Θωμάς Υφαντής
Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής,
Επ. Καθηγητής Ψυχιατρικής
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. 

σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]

Χρόνος και ψυχοθεραπεία: «οι ακατανίκητες αναμνήσεις του μέλλοντος»*

«Να κρατούσε για πάντα…»

Συχνά στην εργασία μας ως ψυχοθεραπευτές αντικρίζουμε στο πρώτο μας ραντεβού ανθρώπους που σε μας τους έφερε η θλίψη και η απόγνωση του τέλους ή του διαφαινόμενου τέλους μιας σχέσης, συχνά μιας μακροχρόνιας σχέσης, που ο δρόμος της δείχνει πια αβέβαιος. Συχνά, επίσης, στις πρώτες αυτές συνεντεύξεις, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις φαντασιώσεις των πελατών μας, ότι θα τους βοηθήσουμε να «ξεπεράσουν» την οδύνη μιας επικείμενης ή ήδη συντελεσθείσης απώλειας…
Λένε: «Είχα πιστέψει πως θα κρατούσε για πάντα. Γιατί να μην είναι αλήθεια; Τώρα πάνε όλα… Έγιναν χίλια κομμάτια… Κι έχω γίνει κι εγώ χίλια κομμάτια…»

«Να κρατούσε για πάντα…»

Σε ένα πρώτο άκουσμα, το αίτημα προβάλλει ως μια «χρονική» επίκληση, ως μια επίκληση στη διάσταση εκείνη του χρόνου που ονομάζουμε «διάρκεια», μια επίκληση στη «σιγουριά» και στη «βεβαιότητα», ενάντια στη στέρηση, την ανασφάλεια, την απορία, το άγνωστο.

«Για πάντα…»

Ο Χρόνος στο αίτημα αυτό δείχνει να προβάλλει ως ένα συνεχές, αδιάλειπτο, χωρίςρωγμές και συγκρούσεις μέλλον. Ο ίδιος ο αιτών εμφανίζεται «φρουρός» αυτής της ασφάλειας, πρόθυμα προσκολλημένος σε μια αιώνια καθήλωση του χρόνου, μια καθήλωση που αντιμάχεται κάθε τέλος.
«Να κρατούσε για πάντα…. Δεν αντέχω αυτό το ζόρι… Τόσοι κόποι, τόσα χρόνια, τόσες θυσίες … Μου ‘ρχεται να σκάσω… Πώς θα τα βγάλω πέρα;»

Λόγια οδύνης, λόγια που αναδύονται μόλις αρχίζει να διαγράφεται ένα «όχι πια», ένα «όχι πια» που συγκλονίζει, ένα «όχι πια» ο έλεγχος του οποίου μόλις έχει χαθεί.

Συνήθως, ζώντας έναν καθημερινό διχασμό, επιτελούμε διαχωρισμούς και «αθροίζουμε» όσα έχουμε ήδη «διαχωρίσει». Προσπαθούμε να ζήσουμε «και το ένα και το άλλο», να «συνταιριάξουμε» πράγματα που εμείς οι ίδιοι έχουμε «διαχωρίσει» – «Ψυχή» και «Σώμα», «Καλό» και «Κακό», «Ευ-τυχία» και «Δυσ-τυχία», «Σύζυγο» και «Ερωμένη», «Έξω» και «Μέσα», «Ζωή» και «Θάνατο». Συνήθως, επίσης, ενστερνιζόμαστε το ένα και αμυνόμαστε απέναντι στο άλλο, αντιμαχόμενοι την εκάστοτε άλλη πλευρά…

Όμως ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί πραγματικά να παραμείνει στην μια πλευρά. Αργά ή γρήγορα, κάπως, κάποτε, η άλλη πλευρά θα έρθει να τον βρει. Και τον βρίσκει πάντα απροετοίμαστο, και τον ρίχνει στην σύγχυση και στην πλάνη, στο άγχος και στην ενοχή.1 Είναι η στιγμή που κάθε πρόσδεση σε μια φαντασίωση «αιώνιας ευδαιμονίας» καταλύεται… Πάνε και οι φωτογραφίες, που «απαθανάτιζαν» τις στιγμές, πάνε και οι ηχογραφήσεις, πάνε και οι βιντεοσκοπήσεις, πάει κάθε τι που αντιμαχόταν λυσσαλέα κάθε υποψία τέλους…Και αυτό, τώρα, δεν αντέχεται… Και γεννά μια «απορία», μια έλλειψη δηλαδή «πόρου», «δρόμου», «ατραπού» … – «Πώς θα τα βγάλω πέρα;»

Θα ήταν φυσικά αφελές να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσαμε να πούμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο «πώς θα τα βγάλει πέρα». Καταρχάς δεν το ξέρουμε. Δεν γνωρίζουμε καθόλου «ποιον δρόμο θα ’πρεπε ν’ ακολουθήσει», έστω κι αν εκείνος φαντάζεται ότι εμείς, δήθεν «με καθαρότερο το μυαλό», θα μπορούσαμε να του προτείνουμε κάποιες λύσεις.

Ο δρόμος της θεραπείας μας είναι πολύ διαφορετικός. Μια ψυχοθεραπεία, καταρχάς και κατά κύριο λόγο, είναι μια «συνομιλία». Μια συνομιλία που θα θέτει ερωτήματα παρά θα δίνει απαντήσεις. Μια συνομιλία όπου θα δοθεί μια δυνατότητα το «κανείς», που κυριαρχούσε ως τώρα, να γίνει ένα «εσύ» κι «εγώ» κι «εμείς». Μια συνομιλία που συμβαίνει στο έδαφος που παρέχει το ψυχαναλυτικό πλαίσιο, με τα όρια και τους κανόνες του. Το ψυχαναλυτικό πλαίσιο που θα επιτρέψει μια συνομιλία στο χώρο και στο χρόνο που της δίνεται και όπου εντός του θα εκτυλιχθεί αυτό που ονομάζουμε «το δράμα της ψυχανάλυσης».

Έτσι, όπως ο ίδιος ο δρόμος της ψυχοθεραπείας ορίζει, όταν μια «απορία» μας συναντά, αρμόζει να σταθούμε για λίγο με σεβασμό απέναντί της και να αναρωτηθούμε. Να αναρωτηθούμε για μας, για την ύπαρξή μας και για την ιστορία μας. Την προσωπική αλλά και τη συλλογική, την ανθρώπινη. Και ίσως χρειαστεί να πάμε πίσω, κάποτε και πολύ πίσω, στην αρχή, ίσως, μάλιστα, στην Πρώτη Αρχή.

«Για πάντα»….«Απ’ την Αρχή, λοιπόν»

Αρχή, αρχή, πριν από όλα, λένε οι Έλληνες,2 υπήρξε η άβυσσος, το Χάος. Ας κρατήσουμε εδώ μια σημείωση, που θα τη βρούμε ξανά αργότερα: το Χάος εδώ θα πρέπει να εννοηθεί με την πρώτη του σημασία,3 όχι ως σύγχυση, καθόλου, αλλά ως Χώρος που «χαίνει», ένα ανοικτό που επιτρέπει να υπάρχει και το φως και το σκοτάδι, ένα χάος «αφήνει να υπάρχει»4 και νύχτα και μέρα.

Από αυτό το Χάος αναδύθηκε η Γαία, η Γη, ο χώρος όπου πάνω του οι θεοί, οι άνθρωποι και τα ζώα μπορούν να βαδίσουν με σιγουριά. Το βάθρο του κόσμου. Τρίτος εμφανίζεται ο Έρωτας. Όχι όμως ο φτερωτός έρωτας. Τούτος είναι ο «παλιός Έρωτας», ο πρωταρχικός, ο αρχέγονος έρωτας, ο έρωτας όταν ακόμη δεν υπήρχε αρσενικό και θηλυκό. Είναι αυτός που εκφράζει μια ώθηση μέσα στο σύμπαν, ο Φάνης, αυτός που καθιστά φανερά τα κρυμμένα πράγματα, που συντελεί ώστε να ξεπηδήσουν, να γεννηθούν, από τη Γη όλα όσα κρύβει στα βάθη της, στο σκοτάδι..

Και πρώτα απ’ όλα η Γη γεννάει τον Ουρανό. Χωρίς ζευγάρωμα, με την εσωτερική δύναμη που κρύβει μέσα της. Και ο Ουρανός ξαπλώνει επάνω της. Και Γη και Ουρανός «αποτελούν δύο επίπεδα του σύμπαντος τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, βάθρο και θόλος, βάθος και κορφή».

Ο Ουρανός καλύπτει εξ ολοκλήρου τη Γη, συμμετρικό ομοίωμά της, ένα ζεύγος αντιθέτων, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Από αυτή τη στιγμή, ο ρόλος του Έρωτα διαφοροποιείται. Τώρα από τη σύζευξη των δύο αντιθέτων συλλαμβάνονται πλάσματα. Πλάσματα, όμως, που δεν βλέπουν το φως της μέρας, αφού ο Ουρανός είναι διαρκώς απλωμένος πάνω στη Γη. Η δραστηριότητά του είναι αποκλειστικά και μόνο ερωτική. Καλύπτει μονίμως και είναι μονίμως μέσα στη Γαία. Αυτή είναι η μόνη του έγνοια και αυτό μόνο κάνει. Η Γη, έτσι, κυοφορεί συνεχώς νέα παιδιά, ένα σωρό παιδιά, που δεν μπορεί να τα γεννήσει και μένουν κλεισμένα εκεί που τα έσπειρε ο Ουρανός. Και πώς να τα γεννήσει αφού ο Ουρανός είναι «Για πάντα» πάνω και μέσα της;

Να, ένα πρώτο «για πάντα». Ένα «για πάντα» ασφυκτικό, που φιμώνει, επιπωματίζει, καλύπτει. Ένα «για πάντα» που αποκλείει κάθε τι καινούργιο, κάθε γέννηση και κάθε δημιουργία.

Η Γαία ασφυκτιά. Στεναχωριέται. Θυμώνει. Είναι έξαλλη που αυτό το «Για πάντα» άλλο δεν κάνει παρά να στηρίζει την επανάληψη του «Απ’ την αρχή». Είναι έξαλλη που αυτό το «Για πάντα» την καθιστά κυοφορούσα μεν, αλλά ουσιαστικά άγονη. Είναι έξαλλη που είναι αναγκασμένη να κρατάει μέσα στα σπλάχνα της τα παιδιά της, τα οποία δεν μπορούν να βγουν. Πρήζεται, ζορίζεται, σκάει. Κι αφήνει το θυμό της να ξεσπάσει. Ζητάει βοήθεια απ’ τα παιδιά της που ’ναι μέσα της.

Πρόθυμος ο μικρότερος Τιτάνας, ο «πανούργος» Κρόνος, δέχεται να βοηθήσει τη Γαία και να αναμετρηθεί με τον πατέρα του. Οπλίζεται από τη Γη με ένα δρεπάνι, μια «άρπη» και, μέσα από την κοιλιά της μάνας του, εκεί που ο Ουρανός σμίγει μαζί της, καραδοκεί, παραμονεύει. Και την κατάλληλη στιγμή, αρπάζει με το αριστερό του χέρι τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, τα κρατάει γερά, και, κραδαίνοντας το κλαδευτήρι στο δεξί, τα κόβει. Πετάει χωρίς να στραφεί πάνω απ’ τον ώμο του το ανδρικό μόριο του Ουρανού στο πέλαγος, ενώ λίγες σταγόνες αίμα πέφτουν στη Γη.

Ο Ουρανός, τότε, ευνουχισμένος, βγάζει μια κραυγή πόνου και τινάζεται μακριά απ’ τη Γαία. Και πάει και στερεώνεται ψηλά, στο στερέωμα.

Χωρίζεται τότε η Γη από τον Ουρανό. Και δημιουργείται ελεύθερος χώρος ανάμεσά τους, και όλα τα πλάσματα που θα γεννηθούν θα έχουν χώρο να αναπνεύσουν, να ζήσουν.
Απελευθερώθηκε ο χώρος, μεταβλήθηκε όμως και ο Χρόνος. Το «για πάντα» έπαψε πια. Ο Ουρανός δεν συναντιέται «πια» διαρκώς με τη Γη. Είναι ψηλά, στο στερέωμα.

«Όχι πια» για πάντα μαζί.

Όμως, Ουρανός και Γη δεν έπαψαν με αυτό να υπάρχουν… Ο Ουρανός δεν έπαψε να είναι «πάνω από τη Γη». Είναι «πάνω της» με έναν άλλο τρόπο. Δεν συναντιέται «ακόμα» με τη Γη. Περιμένει….
Να μια ακόμη χρονική διάσταση στην ιστόρησή μας. «Δεν είναι ακόμα μαζί». Περιμένει. Περιμένει την κατάλληλη ώρα.
Περιμένει τις βροχές. Είναι παρών, από πάνω της, με την απουσία του εντός της, και συναντιέται μαζί της τακτικά μεν, αλλά ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΣ. Ο Ουρανός σμίγει τώρα με τη Γαία στις ζωοδότειρες βροχές, όταν ο ουρανός ανοίγει και η γη γονιμοποιείται, στην ώρα της…

«Όχι πια» μαζί. «Όχι ακόμα» μαζί.

Ο χώρος είναι ανοιχτός. Ο χρόνος παίρνει μια γόνιμη διάσταση. Έρχονται νέες γενεές στο φως. Και συνάντηση και αποχωρισμός ορίζουν τώρα τη νέα διάσταση του Χρόνου, όχι πλέον με όρους διάρκειας, αλλά με όρους αλληλέγγυας συνάντησης και αποχωρισμού.
Τώρα πια, η μορφή της σχέσης έχει αλλάξει. Διέπεται από ένα «όχι πια» κι ένα «όχι ακόμα». Κι τούτο, πάλι, δεν έγινε αναιμάκτως…Κι απ’ τις σταγόνες αίμα που έσταξαν στη Γη, μαθαίνουμε, γεννήθηκαν οι Ερινύες. Κι απ’ το φαλλό του Ουρανού, που ρίχτηκε στο πέλαγος, η Αφροδίτη.

Έτσι, η κατάλυση του «για πάντα», μαθαίνουμε, άφησε χώρο, μετέβαλλε το χρόνο, γέννησε την Ομορφιά, τον Έρωτα, την Τύψη, τις Ερινύες και τις Ευμενίδες. Πάνω απ’ όλα, όμως, έθεσε τον Ουρανό «καθ’ οδόν». Τον κατέστησε κατά κάποιο τρόπο «μετανάστη». Τώρα είναι ο Νόστος που κατέχει τον Ουρανό. Τώρα μια διαρκής «Νοσταλγία» διατρέχει απόσταση και εγγύτητα, συνάντηση και αποχωρισμό.
«Σιώνοντας το μαντήλι,
Καλωσορίζουμε αυτούς που έρχονται;
Ή χαιρετούμε, απλώς, κείνους που φεύγουν;» 5
… Αναρωτιέται ο ποιητής …

Και να που χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε βρισκόμαστε καταμεσής στο «Δράμα» της Ψυχανάλυσης.

Της Σκηνής, δηλαδή, που κατεξοχήν παρέχει το έδαφος για κάθε καλωσόρισμα και κάθε αποχαιρετισμό 6.

Της Σκηνής που παρέχει ένα πρόθυμο «καθ’ οδόν» στον άνθρωπο που τον συναντά μια Απορία. Ένα «καθ’ οδόν» που υπηρετεί, που θα πει θεραπεύει, τον άνθρωπο στην ούσιωσή του, δηλαδή ως «μετανάστη», ως ευρισκόμενο διαρκώς «καθ’ οδόν», τόσο στα ταξίδια του όσο και στο σπίτι του, τόσο με τους οικείους του όσο και με τους ξένους, «καθ’ οδόν», από το πουθενά προς το πουθενά 6.

Της Σκηνής που προσβλέπει στα ΠΑΝΤΑ, δηλαδή, στο άνοιγμα και την δεκτικότητα ακόμη και για την σύγχυση και την πλάνη, στην οποία καταρχήν και κατά το πλείστον βρισκόμαστε 6.

Μιας Σκηνής που «αφήνει χώρο» και «δίνει χρόνο». Που παρέχει έναν δρόμο όπου κανείς καλείται να εξοικειωθεί με μια διαφορετική διάσταση του χρόνου, ενός χρόνου όχι πλέον εννοούμενου ως χρονικής διάρκειας μεταξύ αρχής και τέλους, αλλά ως αλληλέγγυας αρχής και τέλους, όπου κανείς καλείται ουσιαστικά να εξοικειωθεί με το μυστήριο του «όχι πια» και του «όχι ακόμα» της ύπαρξής μας, του Κόσμου μας.

Αυτή η Σκηνή, ο Χώρος δηλαδή εντός του οποίου θα εκτυλιχθεί ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ό,τι πριν ονομάσαμε «Δράμα» της Ψυχανάλυσης, συνιστά ό,τι συνήθως λέμε «Ψυχαναλυτικό Πλαίσιο», ή, όπως ο Freud το ονόμαζε, το «Τελετουργικό της Ατμόσφαιρας». Το Ψυχαναλυτικό Πλαίσιο ορίζεται από μια σειρά σταθερών οι οποίες αφορούν τη θέση του Αναλυόμενου, που είναι η Ύπτια Θέση, τη θέση του Αναλυτή, που παραμένει Αθέατος, την Αμοιβή του Αναλυτή, τους κανόνες που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση ως σχέση «Εγκράτειας», «Αποχής» και «Ουδετερότητας», και τον χρόνο της Ψυχαναλυτικής Συνεδρίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην θέσπιση ενός τέτοιου ψυχαναλυτικού πλαισίου είναι πολλοί. Η ίδια, όμως, η ένταξη σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ένταξη αυτή καθεαυτή, συνιστά μια μοναδική εμπειρία που, με τον καιρό και η ίδια αυτή η εμπειρία επιφέρει αλλαγές. Κι αυτό γιατί η εγκαθίδρυση ενός πλαισίου, δημιουργεί μια «ατμόσφαιρα», ένα «κλίμα». Και, όπως συμβαίνει και με το κλίμα ενός τόπου, το «κλίμα» μιας ψυχαναλυτικής συνάντησης με τον καιρό αλλάζει σιγά-σιγά τον άνθρωπο. Εξοικειώνεται κανείς σιγά-σιγά με το κλίμα του νέου τόπου που κατοικεί, «Εγκλιματίζεται», «παίρνει χαρακτηριστικά και τρόπους από τον νέο τόπο κατοικίας» και ΑΛΛΑΖΕΙ. 7

Η εννόηση του Χρόνου κάτω από μια τέτοια διάσταση διαμόρφωσης του πλαισίου, ως του κλίματος του τόπου που κατοικούμε, παίρνει μια εντελώς νέα μορφή.

Με τα μέτρα του σημερινού κόσμου, ορίζουμε ως σημαντικές διαστάσεις του χρόνου τη «συχνότητα» και τη «διάρκεια». Έτσι και στην ψυχανάλυση, είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ένα συγκεκριμένο από πλευράς συχνότητας και, εν πολλοίς, και διάρκειας, πρόγραμμα συναντήσεων. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση τόσο σχετικά με τη συχνότητα όσο και σχετικά με τη διάρκεια των ψυχαναλυτικών συνεδριών. Αυτό, πάντως, που δεν είναι διαπραγματεύσιμο, είναι η αυστηρή τήρηση ενός συγκεκριμένου προγράμματος. Οι ώρες των συναντήσεων συμφωνούνται εκ των προτέρων και τηρούνται με ακρίβεια. Ανεξάρτητα από το αν γενικά δεν πρέπει να αποτελεί δόγμα και ανεξάρτητα από το αν η μία ή η άλλη σχολή μιλάει για συγκεκριμένη ή λιγότερο συγκεκριμένη διάρκεια, υπάρχει μια αρχή: Η χρονική διάρκεια των ψυχαναλυτικών συναντήσεων είναι γενικά σταθερή και συγκεκριμένη.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για την θέσπιση τέτοιων αυστηρών, σε γενικές γραμμές, κανόνων. Κανόνων που «εξυπηρετούν» την πρόοδο της θεραπείας. Κανόνων που συντελούν στο να αναδυθεί, για παράδειγμα, μια δυσκολία, μια σύγκρουση, «ούτως ώστε να» ζήσει κανείς μια εμπειρία, όπως για παράδειγμα «την εμπειρία του να καθυστερεί κανείς», «τι σημαίνει για αυτόν να καθυστερεί…», ποια «επανάληψη» ίσως συντελείται σε αυτήν την καθυστέρηση κ.ο.κ.

Πέρα, όμως, από τους «σκοπούς» που εξυπηρετεί η θέσπιση ενός τέτοιου τυπικού, ίσως, η εξοικείωση με μια τέτοια «συνήθεια», «να συναντώμαι τέσσερις φορές την εβδομάδα για τρία τέταρτα της ώρας σ’ εκείνον τον χώρο, με τέτοιον τρόπο με τον αναλυτή μου», να αποτελεί αυτή καθεαυτή μια μοναδική εμπειρία εξοικείωσης με έναν διαφορετικά εννοούμενο «Χρόνο». Με έναν διαφορετικό τρόπο κατοίκησης αυτής της συνάντησης, έναν τρόπο κατοίκησης που ευοδώνει τη συνομιλία, έναν τρόπο που ίσως μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία της ύπαρξής μας.

Όπως ο Κώστας Γεμενετζής γράφει7 «είναι πράγματι παράξενο. Συναντιόμαστε, αναλυτής και αναλυόμενος, τέσσερα σαρανταπεντάλεπτα την εβδομάδα. Αυστηρά. Χωρίς ουσιαστικά άλλες δυνατότητες συνάντησης. Τέσσερα σαρανταπεντάλεπτα την εβδομάδα «σχέση». Και, η ψυχαναλυτική συνάντηση, στα στενά χρονικά της όρια, στην απουσία κάθε άλλης σχέσης μεταξύ αναλυτή και αναλυόμενου, παίρνει το χαρακτήρα νησίδας στην όλη «ζωή», και μάλιστα νησίδας της άγονης γραμμής, καθώς η πρόσβαση σ’ αυτήν είναι δυνατή μόνο σε ορισμένες ημέρες και ώρες. Και, παραδόξως, σε μια τέτοια νησίδα σχέσης, είναι για τους ανθρώπους ευκολότερο να ανοίγονται. Ίσως, αυτά καθαυτά τα όρια της ψυχαναλυτικής σχέσης προστατεύουν τον άνθρωπο από το υπέρμετρο». «Το ανθρώπινο γένος», λέει ο Eliot, «δεν αντέχει πάρα πολύ πραγματικότητα».7

Τέσσερα σαρανταπεντάλεπτα την εβδομάδα «σχέση». Η ψυχαναλυτική σχέση, όμως, δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτά. Νοητά, ως θεραπευτές, είμαστε πάντα παρόντες. Ο αναλυτής είναι ουσιαστικά παρών νοητά στη σκέψη του αναλυόμενου πάντα, στη μνήμη, στα όνειρα, στη φαντασία, κυρίως, όμως, αδήλως. Είναι παρών, ουσιαστικά, με τον τρόπο της απουσίας του.7

Η απουσία, δηλαδή, εμφανίζεται εδώ να είναι και αυτή αυτάρκης παρουσία. Εάν, όμως, τώρα, ο ψυχαναλυτής είναι παρών τόσο στην «επίσκεψη» όσο και εκτός «επίσκεψης», τότε η ψυχαναλυτική συνάντηση δεν περιορίζεται απλά σε μια «διάρκεια», δεν έχει αρχή και τέλος. Εδώ οι λέξεις συνάντηση και αποχωρισμός δεν ονομάζουν δυο ολότελα διαφορετικά πράγματα, αλλά συνιστούν ονόματα για την ίδια την ψυχαναλυτική σχέση: όταν ο αναλυόμενος και ο αναλυτής συμφωνούν να συναντώνται, άρρητα συμφωνούν και να χωρίζουν.7

Τι είναι τώρα πια ο χρόνος, όταν η αυτονόητη έννοιά του ως διάρκειας τίθεται υπό αμφισβήτηση; Τι είναι τώρα πια ο χρόνος όταν η απουσία εννοείται ως αυτάρκης παρουσία; Τι είναι τώρα πια ο χρόνος όταν η ίδια η απελπισία καταδεικνύεται πλάνη, όταν η παράστασή του ως πύλη που χωρίζει παρουσία και απουσία, εκπίπτει;

Τώρα ο χρόνος δεν είναι το όριο το οποίο χωρίζει παρουσία και απουσία, αλλά η διάσταση της αλληλέγγυας παρουσίας και απουσίας. Μέτρο της σχέσης, πια, δεν φαίνεται να είναι η χρονική της διάρκεια, αλλά η εναλλαγή παρουσίας και απουσίας. Ο χρόνος, ο εννοημένος ως διάρκεια, ο κόσμος του μετρημένου χρόνου αποκαλύπτεται ως χρόνος ενός μετρημένου κόσμου, ενός κόσμου στον οποίο ζούμε, ο καθένας με το ρολόι του, χωρίζοντας παρουσία και απουσία, νοητό και αισθητό, σώμα και ψυχή, ζωή και θάνατο.

Είναι ο κόσμος που προσδένεται στη μια κατάσταση και αγνοεί την ύπαρξη της άλλης. Είναι ο κόσμος που, σαν τον Ουρανό, επιζητεί τώρα και για πάντα μια άμεση ικανοποίηση, άγονη, ασφυκτική, αν-ώριμη. Είναι ο κόσμος που νιώθει προστατευμένος στη μετριότητα και στη μονότονη ισοπέδωση της γενικά συνηθισμένης έκφρασης «κανείς» αντί «εγώ» ή «εμείς».

Είναι ο κόσμος που εύχεται και προσδοκά να κρατήσει «για πάντα» η μία και μοναδική παράσταση, για εκείνον όμως «πραγματική» κατάσταση, όσο ασφυκτική, άγονη και θλιβερή κι αν είναι. Είναι ο κόσμος που την απουσία την εννοεί ως αφανισμό, το κενό ως άβυσσο και το Χάος ως σύγχυση και τρέλα.

Ο αναλυόμενος καλείται τώρα σε μια αλλαγή. Σε μια εξοικείωση με έναν διαφορετικό χρόνο. Καλείται να εγκαταλείψει την πρόσδεσή του στην παρουσία, πρόσδεση που του έκανε αφόρητη την απουσία, και να εν-κλιματισθεί σε μια άλλου είδους σχέση, σε μια σχέση που ουσιώνεται στο παιχνίδισμα συνάντησης και αποχωρισμού.

Ο αναλυόμενος καλείται τώρα να κατοικήσει πάνω σε αυτή τη γη με έναν άλλο τρόπο. Καλείται να εγκαταλείψει την απαίτησή του «για πάντα» και καλείται να ζήσει την απουσία που κατά έναν τρόπο ενυπάρχει στην παρουσία και την παρουσία που περικλείει κάθε αποχωρισμό.

Καλείται να ζήσει το «όχι πια» και το «όχι ακόμη» που ουσιώνει τον άνθρωπο, ως μετανάστης που είναι, σε κάθε σχέση του. Καλείται, πρώτα απ’ όλα, να αποτοξινωθεί από την αποκλειστικότητα της διάρκειας ως μέτρου για τη σχέση. Καλείται να ζήσει συνάντηση και αποχωρισμό ΣΤΗΝ ΩΡΑ τους. Είναι με τον τρόπο αυτό που η ψυχανάλυση παρέχει το χώρο και μεταβάλλει τον χρόνο. Είναι με τον τρόπο αυτό που η ψυχανάλυση παρέχει ένα «χάος», έναν χώρο δηλαδή που χαίνει, «ανοικτό», έναν χώρο που θα επιτρέψει να υπάρξουν μέρα και νύχτα, αλήθεια και πλάνη, ζωή και θάνατος.

Και αν αναζητούσαμε μια παράσταση για αυτό το χάος, ο νους μας αβίαστα θα πήγαινε σε ένα στόμα. Ένα στόμα που ανοιγόμενο «χαίνει», και επιτρέπει την ομιλία, επιτρέπει την ανα-πνοή, την αβίαστη ανάσα με την οποία δημιουργείται η Φωνή, η φωνή, που σαν άλλος αρχέγονος Φάνης-Έρωτας φανερώνει πλέον τα πράγματα, φέρνει τα πράγματα σε κόσμο, κοσμεί και κοσμείται.

Μια «Κοσμογονία»

Τώρα η εμπειρία της εναπόθεσης στο χρόνο, της εναπόθεσης στο «όχι πια» και «όχι ακόμη», έχει τα χαρακτηριστικά μιας κατοίκησης χωρίς την ανάγκη ελέγχου, χωρίς να κυνηγάμε και να εκβιάζουμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να μας καταδιώκει το όποιο τέλος. Μίας εμπειρίας κατοίκησης που μοιάζει με ό,τι στην Ψυχανάλυση γίνεται, όπου με ανοιχτό το βλέμμα και την καρδιά ο αναλυόμενος καλείται να λέει «ό,τι του έρχεται στο νου» ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ.

Που θα πει: έρχεται γιαυτόν μια συγκεκριμένη ώρα που αφήνει να υπάρχουν τα πάντα χωρίς να γυρίζει την πλάτη του σε τίποτε, χωρίς να έχει την ανάγκη να ελέγχει και να καθοδηγεί. Και από αυτό το «έρχεται η ώρα του» αναδύεται και η «ωριμότητά του».

«Ώριμος», θα πει «στην ώρα του».

Δεν είναι που η ώρα της θεραπείας δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι που υπάρχει αυτή η «εναπόθεση» στο χρόνο που επιτρέπει την εναλλαγή αρχής και τέλους, που αναδεικνύει το Νόστο οδηγό της υπαρξιακής μας αναζήτησης, είναι αυτή η εναπόθεση στο χρόνο που επιτρέπει την ανάδυση της «ωριμότητας».

Είναι τώρα που στον αναλυόμενο: «Χρειάζεται Χρόνος!» Και ο με τον τρόπο αυτό εννοούμενος χρόνος δεν είναι ένας χρόνος μετρήσιμος, ένας χρόνος με συγκεκριμένη διάρκεια. Εδώ ο χρόνος δεν έχει την έννοια, για παράδειγμα, του «τόσος χρόνος χρειάζεται για να διανύσουμε την απόσταση Ιωάννινα-Αθήνα». Εδώ δεν έχουμε καθόλου τρόπο να παραπέμψουμε τον άνθρωπό μας σε μια τέτοια διαδικασία «μέτρησης» του χρόνου, «ταχύτητας», «ελέγχου», «καθοδήγησης», «αρχής και τέλους». Εδώ η λέξη Χρόνος δεν έχει κανένα ισοδύναμο, κανένα συνώνυμο, δεν αντικαθίσταται και επομένως δεν εξηγείται. Στη φράση «Χρειάζεστε Χρόνο!» ελλοχεύει μια δυνατότητα εξοικείωσης με τον αληθινό χρόνο. Είμαστε «μεταξύ», μετανάστες, «καθ’ οδόν». Είμαστε, στην ουσίωσή μας, σε ένα «όχι πια» και ένα «όχι ακόμη». Ένα «όχι πια» και «όχι ακόμη» που με σπάνια ενάργεια διατυπώνει ο Thomas Eliot στα Τέσσερα Κουαρτέτα:

Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε και περίμενε δίχως ελπίδα Αφού η ελπίδα θα ήταν ελπίδα για λάθος πράγματα· περίμενε δίχως αγάπη Αφού η αγάπη θα ήταν αγάπη για λάθος πράγματα· υπάρχει ακόμη πίστη Μα η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα είναι όλες τους σε αναμονή. Περίμενε δίχως σκέψη, αφού δεν είσαι έτοιμος για τη σκέψη

«Ησύχασε και περίμενε δίχως…»

Ο χρόνος, που χρειάζεται, είναι το «δίχως», το «χωρίς» μιας αναμονής, όταν κάθε ελπίδα κι αγάπη και σκέψη καταδεικνύονται πως ήταν για λάθος πράγματα κι αποδεικνύονται μάταιες. Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι αντιμαχόμαστε λυσσαλέα αυτό το «δίχως», έστω κι αν ήταν φανερό πως η ελπίδα, κι η αγάπη και η πίστη ήταν για λάθος πράγματα και προσπαθούμε να εκβιάσουμε μια λύση, μια λύση στα μέτρα μας, χρηστική, προσδενομένοι σε ένα άγονο «για πάντα» ή σε ένα ομόλογό του «ποτέ», κυνηγώντας το χρόνο και μετρώντας τις μέρες, στην περίπτωση του «για πάντα», ή «σβήνοντας» μέσα στο χρόνο, λήθιοι, στην κατεύθυνση του «ποτέ»…

Ο δρόμος της αναζήτησης του «χαμένου» χρόνου, του χρόνου που «λείπει», είναι διαφορετικός:

«Για να φτάσεις σ’ ό,τι δε γνωρίζεις Πρέπει να πάρεις έναν δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας. Για ν’ αποκτήσεις ό,τι δεν έχεις Πρέπει να πάρεις τον δρόμο της ανέχειας. Για να φτάσεις όπου δεν είσαι Πρέπει να πας από τον δρόμο στον οποίο δεν είσαι. Κι ό,τι δε γνωρίζεις είναι το μόνο που γνωρίζεις Κι ό,τι κατέχεις είναι ό,τι δεν κατέχεις Κι όπου είσαι είναι όπου δεν είσαι»

Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι λησμονούμε πως για να μάθεις κάτι, θα πρέπει καταρχάς να δεχτείς ότι δεν το ξέρεις. Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι λησμονούμε πως για ν’ αποκτήσουμε κάτι, θα πρέπει να δεχτούμε καταρχάς ότι δεν το κατέχουμε ήδη. Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι λησμονούμε πως για να πας κάποου, θα πρέπει κατ’ αρχήν να δεχτείς και να αντέξεις ότι δεν έχεις ήδη φθάσει εκεί που επιθυμείς.

Ό,τι πραγματικά έχουμε, είναι πως πραγματικά δεν έχουμε τίποτα. Κι όπου πραγματικά είμαστε, είναι εκεί που πουθενά δεν είμαστε:

Μετανάστες. Καθ’ οδόν.
Με κατεύθυνση την προσωπική μας Ιθάκη, σε ένα αδιάκοπο ταξίδι νόστου, συντάσσοντας το προσωπικό μας ημερολόγιο καταστρώματος «ανάμεσα στης γης τους δυο της ύπνους».

Μετανάστες. Καθ’ οδόν.
Με τον Οδυσσέα μια ακατανίκητη ανάμνηση του μέλλοντος!

* Μια πρώτη μορφή του κειμένου παρουσιάστηκε στο Επιστημονικό Συμπόσιο που διοργάνωσε ο Τομέας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Καπεσόβου «Αλέξης Νούτσος» με θέμα «Μορφές Κατανόησης και Διαχείρισης του Χρόνου», στην Πασχάλειο Σχολή, στο Καπέσοβο Ζαγορίου στις 25 & 26 Σεπτεμβρίου 2004 και περιλαμβάνεται στον τόμο των πρακτικών του συμποσίου που εκδόθηκαν από τον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2005.

Αναφορές

  1. Κ. Γεμενετζής. Είναι η ψυχή ένα ξένο επί της γης. Κείμενο που παρουσιάστηκε στα Σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας 1994-2000.

  2. J.P. Vernant. Το Σύμπαν, οι Θεοί, οι Άνθρωποι, 6η Έκδοση, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003. Οι μυθολογικές περιγραφές στο κείμενο αποτελούν αποσπάσματα από την περιγραφή της Κοσμογονίας του βιβλίου του J.P. Vernant με μερικές προσθήκες δικές μου και αποσπάσματα από τη Μυθολογία των Ελλήνων του Κ. Κερένυϊ.

  3. Κ. Κερένυϊ. Η Μυθολογία των Ελλήνων, Μτφ. Δ. Σταθόπουλου, 9η Έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2003.

  4. Κ. Γεμενετζής. Ο δρόμος του Έρωτα, Εκδ. Θεραπευτηρίου Σπινάρη, Κοζάνη, 2000.

  5. Ν. Εγγονόπουλος. Ου δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν, Ποιήματα, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1990.

  6. Κ. Γεμενετζής. Ο Θρήνος του μετανάστη. Κείμενο που παρουσιάστηκε στα Σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας 1994-2000.

  7. Κ. Γεμενετζής. Επανεισαγωγή στην ψυχανάλυση. Εκδ. Εστία, 1991. Από το βιβλίο αυτό έχουν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα αποσπάσματα που κατά τόπους επισημαίνονται, σχετικά με τον ρόλο του πλαισίου στην εξοικείωση με τον «αληθινό χρόνο» στα σημεία που αναφέρονται στο θεραπευτικό πλαίσιο.

  8. Κ. Γεμενετζής. Σχεδίασμα για τον Χρόνο. Κείμενο που παρουσιάστηκε στα Σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας 1994-2000.

  9. T.S. Eliot (1943). Four Quartets. A Harvest Book, Harcourt Brace & Co., 1991, Απόδοση στα Ελληνικά: Κώστας Γεμενετζής.

  10. Γ. Σεφέρης. Ποιήματα, Εκδ. Ίκαρος, 1985.

  11. Δ. Σταθόπουλος. «Εισαγωγή» στη μετάφραση του βιβλίου του Κ. Κερένυϊ: Η Μυθολογία των Ελλήνων, 9η Έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2003.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.