Θανάσης Τζαβάρας
Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής. Καθηγητής Μεθοδολογίας,
Ιστορίας και Θεωρίας των Νευροεπιστημών
στο Παν/μιο Αθηνών

σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]

Μια παράπλευρη απώλεια στην ανάπτυξη της Νευρολογίας: Η Νευροψυχολογία

Οφείλω να εξηγήσω κατ’ αρχάς την επιλογή του τίτλου που πρότεινα για την παρέμβαση αυτή. Ο όρος παράπλευρες απώλειες, με τον οποίο δυστυχώς εξοικειωθήκαμε τα τελευταία χρόνια της ζωής μας, χάρη στις καινούργιες μορφές πολέμου στις οποίες η ανθρωπότητα έχει επιδοθεί, είναι ένας τεχνοκρατικός όρος που σημαίνει ότι, αν ένας σκοπός και στόχος πρέπει να επιτευχθεί πάση θυσία, τότε ας υπάρξουν και μερικές απώλειες σε έμψυχο ή άψυχο υλικό, κοντά, δίπλα στο στόχο. Αυτό που θέλω να δείξω είναι ότι στην προσπάθειά της η Νευρολογία να ενηλικιωθεί και να αυτονομηθεί επιστημολογικά, εγκατέλειψε μερικά από τα αρχικώς σημαντικά θέματα της αρμοδιότητάς της.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν θα ήθελα να αρχίσω, θυμίζοντάς σας απλώς τη γνωστή ρήση του Αλκμαίωνα του Κροτωνιάτη «εν τω εγκεφάλω το ηγεμονικόν», ως εάν πράγματι οι αρχαίοι έλληνες να είχαν κατανοήσει τη σημασία του νευρικού συστήματος για την υπόσταση του ανθρώπου. Ο Αλκμαίων και οι συν αυτώ υπήρξαν μια λαμπρή μειοψηφία, γιατί η σπλαχνική θεωρία περί σκέψης και συναισθημάτων επικράτησε και, με λίγες παραλλαγές, οδήγησε την ανθρωπότητα στο 19ο αιώνα.² Ξεπερνάει τους σκοπούς αυτής της παρουσίασης να ασχοληθούμε με το γιατί ο άνθρωπος, ενώ διέθετε π.χ. μια υπέρτατη τέχνη ταρίχευσης, είχε μια πολύ χαλαρή γνώση ανατομίας. Οι οποιεσδήποτε ανατομές έγιναν στην Αίγυπτο ή όπου αλλού, ή κάποιες επεμβάσεις που φαίνεται ότι πραγματοποιούνταν, ακόμη και οι προωθημένες νεκροτομές κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, δεν μπόρεσαν να εμπεδώσουν μια στοιχειώδη θεωρία λειτουργίας του νευρικού συστήματος που να συνδυάζει ικανοποιητικά τη δομή με τη λειτουργία. Θα πρέπει πράγματι να περιμένουμε το γύρισμα του 18ου προς το 19ο αιώνα, την πολιτική αλλαγή στη Δυτική Ευρώπη, το habeas corpus στην Αγγλία και τέλος πάντων την ανάδυση ενός στοιχειώδους κράτους πολιτών, με το γνωστό σύνθημα της γαλλικής επανάστασης «ισότητα, αδελφότητα, ελευθερία», για να μπορέσει να ανοίξει η φαντασία και η σκέψη του δυτικού επιστήμονα και να συνδυάσει φυσικές παρατηρήσεις με ψυχολογικά δεδομένα. Όσο και αν τούτο φαίνεται παράδοξο, την επιστημολογική τομή –πες, σχεδόν επιστημολογική επανάσταση, κατά Kuhn– την έκανε ένας ευφάνταστος εισαγόμενος γιατρός στο Παρίσι, ο Frantz Joseph Gall. Η σκέψη και η πρακτική του Gall, που ονομάστηκε φρενολογία, κρατάει αναμφισβήτητα παλαιόθεν, από την πρακτική της χειρομαντείας ή της φυσιογνωμικής, μόνο που στη φρενολογία δεν προέβλεπαν, όπως στο ωροσκόπιο, το μέλλον του υποκειμένου, αλλά προχωρούσαν σε διάγνωση, συσχετίζοντας την ανατομική μορφή με τις πνευματικές ιδιότητες. Αυτός ο συσχετισμός της ύλης με το πνεύμα, έστω και αν απέκτησε στην περαιτέρω εφαρμογή του τσαρλατανικές προεκτάσεις –η κρανιοσκοπία έγινε προσφιλής ενασχόληση στα σαλόνια των μεγάλων πόλεων– είχε δύο δυσδιάκριτες συνέπειες για εκείνη την εποχή της αρχής του 19ου αιώνα: πρώτον εγκαθίδρυσε την ρηξικέλευθυ ανατομοκλινική μέθοδο και δεύτερον προκάλεσε ένα μείζον ρήγμα στην καρτεσιανή πεποίθηση του πλήρους διαχωρισμού του res cogitans από το res extensa. Δηλαδή, ειπωμένο διαφορετικά, ο Gall και οι πρόγονοί του άνοιξαν τον επιστημονικό δρόμο της νευρολογίας και της ψυχολογίας προς τις θετικές επιστήμες της φυσικής και της χημείας.³

Στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, στις τρεις μεγάλες επιστημονικές περιοχές της Δυτικής Ευρώπης, την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, πολλαπλασιάστηκαν οι ανατομοκλινικές μελέτες, εμπλουτίστηκαν τα κλινικά σύνδρομα και συγχρόνως οι παθολογο-ανατομικές προσεγγίσεις, η νευροχημεία και η ηλεκτροφυσιολογία άρχισαν να σημειώνουν σημαντικές προόδους. Είναι περιττό σε ένα τέτοιο ακροατήριο να θυμίσω τα μείζονα ονόματα αυτής της λαμπρής περιόδου του μεγάλου αιώνα της Νευρολογίας. Θα πάρω μόνο λίγο χρόνο για να αναφερθώ σε δύο σημαντικά πρόσωπα αυτής της εξέλιξης.

Ο ένας είναι ο μέγας Jean-Martin Charcot, ο άρχοντας της Salpêtrière, ο οποίος κινήθηκε συστηματικά στο χώρο της λεπτομερούς κλινικής περιγραφής συνδρόμων, σε συνεργασία με τους πολλούς και ποικίλους μαθητές του, αλλά συγχρόνως ασχολήθηκε με τις νευρώσεις και την υστερία, που τότε θεωρούνταν κεφάλαια της νευρολογίας. Η λεπτομερής κλινική του μεθοδολογία, αλλά και η έντονη σαγήνη που ασκούσε πάνω στους ασθενείς του, τον έκανε να εθελοτυφλεί μπροστά στην ιδιοτυπία των υστερικών, κυρίως, ασθενών. Δύο πιστοί μαθητές του κατέρριψαν με τον πιο λεπτομερή τρόπο τις θεωρίες του Charcot. Ο ένας ήταν ο πολωνικής καταγωγής Babinski, επιμελής σύμφωνα με τα διδάγματα του δασκάλου, ο οποίος οπλισμένος με υπομονή, μια παραμάνα, ένα σφυράκι και ένα διαβήτη έκανε υπερωρίες στο νοσοκομείο για να εμπεδώσει τη σημειολογία του Charcot. Το σημείο Babinski, που όλοι εμείς εδώ γνωρίζουμε, είναι για τις θεωρίες του Charcot το ανάλογο της καταστροφής του Ναπολέοντα μετά τη μάχη του Waterloo. Λίγο νοσταλγικά κοίταζα τις προάλλες τη συλλογή των Μαθημάτων της Τρίτης στη Salpêtrière του μεγάλου δασκάλου και με συμπάθεια έβλεπα την εκ των υστέρων κατακρήμνιση της θεωρίας του για την υστερία, μετά από κάποια χρόνια⁴. Η Νευρολογία κέρδισε πολλά από αυτή τη σχολή σκέψης και τη λεπτομερή κλινική μελέτη των παθολογικών περιπτώσεων. Οι διάδοχοι του Charcot παρέμειναν πιστοί στις μεθόδους και τα ενδιαφέροντα του δασκάλου τους και έτσι, εκτός από τις σημαντικές ανατομο-κλινικές μελέτες και τη θαυμάσια περιγραφική ανατομική δουλειά που έγινε στη Γαλλία από το ζεύγος Dejerine, οι απόηχοι αυτής της επιστημονικής εξέλιξης έφτασαν μέχρι τις μέρες μας με τον Théophile Alajouanine (πέθανε το 1980) και τον δάσκαλό μου Raymond Garcin (πέθανε το 1971). Σε προγενέστερη μελέτη μας, σχετικά με τις φιλοσοφικές και θεωρητικές προκείμενες της γαλλικής Νευροψυχιατρικής κατά την περίοδο που αναφέρομαι, είχα διαπιστώσει ένα ενδιαφέρον παράδοξο: οι γάλλοι νευροψυχίατροι, περίπου μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ομνύουν στο όνομα του γάλλοι φιλοσόφου Bergson, χωρίς ποτέ να χρησιμοποιήσουν ουσιαστικά τις θεωρίες του για να διαμορφώσουν μια συνεκτική άποψη για τις σχέσεις εγκεφάλου και συμπεριφοράς. Αυτή η εξέλιξη, που θυμίζει και τη σημερινή εξέλιξη της αμερικανοκεντρικής ψυχιατρικής, μπορεί να θεωρηθεί πραγματιστική και αθεώρητική,

Μέρος αυτής της εξέλιξης και η πιο σημαντική παράπλευρη απώλεια στην προσήλωση στη Νευροχημεία, τη Νευροανατομία και τη Νευροφυσιολογία, είναι το έργο του, για λίγο καιρό μαθητή του Charcot και θαυμαστή του, βιεννέζου νευρολόγου Sigmund Freud (ονόμασε έναν από τους γιους του Jean-Martin, προς τιμήν του). Και όταν λέμε παράπλευρη απώλεια εννοούμε ότι ο Freud, ξεκινώντας από τη μελέτη της αφασίας και της εν γένει λειτουργίας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, έτσι όπως το κατέγραψε στο περιβόητο Σχεδίασμα για μια Επιστημονική Ψυχολογία, που –κατά δήλωσή του– είχε ως σκοπό να καταστήσει την ψυχολογία μια φυσική επιστήμη, έσπασε κάθε σχέση με τις γραμμικές αιτιολογικές συνήθειες των νευρολόγων της εποχής του, προτείνοντας την επινόηση μιας παράλληλης συμπληρωματικής νευρικής λειτουργίας, αυτής των νευρώνων Ωμέγα, που εμπεριέχει τη σκέψη και τη φαντασία. Ανεξάρτητα του εάν επικυρώθηκε ή όχι αυτή η υπόθεση εργασίας, στην όποια περίπτωση θεμελίωσε την ψυχανάλυση, κλάδο σημαντικό της ψυχολογίας και ίσως τη μόνη πλήρη θεωρία περί ψυχής που διαθέτουμε ακόμη σήμερα.⁵

Το δεύτερο παράδειγμα που θα χρησιμοποιήσω είναι ο πολύς άγγλος νευρολόγος Hughlings Jackson (1835-1911), ο οποίος διαμόρφωσε τη λίαν ενδιαφέρουσα θεωρία περί προοδευτικής ανέλιξης ή κατάργησης των λειτουργιών του Νευρικού Συστήματος, οπωσδήποτε πολύ πιο επηρεασμένος από τις δαρβινικές, εξελικτικές θεωρίες. Σχηματικά, μπορούμε να δεχθούμε ότι η δυναμική θεώρηση της λειτουργίας του Νευρικού Συστήματος από τον Jackson άνοιγε πολύ πιο δημιουργικές προοπτικές απ’ ό,τι κάθε μηχανιστική θεώρηση για το ίδιο πρόβλημα. Σε αντίθεση με τον Charcot, ο Jackson ευτύχησε να δει το έργο του να συνεχίζεται με λίαν σημαντικό και δυναμικό τρόπο, αρκεί να σκεφτούμε ότι μαθητές του υπήρξαν ο νευρολόγος Henry Head και οι φυσιολόγοι Sherrington και Adrian. Αξιοσημείωτο για τη δική μας συζήτηση είναι ότι ο Head, μαζί με άλλους φυσικά, δημιούργησε την πιο σημαντική μελέτη του προβλήματος των αφασιών στην αγγλική γλώσσα, περί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν αναφέρω τυχαία τον πόλεμο εδώ, γιατί ένα παράπλευρο –ατυχές, βέβαια– «κέρδος» των πολέμων είναι η υποχρέωση του ιατρικού σώματος να φροντίζει τους τραυματίες από τα πολεμικά τραύματα. Εδώ, δηλαδή, θέλω να σας πω ότι αυτό το οποίο και εγώ και οι δάσκαλοί μου υπηρετήσαμε, η νευροψυχολογία δηλαδή, είναι προϊόν των ποικίλων πολέμων του τέλους του 19ου και κυρίως του 20ου αιώνα. Θα επανέλθω όμως σε αυτό το σημείο.

Πρέπει όμως να τονίσω, με όσο γίνεται σαφέστερο τρόπο, το γεγονός ότι οι νευρολόγοι όλου του δυτικού κόσμου, στην προσπάθειά τους να τους λογαριάσουν ως σοβαρούς επιστήμονες και να θεωρήσουν τη Νευρολογία ως αυτόνομο και σημαντικό κλάδο της παθολογίας, προσπάθησαν να απαλλαγούν, το δυνατόν περισσότερο, και από την κακή φήμη που τους είχε αφήσει ο γενάρχης τους Gall και να αποστασιοποιηθούν από τις ποικίλες μορφές τρέλας, που στο κάτω-κάτω δεν ήταν δουλειά τους, αλλά δουλειά των υποδεέστερων ψυχιάτρων των ασύλων, των επονομαζομένων «aliénistes».

Να τονισθεί εδώ ότι, σε πολλές δυτικές χώρες, η ακαδημαϊκή ιατρική κοινότητα δεν συμπεριλάμβανε στους κόλπους της όσους εκείνη την εποχή ασχολούνταν με την ψυχική νόσο. Βεβαίως, δεν λησμονούμε ότι η ειδικότητα, όταν υπήρξε και επισήμως, ήταν κατά παράδοση μικτή, Νευροψυχιατρική, δήθεν ισότιμη ενασχόληση με τα δύο κεφάλαια, μόνο που η Νευρολογία ήταν η σοβαρή και η Ψυχιατρική η μη σοβαρή μεριά του επαγγέλματος αλλά και αυτή που έδινε τα σταθερά εισοδήματα. Έτσι, λοιπόν, θα γνωρίζετε όλοι ότι σε αυτόν τον αρχόμενο 21ο αιώνα τα θέματα τα οποία απασχολούν την επίσημη Νευρολογία ανήκουν στις κατευθύνσεις της Νευροχημείας, της Νευροενδοκρινολογίας, της Νευροανοσολογίας, της Νευροφαρμακολογίας και της Ηλεκτροφυσιολογίας και των Απεικονιστικών Μεθόδων. Έτσι είναι και καλά είναι που είναι έτσι. Θα μερωτήσετε τι έγινε ενδιάμεσα η Νευροψυχολογία, που τόσο σημαντική θέση είχε στα γραπτά και στην τρέχουσα κλινική δραστηριότητα των μεγάλων δασκάλων της Νευρολογίας;

Ήδη από τις δεκαετίες 1920 και 1930 και υπό την πίεση των εξελίξεων, το ενδιαφέρον και η εξειδίκευση περί τα νευροψυχολογικά πράγματα, σταδιακά και σταθερά έφυγε από τα χέρια των κλασικών νευρολόγων. Ένα σημαντικό κίνητρο για την ανάπτυξη των νευροψυχολογικών μεθόδων είναι η μελέτη που οι ποικίλες βλάβες του ΚΝΣ έχουν πάνω στις επονομαζόμενες συμβολικές λειτουργίες, λόγο, γνώση, πράξη και μνήμη. Η ανάπτυξη αυτής της μεθοδολογίας είχε πρωτογενώς διαγνωστικό και εντοπιστικό σκοπό, καθότι οι ποικίλες τεχνικές απεικόνισης και μελέτης των εντοπίσεων με τις σύγχρονες μεθόδους είναι μόλις ηλικίας 30 ετών. Ειπωμένο πρακτικά, όσοι εκπαιδευτήκαμε στη νευροψυχολογική μελέτη των νευρολογικών ασθενών, είχαμε την πρωτογενή ευθύνη στο να πληροφορούμε τους νευρολόγους, και κυρίως τους νευροχειρουργούς, για το τι και το πώς των βλαβών του ΚΝΣ.

Έλεγα προηγουμένως ότι η Νευροψυχολογία είναι παιδί των πολέμων και, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, οι μείζονες μελέτες στα θέματα αφασίας, απραξίας, αγνωσίας και αμνησίας έγιναν σε μεγάλη σειρά κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και τραυμάτων από σφαίρες ή θραύσματα όλμων. Η ανάγκη της περίθαλψης των βετεράνων, της αποκατάστασής τους και δυνάμει της αποζημίωσής τους απαίτησε καινούργιο τρόπο προσέγγισης, άλλο από αυτόν που ήταν μαθημένοι οι κλινικοί νευρολόγοι. Δηλαδή θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν σταθερές πειραματικές μεθόδους, δανεισμένες από την πειραματική ψυχολογία, δοκιμασίες ποσοτικοποιημένες και με σύστημα αναφοράς στα φυσιολογικά άτομα και χρήση στατιστικών μεθόδων που επιτρέπουν συναγωγή έγκυρων συμπερασμάτων και όχι τη διαμόρφωση εμπρεσιονιστικών κλινικών απόψεων. Είναι προφανές ότι αυτή τη δουλειά δεν θα μπορούσαν να την κάνουν παρά μόνο εκπαιδευμένοι πειραματικοί ψυχολόγοι ή καταλλήλως μετεκπαιδευμένοι νευρολόγοι. Έτσι, η μελέτη των συνεπειών των εγκεφαλικών τραυμάτων έφυγε από τα χέρια του κλασικού κλινικού νευροψυχίατρου και πέρασε βαθμηδόν σε καινούργιας κατηγορίας ειδικούς, που κατά τη δεκαετία του 1940 θα τους ονομάσουμε Νευροψυχολόγους.

Όλα τα μείζονα ονόματα της Νευροψυχολογίας που γνωρίζετε, από τους αγγλέζους Zangwill και Oldfield, στον σοβιετικό Luria και τους αμερικανούς Hans-Lukas Teuber και Benton, ήταν εκπαιδευμένοι πειραματικοί ψυχολόγοι, αλλά και οι γνωστοί γιατροί Geschwind, Hécaen και De Renzi πέρασαν όλοι σημαντικές περιόδους ειδικής εκπαίδευσης στα προβλήματα της νευροψυχολογικής μεθοδολογίας. Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται η περίπτωση του νευροφυσιολόγου Roger Sperry, ο οποίος από τον πειραματισμό στα ζώα πέρασε στη μελέτη των ανθρώπων, εμψυχώνοντας μια λίαν ικανή ομάδα ερευνητών γύρω από τα προβλήματα της εξειδίκευσης της λειτουργίας των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, χάρις στη σχεδόν πειραματική προπαρασκευή ανθρώπινων εγκεφάλων με «split brain», ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Nobel της Ιατρικής, πρώτο και μοναδικό βραβείο Nobel στον κλάδο της Νευροψυχολογίας.

Ας γίνει τώρα σαφές ότι η ανάδυση του όρου Νευρο-ψυχολογία, ως κύριου και βαπτιστικού ονόματος του εξειδικευμένου κλάδου των Νευροεπιστημών, που ασχολείται με τη συστηματική διερεύνηση των σχέσεων εγκεφάλου και συμπεριφέρεσθαι, άρχισε να αναδεικνύεται μέσα στη δεκαετία του 1940. Ποικίλες πηγές έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν το επίθετο νευροψυχολογικός ή νευροψυχοπαθολογικός, για να ορίσουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τις συμβολικές λειτουργίες σε σχέση με το Νευρικό Σύστημα. Δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία πότε και ποιος το χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα. Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ο σημαντικός ρόλος του μεγάλου προπολεμικού Αμερικανού Halstead, και φυσικά του σημαντικού φυσιολόγου Lashley στην προώθηση της όλης υπόθεσης της Νευροψυχολογίας. Όπως και του Καναδού Donald Hebb, που, κατά την εκτίμησή μου, με το Organization of Behavior: A Neuropsychological Theory, άνοιξε το 1949 τους ορίζοντες μιας πολύ δημιουργικής συνεργασίας μεταξύ ψυχολόγων και νευρολόγων. Ήταν στο Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ που ο σημαντικός νευροχειρουργός Penfield, κινητοποιημένος ακριβώς από τον Hebb, θα ευοδώσει μεγάλη σειρά ερευνών σε χειρουργούμενους και χειρουργηθέντες για επιληψία ασθενείς και θα δημιουργήσει ολόκληρη σχολή με πρωταγωνίστρια την βρετανίδα Brenda Milner, όπου και εθήτευσε ο δάσκαλός μου Henri Hécaen το 1952. Στον ίδιο χώρο σήμερα, ο Μιχάλης Πετρίδης συνεχίζει την παράδοση μελετώντας ιδιαίτερα τον μετωπιαίο λοβό.

Τη θεμελίωση της συνεργασίας μεταξύ ψυχολόγων και νευρολόγων τη βρίσκουμε διαμορφωμένη στη δήλωση του Hebb το 1960 ενώπιον της American Psychological Association: «Δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσουμε τις νευροφυσιολογικές έννοιες με τις έννοιες της ψυχολογίας, ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον. Αυτό όμως που είναι εφικτό, είναι να διατηρήσουμε τις σχέσεις μετάφρασης και μετάβασης (traductibility of terms) μεταξύ των δύο τύπων λογισμού (discourse)».⁶

Την χρονιά της έκδοσης του βιβλίου του Hebb, εκδόθηκε και το βασικό εγχειρίδιο Νευροψυχολογίας των Ajuriaguerra και Hécaen, Le cortex cérébral, με υπότιτλο Νευροψυχοπαθολογική μελέτη. Θα μπορούσα να συνεχίσω τη γενεαλογία ή αν θέλετε το γενεαλογικό δέντρο της Νευροψυχολογίας και της σημερινής διαμόρφωσης της νευροψυχολογικής σκέψης επί μακρόν, αλλά θα έπρεπε να περάσουμε όλη τη βραδιά εδώ. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ενημερώσω αυτή εδώ τη νευρολογική ομήγυρη για ένα γεγονός το οποίο συνέτεινε τα μέγιστα στην απομάκρυνση της καθημερινής νευρολογικής πρακτικής από τη νευροψυχολογία.

Στην ίδια αυτή δεκαετία του 1940, που οι νευροψυχολόγοι ασχολούνται με τους τραυματίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια με τους βετεράνους του Πολέμου της Κορέας και μερικές φορές με τις απρόβλεπτες παθολογικές συνέπειες της λαίλαπας που ονομάστηκε Ψυχοχειρουργική –που απ’ ό,τι θα ξέρετε έδωσε βραβείο Nobel στον ανεκδιήγητο κύριο Egas Moniz– άλλη ομάδα επιστημόνων έχει ανοίξει έναν εντελώς καινούργιο δρόμο στην ερευνητική μας σκέψη μέσα από τον προβληματισμό γύρω από την πληροφορία και την επονομαζόμενη κυβερνητική. Βασισμένοι στις ρηξικέλευθες απόψεις του Βρετανού Alan Turing και της μηχανής του, μείζονες ερευνητές, όπως ο Norbert Wiener και ο Warren McCulloch, άνοιξαν έναν εντελώς καινούργιο δρόμο, όπου οι βασικές Νευροεπιστήμες συναντήθηκαν θετικά με την επιστήμη των Υπολογιστών και τη Γνωστική Ψυχολογία. Το Center for Cognitive Studies του Harvard, που ίδρυσαν το 1960 ο Jerome Bruner και ο George Miller, θα υπάρξει η πηγή μέσα από την οποία θα αναβλύσει αυτό που ήδη έχω ονομάσει Γνωσιακή Επιστήμη.

Κρίσιμο, λοιπόν, ερώτημα είναι κατά πόσον η Νευρολογία, εννοώ ο καθημερινός μαχόμενος κλινικός και εργαστηριακός νευρολόγος, μπορεί να συνδιαλλαγεί με έναν ειδικό όλων αυτών των καινούργιων κλάδων. Έχει ο νεαρός νευρολόγος τα εφόδια μέσα στην εκπαίδευσή του να κατανοήσει νοήματα, τα οποία κείνται στο επέκεινα των ανατομικών εντοπισμών, των μηχανιστικών απεικονίσεων ή ακόμη και των όποιων νευροφαρμακολογικών ευρημάτων; Η άποψή μου είναι ότι τίποτα δεν τον προετοιμάζει, ούτε η Νευροανατομική, ούτε η Νευροφυσιολογική διάπλασή του, στο να μπορεί να συμμετέχει στο μεγάλο παιχνίδι των σύγχρονων προβλημάτων σχετικά με το Νου, τον Εγκέφαλο και γενικά τη φυσιολογική και παθολογική Ψυχολογία. Κατά τη γνώμη μου, αρχίζει να διαγράφεται μια προφανής ανάγκη. Ο σύγχρονος νευρολόγος, ο οποίος μετά από τον οριστικό χωρισμό της Νευρολογίας από την Ψυχιατρική, για να μπορέσει να κρατήσει μια στοιχειώδη επαφή με τη σύγχρονη Νευροεπιστήμη, θα πρέπει πάση θυσία να κάνει σεμινάρια προχωρημένης Νευροψυχολογίας.

Μίλησα για πολέμους. Ας θυμίσω ότι αυτή η μεγάλη πηγή νευροψυχολογικού υλικού έχει πια χαθεί, όχι επειδή δεν υπάρχουν πόλεμοι, αλλά επειδή από την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ και μετά τα πυρομαχικά άλλαξαν και προκαλούν μεγάλες καταστροφικές βλάβες στους ιστούς. Τώρα πια οι νευρολόγοι έχουν να αντιμετωπίσουν άλλους «πολέμους», αυτούς κατά της φθοράς των ιστών από τις ποικίλες εκφυλιστικές νόσους. Αυτούς τους ασθενείς, τους ασθενείς των αγγειακών επεισοδίων, των αγγειακών ατυχημάτων, της άνοιας, της γήρανσης, κ.λπ., έχει να αντιμετωπίσει με τον, κατά το δυνατόν, πιο αποτελεσματικό τρόπο ο νευρολόγος της σήμερα. Κατά ενδιαφέρουσα σύμπτωση, η μεγάλη πλειοψηφία αυτής της παθολογίας έχει νευροψυχολογική έκφραση και κατά συνέπεια απαιτεί και νευροψυχολογική παρέμβαση. Τα κέντρα της ποικίλης αποκατάστασης που, απ’ ό,τι ξέρετε, υπάρχουν σε ανεπαρκή βαθμό σε όλο τον κόσμο, είναι τα πραγματικά μουσεία της μοντέρνας Νευρολογίας. Και αν αυτή η Νευρολογία περιορίζεται μόνο σε μηχανιστικές προσεγγίσεις, του τύπου εύκολης νευροφαρμακευτικής υποστήριξης, δεν πρόκειται να επιβιώσει, τουλάχιστον ως αξιοπρεπής και αποδοτική ιατρική πρακτική.

Θα με ρωτήσετε, «και τι γίνεται, φίλε μου, στην Ελλάδα;». Μα την πίστη μου, η απάντηση είναι και δύσκολη και επώδυνη. Σε έναν τόπο, όπου στην καθημερινή γλώσσα των γιατρών λέγεται ανερυθρίαστα το «δεν είναι τίποτα, είναι νευρικό», ως εάν με αυτή τη γελοία οντολογική άρνηση να ξορκίζουμε το κακό, σε έναν τόπο που πρακτικά καμία φροντίδα δεν υπάρχει για την αποκατάσταση εγκεφαλικών τραυματισμών ή αγγειακών επεισοδίων, έναν τόπο που μόλις πρόσφατα έχει αρχίσει μια προσπάθεια αποκατάστασης των αφασικών, και τούτο όχι από γιατρούς, αλλά από μια ομάδα λογοθεραπευτών, πώς μπορούμε να μιλάμε για νευροψυχολογική ευαισθητοποίηση των νέων ή και των παλαιότερων νευρολόγων; Παρόλ’ αυτά, ο μεν καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής του μεσοπολέμου Γεώργιος Παμπούκης διάλεξε θέμα νευροψυχολογικό για την εναρκτήρια ομιλία του το 1934 (Αι λειτουργίαι του λόγου και της λαλιάς), όπως άλλωστε έπραξε το 1950 και ο καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Αναστασόπουλος (Αι διαταραχαί του σωματικού εγώ).⁷ Όμως τα βοηθήματα που επέτρεψαν στους παλιότερους νευρολόγους να ενημερωθούν για τα καθέκαστα, ελάχιστα περί τη Νευροψυχολογία θίγουν. Το τρίτομο, 1410 σελίδων, μείζον έργο του καθηγητή Ιωάννου Πατρικίου, που εκδόθηκε από το 1962-1965, εμπεριέχει ένα ισχνό 10% νευροψυχολογικών θεμάτων, η δε Κλινική Νευρολογία του Brain, που εξέδωσε το 1976 η Α΄ Νευρολογική και Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Διακογιάννη, αφιερώνει στα αντίστοιχα θέματα 17 ισχνές σελίδες από τις 514 σελίδες του συγγράμματος.

Όλα τούτα παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον γιατί παράλληλα, αλλά ανεξάρτητα με την οποιαδήποτε κατάσταση της Νευρολογίας στην Ελλάδα, έχουν αναπτυχθεί σημαντικά Κέντρα Νευροεπιστημών, πρακτικά σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας και η νευροψυχολογική παιδεία έχει επαρκώς διαδοθεί σε φοιτητές ιατρικής και ψυχολογίας. Χαρακτηριστικό γεγονός αυτού είναι ότι το συλλογικό βιβλίο, Θέματα Νευροψυχολογίας, που εκδώσαμε το 1987 με την ομάδα της Α΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής στη Θεσσαλονίκη, έχει εξαντληθεί, επειδή χρησιμοποιήθηκε ως βοήθημα σε μη ιατρικές σχολές (βεβαίως έκλεισε και ο εκδότης μετά από αυτό).⁸

Η καθυστέρηση της ανάπτυξης της Νευροψυχολογίας, που μπορεί να προσφέρει γνώση για τις εγκεφαλικές λειτουργίες, πρόβλεψη για την εξέλιξη διαφόρων ψυχολογικών καταστάσεων και κυρίως εργαλεία αξιολόγησης, οφείλεται μεν –απ’ ό,τι άφησα να εννοηθεί– στην προσπάθεια της Διεθνούς Νευρολογίας να ενηλικιωθεί και να αυτονομηθεί, αλλά συγχρόνως και σε έναν φόβο, μήπως τυχόν και οι περί την ψυχολογία έννοιες δεν είναι επαρκώς επιστημονικές, όπως οι μετρήσεις, τα ανακλαστικά, οι νευροδιαβιβαστές και οι αξονικές ή άλλες τομογραφίες.

Η μάλλον σκοτεινή κατάσταση της Ελληνικής Νευρολογίας, όπως άφησα να εννοηθεί, δεν αφορά μόνο την κατάσταση στον τόπο μας. Προτού έρθω σε αυτή τη συνάντηση, στα όμορφα Χανιά, έλαβα το προκαταρκτικό πρόγραμμα, που προφανώς γνωρίζετε, του 8ου Συνεδρίου της European Federation of Neurological Societies, που θα γίνει 4-7 Σεπτεμβρίου 2004 στο Παρίσι. Αναγγέλλονται σε αυτό το πρόγραμμα 13 Teaching Courses, 9 Main Topics και 20 Focused Workshops. Σας προσκαλώ να μετρήσετε πόσες φορές στο σύνολο αυτών των 42 επιστημονικών/διδακτικών εκδηλώσεων υπάρχει η αναφορά σε κάτι που θα ονόμαζα νευροψυχολογικό. Κατανοώ ότι πρόκειται για μια άποψη της επικρατούσας τάσης στη διεθνή Νευρολογία. Θεωρώ ότι είναι κρίμα να παραχωρηθεί το πεδίο της Νευροψυχολογίας σε άλλα επιστημονικά πεδία και ειδικότητες. Φοβούμαι όμως ότι η τάση αυτή είναι χωρίς επιστροφή. Λυπάμαι γι’ αυτή την κατάσταση και ελπίζω μόνο να μπορούμε να βλεπόμαστε και να περνάμε καλά.

28 Οκτωβρίου 2003

Σημειώσεις

¹ Ομιλία στη φθινοπωρινή συνάντηση των Ελλήνων Νευρολόγων στα Χανιά, το Νοέμβριο του 2003. Με την ευκαιρία της δημοσίευσής της αισθάνομαι την ανάγκη να τονίσω πως η πρόσκληση της Νευρολογικής Εταιρείας να καταθέσω κάποιες σκέψεις και την εμπειρία μου από την ενασχόλησή μου με τη Νευροψυχολογία, κατά το τελευταίο τρίτο του 20ου αιώνα, με συγκίνησε ιδιαίτερα, καθώς αποτέλεσε ένα ακόμη βάπτισμα πυρός για μένα, έναν βετεράνο πια του είδους.

² Σχετικά με την αρχαία Ελληνική Ιατρική, βλ., A. Souques, Etapes de la Neurologie dans l’antiquité grecque, Masson, Paris, 1936.

³ Σ. Λαντερί-Λορά, Η Ιστορία της Φρενολογίας, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος Β΄, 7, μτφ. Κώστας Πόταγας, Προοίμιο Θανάσης Καράβατος, Αθήνα, 1999.

⁴ J. M. Charcot, Leçons du Mardi à la Salpêtrière, CEPL, Paris, 1974.

⁵ Για τις σχέσεις του Freud με τη Νευροψυχολογία, βλ., S. Freud, Για την ερμηνεία των αφασιών, μτφ. Α. Πόταγα, Κ. Πόταγας, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος, Β΄, 13, 2002. Βλ. και τα Εισαγωγικά κείμενα: Κώστα Πόταγα, Ο νευρολόγος Freud ή το πάθος του εγκεφάλου, Θανάση Καράβατου, Ο Freud και οι «diagram-makers» του 19ου αιώνα και Θανάση Τζαβάρα, Έχει η ψυχανάλυση θεωρία γλώσσας.

⁶ Πολλά από τα στοιχεία που εμπεριέχονται σε αυτό το άρθρο, εμπεριέχονται στο πρόσφατο A. Y. Stringer, E. L. Cooley & A. L. Christensen, (eds), Pathways to Prominence in Neuropsychology, Reflections of Twentieth-Century Pioneers, Psychology Press, New York-London, 2002.

⁷ Αποσπάσματα από τις δύο εναρκτήριες ομιλίες περιλαμβάνονται στον 2ο τόμο του Ανθολογίου Ψυχιατρικών Κειμένων (Επιμ. Αθ. Καράβατος, Δ. Ν. Πλουμπίδης, Γ. Ν. Χριστοδούλου). Εκδόσεις ΒΗΤΑ, 2006.

⁸ Γ. Καπρίνης, Θ. Καράβατος, Θ. Τζαβάρας, (επιμ), Κείμενα Νευροψυχολογίας, Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη, 1987.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.