Γιάννης Πάγκαλος
Εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ της Συγκριτικής Γραμματολογίας
της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ.

σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]

Μία διακειμενική σχέση με (ψυχ)ιατρικές προεκτάσεις: η Κλάρα ως αντανάκλαση της Μινιόν (Goethe) στο διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)

Χωρίς αμφιβολία το διήγημα «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» είναι το «γερμανικότερο» του Βιζυηνού. Ένα πυκνό δίχτυ αναφορών από τη Γερμανική Γραμματεία, αλλά και τη μυθολογία και την παράδοση, συνέχει την αφήγηση και αποτελεί πρόκληση προς τον μελετητή της Γερμανικής φιλολογίας να εξιχνιάσει την προέλευσή τους καθώς και τη λειτουργία τους μέσα στο κείμενο.¹* Ταυτόχρονα το διήγημα είναι το «ψυχιατρικότερο» του συγγραφέα, καθώς ένα μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο φρενοκομείο της Γοτίγγης, ενώ παράλληλα με την ύπαρξη μορφών όπως της παράφρονος Κλάρας και του νευρικά ασταθούς Πασχάλη θεματοποιούνται και ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στον ορισμό, τις αιτίες και τη θεραπεία της ψυχασθένειας. Από τις πρώτες κιόλας αράδες του διηγήματος μαθαίνουμε την επίσκεψη του αφηγητή στον «ιατρόν» του, τον «αυλοσύμβουλον Herr H***», τον «ομηρομαθέστατον» και «διασημότατον των εν Γερμανία παθολόγων», που ήταν «περίφημος ως συγγραφεύς της γνωστής Φυσιολογικής Παθολογίας των Νεύρων, περί την σπουδήν των οποίων είχεν αφιερώσει όλον αυτού τον βίον». Τον είχε ήδη επισκεφτεί κατά το παρελθόν, «με εν συστατικόν του αειμνήστου διδασκάλου [του] H. Lotze», και από τότε γνώριζε τις αντιλήψεις του για τα ψυχικά νοσήματα και είχε δεχτεί τις προτροπές του να παρακολουθήσει «όχι μόνον το εν τω Πανεπιστημίω μάθημά [του], αλλά και τας ψυχιατρικάς παραδόσεις και ασκήσεις [του] εν τω φρενοκομείω», όπου θα είχε την ευκαιρία να σκεφτεί «επί πολλών, πολλών ψυχολογικών ζητημάτων».²

Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσω να συνδυάσω τις δύο προαναφερθείσες οπτικές εστιάζοντας την προσοχή μου σε μια διακειμενική σχέση που μέχρι τώρα δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την κριτική: πρόκειται για την «εκλεκτική συγγένεια» της Κλάρας με τη φιγούρα της Μινιόν από Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ του Goethe, μυθιστόρημα γραμμένο περίπου έναν αιώνα πριν (1795/96) από το διήγημα του Βιζυηνού.³

Πέραν του προφανούς φιλολογικού ενδιαφέροντος, η διακειμενική αυτή σχέση διαθέτει κι ενδιαφέρουσες (ψυχ)ιατρικές συνέπειες. Εκ προοιμίου μόνο ν’ αναφέρω εδώ ότι το ελληνικό κείμενο μας δίνει ένα ισχυρό σήμα για την περαιτέρω διερεύνηση αυτού του συσχετισμού: είναι το γνωστό «τραγούδι της Μινιόν»⁴ που, μεταξύ άλλων ασμάτων, ερμηνεύει η φρενοβλαβής Κλάρα συνοδεία άρπας στο ονειρικό δωμάτιο του ψυχιατρείου, όπου την επισκέπτονται οι γιατροί μαζί με τον αφηγητή. Ποια είναι όμως η Μινιόν; Ας δούμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά της όπως εμφανίζονται στο μυθιστόρημα του Goethe.

Μορφή ανδρόγυνης εξωτερικά έφηβης η Μινιόν προσκολλάται στον πρωταγωνιστή του έργου, τον Βίλχελμ, από την αρχή της περιπλάνησής του, όταν εκείνος τη σώζει από την κακομεταχείριση του αφεντικού της, τον αρχηγό μιας ομάδας σαλτιμπάγκων. Η εξωτική παρουσία της από την αρχή περιβάλλεται με την αύρα του μυστηρίου καθώς και ως προς την εμφάνιση αλλά και ως προς τη συμπεριφορά αποκλίνει από τη νόρμα: μιλά σπαστά Γερμανικά και δεν έχει ικανότητα στην «έλλογη» έκφραση (δηλαδή τη γραφή και την ομιλία), ενώ στη σωματική και συναισθηματική εξωτερίκευση (ακροβατικά, τραγούδι, χορός, ποίηση) επιδεικνύει αξιοθαύμαστη δεξιότητα. Η προέλευσή της επίσης για πολύ καιρό παραμένει ανεξιχνίαστη και σκοτεινή. Βασικό της γνώρισμα είναι, ωστόσο, η παράφορη ερωτική της επιθυμία προς τον πρωταγωνιστή. Εκείνος επιμένει να τη βλέπει μόνο ως «παιδί του». Η Μινιόν, στο αποκορύφωμα της επιθυμίας της, παρίσταται ως αυτόπτης μάρτυρας στη νυχτερινή επίσκεψη της αντιζήλου της στο δωμάτιο του αγαπημένου, γεγονός που κλονίζει την ήδη εξασθενημένη καρδιά της. Η χαριστική βολή έρχεται λίγο αργότερα, όταν βλέπει τον αγαπημένο της σε εναγκαλισμό με τη Τερέζε, τη μνηστή του. Το σοκ που υφίσταται είναι πολύ ισχυρό, κι έτσι επέρχεται το μοιραίο.

Ο αναγνώστης ήδη θα έχει καταλάβει ότι ο ισχυρότερος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δύο νέες –τη Κλάρα και τη Μινιόν– είναι το πασίγνωστο ρομαντικό μοτίβο του αδιέξοδου έρωτα, ο οποίος οδηγεί στο θάνατο. Και για των δύο την ασθένεια (των νεύρων στην πρώτη περίπτωση, της καρδιάς στη δεύτερη) ενοχοποιούνται ψυχικές καταστάσεις, με ολέθρια ωστόσο σωματικά αποτελέσματα. Η εικονογραφία των δύο γυναικών επίσης εμφανίζει αξιοσημείωτες παραλληλίες: αν και ξανθιά η πρώτη και μελαχρινή η δεύτερη δεν διαφεύγει από τον αναγνώστη η ομοιότητά τους στην περιγραφή, όταν αμφότερες σκηνοθετούνται από τον αφηγητή ως απόκοσμοι άγγελοι με λευκό φόρεμα που άδουν σπαραξικάρδια τραγούδια υπό τη συνοδεία άρπας.⁵ Στη φάση δε της μανίας η «λυσίκομος» Κλάρα θυμίζει την περιγραφή της εξημμένης Μινιόν ως «μαινάδας», όταν μετά την παράσταση του Άμλετ τρέχει γύρω από το τραπέζι «με τα μαλλιά της να πετάνε, το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω και τα μέλη όλα του κορμιού της στον αέρα», κτυπώντας το ντέφι και αναστατώνοντας τους παριστάμενους.⁶ Ως προς τη στάση τους απέναντι στους αγαπημένους οι δύο κόρες επίσης παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά: παρ’ όλη την εντύπωση της εύθραυστης θηλυκότητας που δίνουν κατά τις στιγμές του πόνου και της απελπισίας προσέχοντας το κείμενο θα διαπιστώσουμε ότι είναι διεκδικητικές προς το αντικείμενο του έρωτά τους· αυτές είναι που κάνουν το πρώτο βήμα, ενώ οι άνδρες μέσα στη διστακτικότητα και τις ηθικές αναστολές τους παραμένουν παθητικοί.

Θα μπορούσε κανείς να αναλύσει περαιτέρω αυτές τις ομοιότητες και ενδεχομένως να εντοπίσει και άλλες, αυτό όμως που έχει περισσότερη σημασία είναι οι «συνέπειες» αυτής της διακειμενικής σχέσης.⁷ Τι επιπτώσεις έχει η παρουσία του Wilhelm Meister στην ανάγνωση του διηγήματος του Βιζυηνού; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναφερθούμε πρώτα, έστω επιγραμματικά, στη λειτουργία της Μινιόν στο έργο του Goethe. Παρά την εσφαλμένη εντύπωση που μπορεί να έχει δημιουργηθεί στον ανυποψίαστο αναγνώστη από την έως τώρα παρουσίασή μας, το κείμενο του Goethe δεν είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα. Κάθε άλλο. Πρόκειται για έργο προσανατολισμένο στις αξίες της Bildung –της ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου βάσει της Παιδείας και του Ορθού Λόγου, δηλαδή, και της ένταξής του στην κοινωνία. Η Μινιόν παρουσιάζεται ρητά ως ανεπίδεκτη αυτών των αξιών.⁸ Μαζί με τον αρπιστή –μια εξίσου ενδιαφέρουσα φιγούρα– συγκαταλέγονται από την κριτική στις «σκοτεινές δυνάμεις» του έργου.⁹ Αν πρόκειται απλώς για «αντιπολιτευόμενες» φωνές στη μεταδιαφωτισμική ορθολογική θέσμιση της κοινωνίας του εκπνέοντος 18ου αιώνα ή αν υποδεικνύουν την πλήρη ανατροπή της βασικής τονικότητας του έργου είναι ένα ζήτημα, το οποίο δεν έχει απαντηθεί ακόμη οριστικά. Κατά την άποψή μου ο Goethe αφήνει αυτό το ερώτημα ανοιχτό. Όπως και να έχει ο ρομαντικός κόσμος της Μινιόν αντιμετωπίζεται με τον προσήκοντα σεβασμό. Και είναι απόλυτα συνεπές προς τον κεντρικό άξονα του κειμένου ότι τελικά η μικρή πεθαίνει: όποιος δε μπορεί να προσαρμοστεί στις αρχές της νέας αστικής κοινωνίας που ανατέλλει οδηγείται στην ασθένεια, την τρέλα και το θάνατο.

Ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία της Μινιόν τοποθετείται ως ξένο σώμα στο λογοτεχνικό σύμπαν του έργου, ως ρομαντικό διακείμενο.¹⁰ Το κύριο σήμα με το οποίο ο αφηγητής δημιουργεί στον αναγνώστη μια τέτοια υπόνοια είναι η χαρακτηριστική τυφλότητα του Βίλχελμ απέναντι στα πραγματικά αισθήματα της προστατευόμενής του. Πρόκειται για μια συμπεριφορά δύσκολα αιτιολογήσιμη.¹¹ Πέραν τούτου το κείμενο δημιουργεί αξιοσημείωτες αντιστίξεις ανάμεσα στις δύο κοσμοθεωρήσεις, τη ρομαντική και την ορθολογική. Στα συμφραζόμενά μας ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η κατάσταση της Μινιόν ερμηνεύεται και αναλύεται ενδελεχώς από το γιατρό.¹² Το «ας σπάσει πλέον η καρδιά μου» της μικρής αντιπαρατίθεται στο «σ’ όλα χρειάζεται μέτρο και στόχος» του γιατρού, η κρίση της ασθενούς που δημιουργεί αφόρητο πόνο επιχειρείται να καταστεί κατανοητή μέσω αναδρομής στο ιστορικό της και ανάλυσης των αιτίων που οδήγησαν στην έξαρση της αρρώστιας. Πρόκειται, βέβαια, για «ψυχολογικά» αίτια («ένα κρυφό σαράκι» όπως και κάποιες «απρόσμενες συγκινήσεις») που οδηγούν σε ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία και λιποθυμικές καταστάσεις.¹³ (Έχουν συνέπειες οι παλιές ιστορίες!).¹⁴ Κι ας σημειωθεί ότι ο θεραπευτής αναζητά, αμήχανα, ανάλογα μέσα θεραπείας, μπρος στην αδυναμία του να παρέμβει ουσιαστικά.¹⁵

Ανάλογο χειρισμό ως προς το ρομαντικό διακείμενο παρατηρούμε και στο διήγημα του Βιζυηνού – αν και εδώ ο ρομαντικός λόγος είναι πολύ πιο έντονα παρών και μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ότι αποτελεί το κεντρικό παράδειγμα του κειμένου. Η ηθική ακαμψία του Πασχάλη, η οποία δεν επιτρέπει την ένωσή του με την Κλάρα, είναι υπερβολική ακόμη και για τον αφηγητή του διηγήματος –και βέβαια από τη σκοπιά του σημερινού αναγνώστη εντελώς αναιτιολόγητη.¹⁶ Πρόκειται για απειρία του νεότευκτου πεζογράφου Βιζυηνού και αδυναμία του να διαπλάσει ζωντανούς χαρακτήρες και πειστικές καταστάσεις¹⁷ ή μυστική δίοδος σ’ έναν κόσμο «κειμενικό», συνειδητά κατασκευασμένο; Τα δεδομένα του κειμένου και τα πορίσματα της νεότερης κριτικής¹⁸ οδηγούν στην επιβεβαίωση της δεύτερης υπόθεσης. Ο ρομαντισμός και για το Βιζυηνό είναι πια ξένο σώμα, υπαρκτός μόνο στη σφαίρα της λογοτεχνικής κατασκευής.¹⁹ Ο ιστορούμενος έρωτας πρέπει να είναι ανέφικτος, σύμφωνα με τις επιταγές του ρομαντισμού –όσο πιο απίθανοι οι λόγοι, τόσο το καλύτερο!

Οι αντιστίξεις με τον ορθολογισμό (ο οποίος αυτήν την εποχή στη λογοτεχνία εκφράζεται με τα ρεύματα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού) πάμπολλες και σε διάφορα επίπεδα. Πρόκειται όμως απλά για την καταγραφή μιας αντίθεσης; Ας δούμε ένα παράδειγμα: Η επιστολή του πατέρα της Κλάρας προς τον Πασχάλη εκλαμβάνεται από αυτόν ως αναγγελία του θανάτου της. Ο αφηγητής αμφισβητεί αυτήν την ερμηνεία και ανατέμνοντας φιλολογικά το «περίτεχνον και διλημματικόν» του ύφους προτείνει τη δική του εκδοχή, ότι δηλαδή ο πατέρας προσπαθεί εντέχνως να ματαιώσει την πιθανή εξέλιξη της σχέσης των δύο νέων. Ακολούθως, όμως, η περιγραφή της Κλάρας από τον Πασχάλη όπως την είδε στο όνειρό του, ως άγγελο στους ουρανούς, οδηγεί τον αφηγητή στην ταύτιση της άτυχης νέας του φρενοκομείου με την αγαπημένη του φίλου του. Στο τέλος του διηγήματος, και αφού ο Πασχάλης έχει σκοτωθεί στο ορυχείο, ο καθηγητής του αφηγητή τον πληροφορεί με επιστολή ότι η νέα του φρενοκομείου άφησε την τελευταία της πνοή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία οδηγείται στη λύση της και τα ετερόκλητα στοιχεία του κειμένου συναρμόζονται έτσι ώστε να παράγεται κάποιο νόημα. Προϋπόθεση, ωστόσο, αυτής της νοηματοδότησης είναι η αποδοχή και των δύο κοσμοθεωρήσεων, της αναλυτικής-ορθολογικής του αφηγητή και της ρομαντικής του Πασχάλη. Και ο πρώτος έχει δίκιο, στο ότι δηλαδή η επιστολή του πατέρα δεν αναφερόταν στο θάνατο της κόρης. Αλλά και οι μεταφυσικές ενοράσεις και εμμονές του δεύτερου δικαιώνονται τελικά, καθώς όντως υφίσταται «συγκοινωνία ψυχών» ανάμεσα στους ερωτευμένους –μια επικοινωνία που επιτρέπει στον Πασχάλη να συλλάβει διαισθητικά το θάνατο της αγαπημένης. Το ότι το κείμενο καθίσταται τελικά «αναγνώσιμο» είναι προϊόν ώσμωσης ανάμεσα σε στοιχεία που εξ αρχής έχουν συλληφθεί ως αντιτιθέμενα. Αυτή η επιχειρούμενη σύγκλιση έχει τον αντικατοπτρισμό της και στους επιστημονικούς λόγους που διατρέχουν το διήγημα: «Όπως ο λόγος της νευρολογίας προσπαθεί να εκφράσει τις σχέσεις σώματος (ύλης) και ψυχής, έτσι και το κείμενο προσπαθεί να συγκεράσει τον οιονεί επιστημονικό λόγο του ρεαλισμού και τον οιονεί ποιητικό του ρομαντισμού».²⁰

Έτερο παράδειγμα, το οποίο άπτεται άμεσα της διακειμενικής σχέσης που είναι το βασικό μας θέμα: Και στις «Συνέπειες…», όπως στην περίπτωση της Μινιόν στον Wilhelm Meister, η κατάσταση της Κλάρας γίνεται αντικείμενο της ιατρικής. Η νεαρή είναι εγκλεισμένη σε περιβάλλον που σκοπό του έχει τη μελέτη, την επίβλεψη και την ίαση των ασθενών. Μόνο που τώρα, απέναντι στο ανερχόμενο επιθετικό υλισμό, στην ιατρική άρχισε να προωθείται ο ψυχοφυσικός παραλληλισμός [Weber, Fechner, Wundt].²¹ Αυτό το σταδιακό «πέρασμα» από την ιδεαλιστική ψυχολογία στον θετικισμό φαίνεται να εκφράζει ο Βιζυηνός, ακολουθώντας το δάσκαλό του Lotze που θεωρούσε πως «τα ψυχολογικά φαινόμενα διαφέρουν ριζικώς από τα φυσικά αλλά, ταυτόχρονα, σώμα και ψυχή αλληλεπιδρούν, έτσι ώστε μια φυσιολογική ψυχολογία να ενώνει τα δύο αυτά πεδία». Ο Lotze, όμως, όχι μόνο δεν ήταν πειραματιστής, όπως ο δάσκαλός του Fechner, αλλά και δεν αποδεσμευόταν από τη φιλοσοφία και τον εμπειρισμό,²² όντας περισσότερο μεταφυσικός παρά ψυχολόγος: από τη μια «η αντίδραση της ψυχής συνδέεται με τα ερεθίσματα που προκαλούνται από τα πράγματα» κι από την άλλη «η ψυχή φανερώνει τη δική της φύση στις μορφές της εποπτείας και στις γενικές αρχές», υπάρχει δηλαδή μια «εσωτερική ζωή» που είναι «το βασίλειο των αξιών».²³

Εξ ου και τα λόγια του Herr H***: «Παν άλλο πάθος δεν μας σχετίζει ει μη με το σώμα, τουτέστι την ύλην. Η θεραπευτική μας επομένως δεν βασίζεται παρά μόνον επί των ζωϊκών, ήγουν μηχανικών, χημικών, φυσιολογικών δυνάμεων της ύλης. Άλλως έχει το πράγμα δια τας ασθενείας των νεύρων. Αι νευρικαί ασθένειαι είναι ειδικαί, ή τουλάχιστον, κατά τον διδάσκαλόν σου [τον Lotze], συνοδεύονται με σχετικάς ασθενείας της ψυχής. Επομένως η θεραπευτική μας μέθοδος δεν εμπορεί να κάμη τους υπολογισμούς αυτής άνευ της συνεπικουρίας του αγνώστου τούτου παράγοντος x, τουτέστι της ψυχής. Τι φυσικώτερον λοιπόν παρά να συμπροσδοκά κανείς παρ’ ημών, όπως ανακαλύψωμεν εν τοις τελικοίς εξαγομένοις των υπολογισμών μας, αν όχι όλην την φύσιν του αγνώστου τούτου x, αλλά τουλάχιστον όλας αυτού τας ιδιότητας; Και αν όχι όλες δια μιας, αλλά τουλάχιστον ολίγον κατ’ ολίγον».²⁴

Και παρακάτω: «Αι ασθένειαι αύται», είπεν ο γέρων, μετά προφανούς λύπης, «δεν αρκεί μόνο ότι είναι ανίατοι, αλλά και δεν χρησιμεύουσι δι’ όλου προς φωτισμόν της επιστήμης. Το κακόν δεν έχει την ρίζαν του εις την γνωστήν ημίν φύσιν των νεύρων, αλλ’ εις τον άγνωστον παράγοντα x, τουτέστι την ψυχήν. Ημείς θεραπεύομε νεύρα μόνο. Αυτό είναι καταστροφή αισθημάτων και παραστάσεων. Ας όψεται ο αίτιος!».²⁵

Ο Ορθός Λόγος στέκεται και εδώ ανήμπορος να θεραπεύσει την άτυχη ασθενή. Μπροστά στην καταλυτική δύναμη του Έρωτα η επιστήμη ακόμα απορεί! Όμως, αμφότερα τα έργα σε τελευταία ανάλυση τάσσονται με την πλευρά της Bildung (επιστήμη, Παιδεία, ένταξη στην κοινωνία –στη διαφωτιστική εκδοχή ο Goethe, στη εμπειριστική ενδεχομένως ο Βιζυηνός). Ο Λόγος, βέβαια, μας λένε με τον τρόπο τους τα κείμενα πρέπει να εκχωρεί στο «δίκαιο της καρδιάς» το μερίδιο που του αναλογεί, αν δεν θέλει να καταρρεύσει από τις ίδιες του τις αντιφάσεις.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.