σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]
Η Κική Δημουλά, διάβασε και σχολίασε το ποίημά της, την Κυριακή 16/4/2006, στη ραδιοφωνική εκπομπή του flash-96, που επιμελούνται κάθε Κυριακή πρωί (10.30-12.00) ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος και ο Τάσος Τσακίρογλου. Το θέμα της εκπομπής ήταν “Το δικαίωμα στην τεμπελιά”. Από τη θέση αυτή ευχαριστούμε την Κική Δημουλά και τους παραγωγούς της εκπομπής για την προσφορά τους.
Ανέτρεξα λοιπόν στο ποίημα που μου ζητήσατε.* Δεν πέτυχα όμως καλή επαφή μαζί του. Προφανώς, η νέα οπτική μου ηλικία πίσω από την οποία το διάβασα και το ξαναδιάβασα ένιωθε ξένη προς την παλιά. Είναι φυσικό. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που γράφτηκε αυτό το ποίημα και η άσωτη, τότε, ένταση που μου το υπαγόρευσε, δεν θέλω να πιστέψω ότι πέθανε, αλλά ότι έχει πέσει σε χειμερία τεμπελιά, μη έχοντας προνοήσει για κάποια, μικρή έστω, αποταμίευση επιφυλάξεων ως προς το σπάταλο δογματίζειν της εποχής εκείνης. Και να τώρα που οι χυμώδεις κορμοί των καλοκαιριών έχουν υλοτομηθεί –άστεγος ο έσω τζίτζικας κι όπως είναι γνωστό στους τεμπέληδες άνω των 60, πολλώ μάλλον άνω των 70 ετών, στεγαστικά δάνεια δεν δίνει ούτε η πολύ πονόψυχη τράπεζα των επινοήσεων.
Ύμνο στην ένταση αφιερώνει αυτό το ποίημα. Υπογείως όμως και στην τεμπελιά, που κατ’ εξοχήν έχει συμβάλει στο να μη μπορούμε να’ αλλάξουμε τη φύση μας προς κάτι διαρκέστερο, καλύτερο, ανθεκτικότερο.
Το πρώτο κακό παράδειγμα τεμπελιάς νομίζω το έδωσε πρώτη η ευτυχία, η οποία ζει ξάπλα μέσα στα λεξικά, που είναι τα μόνα που την γνωρίζουν, τα μόνα που νιώθουν ευτυχισμένα. Δεν αποκλείω καθόλου αυτή η τάση, που λίγο πολύ υπάρχει σ’ όλους, να είναι ένας προπονητής για τη μεγάλη ακινησία, στην οποία όλοι, γυμνασμένοι κι αγύμναστοι διαπρέπουμε.
Αν ξανάγραφα σήμερα αυτό το ποίημα, σίγουρα θα άφηνα άταφο, χωρίς κανένα Αμήν το τζιτζίκι.
Όσο τραβηγμένο κι αν ακουστεί κι η ίδια η ζωή μια διαστροφική τεμπέλα είναι. Δήθεν νοικοκυρεύει, δήθεν ψιλοξεσκονίζει πάνω-πάνω το φως, αλλά την ουσιαστική, τη γενική καθαριότητά μας τη φορτώνει στο θάνατο. Άλλος μέγας τεμπέλης κι αυτός. Βαριέται και ν’ αναστηθεί.
Αν και το επεδίωξα ψάχνοντας στην εξοχή, εκεί που αφθονούν σε φυσικότερη άνεση τα φυσικά φαινόμενα, δεν είδα ποτέ τζίτζικα να τραγουδά κολλητά με άλλο τζίτζικι, έτσι που να έχω την παρήγορη εικόνα μιας συντροφικότητας στην ένταση. Το κάθε άσμα στη μοναξιά του. Προνοητική τεμπελιά θα την έλεγα σήμερα. Είναι τώρα ν’ αφήνεις την ασφάλεια και τη θαλπωρή που σου δίνει το μάταιο, για να διασχίσεις την τεράστια, την παγωμένη απόσταση που μας χωρίζει από τον άλλον.
Στην ουσία διασχίζεις, την παγωμένη απόσταση που μας χωρίζει από τη δημιουργία του κόσμου, για να συναντήσεις εκεί, σε μιαν άκρη του χάους κάτω από ένα δένδρο την Εύα να ξεκοκκαλίζει το παΐδι του Αδάμ, με την απρόθυμη γεύση του. Και στην άλλη άκρη του χάους τον Αδάμ, κάτω από άλλο δένδρο, να συνειδητοποιεί πόσο μεγαλώνει και γενικεύεται το μικρό κενό που του αφήνει η αφαίρεση της μιας πλευράς του. Μεσολαβεί ανάμεσά τους ένας παράδεισος. Ο Παράδεισος που τόσο τεμπέλικα τους χωρίζει. Απόσταση και μεσολάβηση κληρονομημένη.
Επανέρχομαι στο τζίτζικα, αξιολύπητος βέβαια, άταφος, τσαλαπατημένος. Αλλά και η λογική εργατικότητα των μυρμηγκιών, δεν τρώει λίγο τσαλαπάτημα. Σχεδόν όσο κι η ανεργία. Πάλι άταφο θ’ άφηνα τον τζίτζικα. Και τάσσομαι κατά της ταφής γενικώς και υπέρ της καύσης μας. Από τεμπελιά. Αρκετά σκάψαμε το λάκκο μας από μόνοι μας, χαζοάδοντας επί μακρόν.
Αποταμίευση. Μια σεβαστή ομολογώ
μορφή χορτάτης ευθανασίας.Εν μέρει καλά τα λέει ο μύθος.
Έπρεπε να λογικευτούν λίγο τα τζιτζίκια
να βάζουν στην μπάντα μισό τραγούδι για το κρύο
να εξοικονομούν ολίγην
της ύπαρξής τους ασωτεία.Έξω απ’ το χορό καλά τα λέει ο μύθος.
Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια.
Δεν αποταμιεύεται η ένταση.
Δεν θα ’θελε κι αυτή να ζει περισσότερο;
Όμως δεν αποταμιεύεται.
Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.Κι είπα, έτσι που τη βλέπω
σωρηδόν να κείται άταφη άψαλτη
να της ρίξω ένα ολάνθιστο Αμήν
πριν τη διαμελίσει η κατακραυγή
πριν τη σύρουν τροφή στη φωλιά τους
κάτι τομάρια εαυτούλικα μερμήγκια.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.