του Bleuler.

¹⁵ Βλέπε την αλληλογραφία Freud/Ferenczi, No RFP 46(5), 1982, για την τεχνική (de Mijolla, 1982, 1987).

¹⁶ Ας σημειώσουμε ότι ο Rank, που ανήκε στο κίνημα από το 1906, άρχισε να ασκεί την ψυχανάλυση από το 1920, κυρίως μετά τον γάμο του και την εμφάνιση οικονομικών προβλημάτων. Όταν αντιτάχθηκε στον Freud το 1923, η κλινική του εμπειρία ήταν πολύ πρόσφατη.

¹⁷ «Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η υπόθεση του ασυνειδήτου είναι απαραίτητη και θεμιτή γιατί τα δεδομένα της συνείδησης είναι, σε μεγάλο βαθμό, ελλειμματικά. Τόσο στους υγιείς όσο και στους ασθενείς παράγονται συχνά ψυχικές πράξεις, των οποίων η εξήγηση προϋποθέτει άλλες πράξεις, τις οποίες δεν πιστοποιεί η συνείδηση», έγραφε το 1914 (σ. 206).

¹⁸ «Είμαστε υποχρεωμένοι να εργαζόμαστε με επιστημονικούς όρους, δηλαδή με τη γλώσσα των εικόνων που ιδιάζει στην ψυχολογία (την ψυχολογία ακριβώς του βάθους). Χωρίς αυτό, δεν θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τις αντίστοιχες διαδικασίες κι ακόμα, δεν θα τις αντιλαμβανόμασταν καθόλου. Τα μειονεκτήματα της περιγραφής μας θα εξαφανίζονταν μάλλον αν, στη θέση των ψυχολογικών όρων, μπορούσαμε ήδη να θέσουμε φυσιολογικούς ή χημικούς όρους. Και αυτοί, είναι αλήθεια, καταγράφονται στη γλώσσα των εικόνων που, όμως, μας είναι οικεία από πιο παλιά και η οποία ίσως είναι πιο απλή», έγραφε το 1920 (σ. 334).

Βιβλιογραφία

  • Abraham H. (1974) Karl Abraham, biographie inachevée. Tr. fr. Paris, PUF, 1976.

  • Alexander F, Eisenstein S, Grotjahn M. (eds.). (1966) Psychoanalytic Pioneers. New Brunswick, Basic Books.

  • Alexander F, Selesnick ST. (1965) Freud-Bleuler Correspondence. Archives of General Psychiatry, 12, 1-9.

  • Amacher P. (1965) Freud’s Neurological Education and its Influence on Psychoanalytic Theory. New York, IUP.

  • Bercherie P. (1980) Les fondements de la clinique. Paris, Seuil.

  • Bercherie P. (2004) Examen des fondements de la psychanalyse. Paris, L’Harmattan.

  • Bergmann M. (1993) Reflections on the History of Psychoanalysis. Journal of American Psychoanalytic Association, 41, 929-955.

  • Bernfeld S. (1951) Sigmund Freud, M.D., 1882-1885. International Journal of Psycho-Analysis, 32, 204-216.

  • Bernfeld S, Cassirer-Bernfeld S. (1981) Bausteine der Freud-Biographik. Suhrkampf, Frankfurt.

  • Binswanger L. (1920) Psychanalyse et psychiatrie clinique. L. Binswanger Discours, Parcours et Freud. Tr. fr. Paris, Gallimard, 1970, 123-154.

  • Binswanger L. (1936) Freud et la constitution de la psychiatrie clinique. L. Binswanger Discours, Parcours et Freud. Tr. fr. Paris, Gallimard, 1970, 173-200.

  • Bleuler E. (1911) La psychanalyse de Freud. Tr. fr. Paris, GREC, 1994.

  • Bolzinger A. (1999) La réception de Freud en France. Paris, L’Harmattan.

  • Botbol M., Gougoulis N., Guedj M.-J., Kapsambelis V. Psychothérapie en France. P. Lalonde, J. Aubert, F. Grunberg (Eds.) Psychiatrie Clinique Vol II., Boucherville (Québec), 2001, 1442-1465.

  • Brabant E, Falzeder E. (eds.). (2000) Sigmund Freud – Sandor Ferenczi. Correspondence Vol. 3. 1920-1933, Tr. fr. Paris, Calmann Lévy.

  • Bry I, Rifkin AH. (1962) Freud and the History of Ideas: Primary Sources, 1886-1910. JH. Masserman (ed.) Science and Psychoanalysis, Vol. V, Psychoanalytic Education, New York, Grune & Stratton, 6-36.

  • Collée M. & Quétel C. (1987) Histoire des maladies mentales. Paris, PUF.

  • Davidson J. W. & Lytle M. H. (1982) After the Fact. New York, Alfred Knopf.

  • Decker H. (1977). Freud in Germany. New York, IUP.

  • Déjerine J, & Gauckler E. (1911) Les manifestations fonctionnelles des psychonévroses. Leur traitement par la psychothérapie. Paris, Masson.

  • Delattre N. & Widlöcher D. (2003) La psychanalyse en dialogue. Paris, Odile Jacob.

  • Diercks C. (2002) The Vienna Psychoanalytic Polyclinic (Ambulatorium): Wilhelm Reich and the Technical Seminar. Psychoanalysis and History, 4, 1, 67-84.

  • Drake HA. (2000) Constantin and the Bishops. Johns Hopkins, New York.

  • Dubois P. (1904) Les psychonévroses et leur traitement moral. Paris, Masson.

  • Eissler K. (1966) Die Wiener Medizinische Schule im 19. Jahrhundert. (The Vienna Medical School in the 19th Century.). The Psychoanalytic Quarterly, 35, 127-130.

  • Eissler KR. (1979) Freud sur le front des névroses de guerre. Tr. fr. Collection Histoire de la psychanalyse, Paris, P.U.F., 1992.

  • Ellenberger H. (1961) Psychiatry and its Unknown History. M. Micale (ed.) Beyond the Unconscious. Princeton, Princeton University Press, 1993, 239-252.

  • Ellenberger H. (1970) The Discovery of the Unconscious. New York, Basic Books.

  • Falzeder E. (2000) Profession – Psychoanalyst : a Historical Review. Psychoanalysis and History, 2, (1), 37-60.

  • Falzeder E. (Ed.) (2002) The Complete Correspondence of S. Freud and K. Abraham. London, Karnac.

  • Fine R. (1979) A History of Psychoanalysis. New York, Columbia University Press.

  • Foucault M. (2003) Le pouvoir psychiatrique. Cours au Collège de France 1973-1974. Paris, Gallimard.

  • Freeman T. (1988) The Psychoanalyst in Psychiatry. London, Karnac.

  • Freud A. (1967) Doctoral Award address. A. Freud, Research at the Hampstead Child-therapy clinic and other papers, 1956-1965. New York, IUP, 507-516.

  • Freud E. (ed.) (1960) Sigmund Freud. Correspondance 1873-1939. Tr. fr. Paris, Gallimard, 1979.

  • Freud S. (1911) Formulations sur deux principes de l’advenir psychique. Tr. fr. S. Freud, OC, Vol. 11, Paris, PUF, 1998, 11-21.

  • Freud S. (1915) L’inconscient. Tr. fr. S. Freud, OC, Vol. 13, Paris, PUF, 1988, 203-242.

  • Freud S. (1916-1917) Conférences d’introduction à la psychanalyse. Tr. fr. S. Freud, OC, Vol. 14, Paris, PUF, 2000.

  • Freud S. (1920) Au-delà du principe de plaisir. Tr. fr. S. Freud, OC 15, Paris, PUF, 1996, 273-338.

  • Freud S. (1933) Nouvelles conférences d’introduction à la psychanalyse. Tr. fr. Paris, OC, Vol. 19, Paris, PUF, 1985.

  • Friedman, L. (1977) A View of the Background of Freudian Theory. The Psychoanalytic Quarterly, 46, 425-465.

  • Gauchet M, Swain G. (1980) La pratique de l’esprit humain. L’institution asilaire et la révolution démocratique. Paris, Gallimard.

  • Gauchet M, Swain G. (1986) Du traitement moral. Remarques sur la formation de l’idée contemporaine de psychothérapie. Confrontations psychiatriques, 26, 19-40.

  • Gay P. (1988) Freud. A Life for our Time. London, Dent.

  • Gedo JE, Pollock G. H. (1976) Freud: The Fusion of Science and Humanism. New York, IUP.

  • Gilman S. L. (1993) Freud, Race, and Gender. Princeton, Princeton University Press.

  • Gilman S. L., Birmele J., Geller J. & Greenberg V. D. (1994) Reading Freud’s Reading. New York, New York University Press.

  • Goldstein J. (1987) Console and Classify. New York, Cambridge University Press.

  • Gougoulis N. (2002) Félix Gattel. In A. de Mijolla (Ed.) Dictionnaire International de la Psychanalyse. Calmann-Lévy, Paris.

  • Gougoulis N, Kapsambelis V. (1996) Recherches sur le concept freudien des névroses actuelles: de la théorie aux maniements techniques. Topique, 61, 493-502.

  • Green A. (2002) La pensée clinique. Paris, Odile Jacob.

  • Grob GN. (1983) Mental Illness and American Society 1875-1940. New Jersey, Princeton University Press.

  • Gutheil E. (Ed.) (1950) The Autobiography of Wilhelm Steckel. New York, Liveright.

  • Hale NG. (ed.) (1971) James Jackson Putnam and Psychoanalysis. Cambridge Mass., Harvard University Press.

  • Hale NG. (1995) Freud and the Americans. Oxford, Oxford University Press.

  • Hirschmüller A. (1991) Freud’s Begegnung mit der Psychiatrie. Tübingen, Diskord.

  • Hirschmüller A. (1993) Freud, Meynert et Mathilde: l’hypnose en question. Revue Internationale d’Histoire de la Psychanalyse, 6, 271-286.

  • Jelliffe S. (1933) Address: Glimpses of a Freudian Odyssey. The Psychoanalytic Quarterly, 2, 318-329.

  • Jones, E. (1920) Dr. James Jackson Putnam. International Journal of Psycho-Analysis, 1, 6-16.

  • Jones E. (1955-59) La vie et l’oeuvre de Sigmund Freud vol. I-III. Tr. fr. Paris, PUF, 1961.

  • Kiell N. (1988) Freud Without Hindsight. New York, IUP.

  • Kirsner D. (2000) Unfree Associations. London, Process Press.

  • Lantéri-Laura G. (1988) Essai sur les paradigmes de la psychiatrie moderne. Paris, Éditions du Temps.

  • Lévy – Friesacher C. (1983) Meynert-Freud: L’Amentia. Paris, PUF.

  • Lévy – Friesacher C. (2000) La psychiatrie à Vienne autour de 1900. Conférence du 7 mars au Centre de Documentation d’Histoire de la Médecine à Paris.

  • Mackenzie C. (1992) Psychiatry for the Rich. London, Routledge.

  • Masson JM. (1985) The Complete Letters of S. Freud to W. Fliess. Belknap, London.

  • Micale M. & Porter R. (1994) Discovering the History of Psychiatry. New York, Oxford University Press.

  • Mijolla de A. (1982) Présentation du n° « Technique ou pratique ». RFP, 46 (5), 907-910.

  • Mijolla de A. (1987) De la pratique psychanalytique de Freud à la nôtre. Études Freudiennes, 30, 17-37.

  • Mordier J. P. (1981) Les débuts de la psychanalyse en France. Paris, Maspero.

  • Morel P. & Quétel C. (1985) Les médecines de la folie. Paris, Hachette.

  • Oberndorf C. (1949) Forty Years of Psycho-Analytic Psychiatry. Int. J. Psycho-Anal., 30, 153-161.

  • Oberndorf C. (1953) A History of Psychoanalysis in America. New York, Greene & Stratton.

  • Pigeaud J. (2001) Aux portes de la psychiatrie. Paris, Aubier.

  • Plotkin M. (Ed.) (2003) Argentina on the Couch. Albuquerque, New Mexico University Press.

  • Postel J, Quétel C. (1983) Nouvelle histoire de la psychiatrie. Toulouse, Privat.

  • Reichmayr J, Mühlleitner E. (2003) Psychoanalysis in Austria after 1933-1934. History and Historiography. International Forum of Psychoanalysis, 12 (2-3), 118-129.

  • Roazen P, Swerdloff B. (1995) Heresy. Sandor Rado and the Psychoanalytic Movement. New Jersey, Jason Aronson.

  • Rosenblum E. (1973) Le premier parcours psychanalytique d’un homme relaté par Freud. Études Psychothérapiques, 4(1), 51-57.

  • Rudnytsky PL. (1987) Freud and Oedipus. New York, Columbia University Press.

  • Scharff D. (2001) The Psychoanalytic Century: Freud’s Legacy for the Future. New York, Other Press.

  • Schilder P. (1940) The Influence of Psychoanalysis on Psychiatry. The Psychoanalytic Quarterly, 9, 216-228.

  • Schröter M. (2004) The early history of lay-analysis, especially in Vienna, Berlin and London. IJP, 85, (1), 159-177.

  • Scull A. (1979) Museums of Madness. London, Allen Lane.

  • Shorter E. (1997) A History of Psychiatry. New York, John Wiley.

  • Stepansky PE. (1999) Freud, Surgery and the Surgeons. Hillsdale, N.J., The Analytic Press.

  • Stone I. (1972) The Passions of the Mind. New York, Doubleday.

  • Sulloway FJ. (1979) Freud, Biologist of the Mind. New York, Basic Books.

  • Swain G. (1977) Le sujet de la folie. Toulouse, Privat.

  • Swain G. (1994) Dialogue avec l’insensé. Paris, Gallimard.

  • Swales P. (1986) Freud, his teacher and the birth of psychoanalysis. P. E. Stepansky (ed.) Freud, Appraisals and Reappraisals. Vol.1, 3-82.

  • Tichy M, Zwettler – Otte S. (1999) Freud in der Presse. Wien, Sonderzahl.

  • Winnicott DW. (1960) The Theory of the Parent-Infant Relationship. D. W. Winnicott The Maturational Processes and the Facilitating Environment, London, The Hogarth Press, 37-55.

  • Wittels F. (1949) A Neglected Boundary of Psychoanalysis. The Psychoanalytic Quarterly, 18, 44-59.

  • Wolf ES. (1973) Minister to a Mind Diseased. The Psychoanalytic Quarterly, 1, 336-341.

  • Yalom ID. (2002) The Gift of Therapy. New York, Harper Collins.

  • Zilboorg G. (1954) Freud’s Fundamental Psychiatric Orientation. International Journal of Psycho-Analysis, 35, 90-94.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.