Πέτρος Μαρτινίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής της
Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ
σύναψις 02 [2005]
Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται ματαίσ η πίστις υμών
Απ. Παύλος (Α’ Κορ. 15:17)
Ω γενεές των θνητών,/ πόσον εγώ τη ζωή σας/ και το μηδέν ένα
τάχω
Σοφοκλής (Οιδίπους Τύραννος, 4° στάσιμο)
Σε μιαν από τις αλλεπάλληλες κορυφώσεις στην «τραγωδία» της Μέσης Ανατολής, πριν μερικά χρόνια, τα τηλεοπτικά δελτία έδειξαν κάποια διαδήλωση υποστηρικτών του κ. Σαρόν κι έναν δημοσιογράφο που ρωτούσε τον επικεφαλής των διαδηλωτών αν οι φόνοι δίχρονων Παλαιστινίων αναχαιτίζουν την τρομοκρατία. «Και βέβαια», ήταν η απάντηση, «γιατί μόλις μεγαλώσουν οι δίχρονοι θα γίνουν τρομοκράτες»!
Κατά μία έννοια η απάντηση ήταν σωστή. Σωστή, όχι ως πρόβλεψη αλλά ως στάση η οποία, αποδεχόμενη τους φόνους δίχρονων για να καταπολεμηθεί η τρομοκρατία, μετατρέπει σε τρομοκράτες όσους δίχρονους επιβιώσουν από το μακελειό. Άρα, ο υποστηρικτής του ισραηλινού πρωθυπουργού είχε δίκιο, όχι γιατί προέβλεπε σωστά, μα γιατί, με την στάση του, γινόταν αιτία να ευσταθεί η πρόβλεψή του. Σε πλήρη αντιστοιχία, ασφαλώς, «ευσταθούν» και οι προβλέψεις όσων Παλαιστινίων ανατινάζουν λεωφορεία με Ισραηλινούς, ώστε να πολεμήσουν τα τυραννικά μέτρα του Ισραήλ απέναντι τους…
Το «σύνδρομο του Οιδίποδα» είναι αυτές ακριβώς οι κινήσεις που, επιδιώκοντας να αντιδράσουν σε μια πρόβλεψη, συντελούν στην έκβασή της. Ειδικότερα, ο όρος:« pus effect» χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Πόππερ το 1957, στο βιβλίο του: Η ένδεια του ιστορικισμού, για να συνοψίσει τα επιχειρήματα του ενάντια στη βουλησιαρχία αυταρχικών καθεστώτων όσο κι ενάντια στις αξιώσεις πρόβλεψης από τις Επιστήμες του ανθρώπου. Για τον Πόππερ, οιδιπόδειο σύνδρομο αποτελεί: «κάθε επίδραση της πρόβλεψης επί του προβλεπομένου επεισοδίου, είτε αυτή τείνει να το αποτρέψει (to prevent it) είτε τείνει να το προξενήσει (to bring it about)».
Ξεκινώντας από τις τραγωδίες…
Είναι προφανές ότι εάν ο Λάιος αψηφούσε τον χρησμό (ο οποίος, στο κάτω-κάτω, «δεν ήρθε από τον Απόλλωνα τον ίδιο μα από τους υπηρέτες του», όπως διευκρινίζει η Ιοκάστη στη μέση της τραγωδίας) και δεν έδενε το τριών ημερών βρέφος από τους αστραγάλους, διατάζοντας να το πετάξουν «σ’ ένα έρμο βουνό», η ζωή του και η ζωή του γιου του ίσως είχαν διαφορετική εξέλιξη. Σίγουρα, πάντως, δεν θα δινόταν στο μωρό το όνομα «Οιδί-πους» κι άρα θα του έλειπε η κρίσιμη ένδειξη για τον συσχετισμό του «ανθρώπου» με τους όρους «τετρά-πους», «δί-πους» και «τρί-πους», που περιείχε το αίνιγμα της Σφιγγός.
Για να ολοκληρωθεί η τραγωδία μάλιστα το σφάλμα του Λάιου το επαναλαμβάνει κι ο νεαρός Οιδίπους, όταν μαθαίνει την πρόβλεψη των Δελφών -ότι «σ’ άνομη σχέση θα ‘ρθει με τη μητέρα» του και «φονιάς του πατέρα» του θα γίνει- κι αμέσως εγκαταλείπει τον Πόλυβο και τη Μερόπη, που τους νόμιζε πραγματικούς γονείς του. Έτσι, καθώς αφήνει την Κόρινθο, οδεύει προς την γνωστή εκπλήρωση της μοίρας του εξαιτίας της κίνησης που κάνει για να της διαφύγει.
Μνημονεύω αυτά τα σημεία για να τονίσω την εμμονή των Λαβδακιδών (και όχι μόνο) να αντιπαρατίθενται σε προβλέψεις της μοίρας και να την αντιπαραβάλω με μια στάση που μοιάζει πιο ήπια και που αμφισβητεί την φερεγγυότητα των προβλέψεων. Με την στάση της Ιοκάστης λ.χ. η οποία, στο τρίτο επεισόδιο του Οιδίποδος τυράννου, δηλώνει: (μετάφραση Γρυπάρη)
«Το πιο καλύτερο είναι, έτσι όπως λάχη, να ζει κανείς όσο μπορεί- και συ μην τρέμης της μητέρας σου τους γόμους- πολλοί με τη μητέρα τους ως τώρα έχουν πλαγιάσει στ’ όνειρό τους- όμως, όσοι δε δίνουν σημασία στα τέτοια, περνούνε και πιο εύκολα τη ζωή τους». Ενώ πάλι η Ιοκάστη (στις Φοίνισσες), υποστηρίζοντας μια πιο «στατιστική» κατανομή των δεινών κι ελπίζοντας πως δεν θα δει τους γιους της να αλληλοσκοτώνονται, απευθύνει στον Δία την παρατήρηση: «Γιατί σοφός αν είσαι, τότε πρέπει τον ίδιο άνθρωπο να μην αφήνεις να ‘ναι παντοτινά δυστυχισμένος».
Οι θηβαϊκοί, όπως οι περισσότεροι μύθοι, αποτελούν διαρκή αναστοχασμό των άνισων, ανθρώπινων αναμετρήσεων με το πεπρωμένο. Στους Επτά επί Θήβας ο Χορός αναφέρει συχνά την «μαύρη κατάρα» του Οιδίποδα, η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια στον Οιδίποδα επί Κολωνώ κι απ’ την οποία αδυνατούν να ξεφύγουν οι γιοι του. Νωρίτερα (στους Επτά\ ο Ετεοκλής αποπαίρνει τον Χορό για θρήνους ή κραυγές που δεν βοηθούν κανέ- ναν «να ξεφύγει απ’ ό,τι γράφει η μοίρα». Κι ακόμα, στο τέλος των Φοινισσών, ο Κρέων ζητάει από τον Οιδίποδα να εγκαταλείψει την Θήβα ώστε, όπως προβλέπει ο Τειρεσίας, η πόλη να απαλλαγεί από τη δική του κακοδαιμονία. Μα η τραγωδία της Αντιγόνης αποδεικνύει ότι αυτή η αναχώρηση φέρνει νέα δεινά στην πόλη, όπως και στην οικογένεια του προβλεπτικού Κρέοντα.
Το ίδιο θέμα θίγει και ο Γιαν Κοτ, στο: Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας, δείχνοντας πώς, ως ιστορική πορεία, το πεπρωμένο και οι απεγνωσμένες αντιπαραθέσεις μ’ αυτό χαρακτηρίζουν όλη τη νεότερη δραματουργία, από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας. «Δεν έχει γραφτεί ακόμα βιβλίο με τον τίτλο Ο Σαίξπηρ και το νέο δράμα», λέει ο Κοτ (σελ.134), «ίσως γιατί είναι πολύ νωρίς. Αλλά είναι παράξενο πόσο συχνά ακούγεται η λέξη σαιξπηρικός όποτε μιλάμε για τον Μπρέχτ, τον Ντύρενματ ή τον Μπέκετ…». Πράγματι, η διάσταση ανάμεσα στο απόλυτο και την εύθραυστη ανθρώπινη τάξη, είτε με τη μορφή του τραγικού (όπου το απόλυτο εκφράζουν η Μοίρα, ο θεός, η Φύση ή η Ιστορία) είτε με τη μορφή του γκροτέσκου (όπου το απόλυτο το εκφράζουν άλλοι, απρόσωποι μηχανισμοί), κυριαρχούν σε έργα των παραπάνω δραματουργών καθώς και άλλων, νεότερων (Ιονέσκο, Αντάμοβ, Σαρτρ, κ.λπ.).
Προηγουμένως, μιλώντας για τους σαιξπηρικούς βασιλιάδες, ο Κοτ διαπίστωνε ότι: «Υπάρχουν δυο θεμελιώδεις τρόποι για την αποτίμηση της τραγικότητας της ιστορίας. Ο πρώτος βασίζεται στην πεποίθηση ότι η ιστορία έχει νόημα και οδηγεί προς μια προκαθορισμένη κατεύθυνση. Εδώ το τραγικό συνιστά το τίμημα της ιστορίας και τραγικός ήρωας είναι εκείνος που πρέπει να συντρίβει επειδή δεν συμβαδίζει με την ιστορία, είτε γιατί της αντιτάσσεται, είτε γιατί είναι ένας πρόδρομος. Ο δεύτερος τρόπος προέρχεται από την πεποίθηση πως η ιστορία δεν έχει νόημα, και παραμένει ακίνητη ή ασταμάτητα επαναλαμβάνει τον αποτρόπαιο κύκλο της.» (σσ. 48-9).
Μολονότι ο Κοτ δεν διευκρινίζει αν από τον δεύτερο τρόπο για την αποτίμηση της «τραγικότητας της ιστορίας» εκκινεί το γκρο- τέσκο, οι αναμετρήσεις των περισσότερων ηρώων, μέχρι το σαιξπηρικό θέατρο, συνι- στούν τραγικές αναμετρήσεις με το απροσμάχητο πεπρωμένο. Ενώ, στο μετά τον Σαίξ- πηρ θέατρο, στις κενές σκηνές των ηρώων του Μπέκετ ή στις κλειστοφοβικές των ηρώων του Ιονέσκο, όσοι αντιτάσσονται σε ένα άμορφο απόλυτο, σε μιαν άνευ νοήματος περιπλάνηση από το λίκνο ως τον τάφο, βρίσκονται πιο κοντά στο γκροτέσκο. Η ακατάληκτη μοίρα τους -χωρίς κορύφωση, κάθαρση ή κάποια τελική παρηγοριά- εκφράζει το ανοιχτό και αδιαμόρφωτο πεπρωμένο που αντιμετωπίζουν. Κι αφού δεν υπάρχει χρησμός ή πρόβλεψη που να πρέπει να αντιπαλέψουν ή να επαληθεύσουν, οι κινήσεις τους παίρνουν διαστάσεις φιλοσοφικής φάρσας (όχι λιγότερο τραγικής, βεβαίως).
Συνεχίζοντας με την λογοτεχνία…
Σε παρεμφερή τροχιά κινείται και η εξέλιξη των λογοτεχνικών ηρώων, από την αρχή της νεότερης ιστορίας του μυθιστορήματος. Με το σύγχρονο του Σαίξπηρ «πικαρέσκο» μυθιστόρημα της εποχής του θερβάντες, οι ήρωες περνούν δοκιμασίες ιπποτικής δόξας, ερωτικής αποθέωσης κ.ά., για να φτάσουν (στον Ντοστογιέφσκι ή στον Μούζιλ λχ.) να ψηλαφούν μεθοδικά το αδιάγνωστο της ανθρώπινης μοίρας.
Σκιαγραφώντας την ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, ο Βίλχελμ Μύλμαν επισημαίνει, με αφορμή το μυθιστόρημα Έλμερ Γκάντρυ του Σίνκλερ Λιούις, ότι: «Σ’ ένα φαύλο κύκλο, ο ήρωας διαπλάθει την κοινωνία όπως ο ίδιος διαπλάστηκε από εκείνη. Κανείς δεν μπορεί να διαφύγει. Όλοι, συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα, περιστρέφονται όλο και πιο τρελά μέσα στον ίδιο μηχανισμό. Ο συγγραφέας γίνεται αιχμάλωτος της παραίσθησής του για τον κόσμο ως παγίδα…» (Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και παγκόσμιος πολιτισμός, σελ.335).
Με άλλα λόγια, οι παγιδεύσεις ηρώων και συγγραφέων, σε κόσμους που τους διαπλάθουν ενόσω διαπλάθονται από αυτούς, συνιστούν κανονικές παραλλαγές στο «σύνδρομο του Οιδίποδα». Εκείνο που εδραιώνει τις συνθήκες της ζωής των πάντων είναι οι απόπειρες τους να αλλάξουν αυτές τις συνθήκες.
Παράδειγμα οι εντάξεις των ηρώων του Μπαλζάκ, αλλά και του ίδιου (πρβλ. βιογραφία του από τη Ναντίν Σατιά), στο σύνολο των κοινωνικών διακρίσεων που προτίθενται να διασαλεύσουν, ή οι εμμονές τους στον τζόγο, δια του οποίου επιδιώκουν να υπερ- βούν την πενία τους (πρβλ. Χαμένες ψευδαισθήσεις, Οι κληρονόμοι, Το μαγικό δέρμα κ.ά.). Κι ακόμη πιο καλό παράδειγμα η κατα- θλιπτική ευπείθεια του Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα. Όπου η παγίδευση ενός αθώου προέρχεται από την ίδια την πρόθεσή του να υπηρετήσει το σύστημα. Ώσπου αφανίζεται απ’ αυτό, στο πλαίσιο μιας μη ανιχνεύσιμης ενοχής.
Ανάλογα παραδείγματα βρίσκει κανείς στο κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Όταν δαιμόνιοι δολοφόνοι καταστρώνουν σχέδια επί σχεδίων για να σωθούν από μιαν αποκάλυψη, από την οποία δεν θα κινδύνευαν αν δεν είχαν σχεδιάσει, νωρίτερα, το αρχικό κακούργημά τους. Κατ’ αντιστοιχία, οι ακόμη πιο δαιμόνιοι ντετέκτιβ, που καταδιώκουν το έγκλημα, εκβιάζουν αθώους, υποκλέπτουν αλληλογραφίες, στήνουν αντεπιθέσεις και προξενούν παράπλευρα θύματα -δηλαδή νέες κακουργηματικές πράξεις. Οι οποίες δεν θα προέκυπταν, εάν δεν επικρατούσε η αίσθηση ότι η υπέρβαση της δικαιοσύνης είναι ανεκτή, για να μπορέσει να θριαμβεύσει η Δικαιοσύνη. (Κάτι που εμπεδώνεται απολύτως στις μέρες μας, με τις σχέσεις τρομοκρατίας και μεθόδων για την πάταξή της.)
Είναι ίσως αδύνατο να γίνει αλλιώς. Ο μύθος φτιάχνεται πάντα με βάση μια πραγματικότητα η οποία εμπνέεται από τον μύθο. Στρατηλάτες των νεότερων καιρών λ.χ„ όπως ο Ναπολέων, μιμήθηκαν τον Ιούλιο Καί- σαρα ή τον Πομπήιο, οι οποίοι είχαν μιμηθεί τον Μεγαλέξανδρο, ο οποίος επεδίωκε να μιμηθεί τον Αχιλλέα και τον Ηρακλή -δηλαδή τον μύθο.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, μαζί με τους λογοτέχνες είναι και ο Χέγκελ (στο βιβλίο του για τον Λόγο μέσα στην Ιστορία) που διαπιστώνει ότι: «η θεία Πρόνοια στέκεται απέναντι στον κόσμο και στην πορεία του με μια απόλυτη πονηριά. Ο θεός επιτρέπει στους ανθρώπους να πράττουν όπως τους αρέσει, σύμφωνα με τα πάθη και τα συμφέροντά τουςΖ αλλά το αποτέλεσμα είναι η πραγμάτωση των δικών Του προθέσεων, οι οποίες διαφέρουν από τους αρχικούς στόχους εκείνων τους οποίους Αυτός χρησιμοποίησε».
Περνώντας στην επιστήμη και την επιστημολογία…
Εκτός από λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές εκφάνσεις, το «σύνδρομο του»-ή η σχέση της πρόβλεψης με ό,τι προκαλείται εξαιτίας της- εμφανίζεται, με διάφορους τρόπους, σε όλο το φάσμα των επιστημών.
Αρχικό όσο και χαρίεν δείγμα η ρήση του Καρλ Μαρξ: «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Για την εποχή του, αυτό ήταν κυρίως ένα ιδιοφυές λογοπαίγνιο. Συναιρούσε την περίφημη πρόταση του Πασκάλ: «η θρησκεία είναι ένα στοίχημα», με το πικρόχολο συμπέρασμα του Μπαλζάκ: «τα στοιχήματα είναι το όπιο του λαού». Πέρα απ’ το λογοπαίγνιο, όμως, η αθεΐα του ίδιου του Μαρξ είναι δεδομένη (πρβλ. μελέτη του Φράνσις Γουίν) και πολλά χριστιανικά μνημεία υπέστησαν καταστροφές στην σταλινική Ρωσία, στο όνομα του μαρξισμού, καθώς το ζήτημα για τον σοβιετικό άνθρωπο ήταν να διαμορφώνει ο ίδιος τη μοίρα του.
Ωστόσο, η θέση του Μαρξ αποκτά χαρακτήρα «οιδιπόδειου συνδρόμου» εάν πιστέψουμε τον Ρεζίς Ντεμπρέ. Ο οποίος εξηγεί (στο βιβλίο του για τη Διαδρομή του θεούΐ ότι: «ο Μαρξ ήταν ένα βαθιά θρησκευτικό πνεύμα. Η αντίληψη περί προλεταριάτου που υποφέρει για την λύτρωση της ανθρωπότητας -συμπεριλαμβανομένης της αστικής τάξης- φανερώνει μια ισχυρή χριστιανική, μεσσιανική επίδραση»! Ενώ ένας άλλος μελετητής, ο Ρενέ Ζιράρ (στο: Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπή), υποστηρίζει ότι όλες οι κοινωνίες δομήθηκαν πάνω σε κάποιους «ιδρυτικούς φόνους», αρχής γενομένης από τον λιθοβολισμό ενός ζητιάνου στην Έφεσο, τον οποίο υποκίνησε ο Απολλώνιος Τυανεύς. Χάρη σ’ αυτόν τον λιθοβολισμό, οι Εφέσιοι νόμισαν ότι απαλλάσσονται από μια επιδημία πανώλους και ισχυροποιούν την πόλη τους. Επί αιώνες, έκτοτε, τα εξιλαστήρια θύματα προσέφεραν εσωτερική συνοχή στις κοινωνίες που τα καταδίκαζαν. Με τον χριστιανισμό όμως, λέει ο Ζιράρ, αναγνωρίστηκε στα θύματα η αθωότητά τους και το άδικο πήγε στη μεριά των διωκτών. «Άρα», καταλήγει κι αυτός σχετικά με τον Μαρξ, «το σχέδιό του ήταν χριστιανικό, στο βαθμό που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας θύμα ενός άλλου τμήματός της. Αυτή η σκοπιά της αποκατάστασης των θυμάτων δεν υπάρχει παρά σ’ έναν πολιτισμό διαποτισμένο από τον χριστιανισμό. Συνεπώς, ο Μαρξ είναι ριζικά χριστιανός»!

Εάν λοιπόν ο Μαρξ λογίζεται ως «χριστιανός», έχοντας επιδιώξει να αποδείξει πως οι κοινωνίες εξελίσσονται βάσει οικονομικών παραμέτρων και όχι ιδεολογικών (σαν τις θρησκείες), το έργο του σίγουρα αποκτά χροιά «οιδιπόδειου συνδρόμου». Αν δεν προωθούσε αυτή την αποδεικτική, οι θεωρίες του, παρά την κομψοέπειά τους, δεν θα κατέληγαν όπως κατέληξαν. Σε «μαρξιστές» οι οποίοι μετέτρεψαν το Κεφάλαιο σε κατήχηση, μετά το 1929, και, απολύτως ταυτιζόμενοι με τους χριστιανούς, αρνήθηκαν τον πραγματικό άνθρωπο εν ονόματι ενός ιδεώδους ανθρώπου που τον διαπλάθει το κόμμα ή η Βίβλος, αντίστοιχα.
Κι αν δεχτούμε τον γενικότερο ορισμό του Πόππερ -για το Oedipus effect ως απόπειρα της πρόβλεψης είτε να αποτρέψει το προβλεπόμενο είτε να το προξενήσει- τότε και όλος ο χριστιανισμός αποκτά χροιά οιδιπόδειου συνδρόμου. Τι άλλο είναι το «θανάτω θάνατον πατήσας» π.χ., εάν όχι μια αποδεικτική του προσδοκωμένου δια του προσ- δοκωμένου; Με απότοκο αυτής της αποδεικτικής την αποδοχή ότι οι άνθρωποι υπερβαίνουν τον φυσικό θάνατο και περιμένουν την ανάσταση, επειδή «προβλέπουν» ότι θα υπερβούν τον φυσικό θάνατο και θα αναστηθούν!
Χαρακτήρας οιδιπόδειου συνδρόμου ενέχεται, νομίζω, και στην συνολική απόπειρα του Φρόιντ. Διότι η πρόβλεψη του Φρόιντ, για μια διείσδυση στο ασυνείδητο μέσω της γλώσσας, έγινε αιτία (όπως έχει δείξει ο Λακάν) για τη γλωσσική διαμόρφωση του ίδιου του ασυνειδήτου.
«Ο ανεκπλήρωτος πόθος που έτρεφε σ’ όλη τη ζωή του ο Φρόιντ», επισημαίνει και ο Τζωρτζ Στάινερ, «να βρει νευροφυσιολογικές αποδείξεις κι επαληθεύσεις, μπορεί να ερμη- νευθεί ως επιθυμία να ξεφύγει από τον ερμηνευτικό κύκλο της γλώσσας που επιδιώκει να ασχοληθεί συστηματικά με την γλώσσα. Αλλά η διαφυγή ήταν αδύνατη. Η κλασική ψυχαναλυτική διαδικασία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν ο ασθενής είναι βουβός ή ο αναλυτής κωφός» (βλ. Περί Δυσκολίας, σσ. 81-94).

Ουσιαστικά, ο Φρόιντ μοιάζει να πήρε απολύτως σοβαρά την υπόδειξη της Αντιγόνης προς τον Οιδίποδα, λίγο πριν το τρίτο στάσιμο του Οιδίποδος επί Κολωνώ. Όταν ο τυφλός Οιδίπους αρνείται να συναντήσει τον Πολυνείκη, που τον αναζητεί για να του εκθέσει την πρόθεσή του να ανακτήσει τη βασιλεία της Θήβας, και η Αντιγόνη λέει στον πατέρα της:
«Τι θα σε βλάψει πως θ’ ακούσεις λόγια;
Απ’ τα λόγια ίσα ίσα στο φως βγαίνουν κι όσα κανείς έργα κακά σχεδιάζει.»
Κάπως έτσι έγινε η ψυχανάλυση «τέχνη της κατευθυνόμενης εξωτερίκευσης», όπως την έχουν πει. Ακολουθώντας ανάλογη πορεία, φτάνει στις βιολογικές δομές του ασυνειδήτου ξεκινώντας από τα λόγια. Κι αυτή ακριβώς η επιδίωξη οδήγησε τον Λακάν να αναμορφώσει την σύλληψη του Φρόιντ και να καταλήξει στο ότι η παθολογική κατάσταση την οποία αντιμετωπίζει η ψυχανάλυση: «ανάγεται ολοκληρωτικά σε μια γλωσσική ανάλυση, επειδή το ίδιο το σύμπτωμα είναι γλωσσολογικά δομημένο, επειδή αποτελεί αυτό καθαυτό μια γλώσσα» κι επειδή, τελικά, «καθιστά τον Άλλο μια προϋπόθεση για την επαλήθευση των λεγομένων» (βλ. Ecrits, σσ. 800-839). Επειδή, δηλαδή, η θεραπευτική αποκατάσταση εξαρτάται από την κατανόηση του συμβολικού οικοδομήματος ή των συμβολογενετικών διαδικασιών που συνιστούν το ασυνείδητο και οι οποίες «μεταφράζονται» στο συντακτικό της ομιλίας.
Έτσι, όμως, ο νευροφυσιολογικός τόπος -το ασυνείδητο- περιπλέκεται με το εργαλείο προσέγγισής του -την γλώσσα- σ’ ένα ατερμόνως ερμηνευόμενο σύστημα. Και συχνά, όπως επίσης έχουν πει, η ψυχανάλυση γίνεται, η ίδια, η αρρώστια την οποία καλείται να θεραπεύσει!
Κατακλείδα των ως άνω θα μπορούσαν να είναι τα λόγια της Ιοκάστης:
«Μα αξίζει ο άνθρωπος να φοβάται, αφού τον έχει κάτω απ’ την εξουσία της η Τύχη και καθαρά τίποτα δεν προβλέπει;»
Το ακριβές ισοδύναμο αυτής της στάσης για τις φυσικές επιστήμες, τέλος, το δίνει ο Πωλ Φεγεράμπεντ, στο βιβλίο του: Αποχαιρετισμός στο Λόγο. Εκεί, παραθέτει την επιστολή κάποιου καρδινάλιου Μπελλαρμίνο προς τον Φοσκαρίνι -έναν ναπολιτάνο, καρμηλίτη μοναχό που ζητούσε πληροφορίες για το νεοεμφανισθέν, τότε, κοπερνίκειο σύστημα. «Μου φαίνεται ότι η Σεβασμιότητα σας κι ο σινιόρ Γαλιλαίος», έγραφε ο καρδινάλιος, «ενεργείτε φρόνιμα αν αρκείσθε να ομιλείτε υποθετικά και όχι απολύτως. Λέγοντας ότι με την υπόθεση της κίνησης της γης και της ακινησίας του ήλιου τα ουράνια φαινόμενα εξηγούνται καλύτερα απ’ ό,τι με τη θεωρία των εκκέντρων και των επικύκλων, μιλάμε λογικά και δεν διατρέχουμε κανέναν απολύτως κίνδυνο. Εντούτοις, να θέλουμε να βεβαιώσουμε ότι ο ήλιος, εν πάση αλήθεια, είναι στο κέντρο του Σύμπαντος και απλώς περιστρέφεται στον άξονα του, χωρίς να κινείται από την ανατολή προς τη δύση, είναι στάση πολύ επικίνδυνη, και αποσκοπεί όχι μόνο να προκαλέσει τους θεολόγους μα επίσης να βλάψει την αγία πίστη μας αντιφάσκοντας προς τις γραφές.»
«Κατά τη γνώμη μου», σχολιάζει ο Φεγεράμπεντ (σσ. 328-9), «πρόκειται για ένα πολύ σοφό κείμενο, που περιέχει συνετές υποδείξεις για τη θέση των επιστημών στον πολιτισμό μας. Οι αστρονόμοι είναι πλήρως ασφαλείς όταν λένε ότι ένα μοντέλο έχει προγνωστικά πλεονεκτήματα ως προς ένα άλλο μοντέλο, αλλά έχουν προβλήματα όταν ισχυρίζονται ότι, ως εκ τούτου, αυτό αποτελεί την πραγματικότητα».
Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, η στάση της Ιο- κάστης περιέχει συνετές υποδείξεις, για πολλούς τομείς. Μα όταν την εκφράζει είναι αργά. Ο Οιδίπους έχει ήδη γίνει πατροκτόνος και αιμομίκτης. Η στάση του Μπελλαρμίνο περιέχει κι αυτή συνετές υποδείξεις -τα επιστημονικά μοντέλα προσεγγίζουν την αλήθεια, δεν την συγκροτούν. Όμως η γη κινείται «εν πάση αλήθεια» γύρω από τον ήλιο.
Κι όπως λέει πάλι ο Γιαν Κοτ, σχολιάζοντας το τέλος του Ριχάρδου «Η γη κινείται γύρω απ’ τον ήλιο και η ιστορία είναι απλώς μια μεγάλη σκάλα, που από την κορυφή της κάθε τόσο κάποιος βασιλιάς πέφτει στην άβυσσο».
Οι προβλέψεις ως αίτια πρυτανεύουν και στην καθημερινή ζωή.
Η ανθρώπινη ζωή εξελίσσεται διαρκώς. Άρα οι προβλέψεις, όσο ακριβώς και η αποχή από προβλέψεις, έχουν τις συνέπειές τους. Εξαιτίας προβλέψεων (σωστών ως προς τα ποσοστά, λάθος ως προς την σειρά) ο κ. Λεπέν ήρθε δεύτερος στις τελευταίες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Χωρίς προβλέψεις μπορεί οι οπαδοί του να πλειοψηφούσαν και να ερχόταν εξαρχής πρώτος.
Πώς, λοιπόν, να παραιτηθεί κανείς από τις προβλέψεις;
Ακριβώς επειδή «τον άνθρωπο τον έχει κάτω απ’ την εξουσία της η Τύχη», όλοι θέλουν να κλέψουν μια ματιά στις επικείμενες συνθήκες. «Εκατό χιλιάδες Παριζιάνοι συμβουλεύονται καθημερινά έξι χιλιάδες μάντεις, μέντιουμ ή χαρτορίχτρες (…) ενώ στις Η.Π.Α., μόνο για την αστρολογία, υπάρχουν τριάντα χιλιάδες καθιερωμένοι επαγ- γελματίες και είκοσι ειδικευμένα περιοδικά», έγραφε ο Ροζέ Καιγιουά στο βιβλίο του: Τα παίγνια και οι άνθρωποι, το 1958. (Κι είναι προτιμότερο να αφήσει κανείς ασχολίαστο το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, σήμερα, με ανάλογες προβλέψεις από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.) Πάντα σύμφωνα με τον Καιγιουά: «Υποτίθεται ότι ο καθένας, όταν σηκώνεται απ’ το κρεβάτι του, βρίσκεται να κερδίζει ή να χάνει σε μιαν αδιάκοπη, άσκοπη, αναπόφευκτη λοταρία, που καθορίζει για 24 ώρες τον γενικό του συντελεστή επιτυχίας ή αποτυχίας».
Το σύνδρομο του Οιδίποδα, έτσι, γίνεται κατ’ εξοχήν ανθρώπινη συνθήκη κι ο καθ’ ημέραν βίος βρίθει τέτοιων συνθηκών. Οι αστυφύλακες που οπλίζονται για να καταπολεμούν αποδοτικότερα το έγκλημα εγκληματούν οι ίδιοι, με τα όπλα τους, συχνότερα απ’ όσο τα χρησιμοποιούν για να προστατεύσουν την κοινωνία από εγκληματίες. Συζυγοκτο- νίες, αδελφοκτονίες, πυροβολισμοί σέρβων μαθητών που εκλαμβάνονται ως κλέφτες κ,ο.κ. είναι μέρος του κόστους. Κόστους που επίσης θα πληρώναμε, αν έλειπαν οι σχετικές πρόνοιες.
Έτσι -στο θέατρο, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη ή στην καθημερινή ζωή- το σύνδρομο του Οιδίποδα τελεί σε ισχύ, ακριβώς επειδή το παιχνίδι της πρόβλεψης της ανθρώπινης μοίρας (έστω κι αν η πρόβλεψη γίνεται από μόνη της αιτία για την επαλήθευση ή την ανασκευή της) συνιστά την ίδια την ανθρώπινη μοίρα.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Caillois, Roger: Τα παιχνίδια και οι άνθρωποι, (1η γαλλική έκδ. 1958), Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2001.
Debray, Regis: Dieu, υη itineraire, ed. Odile Jacob, 2001.
Feyerabend, Paul: Αποχαιρετισμός στο λόγο, Εκκρεμές 2002.
Girard, Rene: Εθεώρουν τον σοτονάν ως αστραπήν, Εξάντας, 1999.
Hegel, G.W.F.: La raison dans I’histoire, (γαλλ.μτφ. F. Meiner Verlag, 1955).
Kott, Jan: Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, Ηριδανός, 1970.
Lacan, Jacques: Ecrits, ed. Seuil 1966.
Muhlmann, Wilhelm: Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και παγκόσμιος πολιτισμός, Νεφέλη, 1997.
Popper, Karl R.: The poverty of historicism, Routledge & Kegan Paul, 1957.
Satiat, Nadine: Μπαλζάκ, Τραυλός 2001.
Steiner, George: Περί Δυσκολίας, Ψυχογιός 2002.
Wheen, Francis: Κάρολος Μαρξ, Ωκεανίδα 2001.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.