Βασίλης Καψάμπελης
σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]
Ο Βασίλης Καψαμπέλης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισιού, διευθυντής του ψυχιατρικού νοσοκομείου L’Eau Vive της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας του 13ου Διαμερίσματος Παρισιού.
Μετάφραση και διασκευή ομιλίας που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 88 του δελτίου Le Carnet Psy, Μάρτιος 2004.
Όπως είναι γνωστό, η ψυχανάλυση αποτελεί όλο και λιγότερο μέρος του συνόλου γνώσεων και εμπειριών που θεωρούνται απαραίτητες για την εκπαίδευση των μελλόντων ψυχιάτρων. Ωστόσο, όταν προσπαθήσει κανείς να αναλύσει αυτό το φαινόμενο –παλαιότερο στις αγγλόφωνες χώρες, πιο πρόσφατο σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ελλάδα– η εξήγησή του αποδεικνύεται πολυσύνθετη. Αφενός, αυτή η απομάκρυνση από την ψυχανάλυση μοιάζει να σχετίζεται με μερικές γενικότερες εξελίξεις της δυτικής επιστημονικής και ιατρικής σκέψης κατά τις τελευταίες δύο ή τρεις δεκαετίες: α) μια ορισμένη εκδοχή της έννοιας της αντικειμενικότητας, β) μιαν αντίληψη του ανθρώπινου οργανισμού με πρότυπο τη «μηχανή» (δηλαδή την υποχώρηση του προηγούμενου μοντέλου που βασιζόταν σε μια αυθόρμητη ιδεολογία «βιταλιστικού» τύπου), γ) μια «εργαλειακή» αντίληψη των ιδιοτήτων του ψυχισμού και δ) μια κάποια ιδέα για τη σχέση ανάμεσα σε αποτελεσματικότητα και χρόνο… Αφετέρου όμως, αυτή η απώλεια επιρροής δεν είναι ίσως άσχετη και με τον τρόπο με τον οποίο η ψυχιατρική χρησιμοποίησε την ψυχανάλυση κατά την περίοδο της συνοδοιπορίας τους: χρησιμοποίηση που συνεπήγερε όχι μόνο ανακαλύψεις, αλλά και αποφενακισμούς, ο αντίκτυπος των οποίων υπήρξε ίσως τόσο καθοριστικός για την μετέπειτα απομάκρυνση, όσο και η εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης ή οι αλλαγές των αξιών στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.
Πράγματι, επί τριάντα περίπου χρόνια, δηλαδή σε γενικές γραμμές από το τέλος του πολέμου μέχρι την δεκαετία του 1970, γνωρίσαμε –κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και σε άλλες δυτικές χώρες– ένα είδος ψυχαναλυτικού «ιμπεριαλισμού». Η ψυχανάλυση, βοηθούμενη και από το στοιχείο του πρωτόγνωρου –αν όχι της μόδας– που την συνόδευε, δεν εισχώρησε στον ψυχιατρικό χώρο μονάχα σαν τρόπος σκέψης, αλλά επίσης και κυρίως σαν οικουμενικό θεραπευτικό εργαλείο. Η κατανόηση και η χρησιμοποίηση των ψυχιατρικών ιδρυμάτων, καθώς και η θεραπευτική εργασία με τις ποικίλες παθολογίες (οξείες υπαρξιακές κρίσεις, χρόνιες ψυχωσικές παθολογίες, απόπειρες αυτοκτονίας ή και διανοητική καθυστέρηση), μέσα στις πιο διαφορετικές συνθήκες συνάντησης (μονάδες επειγόντων, συμβουλευτικές επισκέψεις γενικού νοσοκομείου, ενδιάμεσες δομές…) χρησιμοποιούσαν χωρίς δισταγμό, και ίσως χωρίς ειδική σκέψη, συγκεκριμένα και ιδιότυπα εργαλεία της ψυχαναλυτικής πρακτικής (πλαίσιο, μεταβίβαση, ερμηνεία…) περιμένοντας την αυτονόητη ευόδωση των θεραπευτικών της βλέψεων.
Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ευτύχημα ότι τέτοιου είδους πλάνες βρίσκονται πλέον σε σαφή υποχώρηση στη σύγχρονη ψυχιατρική πρακτική, αλλά θα ήταν εξίσου εσφαλμένο να νομίσουμε ότι, με την εξαφάνισή τους, η ψυχανάλυση θα μπορέσει πλέον να βρει μια πιο μετριόφρονα θέση ειδικής θεραπευτικής μεθόδου, δίπλα και ισότιμα με άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις (όπως, για παράδειγμα, η φαρμακευτική αγωγή ή οι γνωσιακές-συμπεριφοριολογικές θεραπείες), με τις δικές της, σχετικά κωδικοποιημένες, ενδείξεις και αντενδείξεις. Το να παραχωρήσει κανείς μια τέτοια θέση στην ψυχανάλυση στο χώρο της ψυχιατρικής θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να επαναλάβει, υπό άλλους όρους, το λάθος της προηγούμενης γενιάς: να την συρρικνώσει σε μια θεραπευτική. Μια θεραπευτική η οποία, από τη μεριά της, συρρικνώνεται σε εννοιολογικά εργαλεία, τα οποία, όμως, δεν δικαιώνουν τη χρήση και ευστοχία τους παρά μόνο στο πλαίσιο της κλασικής ψυχαναλυτικής αγωγής.
Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης –ή, τουλάχιστον, το ενδιαφέρον της για τους ψυχιάτρους, και ιδιαίτερα για τους νέους ψυχιάτρους, που δεν κινούνται στην ψυχαναλυτική κουλτούρα της προηγούμενης γενιάς– δεν έγκειται στην πρόσκτηση μίας επιπλέον θεραπευτικής τεχνικής και, ακόμη λιγότερο, στην ακαδημαϊκή πληροφόρηση γύρω από μια «κοσμοθεωρία». Το ενδιαφέρον έγκειται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ψυχανάλυση μάς επιτρέπει να σκεφτούμε τον ανθρώπινο ψυχισμό, και ειδικότερα τον ασθενή που απευθύνεται σε ψυχίατρο, με αφετηρία την εμπειρία του ψυχιάτρου και μέσα από τις συνθήκες συνάντησης και τις πρακτικές του ψυχιάτρου.
Το παρόν κείμενο θα προσπαθήσει λοιπόν να δείξει το ενδιαφέρον της ψυχαναλυτικής σκέψης για το σύνολο της ψυχιατρικής δραστηριότητας: για τη θεραπευτική της πρακτική, την κλινική της έρευνα και τη θεωρητική της σκέψη, συμπεριλαμβανομένης και της βιολογικής. Και η χρησιμότητα αυτή θα είναι, πολλώ μάλλον, προσοδοφόρα, εάν οι ψυχίατροι κατορθώσουν να χρησιμοποιήσουν την ψυχαναλυτική σκέψη, σεβόμενοι την πρωτοτυπία της δικής τους ειδικής θέσης και εμπειρίας απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα· εάν, δηλαδή, κατορθώσουν να χρησιμοποιήσουν την ψυχανάλυση, όχι υπό την έννοια της συγκρότησης μιας «ψυχαναλυτικής ψυχιατρικής», αλλά υπό την έννοια του εμπλουτισμού της ψυχιατρικής σκέψης, πράγμα που προϋποθέτει την εμβάθυνση της αυτονομίας της ψυχιατρικής, τόσο σε επίπεδο πράξης, όσο και σε επίπεδο θεωρίας. Θα εξετάσουμε λοιπόν την συμβολή της ψυχανάλυσης στην ψυχιατρική από την τριπλή οπτική γωνία της θεραπευτικής, της κλινικής, και της θεωρητικής σκέψης της σύγχρονης ψυχιατρικής.
Η θεραπευτική οπτική γωνία
Όταν μιλάμε για την συμβολή της ψυχανάλυσης στην ψυχιατρική, συνήθως αναφερόμαστε στις νευρώσεις για την θεραπευτική, και στις ψυχώσεις για το επίπεδο της κλινικής και της θεωρίας. Θα ήταν ενδιαφέρον λοιπόν να υιοθετήσουμε την αντίστροφη θέση, δηλαδή να αναζητήσουμε το ενδεχόμενο θεραπευτικό ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης, ως σκέψης και πρακτικής του ψυχισμού, στο χώρο των ψυχώσεων, και ιδιαίτερα της σχιζοφρένειας. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή είναι εδώ απαραίτητη.
Το αρχικό (1911) έργο του Bleuler και οι μετέπειτα επεξεργασίες και μετασχηματισμοί του, οδήγησαν σε διαφορετικές, αν και συμβατές μεταξύ τους, εκδοχές για τα νοσογραφικά όρια της σχιζοφρένειας σε σχέση με το σύνολο των χρόνιων ψυχώσεων. Έτσι, στις γαλλόφωνες χώρες, η έννοια της spaltung (στα γαλλικά: dissociation, χάλαση των συνειρμών, διάσπαση της σκέψης και της προσωπικότητας), που ο Bleuler επεξεργάστηκε υπό την επήρεια, ως ένα βαθμό, της ψυχανάλυσης (Jung, Freud), συνεχίζει να θεωρείται το βασικό, ουσιαστικά παθογνωμονικό σύμπτωμα της σχιζοφρένειας· πρόκειται λοιπόν για ορισμό πιο περιοριστικό από εκείνον που χρησιμοποιείται στις αγγλόφωνες χώρες, πράγμα που εξηγεί γιατί αυτή η αντίληψη παραδέχεται την ύπαρξη ενός σχετικά μεγάλου αριθμού χρόνιων μη σχιζοφρενικών ψυχώσεων (όπως η παράνοια και γενικότερα τα χρόνια «συστηματικά» παραληρήματα, δηλαδή τα παραληρήματα –ερωτομανία, ζηλοτυπικό παραλήρημα, κ.τ.λ.– που δεν συνοδεύονται από ασυναρτησία της σκέψης και αποδιοργάνωση της προσωπικότητας). Η αντίληψη αυτή, που ακολουθεί κατά γράμμα τις πρώτες αντιλήψεις του Bleuler, του 1911, εισήχθη στη Γαλλία από τον Henri Ey και ακολούθησε τη δική της αυτόνομη πορεία.
Η κεντρική θέση του Henri Ey στη σύγχρονη γαλλική ψυχιατρική, το βάρος της ήδη προϋπάρχουσας κλινικής έρευνας (η απομόνωση, στις αρχές του 20ού αιώνα, νοσογραφικών οντοτήτων, όπως το «χρόνιο παρερμηνευτικό παραλήρημα» των Sérieux και Capgras, ή η «χρόνια ψευδαισθητική ψύχωση» του G. Ballet…), και τέλος η ψυχαναλυτική παράδοση (η διατριβή του Lacan για την παράνοια είναι σχεδόν της ίδιας εποχής με την αλλαγή των αντιλήψεων του Bleuler), είναι οι παράγοντες που συνετέλεσαν ώστε το πλαίσιο των χρόνιων ψυχώσεων να χωρίζεται, ακόμη και σήμερα στη Γαλλία, σε δύο μέρη: αφενός στη σχιζοφρένεια, με κύριο χαρακτηριστικό τη διαταραχή της σκέψης και τη διάσπαση της προσωπικότητας, αφετέρου στις άλλες χρόνιες «συστηματικές» ψυχώσεις, με πρότυπο την παράνοια, που χαρακτηρίζονται από την ανάπτυξη χρόνιων συστηματοποιημένων παραληρημάτων χωρίς διάσπαση της σκέψης.
Ωστόσο, ο Bleuler ο ίδιος εγκατέλειψε, ως ένα βαθμό, αυτόν τον ορισμό της σχιζοφρένειας στα επόμενα χρόνια, όπως φαίνεται και στην εισήγηση που παρουσίασε στο Συνέδριο των Γαλλόφωνων Ψυχιάτρων και Νευρολόγων του 1926. Ένα στοιχείο μοιάζει να παίζει καθοριστικό ρόλο σ’ αυτήν τη μετεξέλιξη, πολλώ μάλλον που αποτελεί σταθερή απαίτηση της γερμανόφωνης και αγγλόφωνης επιστημονικής παράδοσης, πολύ πριν την σχετικά πιο πρόσφατη εισαγωγή των DSM: Η απαίτηση αντικειμενικότητας στο χώρο της ψυχιατρικής, ενός ιατρικού κλάδου που δεν έχει στη διάθεσή του παρακλινικές εξετάσεις, δηλαδή διαγνωστικά εργαλεία ανεξάρτητα τόσο από τον ασθενή όσο και από τον εξετάζοντα, η αντικειμενικότητα είναι συνώνυμη συναινέσεως: ένα σύμπτωμα υπάρχει στο βαθμό που η παρουσία του τεκμηριώνεται από δύο τουλάχιστον ανεξάρτητους μεταξύ τους ψυχιάτρους στον ίδιο ασθενή (αυτή είναι η γενική εμπειρική ιδέα που, στη σύγχρονη κλινική έρευνα, μεταφράζεται ως πιστότητα μεταξύκριτών: reliability). Ο Bleuler εγκαταλείπει τη spaltung ως κεντρική έννοια της σχιζοφρένειας, όχι τόσο (ή όχι μόνο) επειδή αλλάζει θεωρητική αναφορά (εν προκειμένω, την ψυχαναλυτική), όσο διότι αλλάζει μεθοδολογική και επιστημολογική αναφορά: η αντικατάσταση της spaltung, παθογνωμονικού συνδρόμου και παθογενετικής υποθέσεως, από μια σειρά κλινικών κριτηρίων (αμφιθυμία, αυτισμός, απρόσφορο συναίσθημα, χάλαση συνειρμών…) εισάγει την ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας στη λογική των ομάδων συμπτωμάτων, αντιληπτών με τρόπο κατά το δυνατόν μονοσήμαντο από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό κλινικών ψυχιάτρων· με άλλα λόγια, εισάγει την ψυχοπαθολογία σε μια λογική που στη συνέχεια προεκτείνεται με τις εργασίες του K. Schneider για να εγκαινιάσει μία κριτηριολογική αντίληψη των ορισμών των ψυχιατρικών νοσημάτων – αυτήν ακριβώς που δεσπόζει σήμερα στην κλινική και ερευνητική σκέψη της ψυχιατρικής. Και συμβαίνει, από αυτή τη συγκεκριμένη οπτική γωνία, η spaltung να είναι αρκετά ακατάλληλο κριτήριο· για έναν λόγο απλό, που κάθε κλινικός ψυχίατρος μπορεί να συνειδητοποιήσει στην πρακτική του: πρόκειται για σύμπτωμα ασταθές. Δύο ψυχίατροι που εξετάζουν τον ίδιο ασθενή δεν καταλήγουν αναγκαστικά στις ίδιες διαπιστώσεις όσο αφορά τον βαθμό διασπάσεως του συγκεκριμένου ασθενούς· κι ακόμη χειρότερα: ο ίδιος ψυχίατρος, εάν κατορθώσει να παρατείνει αρκετά τη συνέντευξη με έναν σχιζοφρενή ασθενή σε έντονη διάσπαση, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να διαπιστώσει προοδευτική μείωση της ασυναρτησίας της σκέψης και της χάλασης των συνειρμών όσο αναπτύσσεται ο διάλογός τους.
Η διάσπαση λοιπόν είναι κακό σύμπτωμα για την κριτηριολογία, διότι τείνει να παρουσιάζει διακυμάνσεις σε συνάρτηση με τον συνομιλητή, τη φάση της συνομιλίας, κ.τ.λ. Αλλά αυτό που είναι κακό για την αντικειμενοποίηση είναι ίσως κομβικό για τη θεραπευτική. Πράγματι, πώς μπορεί να παραμελήσει κανείς το ενδιαφέρον ενός ψυχωσικού συμπτώματος που έχει τη διπλή, και σπάνια, ιδιομορφία, να είναι ταυτόχρονα και εξαιρετικά σοβαρό, και τροποποιήσιμο υπό την απλή επήρεια της συνάντησης με τον ψυχίατρο; Πώς να μην δει κανείς ότι ένα τέτοιο σύμπτωμα είναι πολύ πιο πολύτιμο, από θεραπευτικής απόψεως, απ’ ό,τι μία διωκτική ή υποχονδριακή παραληρηματική πεποίθηση, καθηλωμένη στην ίδια εκφραστική μορφή επί μήνες ή χρόνια, και πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενη όποιος κι αν είναι ο συνομιλητής;
Εδώ είναι που βλέπουμε το θεραπευτικό ενδιαφέρον της ψυχαναλυτικής σκέψης για τους νέους ψυχιάτρους: η ψυχανάλυση μας παρέχει τα εννοιολογικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να εισχωρήσουμε σ’ αυτό το απλό, και συχνά επαναλαμβανόμενο στην κλινική πρακτική φαινόμενο, που είναι το ασταθές σύμπτωμα· μας επιτρέπει να σκεφτούμε αυτό το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της ψυχιατρικής συμπτωματολογίας, ότι δηλαδή έχει την ιδιομορφία να εμφανίζει σημαντικές διακυμάνσεις σταθερότητας. Μερικά κλινικά φαινόμενα εμφανίζονται παγιωμένα, σαν ιζήματα μιας ήδη μακροχρόνιας πρακτικής· ο ασθενής τα επαναλαμβάνει πανομοιότυπα, τα εκθέτει ή τα απευθύνει σε μας, όπως θα τα εξέθετε ή θα τα απηύθυνε στον οποιονδήποτε. Αντιπροσωπεύουν, κατά κάποιον τρόπο, τα πιο αποξηραμένα κλαδιά αυτής της επικοινωνιακής πολυδιάσπασης που αναπτύσσει αδιάκοπα, από τη γέννησή του και πέρα, με προορισμό τους άλλους. Και υπάρχουν και κάποια άλλα συμπτώματα που παραμένουν ακόμη «ανθηρά», δηλαδή που συνεχίζουν να ζουν μέσα από τη συνάντηση με τον άλλο. Η συνάντηση μπορεί λοιπόν να τα τροποποιήσει, και μόνο από το γεγονός ότι τα συμπτώματα αυτά απευθύνονται πραγματικά στο άτομο που ο ασθενής έχει απέναντί του, και διακυμαίνονται ανάλογα με την εξέλιξη της συνάντησης αυτής.
Είναι προφανές ότι τα συμπτώματα αυτά, πολύ λιγότερο ενδιαφέροντα από ερευνητικής άποψης, είναι ακριβώς εκείνα που ενδιαφέρουν περισσότερο από θεραπευτικής άποψης. Πρώτα απ’ όλα, διότι παρέχουν μία εμπειρία αλλαγής· τόσο για τον ασθενή, συχνά υπερβολικά πεπεισμένο για την απελπιστική σταθερότητα της συμπτωματολογίας του, όσο και για τον γιατρό, συχνά υπερβολικά αποκαρδιωμένο από την αντιστάμενη συμπτωματολογία. Ο γιατρός και ο ασθενής που μοιράζονται μία εμπειρία αλλαγής είναι ίσως η πρωταρχική βάση της οποιασδήποτε ψυχιατρικής θεραπευτικής. Δεύτερον, διότι τα κλαδιά που μένουν ακόμη ανθηρά μπορούν ενδεχομένως να μας επιτρέψουν να γνωρίσουμε καλύτερα τους χυμούς οι οποίοι τρέφουν τις διακλαδώσεις που μας απασχολούν, και άρα να μας βοηθήσουν ίσως να διαλευκάνουμε το μυστήριο των πιο απολιθωμένων κλάδων – να τους ξαναδώσουμε ζωή, για παράδειγμα, ώστε να τους πιάσουμε κι αυτούς κάποια στιγμή στα δίχτυα της διαπροσωπικής δυναμικής.
Αναγνωρίζει βέβαια κανείς, πίσω από αυτές τις διατυπώσεις, την έννοια της μεταβίβασης. Διαλέξαμε ωστόσο ένα παράδειγμα μεταβίβασης θεωρητικά αδύνατης: το παράδειγμα της σχιζοφρένειας. Για να πούμε το εξής: από τη στιγμή που η διάσπαση του σχιζοφρενούς, με τον οποίο συνδιαλεγόμαστε, μειώνεται όσο προχωρά η συζήτησή μας μαζί του, είμαστε ήδη υπό συνθήκες που επιτρέπουν να συλλάβουμε τα προοίμια των εκφάνσεων του φαινομένου τα οποία η ψυχανάλυση τοποθετεί στο επίκεντρο της θεραπευτικής της δραστηριότητας, δηλαδή της μεταβίβασης. Υπό την υπερβολική επήρεια του μοντέλου της νεύρωσης, έχουμε την τάση να διδάσκουμε στους νέους συναδέλφους ότι η μεταβίβαση είναι εκδήλωση επανάληψης. Και όντως έτσι είναι – αλλά για εκείνους που έχουν κάτι να επαναλάβουν στη σχέση τους με τον άλλο και που θα το επαναλάβουν μέχρι ο άλλος να το ακούσει. Τι συμβαίνει όμως με εκείνους, όπως οι σχιζοφρενείς, που μοιάζουν σαν καταδικασμένοι να προσπαθούν κάθε φορά απ’ την αρχή να βρουν τον τρόπο να πουν κάτι στους άλλους;
Ο σχιζοφρενής, που η διάσπασή του μειώνεται όσο προχωρά η συνέντευξη, είναι ένα άτομο που δοκιμάζει μαζί μας αυτή την οικουμενική εμπειρία –την οποία η πλειοψηφία των ανθρώπων ξεχνά με την πάροδο των ετών– η οποία συνίσταται στην αναζήτηση κάποιου που μπορεί να μεταμορφώνει σε σκέψεις το χάος των πρώτων μας συνειρμικών αλληλουχιών· κάποιου που μας δανείζει τη σκέψη του ώστε οι παραστάσεις μας να αποτινάξουν τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των αισθήσεων και να γίνουν ιδέες. Βλέπουμε δηλαδή εδώ ότι η μεταβίβαση –και αυτό ισχύει, ως ένα βαθμό, και για τις πιο κλασικές νευρώσεις, και ακόμη πιο πολύ για τις οριακές καταστάσεις– είναι τόσο επανάληψη όσο και δημιουργία, και ότι η δημιουργία αυτή είναι, βασικά και κατ’ ουσίαν, δημιουργία όχι μιας μονάδας, αλλά μιας δυάδας.
Το θεραπευτικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η ψυχανάλυση για την ψυχιατρική, πέρα από τον κατάλογο των ενδείξεων και αντενδείξεων, έγκειται λοιπόν πάνω απ’ όλα στο ότι υπογραμμίζει αυτή τη θεμελιώδη ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος, σύμφωνα με την οποία οι εκδηλώσεις του, οι διακινήσεις του, το μεγαλείο και οι ξεπεσμοί του δεν αποτελούν αυτοφυή φαινόμενα, αλλά δημιουργίες δυάδας: ο εγκέφαλος δεν εκκρίνει τη σκέψη όπως το πάγκρεας την ινσουλίνη! Πράγμα που σημαίνει, εκτός των άλλων, ότι από τη φύση τους, όλα αυτά απευθύνονται σε κάποιον – και κατά συνέπεια μπορούν, επίσης δυνητικά, να τροποποιηθούν στο βαθμό που αυτό που απευθύνουν βρίσκει παραλήπτη. «Έχω θεραπευτική δράση ως ψυχίατρος» σημαίνει, από την πλευρά της ψυχανάλυσης, ότι δέχομαι να γίνω συνέταιρος μιας ψυχικής διεργασίας – αυτό είναι το γενικότερο νόημα, και το πιο καίριο για την ιδιοτυπία της ψυχιατρικής δουλειάς, της έννοιας της μεταβίβασης. Και σ’ αυτό έγκειται και η ουσία της θεραπευτικής, δηλαδή αυστηρά ιατρικής ιδιότητας του ψυχιάτρου: χρησιμοποιώ τον ψυχισμό μου σαν εργαλείο που δρομολογεί μία διαδικασία αλλαγής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλα τα άλλα είναι υπόθεση «τεχνικής», δηλαδή «πλαισίου» και «κανόνων». Όλα αυτά είναι χρήσιμα βεβαίως, αλλά δεν είναι αναγκαίο όλοι οι νέοι ψυχίατροι να γίνουν ψυχαναλυτές, δηλαδή επαγγελματίες της χρησιμοποίησης αυτού του συγκεκριμένου εργαλείου υπό την σχετικά ακριβή και κωδικοποιημένη έννοια μιας θεραπευτικής τεχνικής (η οποία, όσο την αφορά, έχει πράγματι «ενδείξεις» και «αντενδείξεις»). Και είναι ακόμη λιγότερο χρήσιμο, αν όχι επιζήμιο, να εισάγουν στην ψυχιατρική τους πρακτική τους κώδικες και τους κανόνες της ψυχαναλυτικής αγωγής ενώ δεν είναι ψυχαναλυτές (για παράδειγμα, δεν είναι «πλαίσιο», υπό την ψυχαναλυτική έννοια, ο σεβασμός των ωραρίων στα ραντεβού με τους ασθενείς: είναι ένας καλός, αν και σχετικός, κανόνας σε κάθε σχέση παροχής υπηρεσιών και πελάτη).
Αυτό που η ψυχανάλυση έχει να προσφέρει στους νέους ψυχιάτρους σε θεραπευτικό επίπεδο είναι ασφαλώς κάτι άλλο, έξω από μία επιπλέον τεχνική και, βέβαια, κάτι άλλο έξω από μία πρόσκληση να αλλάξουν επάγγελμα. Τους προσκομίζει, αντίθετα, τη μόνη δυνατότητα να συλλάβουν σε όλη της την πληρότητα τη θεραπευτική τους αποστολή ως ψυχιάτρων: έναν τρόπο να θέτει κανείς στη διάθεση ενός ψυχικού οργάνου τελματωμένου, του ψυχικού οργάνου του ασθενούς, το δικό μας ψυχικό όργανο σκέψης και αίσθησης.
Η κλινική οπτική γωνία
Αφού, για να μιλήσουμε για μεταβίβαση, διαλέξαμε το σχετικά άτυπο παράδειγμα της σχιζοφρένειας, θα ήταν λογικό να διαλέξουμε το παράδειγμα των νευρώσεων, για να μιλήσουμε για κλινική.
Είναι γεγονός ότι, εδώ και μερικά χρόνια, η κλινική των νευρώσεων προσελκύει ξανά το ενδιαφέρον της έρευνας στη σύγχρονη ψυχιατρική. Πριν από είκοσι χρόνια παρατηρήσαμε όλοι, όπως παρατηρεί κανείς κάτι το αξιοπερίεργο, την εξαφάνιση της υστερίας από τα διεθνή συστήματα ταξινόμησης. Αυτό που ίσως προσέξαμε κάποως λιγότερο, ήταν ότι αυτή η αλλαγή ονομασίας συνοδευόταν από ένα είδος διαμελισμού των παραδοσιακών κλινικών εικόνων, που βρίσκει το πραγματικό του νόημα σε μία από τις πιο βασικές τάσεις της σύγχρονης κλινικής έρευνας: την τάση να ξαναδιατυπωθεί η κλινική με όρους διαστάσεων (και, κατ’ επέκταση, συννοσηρότητας).
Ό,τι αποτελούσε παλαιότερα τα λίγο ως πολύ σταθερά σύνολα των κλινικών οντοτήτων, που την σχετική τους συνοχή εγγυόταν μια κοινή ομάδα προβληματισμών, εμφανίζεται στο εξής –σε επίπεδο έρευνας– κερματισμένο σε μια σειρά κλινικών «διαστάσεων»:
Με την υποκείμενη ιδέα ότι αυτή η επαναδιατύπωση θα μπορέσει ίσως να μας οδηγήσει ευκολότερα στη νευροφυσιολογική ή νευροχημική τους παθογένεια.
Στο πρώτο μέρος του παρόντος κειμένου είδαμε ότι η ψυχανάλυση θέτει σε επερώτηση, στο θεραπευτικό διάβημα της σύγχρονης ψυχιατρικής, την παράλειψη ενός θεμελιώδους δεδομένου της συγκρότησης του ανθρώπινου ψυχισμού: τη γένεση και διάπλασή του με αφετηρία έναν άλλο ψυχισμό. Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος, που αφορά τη σύγχρονη έρευνα στην κλινική ψυχιατρική, αναρωτιέται κανείς εάν θα πρέπει να εγκαλέσουμε την ψυχανάλυση ή το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων επιστημών της φύσης. Διότι, την εποχή της κβαντικής φυσικής, των θεωριών των πιθανοτήτων και του χάους, της επιστήμης της πολυπλοκότητας, δεν μένει ίσως παρά η ψυχιατρική έρευνα να φαντάζεται –σύμφωνα με μια διατύπωση του René Angelergues– ότι η άριστη γνώση του υδρογόνου, συνδυασμένη με μια άριστη γνώση του οξυγόνου, μπορεί να μας μάθει κάτι το καίριο για τις ποικίλες ιδιότητες και χρήσεις του νερού…
Από την άποψη αυτή, η συμβολή της ψυχανάλυσης στην εκπαίδευση των νέων ψυχιάτρων εισάγει, όσον αφορά την κλινική, σε μια επιστημολογική σκέψη που θα μπορούσε να συσχετισθεί με τις συμβολές των άλλων επιστημών της φύσης και η οποία θα μπορούσε να συνοψισθεί σε μία φράση: να μάθουμε να σκεφτόμαστε την πολυπλοκότητα. Διότι η πολυπλοκότητα δεν είναι το άθροισμα ενός αριθμού απλούστερων στοιχείων, αλλά ένα καινούργιο σύνολο, με ιδιότητες που δεν μπορούν να αναχθούν και να συρρικνωθούν στις ιδιότητες των συνιστωσών του και η μελέτη του οποίου απαιτεί εργαλεία αντάξια του βαθμού πυκνότητας που την χαρακτηρίζει.
Κουβέντες υπερβολικά θεωρητικές, θα μπορούσε να πει κανείς. Ας τις δούμε λοιπόν στην πράξη. Μια κοπέλα δεκαεπτά ετών, από μια οικογένεια χωρίς ιδιαίτερα εμφανή προβλήματα, καλή μαθήτρια, χωρίζει με τον φίλο της, συμμαθητή της στο ίδιο λύκειο, κι από εκείνη τη στιγμή πέφτει σε κατάσταση αδιαφορίας για τα μαθήματα και απάθειας απέναντι στην ανησυχία των γονιών της.
Μιας και υποθέτουμε ότι είναι λυπημένη, της δίνουμε ένα αντικαταθλιπτικό και αφού μοιάζει να παρουσιάζει ψυχοκινητική αναστολή, διαλέγουμε έναν ειδικό αναστολέα της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης.
Λίγες μέρες αργότερα αρχίζει να παρουσιάζει ανησυχία και κάποια διέγερση: κάνει πολλές παρορμητικές απόπειρες επιφανειακής φλεβοτομίας, λέει ότι θα ριχτεί στο δρόμο να την πατήσει αυτοκίνητο.
Προσθέτουμε λοιπόν ένα βενζοδιαζεπινικό ηρεμιστικό και, καθώς η κατάσταση δεν μοιάζει να καλυτερεύει και η οικογενειακή ανησυχία αυξάνει, βάζουμε και μερικές σταγόνες ενός νευροληπτικού που θεωρείται αποτελεσματικό κατά της παρορμητικότητας.
Αμέσως η παρορμητικότητα υποχωρεί, αλλά η ασθενής, εντελώς απαθής πλέον, μοιάζει να βρίσκεται μονίμως στα πρόθυρα λιποθυμίας.
Διακόπτουμε λοιπόν όλα τα φάρμακα και ξεκινάμε αγωγή με ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. Το άγχος υποχωρεί σε σύντομο διάστημα, το θυμικό βελτιώνεται θεαματικά, αλλά η ασθενής αρχίζει να παρουσιάζει κρίσεις βουλιμίας ή θεωρούμενες σαν τέτοιες.
Κατευθύνεται λοιπόν προς μια ειδική συμβουλευτική μονάδα για διαταραχές των συμπεριφορών διατροφής.
Το ιστορικό δεν μας λέει εάν σκέφτηκε κανείς να δοκιμάσει και λίγο λίθιο. Ωστόσο, και για την πληρότητα της θεραπευτικής αντιμετώπισης, είχε σταλεί ήδη από την αρχή της αγωγής σε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία όπου, μετά από πέντε συνεδρίες, έμαθε ότι τσακώθηκε με τον φίλο της όπως η μητέρα της τσακώνεται συχνά με τον πατέρα της (τότε ήταν που άρχισε να κάνει τις απόπειρες φλεβοτομίας).
Τι μας διδάσκει αυτό το σύντομο ιστορικό σε μια χώρα με αρκετά πλούσιες θεραπευτικές δυνατότητες και παροχές; Πρώτα απ’ όλα, ότι η αγωγή των διαφόρων «διαστάσεων» της παθολογίας της νεαρής ασθενούς υπήρξε κάθε άλλο παρά αναποτελεσματική: η ψυχοκινητική αναστολή και η επιβράδυνση απάντησαν θετικά στο σεροτονινεργικό: παρουσίασε διέγερση. Η διέγερση υποχώρησε με το νευροληπτικό: η ασθενής έπεσε σε απάθεια. Και το θυμικό βελτιώθηκε με το τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό: άσχετα αν η ασθενής ξαναβρήκε την όρεξη για ζωή υπό τη λυπηρή μορφή βουλιμίας.
Το πρόβλημα είναι ότι, είναι μεν πάντα δυνατόν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να βελτιώσουμε μία ψυχοκινητική αναστολή, αλλά αντίθετα δεν είναι δυνατόν να μην αναρωτηθούμε τι θα φοβόταν ή τι θα επιθυμούσε να κάνει το άτομο εάν, ακριβώς, δεν είχε αναστολή. Και είναι μεν δυνατόν να κατευνάσουμε την παρορμητικότητα, αλλά δεν είναι πάντα δυνατόν να επιβάλουμε τη σιωπή στις φαντασιώσεις που την κινητοποιούσαν και οι οποίες θα κατορθώσουν να εκφρασθούν, ακόμη και υπό συνθήκες ευνοϊκής μεταστροφής του θυμικού. Όσο για αυτό το τελευταίο, το θυμικό, η περίπτωσή του είναι η χειρότερη από όλες, όταν το δούμε από κλινικής άποψης: χαρά και λύπη, ευφορία και κατάθλιψη, απέχουν μόλις μερικά χιλιοστόγραμμα αντικαταθλιπτικού, τόσο κοντά όσο κάθε ζεύγος αντιθέτων, σαν για να μας θυμίζουν επίμονα το κοινό τους ενορμητικό υπόβαθρο, τη δυνατότητά τους να εκδηλώνονται η μία ή η άλλη, όπως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η ψυχοπαθολογία μάς προσφέρει ακατάπαυστα το θέαμα των ίδιων της των μεταμορφώσεων: ένας νέος άντρας, ντροπαλός και μοναχικός, αναπτύσσει σχιζοφρένεια μετά από πολλά χρόνια σχετικά ισορροπημένης φοβικής σχέσης με τους άλλους· ένας σχιζοφρενής, γύρω στα σαράντα, ελευθερώνεται πλήρως από τη διάσπαση και τις παρανοειδείς ιδέες της νεότητάς του και στη θέση τους εγκαθιστά σχέσεις γενικευμένης τυραννικότητας με το περιβάλλον του, ή ακόμη αναπτύσσει μία μεμονωμένη, περιχαρακωμένη όσο και ακατάβλητες, υποχονδριακές αιτιάσεις· ένας παρανοϊκός, μετά από αγωγή και κυρίως επανειλημμένη επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα των εισαγγελικών εισαγωγών και εγκλεισμών, οργανώνει τη ζωή του σαν τέλειος φοβικός των κοινωνικών επαφών· μία υστερική, μετά από χρόνια δυσθυμίας που αντιστάθηκε ηρωικά σε όλα τα αντικαταθλιπτικά και σε όλα τα θυμορρυθμιστικά, σταθεροποιείται πλήρως και οριστικά, χάρη σε ένα διακριτικό σύμπτωμα εκπτωτικής υφής, για παράδειγμα ένα ελαφρύ, σχεδόν ανομολόγητο, αλλά εντελώς εντοπισμένο ακρωτηριασμό κάποιου τομέα των διανοητικών της ικανοτήτων.
Η ουσία της κλινικής ψυχιατρικής έγκειται σ’ αυτή την κινούμενη ισορροπία των αντιθέτων, σ’ αυτή την διαπλοκή επενδύσεων και αντι-επενδύσεων, καταφάσεων και αρνήσεων, σταθερότητας και μετασχηματισμών που γυρεύουν καινούργιες ισορροπίες. Σ’ αυτό το αντιφατικό τοπίο, η ψυχανάλυση έχει να προσφέρει στο νέο ψυχίατρο αυτό το μάθημα πολυπλοκότητας που ονομάζεται ψυχική οικονομία. Πράγματι, δεν αρκεί να μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει τη συναρμολόγηση των διαφόρων μηχανισμών και συμπτωμάτων, συναρμολόγηση που ανάγεται στην ιστορικότητά τους και στο νόημά τους. Σε τελευταία ανάλυση, τόσο σε επίπεδο ιστορικότητας, όσο και σε επίπεδο νοήματος, είναι δυνατόν να θεωρήσει κανείς την ψυχοπαθολογία υπό μορφή σχετικά ανεξάρτητων, μεταξύ τους, «διαστάσεων». Για παράδειγμα, στον Άνθρωπο με τους Λύκους, ο Freud δείχνει πως η ψυχική ανάλυση μπορεί να φτάσει μέχρι την γένεση ψυχικών συνιστωσών, ανεξάρτητων της μίας από την άλλη (η αρχέγονη σκηνή, το ζεύγος ενεργητικότητα-παθητικότητα, ο πρωκτικός ερωτισμός), που η καθεμιά τους δημιουργεί τις δικές της συνειρμικές αλυσίδες, η διασταύρωση των οποίων θα παράγει τα διάφορα συμπτώματα. Αλλά, για να συλλάβουμε εκείνες τις ιδιαίτερες διεργασίες της ψυχικής ζωής ενός ατόμου που κάποια στιγμή θα πάρουν παροδική ή πιο μόνιμη μορφή ψυχικής παθολογίας (για να συλλάβουμε το γιατί και το πώς αρρωσταίνει κανείς), είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι οι ισορροπίες που θα συγκροτήσουν αυτά τα διαφορετικά ρεύματα είναι ισορροπίες κινούμενες, που ποικίλλουν ανάλογα με τη στιγμή, ανάλογα με το διαρκώς ανανεούμενο ψυχικό έργο που παράγουν με τα διάφορα αντικείμενά τους, ανάλογα με τις συντυχίες της ζωής και τις συναντήσεις με τον Άλλο.
Έτσι, η κλινική εισφορά της ψυχανάλυσης στην ψυχιατρική καταλήγει, έμμεσα ή άμεσα, σε ένα μεγάλο αριθμό ερωτημάτων, που είναι κομβικά για την ψυχοπαθολογία: πώς εκλύεται μία ψύχωση, και γενικότερα μια ψυχιατρική παθολογία; Μέσα από ποιες οδούς μερικές παθολογίες θα γνωρίσουν ευνοϊκή εξέλιξη, ενώ άλλες, κλινικά παρόμοιες με τις προηγούμενες, εγκλωβίζονται σ’ αυτό που ονομάζουμε σήμερα «αντίσταση»; Τι επικαθορίζει τις μεταμορφώσεις των παθολογιών, τις εναλλαγές ανάμεσα σε διάφορα συμπτώματα ή καταστάσεις; Και τέλος –αλλά ο κατάλογος είναι κάθε άλλο παρά πλήρης– ποια η σχέση ανάμεσα στα θεραπευτικά αποτελέσματα των ποικίλων αγωγών μας (συμπεριλαμβανομένων και των φαρμάκων) και τις λεγόμενες παρενέργειές τους (ιδιαίτερα τις ψυχικές, όπως το έδειξε η σύντομη κλινική ιστορία που παρουσιάσαμε, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, και τις σωματικές);
Η Θεωρητική οπτική γωνία
Περιλαμβάνει θεωρητική διάσταση η σύγχρονη ψυχιατρική; Μέσα σε μία επιστημονική ατμόσφαιρα που υπογραμμίζει, σε κάθε ευκαιρία, ότι ο κλάδος μας πρέπει να αντιμετωπίζεται με πνεύμα « αθεωρητικό », οι νέοι ψυχίατροι έχουν κάθε λόγο να αμφιβάλουν.
Πρόκειται βέβαια για πλάνη. Δεν υπάρχει επιστημονική δραστηριότητα που να μην βασίζεται, με τρόπο ρητό ή άρρητο, πάνω σε κάποια θεωρία· και όταν κάποια επιστημονική δραστηριότητα διαβεβαιώνει ότι μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς θεωρία (ή κάνει ότι μπορεί), αναγκαστικά θα καταλήξει να βασίζεται, όχι σε κάποια θεωρία που επεξεργάστηκε αυτή η ίδια αλλά, πολύ χειρότερα, σε κάποια ιδεολογία.
Υπ’ αυτή την έννοια η ψυχιατρική γνώρισε, και γνωρίζει ακόμη, ένα μεγάλο αριθμό θεωριών, λιγότερο ή περισσότερο αναμεμειγμένων με ιδεολογίες, δηλαδή με κάτι το εξωτερικό σε σχέση με το πεδίο της ψυχιατρικής, και μάλιστα της ιατρικής, το οποίο επικαθορίζεται από την εξέλιξη των κοινωνιών μας και την ιστορία των ιδεών που την συνοδεύουν.
Οι ψυχιατρικές δραστηριότητες διαθέτουν λοιπόν, εξ ορισμού, άλλοτε εκουσίως και συνειδητά, άλλοτε χωρίς να το ξέρουν, κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο. Δεδομένου ότι αυτά τα θεωρητικά υποβάθρα μπορούν να είναι ποικίλα και αποκλίνοντα, είναι δυνατόν να τα αναγάγουμε σε ένα περιορισμένο αριθμό αντικειμένων;
Με άλλα λόγια: είναι δυνατόν οι διάφορες θεωρίες που διατρέχουν την ψυχιατρική, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι μεν από τις δε, να παραπέμπουν, σε τελευταία ανάλυση, στην ίδια μόνη ερώτηση, στο ίδιο μόνο αντικείμενο;
Ας διακινδυνεύσουμε μία υπόθεση η οποία, δεδομένης της αδυναμίας να επιχειρηματολογήσουμε επ’ αυτής διεξοδικά στο παρόν κείμενο, δεν μπορεί παρά να πάρει μορφή αξιώματος: όλες οι ψυχιατρικές θεωρίες, χωρίς εξαίρεση, επεξεργάζονται, έμμεσα ή άμεσα, το ίδιο αντικείμενο: τη σχέση σώματος και ψυχής. Και, από αυτή την άποψη, συνεχίζουν να ταξινομούνται, όπως εδώ και δυο αιώνες, και παρά τα φαινόμενα, με βάση την ίδια θεμελιώδη διχοτομία ανάμεσα σε «ψυχογένεση» και «οργανογένεση».
Ποιους δρόμους παίρνει, και πώς εκφράζεται, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο αυτές θεωρητικές τάσεις της ψυχιατρικής; Ας εξετάσουμε πιο προσεκτικά τα πιο πρόσφατα μοντέλα.
Εάν ένα μοντέλο τόσο επεξεργασμένο και κομψό όσο το μοντέλο της γνωσιακής ψυχολογίας (cognitivism), για παράδειγμα, ταξινομείται ίσως σε τελευταία ανάλυση προς την μεριά μιας μορφής « ψυχογένεσης », είναι διότι, αν και διακηρύσσει την πεποίθησή του για την ύπαρξη βιολογικού υποστρώματος, οι εννοιολογικές κατηγορίες που κατασκευάζει και χρησιμοποιεί για να θέσει σε λειτουργία τα ερευνητικά ή θεραπευτικά μοντέλα του δεν απαιτούν βιολογική στήριξη: καμιά από αυτές τις εννοιολογικές κατηγορίες δεν αντανακλά την παρουσία του βιολογικού μέσα στο ψυχικό.
Δεν είναι της παρούσης συζητήσεως το να εξετάσουμε το γιατί· αρκεί να πούμε ότι πρόκειται ίσως για τα εγγενή όρια κάθε « ανατομο-κλινικής » αντίληψης για το αντικείμενο της ψυχιατρικής: οι αντιλήψεις αυτές υπακούουν σε ένα μοντέλο « αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας » (ένας συγκεκριμένος ψυχο-γνωστικός μηχανισμός πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο εγκεφαλικό μηχανισμό, όπως και πριν από έναν αιώνα και περισσότερο, μια συγκεκριμένη αφασία αντιστοιχούσε σε μια συγκεκριμένη εγκεφαλική περιοχή), και όχι σε ένα μοντέλο « απαρτίωσης » και « ενσωμάτωσης » (μία ή ορισμένες συγκεκριμένες ψυχο-γνωσιακές εννοιολογικές κατηγορίες είναι επιφορτισμένες να αντανακλούν την βιολογική επίδραση, να λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο σαν « εκπρόσωποι » της βιολογίας στο χώρο των μοντέλων της ψυχικής λειτουργίας που κατασκευάζει η συγκεκριμένη θεωρία).
Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να κάνουμε την ίδια παρατήρηση για τις θεωρίες των συστημάτων και κατ’ επέκταση για κάθε μοντέλο κοινωνιολογικής ή φαινομενολογικής εμπνεύσεως στην ψυχιατρική. Διότι αυτό που μετράει δεν είναι η δεδηλωμένη πεποίθηση των ερευνητών (το να δηλώνουν θιασώτες της οργανογένεσης ή της ψυχογένεσης δεν έχει σχέση με την επιστήμη τους, αλλά με την ιδεολογία τους), αλλά το εάν μεταφράζουν ή όχι την πεποίθηση αυτή σε εννοιολογικές κατηγορίες, λειτουργικά ενσωματωμένες στα μοντέλα τους, στις θεωρίες τους, στις υποθέσεις εργασίας τους. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι, κατά κάποιο τρόπο, η ψυχανάλυση παραμένει και αυτή στο επίπεδο της ψυχογένεσης, κάθε φορά που τα μοντέλα της ξεχνούν την οικονομική και ενορμητική υπόθεση ή κάθε φορά που τείνουν να αντικαταστήσουν την ενδοψυχική οπτική γωνία από την διαψυχική.
Υπάρχει ωστόσο, εδώ και μισό αιώνα, μια μοναδική ευκαιρία να θέσουμε πραγματικά σε δοκιμασία ορισμένες υποθέσεις σχετικές με την βιολογική φύση της ψυχικής ζωής· την ευκαιρία αυτή αντιπροσωπεύουν τα ψυχοφάρμακα. Θεωρούμε συχνά ότι είναι η αποδεικτική βάση της « οργανογένεσης », λες και τώρα ανακαλύπτουμε αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν από αρχαιοτάτων χρόνων, δηλαδή ότι υπάρχουν ψυχοτρόπες ουσίες (π.χ. το κρασί) που μπορούν να τροποποιήσουν τις σκέψεις και το θυμικό μας. Και θεωρώντας τα κάτω από αυτή την οπτική γωνία, χάνουμε άλλη μια ευκαιρία να συγκροτήσουμε εννοιολογικές κατηγορίες της ψυχικής λειτουργίας που να λαμβάνουν υπόψη την βιολογία της.
Από την άποψη αυτή –άποψη λοιπόν κυρίως θεωρητική, καθότι συναφής με την ακρογωνιαίο λίθο κάθε ψυχιατρικής θεωρίας– η ψυχανάλυση έχει κάτι να προσφέρει στους νέους ψυχιάτρους: εκείνα τα εννοιολογικά εργαλεία (αρχή ηδονής-δυσαρέσκειας, διέγερση, ενόρμηση, επένδυση, ταύτιση, συναίσθημα, σύνδεση-αποσύνδεση…) που επινόησε ο Freud ακριβώς επειδή, από τη μεριά του, δεν μελετούσε μονάχα το νόημα των ανθρώπινων ψυχικών φαινομένων, αλλά είχε και την φιλοδοξία να διεισδύσει στην οικονομία τους, έχοντας τη βαθιά πεποίθηση της βιολογικής τους φύσης, και θεωρώντας ότι η ανάπτυξη μιας πραγματικής θεωρίας του ανθρώπινου ψυχισμού απαιτούσε την επινόηση και χρησιμοποίησή τους.
Ένα μόνο παράδειγμα. Η εννοιολογική κατηγορία του ασυνείδητου πιθανότατα δεν είναι η πιο κατάλληλη για την εμβάθυνση της βιολογικής φύσης του ανθρώπινου ψυχισμού. Αλλά υπάρχει ένα στοιχείο στην φροϋδική αντίληψη του ασυνείδητου και στην αντίθεσή της με την συνείδηση, που θα μπορούσε να αποδειχθεί μεγάλου ενδιαφέροντος για την βιολογική σκέψη: η ιδέα ότι, ενώ συναισθήματα και παραστάσεις εμφανίζονται σαν ζεύγος σε επίπεδο συνείδησης (μία ιδέα ή παράσταση συνδυάζεται με ορισμένες συναισθηματικές διακινήσεις που, σε τελευταία ανάλυση, καταλαμβάνουν κάποια θέση στον άξονα ηδονή-δυσαρέσκεια), η απώθηση τα διαχωρίζει. Οι παραστάσεις απωθούνται και κατά συνέπεια εντάσσονται στο ασυνείδητο. Αντίθετα, τα συναισθήματα είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν δρόμο διαφορετικό.
Ως νευροφυσιολόγος που είχε υπάρξει, ο Freud δεν φανταζόταν ότι είναι δυνατόν να δεχθούμε, αυστηρά μιλώντας, την έννοια του « ασυνείδητου συναισθήματος »: το βασικό χαρακτηριστικό των συναισθημάτων, αισθημάτων, συγκινήσεων, κ.τ.λ. είναι ότι είναι « συνειδητά »· είναι κατά την αντίληψή του τα στοιχεία εκείνα της ψυχικής ζωής που άπτονται του σωματικού πεδίου, υπό την έννοια ότι ανήκουν, εξ ορισμού, στον χώρο της εμπειρίας, στον χώρο του αισθητού.
Τα συναισθήματα λοιπόν θα παραμείνουν στο χώρο της συνείδησης και, κατά συνέπεια, θα αναζητήσουν άλλες παραστάσεις για να συνδεθούν μαζί τους, υποκείμενα ενδεχομένως σε ορισμένους μετασχηματισμούς: ο Freud θα μιλήσει πρώτα για τη μεταμόρφωσή τους σε άγχος (το μοντέλο της πρώτης θεωρίας του άγχους), στη συνέχεια θα προσθέσει ως άλλο πιθανό « πεπρωμένο » των συναισθημάτων την καταστολή τους, ύστερα από απώθηση των παραστάσεων που τα εκπροσωπούσαν, και τέλος θα αναφερθεί στην μεταστροφή του συναισθήματος στο αντίθετό του: η αίσθηση απόλαυσης που συνόδευε μία παράσταση γίνεται, μετά την απώθηση αυτής της τελευταίας, δυσαρέσκεια. Ο Freud προσεγγίζει λοιπόν την εμφάνιση των συναισθημάτων υπό μορφή ζευγών αντιθέτων, το αρχέτυπο των οποίων είναι η βασική αντίθεση ηδονή – δυσαρέσκεια. Και εκεί, στο περιθώριο της κεντρικής του επιχειρηματολογίας στη Μεταψυχολογία, προσθέτει εν παρόδω την εξής σκέψη: « Η συναισθηματική ζωή του ανθρώπου είναι γενικά γεμάτη από τέτοιου είδους ζευγάρια αντιθέτων. Και θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι, εάν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ίσως ούτε απώθηση, ούτε νευρώσεις ».
Αυτά όσον αφορά την ψυχαναλυτική θεωρία. Ποιες όμως είναι οι συνέπειες της θεωρητικοποίησης αυτής για την ανάπτυξη μιας βιολογικής σκέψης επί των παθολογικών καταστάσεων; Οι συνέπειες αυτές μπορούν να γίνουν αντιληπτές κατά τρόπο πολύ απλό: ο χαρακτηρισμός των συναισθημάτων (ηδονή, δυσαρέσκεια, πόνος, χαρά, θλίψη, ανία…) δεν είναι ούτε σύγχρονος, ούτε καν συναρτημένος με την εμφάνισή τους. Κάτι συμβαίνει στον χώρο της εμπειρίας, του αισθητού· αυτό το « κάτι » θα γνωρίσει ποικίλες εξελίξεις και « πεπρωμένα », θα χαρακτηριστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (ευχάριστο, δυσάρεστο, κ.τ.λ.), και μάλιστα οι χαρακτηρισμοί αυτοί, ως τέτοιοι, μπορούν να είναι αντιφατικοί μεταξύ τους κατά την χρονική τους διαδοχή. Αυτοί καθαυτοί οι χαρακτηρισμοί εμπεριέχουν όλο το δυναμικό του πλούτου και της λεπτοτεχνίας του ανθρώπινου ψυχισμού, συμπεριλαμβανομένης και της παθολογίας του (« χωρίς ζεύγη αντιθέτων, ούτε απώθηση, ούτε νευρώσεις »). Όμως, όσον αφορά την βιολογική συνιστώσα της ψυχικής δραστηριότητας, τα « ζεύγη αντιθέτων » που συνιστούν οι χαρακτηρισμοί –η μεγάλη ποικιλία χαρακτηρισμών μιας και της αυτής σωματικής εμπειρίας– λίγο ενδιαφέρει: αυτό που από βιολογικής άποψης έχει σημασία είναι η σωματική εμπειρία, το « γεγονός », στο χώρο του αισθητού, που συσχετίζεται με την εμφάνισή τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Freud επέμενε μέχρι το τέλος του έργου του στην σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, συμπεριλαμβανομένης και μιας « βιολογίζουσας » εκδοχής της, ως γενικό πρότυπο των σωματικών εμπειριών που ο ψυχισμός καλείται να « χαρακτηρίσει » σε συνάρτηση με την μεταβλητή ηδονή-δυσαρέσκεια.
Συμβαίνει λοιπόν να έχουμε στη διάθεσή μας χημικές ουσίες που εισχωρούν στις διαδικασίες αυτών των « σωματικών γεγονότων » και ιδιαίτερα στις διαδικασίες με τις οποίες χαρακτηρίζονται: πρόκειται για τα ψυχοφάρμακα. Το ανατομο-κλινικό μοντέλο δείχνει, και εδώ, τις επιβλαβείς του επιπτώσεις στη θεωρητική μας σκέψη: με μία λογική καθαρά ταυτολογική, ονομάζουμε « αντικαταθλιπτικά » τα φάρμακα που δρουν στις καταθλίψεις, « αντιψυχωσικά » τα φάρμακα που δρουν στις ψυχώσεις και « αγχολυτικά » αυτά που μειώνουν το άγχος. Αντίθετα, εάν δεχθούμε να σκεφτούμε με αφετηρία τα όσα η φροϋδική μεταψυχολογία μάς μαθαίνει για τον ανθρώπινο ψυχισμό, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε το εξής: από την άποψη της βασικής έρευνας, μια καταθλιπτική διαταραχή, για παράδειγμα, δεν είναι, ίσως, παρά η λίγο ως πολύ συγκυριακή συνάντηση μιας σειράς « σωματικών γεγονότων », αισθήσεων, με μια σειρά παραστάσεων (ένα συγκεκριμένο σύνολο ιδεών, κ.τ.λ.)· αλλά, βιολογικά μιλώντας, αυτά τα ίδια σωματικά γεγονότα θα μπορούσαν να υπάρχουν ανεξάρτητα από τις παραστάσεις που τα χαρακτηρίζουν σε μία δεδομένη στιγμή –και σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα είχαμε « καταθλιπτική διαταραχή ». Ίσως λοιπόν αυτό ακριβώς είναι που κάνουν τα αντικαταθλιπτικά: παρεισφρέουν στις διαδικασίες σύνδεσης αισθήσεων και παραστάσεων για να αποσπάσουν μερικά σωματικά γεγονότα από τις παραστάσεις τους, επιτρέποντάς τους έτσι να συνδεθούν, ενδεχομένως, με άλλες. Ο καταθλιπτικός που με τα ψυχοφάρμακα γίνεται καλά ή που περνά από την μελαγχολική κατάθλιψη στην μανιακή ευφορία σε λίγες μέρες, δεν αλλάζει ζωή (βιο-λογία): αλλάζει τις σκέψεις του για τη ζωή του.
Πώς να θεωρητικοποιήσει κανείς αυτή την αλλαγή προοπτικής, αυτή την μεταβολή οπτικής γωνίας; Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε ικανοποιητικά σ’ αυτό το ερώτημα, μπορούμε ίσως να διαβλέψουμε το τεράστιο δυναμικό θεωρητικών υποθέσεων, πειραματικών μοντέλων και ερευνών που θα μπορούσε να αντλήσει κανείς από την χρήση των ψυχοφαρμάκων, υπό τον όρο να τα σκεφτεί σχετικά ανεξάρτητα από τις παθολογίες που τους αντιστοιχούν· να τα σκεφτεί δηλαδή με όρους αυθεντικά βιολογικούς. Η ψυχανάλυση είναι ίσως και αυτό: ένας τρόπος να σκεφτεί κανείς το βιολογικό· μ’ άλλα λόγια, ένας τρόπος να κατασκευάσει εννοιολογικές κατηγορίες, με αφετηρία τις οποίες είναι δυνατή η ανάπτυξη μιας ειδικής βιολογικής προσέγγισης του ανθρώπινου ψυχισμού.
Όταν συζητάμε την συμβολή της ψυχανάλυσης στην διάπλαση των νέων ψυχιάτρων, είναι καλό να αποφύγουμε δύο σκοπέλους.
Ο πρώτος είναι να θεωρήσουμε την ψυχανάλυση ως οικουμενικό θεραπευτικό εργαλείο (ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, ως μέτρο, τον γενικό κανόνα κάθε ψυχιατρικού θεραπευτικού εργαλείου στην ψυχιατρική).
Ο δεύτερος είναι να καταχωρήσουμε την ψυχανάλυση δίπλα στις υπόλοιπες θεραπευτικές μεθόδους που συνθέτουν το θεραπευτικό «οπλοστάσιο» της ψυχιατρικής.
Το να τους αποφύγουμε, σημαίνει να θεωρήσουμε ότι η ψυχανάλυση προσφέρει στο νέο ψυχίατρο έναν τρόπο για να σκεφτεί τον ανθρώπινο ψυχισμό. Όχι τον τρόπο για να σκεφτεί τον άρρωστο ψυχισμό· υπάρχουν κι άλλοι. Ούτε τον τρόπο για να σκεφτεί το ανθρώπινο ον γενικά· κι εκεί επίσης, υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Αλλά ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο για να σκεφτεί τον ανθρώπινο ψυχισμό, που έχει την ιδιομορφία να συντηρεί ένα διαρκές πήγαινε-έλα ανάμεσα στο βιολογικό και το ψυχικό, το φυσιολογικό και το παθολογικό, τον ενεστώτα χρόνο και τον παρελθόντα, παιδικό χρόνο.
Και σ’ αυτό έγκειται ίσως εκείνο που καθιστά την ψυχανάλυση απαραίτητη, όχι για την ανθρώπινη κοινωνία γενικά ή την φιλοσοφία ή τις επιστήμες του ανθρώπου, αλλά πολύ συγκεκριμένα για εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία επαγγελματιών οι οποίοι, ως γιατροί, τάσσονται να αντιμετωπίσουν τον ανθρώπινο ψυχισμό και τις παθολογίες του.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.