Υπό Πέτρου Αποστολίδου (Παύλου Νιρβάνα)

σύναψις 02 [2005]

Τέχνη και Φρενοπάθεια (Μέρος Β΄)

Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις
έτος Γ ‘,Μάρτιος 1905, τχ Ζ’, σελ. 201 -205

Το «Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις» υπήρξε το πρώτο ελληνικό επιστημονικό περιοδικό στον χώρο της ψυχικής υγείας και των νευροεπιστημών, με περίοδο έκδοσης από το 1902 έως το 1911.
Το «Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις» υπήρξε το πρώτο ελληνικό επιστημονικό περιοδικό στον χώρο της ψυχικής υγείας και των νευροεπιστημών, με περίοδο έκδοσης από το 1902 έως το 1911.

Τα όρια της υγείας και της νόσου και εν τη ζωική ζωή ηολλώ δε μάλλον εν τη ψυχική είνε λίαν συγκεχυμένα και δυσδιάκριτα. Έξοχος Γάλλος παθολόγος, ο συγγραφεύς των «Ορίων της Νόσου», θέτει ως επικεφαλίδα του βιβλίου του το ρητόν: «Οι ιατροί καλούνται συνήθως να θεραπεύσουν τας νόσους εις το τέρμα των». Όντως δε η έκδηλος συμπτωματική εικών μιας νόσου (διαβήτου, νεφρίτιδος, ρευματισμών, ψαμμιάσεως και τωνπλείστων εξ επιβραδύνσεως της θρέψεως νοσημάτων) είνε το τέρμα μακράς διαταράξεως της θρέψεως, παρερχομένης απαρατηρήτου επί μακράν σειράν ετών και ήτις έρχεται να εκδηλωθή θορυβωδώς εις το τέρμα αυτής, ότε πλέον αι διαταραχαί της οικονομίας διετάραξαν άρδην την αρμονίαν της οργανικής ημών ζωής. Νοσούντες οι πλείστοι από της χθες, κατά το φαινόμενον, νοσούμεν από δεκάδων ετών, και όμως κατά το διάστημα τούτο φερόμεθα και αισθανόμεθα ως υγιείς, φέρομεν δε εντω οργανισμώ ημών λανθάνουσαν την νόσον ήτις θα φέρη ημάς προς τον θάνατον. Που κείνται λοιπόν τα όρια της σωματικής νόσου; Και δύναται να θεωρηθή άρρωστος -ειμή κατ’ αυστηρόν ιατρικήν αντίληψιν- ο άνθρωπος ο αισθανόμενος, διάγων, εργαζόμενος και παράγων ως υγιής; Πάσα ζωή φέρει εν εαυτή και εκκολάπτει τον σπόρον της καταστροφής, προωρισμένη ακριβώς δια τούτο. Αυτό τούτο συμβαίνει αναγκαίως και εις την ψυχικής ημών ζωήν. Που τελευτά η υγεία και που έρχεται η νόσος, τούτο είνε το σκοτεινόν σημείον. Η ιατρική των σωμάτων και η ιατρική των ψυχών καλείται συνήθως να παρατηρήση την τελείαν εγκατάστασιν της νόσου. Έχομεν άρα εν σημείον επαφής της υγείας της ψυχικής προς την νόσον την ψυχικήν το σκοτεινόν τούτο σημείον.

Αλλ’ έχομεν και άλλο σπουδαιότερον σημείο επαφής, το εκ της κοινότητος καταστάσεων εκρύθμων -ας τα ονομάσωμεν ούτως- παραγομένων υπό ωρισμένας συνθήκας επί του φυσιολογικού ατόμου, καταστάσεων παροδικών, τας οποίας δυνάμεθα να ονομάσωμεν και οξείας, προς καταστάσεις παθολογικός λειτουργικός ή οργανικός, απορρεούσας εκ παθολογικοανατομικής βλάβης ή βαθυτέρου και σταθερού επηρεασμού των κυτταρικών μονάδων της ζωής, αίτινες αποτελούσι και την κυρίαν νόσον. Το σύμπτωμα είνε τι κοινόν, αόριστον και, αυτό καθ’ εαυτό, εστερημένον παθογνωμονικής σημασίας, είνε δε γνωσταί αι πλάναι της ιατρικής και της κοινωνίας, αι στηριζόμεναι επί της μεμονωμένης προσοχής προς το σύμπτωμα. Παροδικαί τροποποιήσεις των οργανικών λειτουργιών της ζωικής ζωής παράγουσι συμπτώματα σωματικά εφήμερα κοινά προς τας βαθύτερος βλάβας των οργάνων. Παροδικοί προποποιήσεις των λειτουργιών της ψυχικής ζωής παράγουσι ψυχικά συμπτώματα επίσης κοινά προς τας βαθυτέρας βλάβας του νευράξονος. Παράδειγμα αι καταστάσεις αι ψυχικαί και σωματικοί ταυτοχρόνως, αι παρατηρούμενοι επί των ισχυρών αισθημάτων. Είνε δε γνωστόν ότι η έκφρασις των ισχυρών αισθημάτων των ευάρεστων ή δυσάρεστων παρουσιάζει, πολλάκις φαινόμενα κοινά προς ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις, φαινόμενα αφ’ ενός σωματικά αντανακλαστικά, «ερυθρότητα του προσώπου, ωχρότητα, κραυγάς πόνου ή λύπης, σπασμούς, συνοφρύωσιν, εγκατάλειψιν της κεφαλής, των χειλέων, των παρειών και της κατώτερος γνάθου εις το ίδιον βάρος, φρίκην του τριχωτού, γέλωτα, δάκρυα κ,τ.λ.» (Sergi) και φαινόμενα ψυχικά καταθλιπτικά ή διεγερτικά, υποδυόμενα άλας τας μορφάς των στιγμάτων και των συμπτωμάτων, από των ψυχονευρωτικών μέχρι των εκφυλογενών. Εξ άλλου επίσης τοξικαί καταστάσεις, είτε εκ τοξαιμίας, είτε από των λεγομένων ψυχικών δηλητηρίων (οινοπνεύματος, αιθέρων, οπίου, ινδικής καννάβεως και όλης της τάξεως των ναρκωτικών) παρουσιάζουσι την αυτήν κοινότητα των συμπτωμάτων. Ο εξωργισμένος είναι μέγαν βαθμόν άνθρωπος δεν διαφέρει, εκ πρώτης όψεως κλινικώς του μελαγχολικού και του λυπομανούς ή κατά κλινικός λεπτομέρειας, αναγομένας εις την ιδιαιτέραν διαφορικήν διάγνωσιν. Και ούτω καθεξής, θα ηδυνάμεθα να παρατείνωμεν επ’ άπειρον τας συγκρίσεις ταύρας παροδικών διαταράξεων της φυσιολογικής αρμονίας της ψυχικής ζωής προς τας κυρίως νοσηρός καταστάσεις. Αρκούμεθα τυχαίως να λάβωμεν υπόψη την εκδήλωσιν των ανασταλτικών λεγομένων φαινομένων παρά τοις εκφύλοις. Είνε γνωστόν, ότι επί των φυσιολογικών καταστάσεων η εμφάνισις εν τω πεδίω της συνειδήσεως παραστάσεως, παρορμώσης προς κίνησιν, αντίθετον προς την βούλησιν ημών, η ανταγωνιστική ιδέα τίθεται εις ενέργειαν και αναστέλλει ταύτην ενώ παρά τω εκφύλω, ως εκ της υπερβολικής αναπτύξεως, αφ’ ενός, της κινητικής εγκεφαλικής εικόνος και της ασθενείας των ανασταλτικών δυνάμεων, η κινητική εικών επικρατεί και το άτομον παρά την βούλησιν αυτού, αφού υποστή όλην την αγωνίαν της εσωτερικής ταύτης πάλης, διαπράττει την παράλογον, ανήθικον ή επιβλαβή πράξιν, προς ην φέρεται μοιραίως. Αλλά μήπως η αυτή ακριβώς κατάστασις δεν εκδηλούται παρά τω φυσιολογικώ ατόμω υπό το κράτος ισχυρών αισθημάτων, υπό την βίαν των οποίων αι μεν κινητικοί εικόνες του εγκεφάλου δεσπόζουσιν, αι δε ανασταλτικοί δυνάμεις αναστέλλονται και η βούλησις νικάται κατά κράτος; Την ωραιοτέραν και ακριβεστέραν εικόνα της ψυχικής ταύτης καταστάσεως παρέχει ημίν ο Ευριπίδης εις τον θαυμάσιον μονόλογον της Μήδειας, όπου παρουσιάζεται όλη η αγωνία της ζηλοτύπου και περιφρονημένης μητρός, εις την πάλην μεταξύ (ορισμένης κινητικής εγκεφαλικής εικόνος και της βουλήσεως και εις την επικράτησιν της πρώτης. Εις δύο στίχους ο Ευρυπίδης εκφράζει τον ψυχολογικόν λόγον της καταστάσεως ταύτης:

Σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη 1922
Σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη 1922

Και μανθάνω μεν οία τολμήσω κακά θυμός δεν κρείσσων των εμών βουλευμάτων. Ευριπίδου: Μήδεια.

Δεν είνε τούτο το μόνον παράδειγμα εν τη φιλολογία και τη ζωή της εξουδετερώσεως ή της αναστολής επί ποσόν των ανταγωνιστικών ή ανασταλτικών δυνάμεων του εγκεφάλου, υπό το κράτος ισχυρών αισθημάτων επί ατόμων φυσιολογικών. Όλη η κοινωνική ζωή της ανθρωπότητος αποτελείται εκ σειράς τοιούτων καταστάσεων, και όλη η ιστορία εκ σειράς πράξεων των ατόμων και των ομάδων, ένθα έντονοι εγκεφαλικοί εικόνες επικράτησαν των ανασταλτικών δυνάμεων της ψυχής. Είναι αι πράξεις, αι παρά τον ορθών λόγον και παρά το εμφανές συμφέρον των ατόμων και των ομάδων. Η δε φιλολογία και ιδία η δραματική φιλολογία, εν τη πάλη μεταξύ αισθημάτων και καθηκόντων (εγκεφαλικής εικόνος και ανασταλτικών ιδεών) από των κλασικωτέρων μορφών της ελληνικής τραγωδίας μέχρι του σύγχρονου δράματος, παρουσιάζει, εις ευρυτάτην και επιβλητικήν κλίμακα, το φυσιοψυχολογικό τούτο φαινόμενον.

Αρκεί δε να αποβλέψη τις προς στιγμήν εις την μακράν σειράν των ψυχικών στιγμάτων, των χαρακτηριζόντων ουχί μόνον τας ψυχονευρώσεις υστερίαν, νευρασθένειαν, ψυχασθένειαν κ.λπ„ αλλά και τας λεγομένας εκφυλογενείς φρενίτιδας και να επισκοπήση κατόπιν την αισθηματικήν ζωήν του ανθρώπου και την καλλιτεχνικήν δημιουργίαν των λαών, δια να συναντήση και ενταύθα τα στίγματα ταύτα υπό οξείαν ούτως ειπείν, ή υποξείαν μορφήν. Ίσως ο όρος στίγμα δεν θα προσιδίαζεν εις τας φυσιολογικός ταύτας καταστάσεις, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων κλινικών χαρακτήρων, τους οποίους αι καταστάσεις αύται παρουσιάζουσι παρά τω φρενοβλαβεί. Επειδή όμως οι αναζητούντες ταύτας μεμονωμένως και αντιμετωπίζοντες ως κλινικά σημεία εν τη φιλολογία και τη τέχνη όπως ο Max Nordau, λαμβάνουσι ταύτας ακριβώς ως παθολογικά στίγματα, αναγκαζόμεθα ν’ ακολουθήσωμεν την μέθοδον αυτών, δια να δείξωμεν ακριβώς που δύναται να φέρη τοιάυτη διαχείρησις των ζητημάτων, τείνουσα να μεταβάλη την γην εις απέραντον φρενοκομείον και την τέχνην όλων των αιώνων εις μέγα και πολύμορφον παραλήρημα. θ’ αρκεσθώμεν εις εν παράδειγμα. Ο Γάλλος ψυχολόγος Janet, ο διευθυντής του ψυχολογικού εργαστηρίου της Σαλπετιέρης, εις το σημαντικώτατον αυτού έργον. «Αι Ιδεοληψίαι και η Ψυχασθένεια» (*) εξετάζων τας διαφόρους ιδεοληψίας επί των ψυχασθενικών λέει τα εξής: “Ούτοι (οι ιδεόληπτοι και οι διατακτικοί) παρουσιάζουσιν επίφασιν τινα ψευδαισθησιών, ήτοι τας συμβολικός ψευδαισθήσεις… Η μαντεία του συμβόλου αποτελείται εκ της ανάγκης της εικονικής παραστάσεως των αισθημάτων και των ιδεών. Εντύπωσιν εμποιεί η κατάχρησις εκ μέρους των πασχόντων, της μεταφοράς προς έκφρασιν της καταστάσεως των: «Είμαι ένα πτωχό πουλάκι, χωρίς πτερά…είμαι μέσα σ’ ένα λαβύρινθον με αναριθμήτους στενούς δρόμους…είμαι σαν ένα σακκί ριγμένο στο χώμα και η ανθρωπότης χορεύει αποπάνω μου κ.λπ.» Αλλ η ανάγκη αυτή της εικονικής παραστάσεως των αισθημάτων και των ιδεών, μήπως δεν παρουσιάζεται εις άλας τας αισθηματικός καταστάσεις των ατόμων, υπό το κράτος των διαφόρων συγκινήσεων; Και η ποίησις και η τέχνη όλων των αιώνων δεν είνε, δια τον αυτόν λόγον, κατά κράτος συμβολική και μεταφορική -δεν ομιλούμεν περί της ιδιαιτέρας τεχνοτροπίας της σχολής των Συμβολιστών- από του Ομήρου, του πλουσιωτάτου εις μεταφοράς και σύμβολα και του Δαυίδ θρηνούντος επί τον υιόν του: «Και ημήν ως στρουθίον επί δώματι και ως νυκτοκόρας εν οικοπέδω» μέχρι του δημοτικού άσματος, του απορρέοντος απ’ ευθείας εκ της ψυχής των λαών, άνευ περιτεχνήσεως και σπουδής, και μέχρι του τελευταίου ποιητού των ημερών μας; Και βεβαίως μεν εις την ορθήν και ψυχρόν αντιμετώπισιν των ζητημάτων, ο ψυχολόγος και ο ψυχίατρος διαστέλλει το στίγμα το παθολογικόν από της φυσιολογικής καταστάσεως δια πληθύος ιδιαιτέρων κλινικών διαγνωστικών χαρακτήρων, συνεξετάζων αυτό προς την συνδρομήν της όλης συμπτωματικής εικόνος, αλλ’ ο επιπόλαιος παρατηρητής και τοιούτους εδημιούργησε πολλούς, σοφούς και άσοφους, ή επ’ εσχάτων παρατηρηθείσα τάσις προς επιστημονικήν δήθεν αντιμετώπισιν των έργων της φαντασίας και του αισθήματος, είνε προφανές, ότι δύναται ναχθή εις τα μάλλον παράδοξα και τα μάλλον αντιφατικά των συμπερασμάτων, ως εγένετο επί των ημερών μας και ιδία από της καταχρήσεως και της εκλαϊκεύσεως του ασαφούς και απροσδιορίστου έτι δόγματος του εκφυλισμού.

Είδομεν εκ των μεμονωμένων τούτων και εντελώς παραδειγματικών παρατηρήσεων τα διάφορα κατά το φαινόμενον σημεία επαφής των ψυχοφυσιολογιών και ψυχοπαθολογικών καταστάσεων. Η υγεία όντως συγχέεται και αναμιγνύεται προς την νόσον κατά τρόπον, ώστε τα όρια αυτών να είνε σκοτεινά και δυσδιάκριτα, εις βαθμόν, ώστε ο προδιορισμός της απολύτου υγείας να καθίσταται ανέφικτος. Εάν η δυσχέρεια αυτή του προσδιορισμού επί της σωματικής υγείας είνε μεγάλη, ανυπολογίστως μεγαλυτέρα αποβαίνει επί της ψυχικής υγείας. Η γενική ιατρική, δια της μικρογραφικής ή βακτηριδιολογικής παρατηρήσεως, επιτυγχάνει εις μέγαν βαθμόν ακρίβειας την κατάταξιν και τον προσδιορισμόν των νοσηρών καταστάσεων, η ψυχιατρική όμως, μεθ’ άλας τας προόδους των τελευταίων ετών δεν έχει να βασισθή ούτε επί του μικροβίου, ούτε επί της πειραματικής μεταδόσεως, ούτε κατά το μέγιστον μέρος, επί των παθολογικοανατομικών δεδομένων εντεύθεν δε και η καταπληκτική δυσχέρεια της ταξινομήσεως των φρενικών νόσων, ταξινομήσεως κατ’ ανάγκην μικτής, βασιζομένης ταυτοχρόνως επί του εδάφους, της αιτιολογίας, της συμπτωματολογίας των παθολογικοανατομικών αλλοιώσεων και καθεξής και ήτις από του περιπύστου Magnan μέχρι του Korsakoff, δια λόγους φυσικής εκ των πραγμάτων αδυναμίας, δεν κατώρθωσε να εξαγάγη ημάς εκ του χάους, εντω οποίω αιωρείται έτι η φρενολογική ύλη. Εάν η δυσκολία αυτή απαντά εις τον προσδιορισμόν των εκσεσημασμένων και τυπικών κατά το πλείστον ψυχοπαθολογικών καταστάσεων, προφανές είνε πόσον ανέφικτος αποβαίνει ο προσδιορισμός των απείρων ελαφρών αποκλίσεων από του ιδανικού τύπου της ψυχικής υγείας -ενός δηλονότι απροσδιορίστου και συμβατικού μαθηματικού σημείου, θα ήρκει ναποβλέψη κανείς εις την άπειρον ποικιλία των ψυχικών ιδιοτυπιών χαρακτήρων των αποτελουμένων ακριβώς εκ βαθμών αποκλίσεως από του μαθηματικού τούτου σημείου, δια να πεισθή, ότι το σημείον τούτο είνε ανύπαρκτον και ότι η ανωμαλία αποτελεί ομαλότητα και ανάγκην ζωικήν και κοινωνικήν.

Κατόπιν των στοιχειωδών τούτων υποτυπώσεων, αίτινες αποτελούσι μάλλον θέματα προς ανάπτυξιν, θίγουσαι απλώς τα ζητήματα, δύναται να φαντασθή τις πόσον παρακινδυνευμένη είνε η επιπόλαια αναζήτησις της νοσηρότητος ή της υγείας εν τη τέχνη και     πόσον πρόωρος πάσα απόπειρα προς διαχάραξιν των ορίων μεταξύ τέχνης και φρενοπάθειας. Η τέχνη, δεν είνε μόνον το άνθος του πολιτισμού, ως εικονικός εκφράζουσιν αυτήν οι φιλόσοφοι. Είνε ταυτοχρόνως ανάγκη οργανική των ατόμων και των ομάδων και αποτέλει μίαν των ευρυτάτων εκδηλώσεων της ζωής. Ως τοιάυτη, απορρέουσα εξ ιδιαιτέρας καταστάσεως της ψυχής, αναχωρούσα εκ του συναισθήματος και δημιουργούσα το συναίσθημα, απορρέουσα εκ της συγκινήσεως, την οποίαν γεννά το αίσθημα και η σκέψις, και δημιουργούσα την συγκίνησιν και την σκέψιν, απορρέουσα εκ του Ωραίου και δημιουργούσα το Ωραίον, προϊόν επομένως εντάσεως και ανυψώσεως της ζωής, δεν δύναται να εξετασθή κατά το σχολαστικόν μέτρον των στενών συμβατικών αντιλήψεων περί υγείας και νόσου, ούτε παρά σοφών ούτε παρ’ ασόφων, άνευ εμβαθύνσεως εις το νόημα της ωραιότητος και εις το νόημα της τέχνης, εις το νόημα δηλονότι αυτής της ζωής, μετά της οποίας συνεγεννήθη και μετά της οποίας θα συναποθάνη.

Ψυχιατρική και Νευρολογική Εηιθεώρησις
έτος Γ’ Απρίλιος 1905, τχ Η ‘,σελ. 232-240

Ψυχοφυσιολογία και ψυχοπαθολογία του καλλιτέχνου

Προσεπαθήσαμεν να θίξωμεν εις τα γενικά και κυριώτερα σημεία τα ζητήματα της γενέσεως των αισθητικών αισθημάτων και των γενικών συνθηκών αίτινες απαιτούνται προς παραγωγήν αυτών και δημιουργίαν του καλλιτεχνήματος και προσεπαθήσαμεν να διακρίνωμεν τα όρια μεταξύ τούτων και των ψυχικών ανωμαλιών, αίτινες αποτελούσι την φρενοπάθειαν. Φερόμεθα αναγκαίως τώρα εις την μάλλον συγκεκριμένην αντιμετώπισιν του καλλιτέχνου, ως, φυσιολογικής ή εκρύθμου οντότητος επί προσόν και ποιόν, μέχρι του παθολογικού. Η γένεσις του αισθητικού αισθήματος υπό το κράτος ωρισμένων εσωτερικών ή εξωτερικών ερεθισμών και η παραγωγή καλλιτεχνικής πράξεως, του καλλιτεχνικού φαινομένου, επί ποσόν και ποιόν, δεν αποτελούσι βεβαίως καθ’ εαυτά τον καλλιτέχνην και το καλλιτέχνημα. Είνε καταστάσεις κοινοί, συνήθεις βιολογικοί πράξεις, των οποίων δεν είνε ξένοι και αυτοί οι κατώτεροι οργανισμοί. Ο άνθρωπος, ο οποίος ψέλλει αυτομάτως ή χορεύει ή εκφράζει την ψυχικήν αυτού κατάστασιν διά λόγου, πλουσίου εις σύμβολα και μεταφοράς, ερρύθμου πολλάκις, εκτελεί πράξεις καλλιτεχνικός, ενός βαθμού οιουδήποτε, υπό μορφήν ατελή την οποίαν θα ηδυνάμεθα να ονομάσωμεν και οξείαν. Υπό το κράτος ισχυρών συγκινήσεων, εντόνων εγκεφαλικών εικόνων, παραγουσών ταχείας και αλλεπαλλήλους επισυνδέσεις (association) επί ατόμων ηυξημένης ερεθισιμότητος, παρατηρούμεν τα άτομα τούτα γινόμενα ευφάνταστα, εκδηλούντα τας ιδέας και τα αισθήματα αυτών εικονικώς και ρυθμικώς, εν άλλοις λόγοις καλλιτεχνικώς, δεν υπάρχει δε άνθρωπος όστις δια μίαν στιγμήν, υπό το κράτος ισχυρός θλίψεως, ή έρωτος, ή στοργής δεν υπήρξε ποιητής και δεν εξεδήλωσε την ιδίαν ψυχήν ποιητικώς. Το φαινόμενον τούτο παρατηρούμενη συχνότερον μεταξύ πολλών νευροπαθών ή ψυχοπαθών, των διατελούντων υπό παθολογικός συνθήκας ερεθισιμότητος ηυξημένης. Ανεφέραμεν προηγουμένως το παράδειγμα των ψυχασθενικών του Janet, των κατεχομένων υπό της μανίας του συμβόλου. Επί των υπνωτικών καταστάσεων, αίτινες παρέχουσιν εις ημάς πλούσιον υλικόν εις ψυχολογικός παρατηρήσεις, δυνάμεθα να αναπαράγωμεν πειραματικώς τα φαινόμενα τούτα, όσον αφορά ιδία την έντασιν των εγκεφαλικών εικόνων, ήτις εννοούσα την παραγωγήν συγχρονικών επισυνδέσεων, αποτελεί ό,τι λέγομεν φαντασίαν. Ο A. Binet εξετάζων τον βαθμόν της εντάσεως της εγκεφαλικής εικόνος παρά τω υπνωτισμένω, εις τον οποίον υποβάλλομεν την ιδέαν ευάρεστου ή δυσάρεστου αντικειμένου, και τω φυσιολογικώ ατόμω, εις το οποίον υποβάλλομεν την αυτήν ιδέαν, (ο πρώτος έχει ενώπιών του ζωηρόν την εικόνα του αντικειμένου, αυτό τούτο το αντικείμενον, ο δεύτερος μόνον το ωχρόν φάσμα αυτού, την ιδέαν) σημειώνει την διαφοράν της εντάσεως της εγκεφαλικής εικόνος υπό ηυξημένην ερεθισιμότητα και εν τη φυσιολογική καταστάσει. Πολλάκις εδόθη εις ημάς η ευκαιρία εις τα νοσοκομεία, τα άσυλα, και την ιδιαιτέραν πράξιν, να σημειώσωμεν επί νευροπαθών και φρενοπαθών την εικονικότητα της εκφράσεως, φθάνουσαν μέχρι ποιητικής ωραιότητος, θα ηδυνάμεθα δε να είπωμεν ότι οι πλείστοι τούτων παρουσιάζουσιν εις τον λόγον ή το παραλήρημα αυτών ό,τι ονομάζομεν εν τη φιλολογία ύφος (style). Εις το εν Πατησίοις Υγιαστήριον του αγαπητού μου συναδέλφου κ. Βλαβιανού, προ ολίγων ημερών, νεαρά υστερική, αιτιωμένη αϋπνίαν, εις το ερώτημα εάν την αφυπνίζη το άσμα των πτηνών, το οποίον ιδιαιτέρως ηρέσκετο να ενωτίζεται κατά τας εωθινός ώρας εκ των εκτεταμένων παραδείσων των Πατησίων, απεκρίθη μ’ έκφρασιν την οποίαν θα υπέγραφε ποιητής: «Όχι, δεν μ’ εξυπνούν τα πουλιά, με εξυπνά η ψυχή μου». Ευνόητον όμως είνε ότι από του ατόμου του εκδηλουμένου καλλιτεχνικώς, υπό ωρισμένας συνθήκας, και της μεμονωμένης καλλιτεχνικής εκδηλώσεως μέχρι του καλλιτέχνου και του καλλιτεχνήματος, το χάσμα είνε μέγα.

Η ψυχολογία του καλλιτέχνου, καθ’ όλας τας μορφάς της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας και της καλλιτεχνικής παραγωγής ατυχώς ευρίσκεται έτι εν τω γίγνεσθαι. Αι αξιόλογοι έρευναι των τελευταίων ετών δυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν μας έδωκαν η την γενικής ψυχολογίαν του καλλιτέχνου, τα γενικά ψυχολογικά στοιχεία, τα αποτελούντα την καλλιτεχνικήν ιδιοφυίαν. Από του φαινομένου της γενέσεως του αισθητικού αισθήματος και της παραγωγής της καλλιτεχνικής πράξεως, εις έκφρασιν ή κίνησιν, μέχρι πολυσυνθέτων και συστηματικών φαινομένων, άτινα παρουσιάζει το καλλιτεχνικόν άτομον και ο καλλιτέχνης, φαινομένων, αποτελουμένων εκ πλούσιας και ποικιλλούσης εις βαθμούς και έκτασιν συνθέσεως διανοητικών πράξεων, η διαφορά, όπως προείπομεν είνε ανυπολόγιστος. Ο καλλιτέχνης παραδεχόμενος τον πλούσιον εξωτερικόν κόσμον, τα φαινόμενα τα ανυπολόγιστα της φύσεως και της ζωής, διατεθιμένος εξ αυτών ιδιομόρφως δια σειράς ψυχικών επισυνδετικών πράξεων, αφυπνιζουσών εν αυτώ εκτεταμένους κόσμους ιδεών και αισθημάτων αναλογών, προβάλλων δε κατόπιν ρυθμικώς, εικονικώς, πλαστικώς την ιδίαν ψυχήν και την ιδίαν προσωπικότητα εις το πλάσμα του καλλιτεχνήματος, αποτελεί συνθετώτατον φαινόμενον, του οποίου η έρευνα και η ανάλυσις απασχολεί εκ διαφόρων απόψεων την νεωτέραν ψυχολογίαν. Αυτή ακριβώς η δυσκολία και η επιβλητικότης του φαινομένου έφερε τους παλαιοτέρους φιλοσόφους, από του Πλάτωνος μέχρι του Fichte, του Hegel, του Vischer, να θεωρήσωσι τον καλλιτέχνην, ως πλάσμα μυστηριώδες, ενέχον υπερανθρωπίνην τινά ουσίαν και εγγίζον εις τα όρια της θεότητος. Και, ακολουθούντες την σειράν των αναλογιών τας οποίας εξεθέσαμεν ανωτέρω μεταξύ αισθητικών τινών και ψυχοπαθολογικών φαινομένων, δεν παρέλκει να σημειώσωμεν την ανάλογον αντίληψιν την οποίαν είχεν η παλαιοτέρα ανθρωπότης περί των φρενοπαθών, ως ιερών, μυστηριωδών και οπωσδήποτε υπερανθρώπων πλασμάτων, εις την ψυχήν των οποίων κάποιος θεός ή δαίμων έστησε την κατοικίαν του. Αλλ’ εάν πολύπλοκος είνε η ερμηνεία των διαφόρων γενικών ψυχικών ιδιοτήτων και συνδυασμών, των αποτελούντων την προσωπικότητα του καλλιτέχνου, έτι πολυπλοκωτέρα αποβαίνει η εξέτασις των ειδικών τοιούτων, εκ των οποίων απορρέουσιν αι καλλιτεχνικοί ιδιοφυΐαι και δια των οποίων έκτου καλλιτεχνικού ατόμου απορρέει ειδικώς ο ποιητής, ο μουσικός, ο ζωγράφος, ο γλύπτης και όλαι αι ποικιλίαι και μορφαί αυτών, θα έφθανεν όπως καταδειχθή η ποικιλία αύτη των φυσιοψυχολογικών ζητημάτων, άτινα παρουσιάζει η εξέτασις των καλλιτεχνικών ιδιοφυιών, να αποβλέψη κανείς εις εν οιονδήποτε σημείον των καλλιτεχνικών δημιουργιών και ως τοιούτον δυνάμεθα να λάβωμεν προχείρως εν παράδειγμα εκ της μουσικής, το οποίον σημειώνει ο Νορδάου*. Κέντροντι ακουστικής προσλήψεως, λίαν ανεπτυγμένον και επομένως ευερέθιστον, καθίσταται ικανόν να παραγάγη αντιδράσεις ισχυροτέρας του συνήθους και να συνδυάση ταύτας διά νέου και πρωτοτύπου τρόπου. Και έχομεν την ψυχο-φυσικήν βάσιν της μεγαλοφυΐας του συνθέτου: έχομεν ένα Βετόβεν. Κέντρον ακουστικής προσλήψεως, επίσης ανεπτυγμένον, προς το οποίον συνδυάζεται εξ ίσου ανεπτυγμένον κέντρον συντακτικόν (coordination), δημιουργεί μίαν μεγαλοφύίαν συνθέτου, όστις ταυτοχρόνως είνε και ισχυρός εκτελεστής: και έχομεν ένα Μόζαρτ. Εάν το πρώτον κέντρον είνε επίσης σπάνιάς τελειότητος, επικρατεί όμως το δεύτερον, απορρέει συνθέτης, του οποίου η μουσική δεν παράγει την πλήρη αυτής εντύπωσιν, ειμή όταν εκτελήται παρ’ αυτού του ιδίου ή οπωσδήποτε πιστώς κατά τον ατομικόν του τρόπον, και

έχομεν ένα Σοπέν. Επί τέλους κέντρον συντακτικόν εις άκρον ανεπτυγμένον μετά κέντρου ακουστικής προσλήψεως ολίγον υπερέχοντος του κοινού τύπου, παρέχει θαυμάσιον κλειδοκυμβαλιστήν και αξιοσημείωτον μουσικόν αφομοιωτήν, συνθέτην όμως μέτριον, όπως τον Λιστ, τον οποίον ο συγγραφεύς δεν κατατάσσει εις τας μεγαλοφύίας, καθ’ όσον η ιδιοφυία αυτού στηρίζεται επί του συντακτικού κέντρου, κέντρου κατωτέρας σημασίας, ανεπτυγμένου εις τα πλείστα των ζώων, του χαρακτηρισμού της μεγαλοφυΐας επιφυλασσομένου δια την τελειότητα των ειδικώς ανθρωπίνων εγκεφαλικών κέντρων.

Αλλ’ η ειδική ψυχολογία του καλλιτέχνου, την έρευναν της οποίας εστήριξεν επί νέων στερεών βάσεων η νεωτέρα επιστήμη, διαλευκαίνουσα οσημέραι φαινόμενα θεωρούμενα τέως μυστηριώδη και ακατάληπτα υπό της παλαιοτέρας φιλοσοφίας, δεν ενδιαφέρει κυρίως ημάς ενταύθα. Ηθελήσαμεν απλώς να αντιπαραβάλωμεν τα πολύπλοκα ψυχικά στοιχεία τα αποτελούντα τον καλλιτέχνην προς τα αρχέγονα στοιχεία τα αποτελούντα το αισθητικόν αίσθημα και την καλλιτεχνικήν πράξιν, και αναμετρώντες την μεταξύ αυτών απόστασιν, να σημειώσωμεν την κοινότητα αυτών και την κοινότητα της πρώτης ψυχολογικής πηγής από της οποίας απορρέουσιν, όσον και αν φαίνεται δύσκολον, κατά την γνώμη του Sergi, να αναχθώσι τα μεν προς τα δε. Ό,τι ενδιαφέρει ημάς ειδικώς ενταύθα και ό,τι προσεπαθήσαμεν να σημειώσωμεν δια της αντιπαραβολής των αισθηματικών αισθημάτων και εκδηλώσεων, των αποτελουσών την τέχνην προς τας ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις, τας αποτελούσας την ψυχονεύρωσιν ή την φρενοπάθειαν, και της εξετάσεως του καλλιτέχνου, ως συστηματικής, πολύπλοκου και ανωτέρας συνδέσεως των προμνησθέντων ψυχολογικών στοιχείων, είνε, ότι ο καλλιτέχνης, αδιαφόρως του πλούτου και της εντάσεως των άλλων διανοητικών στοιχείων, άτινα ορίζουσι τον βαθμόν της ιδιαιτέρας αυτού προσωπικότητος, ιδιομορφίας και αξίας, είνε προς παντός άτομον, παρά τω οποίω η ερεθισιμότης είνε ανεπτυγμένη εις ισχυρόν βαθμόν και κατά συνέπειαν η παρ’ αυτώ έντασις των εγκεφαλικών εικόνων ανωτέρα, αι ψυχικαί επισυνδέσεις ταχείαι και πλούσιαι, τα αντανακλαστικά φαινόμενα ευκίνητα ιδιαιτέρως αι ψυχοκινητικοί ιδιότητες εντεταμέναι, κραταιά εν άλλοις λόγοις, η ανάγκη της εξωτερικεύσεως των ψυχικών καταστάσεων, αίτινες απορρέουσιν εκ των διαφόρων ερεθισμών των εγκεφαλικών κέντρων, εξωτερικεύσεως, τελούμενης κατά τους νόμους και το τύπον, καθ’ όν εξωτερικεύονται αι ισχυροί συγκινήσεις, τρόπον ρυθμικόν, εικονικόν, πλαστικόν. Και όχι μόνο είνε εκ φύσεως τοιούτον το καλλιτεχνικόν άτομον -νοσηρότης ήδηεάν συγκρίνωμεν αυτό απολύτως προς την ιδεώδη και ανύπαρκτον μονάδα της ψυχικής υγείας, την ευρισκόμενη όπισθεν του ανθρωπίνου πολιτισμού και ίσως όπισθεν του σημείου της εξελίξεως, του αποτελούντος το ανθρώπινον είδος, βαθμός δε νοσηρότητος εάν συγκρίνωμεν αυτήν προς τας άλλας επί ποσόν ισόρροπους καταστάσεις όχι μόνον είνε τοιούτον το καλλιτεχνικόν άτομον, χορδή τεταμένη εις το έπακρον και ευδόνητος προς τα ελαφρότερα κύματα, έτοιμη να θραυσθή εις ωραιότατον μουσικόν θάνατον, αλλά και γίνεται και προάγεται επί πλέον δια της συστηματικής ασκήσεως της ερεθισιμότητος αυτού και της εντεύθεν κοπώσεως, καταβολής και εξαντλήσεως των νευρικών αυτού κυττάρων.

Οπωσδήποτε και αφ’ οιουδήποτε σημείου ψυχολογικού εξετάσωμεν το καλλιτεχνικόν άτομον, τον καλλιτέχνην από των ανωτέρων αυτού εμφανίσεων, από των μεγαλυτέρων κλασικών αυτού τύπων, επί των οποίων η σχολαστική ψυχιατρική δεν ετόλμησε να εγκολάψη την σφραγίδα της νοσηρότητος, ως στίγμα, μέχρι των μετριωτέρων, τας οποίας σύρει προς το φρενοκομείον με ελαφράν συνείδησιν, ανευρίσκομεν τα στοιχεία τα οποία προανεφέραμεν. Και αν καταβώμεν από την καθαρώς φυσιοψυχολογικήν αντιμετώπισή του καλλιτέχνου, εις την κοινήν και προσιτήν αντίληψιν αυτού, εάν λάβωμεν ως στοιχεία απαραίτητα δια την γένεσιν αυτού, περί των οποίων δεν υπάρχει δευτέρα γνώμη, το αίσθημα και την φαντασίαν, φερόμεθα πάλιν προς το αυτό συμπέρασμα. Διότι τι είνε αίσθημα μεθ’ όλων των ανταποκρίσεων αυτού, των καταστάσεων της συνειδήσεως, τας οποίας παράγει, παρά κατάστασις συγκινητική, κατάστασις διαχύσεως ερεθισμών, κατά την ψυχολογίαν, απορρέουσα εξ ερεθισμών ισχυρών επί ευερεθίστων κέντρων και ποικιλλούσα από των ελαφροτέρων βαθμών της «αισθηματικότητος» (sentimatalisme), της

απορρεούσης εκ των ταπεινότερων ερεθισμών, μέχρι των υψηλότερων βαθμών του αισθήματος, του απορρέοντος εκ της ιδέας και της σκέψεως -διαφορά εικόνων εγκεφαλικώντου αισθήματος του χαρακτηριστικού της μεγάλης τέχνης; Και τι είνε πάλιν φαντασία-, Άς ακούσωμεν τον μέγαν Άγγλον ψυχολόγον Stuart Mill, (Logiq III, 13, VI 4). «Αι συγχρονικά! επισυνδέσεις (associations simultanees) επικρατούσιν εις τα άτομα, τα πεπροικισμένα υπό ζωηρός οργανικής ευαισθησίας, διότι είνε αναγνωρισμένον ότι αι ιδέαι και αι εντυπώσεις, τας οποίας υφιστάμεθα, υπό το κράτος ζωηρός εντυπώσεως, επισυνδέονται στενώς προς αλλήλας. Επομένως η επικράτησις των συγχρονικών τούτων επισυνδέσεων παράγει τάσιν προς αντίληψιν των πραγμάτων υπό μορφάς συγκεκριμένος, χρωματισμένος, πλούσιας εις λεπτομέρειας: διάθεσις του πνεύματος, την οποίαν ονομάζομεν φαντασίαν και ήτις αποτελεί μίαν των ιδιοτήτων του ποιητού και του ζωγράφου». (Ο Mill αντιθέτει τας συγχρονικός επισυνδέσεις προς τας διαδοχικός, ιδιαζούσας εις τα ήττον ευαίσθητα άτομα, και προσιδιαζούσας εις τους επιστήμονας, τους ιστορικούς κ,λπ. Τα αναλυτικά δηλαδή πνεύματα εν αντιθέσει προς τα συνθετικά). Ώστε ως εξάγεται και αυτή η φαντασία είνε τέκνοντου αισθήματος, του αισθήματος επί του οποίου βασίζεται και από του οποίου απορρέει η τέχνη και το καλλιτέχνημα.

«Αίσθημα είνε το παν» δεν είπεν ο Γκαίτε; Αλλά δια να παραχθή η κατάστασις του αισθήματος και η κατάστασις της φαντασίας, είδομεν, ότι κατά την γνώμην των μεγαλυτέρων φυσιοψυχολόγων, μεταξύ των οποίων ο Spencer και Ο S. Mill, απαιτείται η συνθήκη της ζωηρός οργανικής ευαισθησίας. Ήδη μοιραίως προσεγγίζωμεν πάλιν εις τα όρια της νοσηρότητος. Ήδη έχομεν βαθμόν νοσηρότητος του καλλιτέχνου, απέναντι του τυπικού φυσιολογικού ατόμου, νοσηρότητος υπό την σχολαστικήν επιστημονικήν αντίληψιν του όρου. Αλλά το τυπικόν φυσιολογικόν άτομοως μαθηματικόν σημείον της ψυχολογικής εξελίξεως από των ατελεστέρων μέχρι των τελειοτέρων οργανικών όντων, αντιμετωπιζόμενον από συγκριτικής ψυχολογικής απόψεως είνε άραγε τοιούτο; Η ψυχική ερεθισιμότης και εις τους κατωτέρους αυτής βαθμούς δύναται να θεωρηθή ήδη ηυξημένη παρά τω ανθρώπω εν συγκρίσει προς τα ζώα. Απόδειξιν πειραματική τούτου παρουσιάζει η συγκριτική παρουσίασις επί της ενεργείας ψυχικών τινών δηλητηρίων. Η μορφίνη, η ινδική κάνναβις, η ατροπίνη επί του ψυχικού συστήματος των ζώων, εις μεγίστας δόσεις αποβαίνουσιν αδρανείς. Έν εκατοστόγραμμον ατροπίνης είνε δόσις επικίνδυνος δια τον άνθρωπον, ενώ δυνάμεθα να χορηγήσωμεν εν γαμμάριον εις κύνα, άνευ αποτελέσματος. Τούτο αποδεικνύει, επάγεται ο Richet, ότι το ψυχικόν σύστημα του ανθρώπου είνε εις άκρον λεπτόν και ευπαθές, αντιθέτως προς το ψυχικόν σύστημα του ζώου. Ήδη άρα ο φυσιολογικός άνθρωπος είνε ψυχικώς ευπαθέστερος (νοσηρότερος) του ζώου. Ακολουθούντες την σειράν ταύτην των συλλογισμών και των αντιλήψεων, πρέπει ν’ αναζητήσωμεν την μονάδα της ψυχικής υγείας υπό το ανθρώπινον είδος. Αλλά τοιαύτη μέθοδος αντιμετωπίσεως των ψυχολογικών ζητημάτων φέρει προφανώς εις την παραδοξολογίαν.

Αλλ’ ας λάβωμεν τον καλλιτέχνην -οποίος είνεάτομον ηυξημένης ερεθισιμότητος. Η αύξησις αύτη της ερεθισιμότητος, η απαραίτητος προς αποτέλεσιν της ψυχής του καλλιτέχνου βαθμολογικώς και αιτιολογικώς ποικίλλει επ’ άπειρον. Δύναται να είνε ελαφρά, έντονος, εντονωτάτη. Δύναται να είνε σταθερά, παροδική, διαλείπουσα, αυξομειούμενη ένεκα απειρίας λόγων. Δύναται να οφείλεται εις βαθυτέρους οργανικούς λόγους, παθολογοανατομικάς αλλοιώσεις, δυναμικός διαταραχάς, ψυχονευρώσεις, ψυχικά δηλητήρια εισαγόμενα έξωθεν, ψυχικά δηλητήρια παραγόμενα εν τω οργανισμώ (τοξίναι) και ούτω καθεξής. Ο καλλιτέχνης να είνε υστερικός, νευρασθενής, μελαγχολικός, ψυχασθενικός, δύναται να έχη βεβαρυμένην νευρικήν κληρονομικότητα (βαθμοί εκφυλιστικών καταστάσεων) δύναται να είνε επιληπτικός, μέλλων πρόίών παραλυτικός, δύναται να είνε απλώς αρθριτικός μεθ’ όλων των διαταραχών της επιβραδύνσεως της θρέψεως, δυσπεπτικός επομένως, ή νεφριτικός, διατελών υφ’ οιανδήποτε τοξικήν μέθην, δύναται ν’ αναζητή ακόμη μετά μίαν εξάντλησιν νευροκυτταρικήν την διέγερσιν των ψυχικών του δυνάμεων εις το οινόπνευμα, την νικοτιανήν, το τέϊον, τον καφέν και δύναται να είνε ταυτοχρόνως Όμηρος, Δάντης, Σαίξπειρ, Γκαίτε, Νίτσε, να είνε κλασικός, ρομαντικός, πραγματιστής, συμβολιστής, να φέρη εις το έργον του φωτεινήν τη σφραγίδα του ότι συνηθίσαμεν να ονομάζωμεν υγείαν και του ότι συνηθίσαμεν να ονομάζωμεν νοσηρότητα, ασχέτως πολλάκις και δυσαναλόγως του βαθμού της ιδίας υγείας ή νοσηρότητος, ως διδάσκει ημάς η ιστορία της τέχνης. Οφείλεται δε τούτο ακριβώς εις πλήθος παραγόντων ψυχολογικών και τεχνικών, εις πλήθος επιδράσεων επί του καλλιτεχνικού ατόμου έξωθεν και αντιδράσεων αυτού έσωθεν, τας οποίας αποκαλύπτει η προσεκτική ψυχολογική και αισθητική αντιμετώπισις των φιλολογικών φαινομένων.

Παν συμπέρασμα εξαγόμενον εκ της μεμονωμένης εξετάσεως είτε του καλλιτεχνικού ατόμου, του καλλιτέχνου, είτε των καλλιτεχνικών ομάδων, είτε εκ των ιστορικών περιόδων της τέχνης αποβαίνει αμφίβολον και παρακεκινδυνευμένον. Η αναζήτησις της υγείας και της νόσου εις την τέχνην είνε ουτοπία, η απονομή του χαρακτήρος της υγείας ως τίτλου ή η απονομή της νόσου ως στίγματος εις το καλλιτέχνημα είνε παραδοξολογία. Δεν υπάρχει άλλο τι εις την σφαίραν της καλλιτεχνικής δημιουργίας ή μόνον καλλλιτέχνημα και κακοτέχνης. Τίποτε άλλο.

Εκεί όπου υπάρχει ανάπτυξις εξαιρετική ενός οργάνου, εγγίζουσα προς τους τελειοτέρους βαθμούς της εξελίξεως, η φθορά κείται πολύ πλησίον, εκεί όπου υπάρχει υπερβολική έντασις, άσκησις και καταπόνησις του οργάνου, ο θάνατος παραμονεύει. Οι εργάται του πνεύματος πληρώνουσι τον βαρύτερον φόρον εις την φρενοπάθειαν και τούτο δεν είνε ανεξήγητον. Εις μίαν τελευταίαν στατιστικήν παρατηρούμεν αναλογίαν φρενοπαθών 9,60 :1000 επί των καλλιτεχνών και φιλολόγων εν γένει, τον ανώτερον όρον απέναντι όλων των άλλων επαγγελμάτων. Προ του Λομβράζου και του Μορώ δε Τουρ, ο Αριστοτέλης προ της ανακαλύψεως του εκφυλισμού είχεν ήδη αποφανθή ότι οι ποιηταί, οι καλλιτέχναι, οι φιλόσοφοι, ήσαν μελαγχολικοί και ότι δεν υπάρχει μέγα πνεύμα εν τω οποίω να μη λωφάζη κόκκος παραφροσύνης. Ο Διδερώ εις το περί θεοσόφων άρθρον του ανακράζει: «Πόσον προσεγγίζει η μεγαλοφυία προς την παραφροσύνην!» Η Μαρκησία De Cregny λέγει περί του Ρουσσώ ότι η σοφία τον έπλασε, αλλ’ η παραφροσύνη προσέθεσε την ζύμην, θα ήτο παλιλλογία ν’ αναφέρωμεν όλα τα ονόματα των μεγάλων διανοητών όσα κατά κόρον επανέλαβε η νεωτέρα ψυχιατρική εις την τάξιν των «ανωτέρων εκφύλων».Αλλ’ εάν περιορισθώμεν και εις μόνους τους καλλιτέχνας και τους φιλοσόφους, όσοι προσέδωκαν υψηλήν ποιητικήν ή θρησκευτικήν μορφήν εις τα συστήματά των, συναντώμεν εις την τάξιν των ψυχοπαθών, τους μεγαλυτέρους ήρωας του πνεύματος. Επιληπτικοί ήσαν ο Μωάμεθ, ο Πετράρχης, ο Τάσσος, ο Μολιέρος, ο Γουσιανός, ο Φλωμπέρ. Πρόίόντες παραλυτικοί ο Νίτσε, ο Γκυ Δε Μωπασάν. Μελαγχολικός ο Ζολά όπως τον περιγράφει ο Γκωγκούρ εις το Ημερολόγιόν του, ο Ζεράρ Δε Νερβάλ, καταλήξας εις αυτοκτονίαν, ο Ρουσσώ, ο Πασκάλ, ο μέγας Γκαίτε, ο Βύρων, ο Βετόβεν, ο Λεοπάρδης. Φοβοπαθείς πλείστοι μεγάλοι συγγραφείς. Ανισόρροποι πλείστοι ποιηταί, μουσικοί και ζωγράφοι, εκ των οποίων τυχαίως λαμβάνωμεν τα ονόματα του Βωδελαίρ, του Δονιζέτη, του Σούμαν, του Βετόβεν, του Βερλιάζ, του Σεν-Σάτνε. Αλκοολικοί ο Μυσσέ, ο Μυρζέ, ο Εδζάρα Πόε και ο Σολωμός και πλείστοι άλλοι. Ο Taine λέγει ότι, ως ψευδαισθητικοί (ανισόρροποι), δια την δύναμιν του χρωματισμού (έντασις φαντασίας εγγίζουσα προς την ψευδαίσθησιν) πρέπει να χαρακτηρισθώσιν, ο προφήτης Ουγκώ, ο Δάντης, ο Βαλζάκ, ο Δελακρουά. Αλλ’ εάν ήθελε κανείς αναδράμη και μέχρι των μάλλον μεμακρυσμένων μορφών των μεγάλων δημιουργών της Τέχνης μέχρι των πολιτισμών, οι οποίοι προσάγονται ως πρότυπα υγείας και ισορροπίας σωματικής και ψυχικής, εάν αντιμετώπιση τον καλλιτέχνην, ανεξαρτήτως της σφραγίδος, την οποίαν φέρει το έργον του, ήτις είνε η ιδία και αιώνια σφραγίς όλων των μεγάλων καλλιτεχνικών δημιουργιών, μέχρι της εποχής μας, θα ίδη ότι ούτος εις την κοινήν αντίληψη των συγχρόνων του, παρουσιάζεται ως πλάσμα εξαιρετικόν, έκρυθμον, επικοινωνούν προς την θεότητα, εμπνεόμενον υπό υπερκόσμιων δυνάμεων, παρουσιάζον εν συνόλω μίαν ψυχήν εξαιρετικήν, πλάσμα δημιουργηθέν εξ ιδιαιτέρας τινός αριστοκρατικής ζύμης. Όλα τα εξαιρετικά και μυστικά επίθετα απεδόθησαν κατά καιρούς εις τον καλλιτέχνην, του οποίου το όνομα κατέστη συνώνυμον προς το του προφήτου, του αποκαλυπτού των υπερκόσμιων αληθειών, του μάγου και του θεολήπτου. Η αντίληψις του ποιητού και καλλιτέχνου, κατ’ αυτήν την κλασικήν Ελληνικήν αρχαιότητα, είναι αντίληψις μυστικιστική. Ο υψηλός μυστικισμός της ελληνικής θρησκείας, ο πλήρης συμβόλων, εύρεν εις την ευδόνητον και ευπαθή ψυχήν των Ελλήνων τραγικών, την εντονωτέραν αυτού εκδήλωσιν. Ό,τι κατά μέγα μέρος ζητούμεν και χαρακτηρίζομεν σήμερον ως στίγμα νοσηρότητος, μυστικοπαθείας, μανίας του συμβόλου, θρησκευτικού παραληρήματος, υπό την υψηλήν μορφήν την οποίαν προσέλαβεν εις την ελληνικήν τέχνην, παρουσιάζει κατά βάθος τα αυτά στοιχεία, τα οποία η νεωτέρα ψυχιατρική αντίληψις του καλλιτεχνήματος θεωρεί ως στίγματα καλλιτεχνικής εκπτώσεως και εκφυλισμού. Οι Έλληνες τραγικοί οι οποίοι έδωκαν εις την ανθρωπότητα όλους τους βαθμούς και όλας τας εντάσεις και όλα τα παραληρήματα των ισχυροτέρων παθών της ανθρώπινης ψυχής, απέδωκαν ταύτα τόσον υπερόχως και με τόσην αλήθειαν, όχι αντιγράφοντες ψυχρώς τας ψυχικάς αυτάς καταστάσεις, αλλά αισθανόμενοι και υφιστάμενοι οι ίδιοι, εν τη ερεθισιμότητι των ψυχικών αυτών κέντρων, τας ψυχικάς οδύνας των ηρώων των. Ο Ευρυπίδης μας δίδει μίαν κλινική εικόνα της Κασσάνδρας, την οποίαν δεν θα έφθανεν η γνώσις του συγχρόνου ψυχιάτρου, ούτε η μελέτη του αρχαίου παρατηρητού, άνευ της ψυχικής συμμετοχής του ποιητού, να μας δώση τόσον τελείαν και τόσον πραγματικήν. Τα ανάλογα παραδείγματα θα ηδύναντο να παλλαπλασιασθούν ακόπως. Αλλ’ εάν λάβη κανείς μόνον υπ’ όψιν, εκτός της ηυξημένης ερεθισιμότητος, την οποίαν παρεδέχθημεν προς αποτέλεσιν των δύο κυριωτέρων στοιχείων της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας, της φαντασίας και του αισθήματος, προς αποτέλεσιν δηλαδή του καλλιτέχνου, θα έφθανε να υπολογίση τις την συστηματικήν, ισόβιον και, δια να είπωμεν ιατρικώτερον, χρονιάν άσκησιν ωρισμένων εγκεφαλικών κέντρων, -τα έργα των Ελληνικών τραγικών είνε γνωστόν, ότι αριθμούνται εις εκατοντάδαςδια να συμπεράνωμεν φυσικώς, ότι παν ό,τι λέγομεν ψυχικήν ισορροπίαν και απαιτούμεν παρά του καλλιτέχνου, ως παρά του κοινοτέρου αστού, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη αδιατάρακτον, εις τους μεγάλους καταχραστάς της ιδίας ψυχής. Ο Gupau απαντών εις τον Taine, χαρακτηρίζοντα ως νοσηρούς οπτασιαστάς τον Hygo, τον Balzac, τον Delacroix κ,λπ., λέγει, ότι καθ’ όλας τας εποχάς οι μεγάλοι καλλιτέχναι κατεχράσθησαν της φαντασίας των, είνε δε γνωστόν ότι αύτη κατά τον νόμον της οργανικής αντισταθμίσεως (balancement organique) αναπτύσσεται εις τεράστιον βαθμόν, επί βλάβη των άλλων λειτουργιών, όπως εις τον προφήτην Ισαϊάν, τον Δάντην και όλους τους μεγάλους ανισόρροπους, οι οποίοι έπασχον όχι εκ των συνθηκών της εποχής των, αλλ’ εκ της ιδίας των μεγαλοφυίας.

Η νοσηρότης τοιουτοτρόπως, υπό μίαν σχολαστικήν αντίληψιν, καλύπτει κατά κράτος, την μεγάλην και την μικρόν τέχνην όλων των λαών και όλων των αιώνων. Είπεν ήδη ο Οράτιος: Excludit sauos Helicone poetas Democritus (Orat. Serm. I).

Ακολουθούντες την αντίληψιν ταύτην, θα ήτο περιττόν και ανάξιον του κόπου να αναζητώμεν εις και να διακρίνωμεν, κατά την μέθοδον του Μαξ Νορδάου, τους υγιείς και τους νοσηρούς καλλιτέχνας, τους ισορρόπους και τους ανισόρροπους, τους άξιους του Παραδείσου της υγείας και τους αξίους της Κολάσεως της νόσου. Πολύ δε περισσότερον, εάν ως διαγνωστικόν σημείον ελαμβάνομεν, όχι πλέον τας ακριβείς ημών γνώσεις περί των καλλιτεχνικών ατόμων, έκτης βιογραφίας και των πληροφοριών των συγχρόνων, αλλά τα ψυχικά αυτών «στίγματα», τα εκδηλούμενα εις την καλλιτεχνικήν δημιουργίαν, των οποίων είδομεν ανωτέρω την κοινότητα προς τας φυσιολογικός συγκινητικός καταστάσεις. Απηλλαγμένοι παντός κόπου ερεύνης θα ηδυνάμεθα κατά την λογικήν αυτήν να ορίσωμεν απολύτως την τέχνην ως φρενοπάθειαν και να υψώσωμεν ένα τοίχον φρενοκομείου πέριξ της τέχνης όλων των λαών και όλων των αιώνων. Τοιαύτη αντίληψις , όσον και αν ενέκλειε το παράδοξον, θα ήτο οπωσδήποτε αντίληψις ειλικρινεστέρα.

Εν είνε αναμφισβήτητον. Ότι η μεγαλοφυία, εις όλας τας εκδηλώσεις αυτής και ιδιαιτέρως εις την καλλιτεχνικήν της εκδήλωσιν εφάπτεται των ορίων της φρενοπαθείας. Και τούτο είνε φυσικός νόμος. Εφάπτεται όσον η τελειότης εφάπτεται της φθοράς εις τον αιώνιον κύκλον της οργανικής ζωής.

Προσεπαθήσαμεν να διατρέξωμεν όλας τας βαθμίδας, αίτινες φέρουσι από των ορίων της υγείας προς τα όρια της νόσου και ν’ αντιμετωπίσωμεν τας πιθανός εφαπτομένας μεταξύ αυτών. Αντί μετωπίσα μεν την στατιστικήν ούτως ειπείν κατάστασιν της υγείας, το κακονικόν άτομον. Έπειτα μιαν κατάστασιν δυναμικήν, το άτομον το συγκεκριμένον, παρουσιάζον ήδη μίαν εφαπτομένην εκπονικήν προς την φρενοπάθειαν. Έπειτα μίαν κατάστασιν ηυξημένης ερεθισιμότητος άνευ ανισορροπίας της ψυχής, ή εκδήλων παθολογικών φαινομένων: το καλλιτεχνικόν άτομον. Εφθάσαμεν μέχρι του ψυχοπαθολογικού ατόμου, του ψυχονευρωτκού, του ανισόρροπου και του ευρισκομένου εις τα πρόθυρα της διανοητικής αποσυνθέσεως. Και είδομεν εις την πρόχειρον αυτήν ανασκόπησιν την τέχνην όλων των αιώνων συνδεομένων προς τας καταστάσεις ταύτας. Υπερεθεματίσαμεν, κατά τον τρόπο τούτον, των καταγινομένων εις το αχάριστον έργον να διαχωρήσωσι τους μεγάλους δημιουργούς της ωραιότητος, παλαιούς ή νέους, εις νοσηρούς και υγιείς και υπερθεματίζοντες ακριβώς αφήσαμεν να φανή όλον το άσκοπον και το μάταιον της μεθόδου ταύτης. Ηθελήσαμεν να αποσπάσωμεν τον καλλιτέχνην όχι από την μελέτην και την έρευναν του ψυχολόγου και του ψυχιάτρου. Η επιστήμη δικαιούται εις την έρευναν παντός ερευνητού και η αλήθεια δικαιούται εις πάσαν θυσίαν. Ηθελήσαμεν απλώς να αποσπάσωμεν τον καλλιτέχνην μιας μεθόδου σχολαστικής, σκληρός, αδίκου και προκαταληπτικής. Ηθελήσαμεν να τον αποσπάσωμεν εκ των συμπερασμάτων και των συνεπειών μιας μεθόδου μη στηρζομένης εις την αλήθειαν. Προσεπαθήσαμεν κρημνίζοντες ακριβώς το εμπειρικόν μεσότοιχον το χωρίον τον καλλιτέχνην εκ του φρενοκομείου να υψώσωμεν άλλο στερεότερον και διαρκέστερον. Και πράττοντες τούτον φρονούμεν ουχί την πρόληψιν, αλλά την αλήθειαν.

Το καλλιτεχνικόν έργον είτε είνε Οδύσσεια, είτε Προμηθεύς Δεσμώτης είτε θεία Κωμωδία, είτε Βασιλεύς Ληρ, είτε Φάουστ, είτε Ζαρατούστρας είνε πάντοτε η ανωτέρα άνθισις του ανθρωπίνου πνεύματος, δια δε την τέχνην είνε αδιάφορον, εάν ο δημιουργός του ενός σβήνεται ως λαμπάς εξαντλήσασα ην ιδίαν ουσίαν ή σβήνεται από την πνοήν μιας θυέλλης.

Ο καλλιτέχνης είνε η λαμπάς, η φωτίζουσα και τηκόμενη εις την ιδίαν της φλόγα. Εάν τήκεται κανείς δεν θα είπη, ότι δι’ αυτό φωτίζει ολιγότερον. Εάν λιποψυχά κανείς δεν θα ειπή ότι δεν εφώτισε. Εάν σβεσθή κανείς δεν θα ειπή ότι δεν έλαμψεν. Αλλά πώς θα μεμφθή κανείς την ουσίαν και την πηγήν του φωτός ως εύφλεκτον και θα την προπηλακίση ως αναλώσιμον; Η άρνησις αυτή θα ήτο η άρνησις του πρώτου νόμου της ζωής. Ο καλλιτέχνης και τηκόμενος και λιποψυχών και σβήνων επαναλαμβάνει με το μέτωπον υψηλά τον αιώνιον στίχον του ποιητού: je fais mon devoir de flambeau.

Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις
έτος Γ’,Μάιος-Ιούνιος 1905, τχθ-ι’,261-265

IV. Η παθολογική αντιμετώπισις του καλλιτεχνήματος

Η μελέτη του εδάφους, επί του οποίου βλαστάνει το καλλιτέχνημα και των φυσιολογικών και κοσμικών συνθηκών, υπό τας οποίας αναπτύσσεται, παρέχουσιν ήδη την γενικήν ιδέαν περί της ψυχολογικής βάσεως του ανωτάτου τούτου προϊόντος της ανθρώπινης ψυχής, το οποίον έξω και υπεράνω όλων των άλλων πράξεων της ζωής, ξένων προς τας κοινάς σκοπιμότητας του βίου, ξένων προς τας σχέσεις και τας εξαρτήσεις της κοινωνικής δουλείας, αδιάφορον προς το περιβάλλον, την εποχήν και το έδαφος από του οποίου ανεφύη, απολύτως ελεύθερον και ανεξάρτητον, κινούμενον εις την ιδανικήν ατμόσφαιραν της απολύτου ελευθερίας, ακριβώς διότι υψούται υπεράνω του τόπου, του χρόνου και της εποχής του, αποτελεί ταυτοχρόνως τον κυριώτερον τίτλον του ανθρωπίνου είδους απέναντι των κατωτέρων πλασμάτων, αυτήν ταύτην την σφραγίδα του ανθρωπισμού.

Αι αντιμετωπίσεις του καλλιτεχνήματος, δια μέσου της ιστορίας των λαών, υπήρξαν βεβαίως ποικιλώταται και ανάλογοι προς το πνεύμα των εποχών και των κοινωνιών. Μεταξύ της πρώτης εκπληκτικής αντιμετωπίσεως του καλλιτεχνήματος, υπό των πρωτογενών κοινωνιών, ως εξαιρετικού ψυχικού φαινομένου, παραγομένου δια της επιφοιτήσεως θείων δυνάμεων επί την κεφαλήν του εξαιρετικού ατόμου, οποίον υπήρξεν εις άλας τας κοινωνίας ο καλλιτέχνης, και των απείρων νεωτέρων αντιμετωπίσεων, όσας εδημιούργησεν η ανάπτυξις και η εύρυνσης των οριζόντων του κριτικού πνεύματος, μεσολαβούν άπειροι αντιμετωπίσεις του καλλιτεχνήματος, όσαι και αντιλήψεις της τέχνης γενικώτερον και αυτής της ιδέας της ωραιότητος. Μεταβαλλομένης, δια των αιώνων της Τέχνης και της ιδέας της Ωραιότητος εις την μάλλον εξωτερικήν αυτής εκδήλωσιν, δημιουργουμένων νέων ιδανικών, σχολών, μεθόδων, τάσεων, δογμάτων, εις ένα κύκλον επιστροφής αιώνιας, το κριτήριον της ωραιότητος εσαλεύθη και μετετοπίσθη κατά τας ποικιλωτέρας διευθύνσεις.

Πάσα εποχή ήλθε ν’ ανυψώση τους ιδικούς της θεούς, αποπειρώμενη να κριμνήση από τα βάθρα των τους θεούς των πατέρων της, αλλ’ επί των αιωνίων βάθρων της Ωραιότητος παρέμειναν πάντοτε ακλόνητοι οι παλαιοί μετά των νέων, όλοι οι θεοί της Τέχνης εις όσων τας φλέβας έρρεεν ο ιχώρ των αθανάτων. Αι εποχαί αντιπαρήλθον, αλλ’ αυτοί έμειναν εις τον αιώνα.

Η ανησυχία και η σύγχυσις περί την αντίληψιν της ωραιότητος και της τέχνης, προϊόν συνθηκών κοσμοϊστορικών, των οποίων η εξέτασις δεν είνε έργον της στιγμής αυτής, επιταθείσα εξαιρετικώς εις τον αιώνα μας, έδωκε την μάλλον τεταραγμένην και απαθή αντιμετώπισιν του καλλιτεχνήματος. Αι εφήμεροι σχολαί της σήμερον, προϊόντα ουχί πάντοτε της επιδράσεως μιας ισχυρός προσωπικότητος, συγκεντρούσης το πνεύμα της εποχής της και εκδηλούσης αυτό υπό μίαν υπέροχον ατομικήν σφραγίδαν, αλλά προϊόντα συνεταιρισμού μετριοτήτων -ο συνεταιρισμός δεν αποτελεί ήδη αντινομίαν εις την σφαίραν της τέχνης;θεωρητικών ιδεών, πλαστών ιδανικών, αντιδράσεων, κόρων, αναζητήσεων του νέου και του ασυνήθους, ταπεινού πνεύματος ανταγωνισμών, πολεμικής συμβατικής, «αμίλλης πονηρός», μετενεγκούσης εις το πεδίον της ανωτέρας πνευματικής ζωής, όλας τας ανησυχίας, τας αγυρτείας και τας μικρότητας του «περί υπάρξεως αγώνος», αι εφήμεροι σχολαί, οι καλλιτεχνικοί συρμοί, αι θνησιγενείς αιρέσεις, οι ασύστατοι συνεταιρισμοί, όλη αυτή η αγωνία των στείρων εποχών, επηύξησε μοιραίως την σύγχυσιν εις την αντίληψιν της ωραιότητος και της τέχνης. Τοιουτοτρόπως, ως παρατηρεί σύγχρονος κριτικός, βαθύς μελετητής της Αγγλικής τέχνης και ερμηνευτής του Ruskin, η αντίληψις του καλλιτεχνήματος , από της εποχής καθ’ ην η ανθρωπότης ενόμιζεν ότι κατέχει τους απαραβίαστους «νόμους» της τέχνης και γνωρίζει τι είνε Ωραίον, αντιμετωπίζουσα το καλλιτέχνημα επί τη βάσει ωρισμένων προτύπων, μέχρι των ημερών μας, μετεβλήθη ουσιωδώς. Ό,τι διέφευγε τους «νόμους» τούτους, εις παλαιότεραν εποχήν, εθεωρείτο απλώς αντικαλλιτεχνικόν και άσχημον. Τοιουτοτρόπως η ζωγραφική κριτική απέκρουσε τον Delacroix, τον David d’Angers, τον Corrot, τον Millet, βραδύτερον τον Courbet, τον Puvis de Chavannes και άλλους. Ταυτοχρόνως η μουσική κριτική κατεδίκασε δια τους αυτούς λόγους τον Wagner. Η κριτική όμως ηπατήθη. Οι άνθρωποι ούτοι ήσαν μεγάλοι διδάσκαλοι, δια του χρόνου εθριάμβευσαν και η καλλιτεχνική κριτική, η βασιζομένη επί του θαυμασμού των παλαιών διδασκάλων, επί των ανεγνωρισμένων μορφών της Ωραιότητος και των νόμων ενός «ιδανικού Ωραίου» εσίγησεν. Ο κανώνκατελύθη. Ωραίον εθεωρήθη ό,τι ήτο απλώς και οπωσδήποτε εκφραστικόν μιας προσωπικότητος, ανεξαρτήτως της φύσεως, της παραδόσεως, της τεχνικής. Η προσοχή της κριτικής από της αντιμετωπίσεως του βαθμού και του ποιού της εμπνεύσεως και των άλλων μυστικών εξωτερικών δυνάμεων, αίτινες ανυψούσι τον καλλιτέχνην προς το ιδανικόν Ωραίον, εστράφη περισσότερον προς την ψυχήν του καλλιτέχνου, προς την «ιδιοσυγκρασίαν αυτού, την αποδίδουσαν δια μέσου εαυτής την φύσιν». Εντεύθεν επήλθον σπουδαίοι πλάναι και παρεξηγήσεις. Αφ’ ότου έργα νεώτερα, εις εποχήν ακολουθούσαν την παράδοσιν, κατεδικάσθησαν εκ πρώτης όψεως, κατόπιν δε δια του χρόνου ανεστυλώθησαν εις τας ανωτέρας βαθμίδας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, εγεννήθη η αμφιβολία και ο δισταγμός προ πόσης νέας μορφής της τέχνης. Εις την παλαιοτέραν αντίληψιν εθαυμάζετο ό,τι ωμοίαζε προς τα παλαιό πρότυπα, εις την νεωτέραν ήρχισε να θαυμάζεται αντιθέτως, ό,τι απεμακρύνετο των παλαιών προτύπων, δύο μέθοδοι επίσης αντιαισθητικοί. Οι «νεόφιλοι», (modernistes), εκ του φόβου μήπως παρίδουν εν αριστούργημα του μέλλοντος ή παραγνωρίσουν μίαν αυγή αναγεννήσεως, είνε διατεθειμένοι να θαυμάσουν κάθε παραδοξολογίαν, φέρουσαν τον τύπον του «νέου» και του καινοφανούς. Και επειδή το «νέον» αναγνωρίζεται εις ό,τι εξαφνίζει κάθε εξάφνισμα γεννά ένα θαυμασμόν. «Ό,τι εξήγειρε τας διαμαρτυρίας του πλήθους, των Φιλισταίων, σκέπρονται ήτο ωραίον, άρα κάθε τι που δυσαρεστεί το πλήθος, ο Βαλζάκ του Rodin, η Μνημειώδης Πύλη της Εκθέσεως είνε ωραία». Πνεύμα αναρχίας διευθύνει ούτω την κριτικήν αντίληψιν των ημερών μας.

Προς τοιαύτην κατάστασιν πνευμάτων, εν μέσω αναρχίας και συγχύσεως αισθητικής, συνέπεσαν αι εκ των προόδων της νέας ψυχολογίας, πολλαπλοί και από διαφόρων σημείων έρευναι της ψυχολογικής επιστήμης επί των αισθητικών φαινομένων και των έργων της φαντασίας και του αισθήματος. Όντως δε σπουδαιόταται επιστημονικά! έρευναι εγένοντο κατά τα τελευταία έτη εν Γερμανία, Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία επί της φυσιολογίας της τέχνης και των συναφών ζητημάτων, τροποποιήσασαι εκ βάθρων την νεωτέραν αισθητικήν και επιρρεάσασαι και τας μάλλον ιδεαλιστικάς αντιλήψεις του καλλιτεχνήματος. Το μέγα κοινόν εν τούτοις απέμεινεν, ως ήτο επόμενον, ξένον προς τας εργασίας ταύτας, μέχρις ου ζωηρότεραι ανακινήσεις του ζητήματος της καλλιτεχνικής μεγαλοφυίας εν σχέσει προς την φρενοπάθειαν, προσήγγισαν προς τας επιστημονικός συζητήσεις τους Φιλισταίους, προδιαθετοιμένους ακριβώς εκ της γενικής καταστάσεως των πνευμάτων και παραδοξοφανών τινών μορφών της νέας τέχνης, ν’ ακούσουν την τελευταίαν λέξιν από τα χείλη της επιστήμης. Δύο βιβλία κυρίως συνετέλεσαν εις την προσέγγισην ταύτην. Ο Μεγαλοφυής Άνθρωπος του Καίσαρος Λομβρόζου, χαρακτηρίζοντος ανεπιφυλάκτως την μεγαλοφυίαν ως «εκφυλογενή ψύχωσιν» και ο σμός του Μαξ Νορδάου. Τα βιβλία ταύτα και η εκ τούτου συζήτησις, δυνάμεθα να είπωμεν ότι εδημιούργησαν παραδοξότατην όντως κατάστασις πνευμάτων. Βεβαίως όπου η επιστήμη δεν ριψοκινδυνεύει πρόωρα συμπεράσματα, δεν προσκολλά σφραγίδας, δεν κρημνίζει μ’ ελαφράν συνείδησιν και ανοικοδομεί μ’ ελαφροτέραν, όπου απλώς παρατηρεί και καταγράφει μετά «στοχασμού τεχνικού» και ερευνά, όπου μας δίδει τας εργασίας των ψυχολογικών εργαστηρίων της επί των καλλιτεχνών, είτε λαμβάνει το καλλιτέχνημα ως μνημείον (document) προς μελέτην μιας εποχής ή προς διαφώτισιν ιστορικών σημείων του βίου της ανθρωπότητος (Taine) το έργον αυτής υπηρετεί την αλήθειαν και την γνώσιν. Αλλά δεν υπήρξε τοιαύτη πάντοτε επί των ημερών μας η μέθοδος της επιστήμης. Η ψυχολογία και η ψυχιατρική πολλάκις, μ’ ελαφράν συνείδησιν, ξένη προς την ιστορίαν της τέχνης και την εξέλιξιν της, ξένη προς το βαθύτερον αυτής νόημα, απαράσκευος ή αδιάφορος να διαγνώση αυτά τα κύρια στοιχεία τα αποτελούντα το καλλιτέχνημα όλων των εποχών και όλων των αιώνων, συνάγουσα τα συμπεράσματα εξ αναλογιών και δόγματα εκ παρεξηγήσεων, έρριψεν εις το μέσον το φάσμα της παραφροσύνης, υπό το εύσχημον προσωπείον του εκφυλισμού, εβαθμολόγησε τα προϊόντα της διανοίας με βαθμούς ανυπάρκτους, διήρεσεν εις πρόβατα και ερίφια, εδημιούργησε δε μίαν νέαν αντιμετώπισή του καλλιτεχνήματος, την αντιμετώπισιν αυτήν της τελευταίας ώρας, την παραδοξότεραν και αθλιεστέραν, την αντιμετώπισιν την φρενολογικήν. Ευτυχώς η απήχησις της νέας αυτής μορφής του κριτικού πνεύματος δεν υπήρξε μεγάλη.

Παρά το κενόσπουδον και πολυπράγμον κοινόν, το οποίον εις τας νέας αυτάς μεθόδους, εύρε ευχάριστον και περίεργον τρόπον ερμηνείας όλων των καλλιτεχνικών φαινομένων και εκδηλώσεων, μέχρι της αντιλήψεως των οποίων δεν δύναται να υψωθή, απονέμον τους τίτλους της φρενοπαθείας εις ό,τι πολλάκις είνε ανώτερον της αισθητικής και της αντιλήψεως του και παρασυρόμενον εις τον κατήφορον, προς τον οποίον έσυρεν αυτό η επιστημονική ελαφρότης ή αγυρτεία, η μεν σοβαρά ψυχολογική επιστήμη ακολουθεί νηφαλίως τας ερεύνας της, το δε καθαρώς κριτικόν πνεύμα απελευθερωθέν των δεσμών των κανόνων και προλήψεων, ανυψώθη από των ψυχρών, δογματικών μεθόδων, εις την παράλληλον αυτού του καλλιτεχνήματος, λαμβάνον απέναντι αυτού την θέσιν την οποίαν έχει το καλλιτέχνημα απέναντι της (ρύσεως και της ζωής. Ο Οσκαρ Ουαίλδ εις τον θαυμάσιον αυτού διάλογον «Τέχνη και Κριτική», όπου ένα πνεύμα ελληνικής διαλεκτικής ενώνεται προς την άφθαστον χάριν, μαγείαν

και δροσερότητα του Άγγλου ποιητού και αισθητικού, εξαίρει την υπεροχήν του δημιουργικού τούτου κριτικού πνεύματος, «δημιουργίας εν δημιουργία» του οποίου φωτεινότερος αντιπρόσωπος υπήρξεν εις την αρχαιότητα ο Πλάτων και επί των ημερών μας ο μέγας Άγγλος αισθητικός Ruskin.

Εις τας περισσότερός όμως πλάνας της επιστημονικής ή κυριολεκτικότερον ιατρικής αντιμετωπίσεως του καλλιτεχνήματος, έδωκεν αφορμήν η τόσον πάταγον εγείρασα επί των ημερών μας τεχνοτροπία των συμβολιστών ή decadents, μεθ’ όλων αυτής των διαβαθμίσεων και μορφών εις όλους τους κλάδους της τέχνης. Η τεχνοτροπία, αύτη, παρ’ όλας τας υπερβολάς, τας ακρότητας και τας παιδαριωδίας, τας οποίας επέφερεν η ψυχρά απομίμησις των μεγάλων διδασκάλων του είδους, παρά των ζητούντων, όπως εις πάσαν εποχήν, να συρθώσιν όπισθεν του άρματος του νέου και του νεοφανούς, εάν ως σχολή καλλιτεχνική δεν επαρουσίασε την πλουσίαν άνθησιν και βιωσιμότητα των μεγάλων περιόδων της τέχνης, ακριβώς ένεκα μιας νόσου αισθητικής βάσεως, επί της οποίας εστηρίχθη, αναμφιβόλως όμως εφύσησεν ωραίαν και ευγενικήν πνοήν εις την τέχνην των ημερών μας. Επιρρεασθείσα κατά τον νόμο των αλληλεπιδράσεων των ειδών της τέχνης κατά τας διαφόρους εποχάς, (όπως εις την ελληνικήν τέχνην έχομεν εις όλα τα είδη την επίδρασιν του κλασικού πνεύματος) επιρρεασθείσα έκτου μουσικού πνεύματος, του κρατήσαντος κατά τα τέλη του περασμένος αιώνος, ενός αιώνος κατ’ εξοχήν μουσικού, ανυψώσασα ιδιαιτέρως την μουσικήν σκέψιν, συγκινουμένη μουσικώς εκ του περιβάλλοντος και ζητούσα να συγκινήση δια του μουσικού τρόπου της υποβολής, της αοριστίας, των εσωτερικών και εξωτερικών αρμονιών της σκέψεως και του λόγου, απομακρυνθείσα του απλού και συγκεκριμένου, υποκαταστήσασα εις την ουσίαν της ιδέας την μουσικήν και το χρώμα της, ζητούσα να μεταδώση αντί ωρισμένων συγκινήσεων καταστάσεις ψυχικός, εύρεν ενώπιον της το κοινόν έκπληκτον, θαμβωμένον, προ του οποίου η νέα τέχνη, επαρουσίασεν ευθύς εξ’ αρχής μορφήν παραληρήματος. Το κοινόν, εξωκειομένον προς τας μορφάς της τέχνης, τας οποίας εγνώριζε, παρεξηγούν τα πάντα, συγχέον το σύμβολον προς την αλληγορίαν, εκοπίασε ν’ αναζητήση ένα νόημα ανύπαρκτον ή μίαν λύσιν αινίγματος εις πάσαν εικόνα, εις πάσαν λέξιν, πάσαν σύνθεσιν στοιχείων πλαστικών ή μουσικών και μη ευρίσκον φυσικά το ανύπαρκτον, αδυνατούν να συγκινηθή υπό το κράτος της ακάρπου σχολιαστικής αντιμετωπίσεως του καλλιτεχνήματος, ήτο έτοιμον να παραδεχθή ότι ευρίσκεται προ παθολογικού παραληρήματος.

Κενόσπουδος επιστήμη επήλθε να ενισχύση αυτό εις την αντίληψίν του. Εξωκειωμένη εις την αναζήτησιν του συμπτώματος, ανευρίσκουσα δε ευκόλως εις την σφαίραν, των «συγκινητικών εκδηλώσεων» τα κοινά στοιχεία, της φρενοπαθείας και τέχνης, τα οποία περιεγράψαμεν εις τα προηγούμενα κεφάλαια, την μανίαν του συμβόλου, την μυστικοπάθειαν, την αοριστίαν, τας λεκτικός μανίας, τας επαναλήψεις, παραχήσεις, αναμηρυκασμούς ψυχικούς και ει τι άλλο, στοιχεία τα οποία με ολίγην καλήν θέλησιν ανευρίσκει κανείς εις πάσαν τέχνην μεγάλην και μικρόν, από των πρώτων δημιουργών των μύθων μέχρι των τελευταίων ποιητών των ημερών μας, εδημιούργησε το νέον και περίεργον αυτό είδος της φρενολογικής κριτικής, το οποίον επέφερεν το αστείον αληθώς αποτέλεσμα του να ζητήται σήμερον εις ζητήματα τέχνης και ποιήσεως, η γνώμη όχι του καλλιτέχνου, του κριτικού ή του ψυχολόγου ή της ανωτέρας μορφής του αισθητικού πνεύματος του συγκεντρούντος εις εαυτό την τριπλήν αυτήν υπόστασιν, αλλά του ψιλού φρενολόγου κεκλημένου να βαθμολογήση την υγείαν ή την νόσον του καλλιτεχνήματος, δια των κλινικών μεθόδων, τας οποίας εφαρμόζει εις το φρενοκομείον.

(*) Dr. Pierre Janet: Les Obsessions et la Psychasthénie. 1903.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.