σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Από κείμενα των Πρόδρομου Μάρκογλου, Γιάννη Παπαοικονόμου, Πέτρου Παπακωνσταντίνου, Κοσμά Βίδου, Μαριάννας Τζιαντζή, Όλγας Σελλά

Κοινό ταμείο

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Λένε παιδιά τα κάλαντα. Χτυπάνε την πόρτα, λένε «Να τα πούμε;» Είναι τρία παιδιά. Τα λένε, τραγουδάνε και είναι φανερό πως λίγα καταλαβαίνουν από τα λόγια που τραγουδάνε. Είναι παιδιά του Δημοτικού. Όταν τελειώνουν τους δίνω λίγα χρήματα. Περιμένουν να δώσω χρήματα στον καθένα χωριστά. Τους λέω, «Για το κοινό ταμείο». Με κοιτάνε και είναι σίγουρο πως δεν καταλαβαίνουν. Τους εξηγώ. Το βρίσκουν παράξενο. Η ιδιοτροπία ενός κωλόγερου, θα λένε μέσα τους. Εκείνο το κοινό τελικά τους είναι άγνωστο και τους μπερδεύει. Κατεβαίνοντας τις σκάλες λένε σ’ αυτόν που είχε πάρει τα χρήματα, «Χώριστα στα τρία».

Πρόδρομος Μάρκογλου
ΟΞΕΝΕΚΕΝ, χειμώνας-άνοιξη 2006, 249

  

Καχυποψία

Ένα στρουθί / στον κήπο μου / παγώνει.
Άδικα το / παράθυρο / ανοίγω
μέσα δε μπαίνει / όλους μας βλέπει κυνηγούς

Γιάννης Παπαοικονόμου
Οι φίλοι, Φεβρ. 2006, 1, 13

 

  

 

 

Οδός ονείρων, αριθμός μηδέν

Μια από τις ελληνικές λέξεις που δυσκολεύεται κανείς να μεταφράσει σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα είναι η λέξη «φροντιστήριο». Ο θεσμός που καταρρίπτει τον μύθο της δωρεάν Παιδείας και, σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, απομυζά 212 ευρώ κατά μέσον όρο από κάθε οικογένεια με παιδιά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, τουλάχιστον ως προς την καθολικότητα που έχει προσλάβει τις δύο τελευταίες δεκαετίες. […] Η διαιώνιση αυτής της κατάστασης αποτελεί, για οποιαδήποτε χώρα που θέλει να λέγεται αναπτυγμένη, μέγα κοινωνικό και πολιτιστικό σκάνδαλο. Είναι αλήθεια ότι η απορρόφηση της παραπαιδείας από τη δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με διοικητικά μέτρα, παρά μόνο να προκύψει αβίαστα, ως υποπροϊόν της γενικής αναβάθμισης του δημόσιου σχολείου. Αυτή η επιλογή ασφαλώς και θα έχει μεγάλο οικονομικό κόστος. Αλλά είναι μεγαλύτερο αυτό το κόστος από εκείνο που πληρώνει καθημερινά ολόκληρη η κοινωνία και ιδίως η νέα γενιά της, που θυσιάζει στον βωμό του εξοντωτικού «σχολείο-σπίτι-φροντιστήριο» τον ελεύθερο χρόνο, το παιχνίδι, την κριτική σκέψη, ακόμη και το δικαίωμά της να ονειρεύεται;

Πέτρος Παπακωνσταντίνου
Καθημερινή 13-7-06

  

 

Απόγνωση επί δύο

[…] Όχι ότι η γυναίκα [η μητέρα της (φερόμενης) ως βιασθείσας μαθήτριας] είχε να πει κάτι καινούργιο. Για πολλοστή φορά την απόγνωσή της μετέφερε [στην TV]. Ακριβώς, όμως, για αυτή την απόγνωση έγινε περιζήτητη από τα δελτία ειδήσεων και όχι μόνο. «Όπως για την απόγνωσή της είχε γίνει περιζήτητη και η μητέρα του Άλεξ, από τη Βέροια. Και είναι ακόμη, οκτώ μήνες από την εξαφάνιση του παιδιού της. Την ξανάβγαλαν στα κανάλια. «Για να στηρίξει» τη νέα … Μάνα Κουράγιο, είπαν. Γιατί δύο απογνώσεις είναι καλύτερες από μία στη νεοελληνική τηλεζούγκλα, λέμε.

Κοσμάς Βίδος
ΒΗΜΑ 5-11-06

 

  

Ο δάσκαλος καίγεται;

Τολμηρή, σφαιρική και διόλου τετριμμένη προσέγγιση ακολουθούν τα ντοκιμαντέρ της σειράς «Μαθήματα… Παθήματα» (κάθε Δευτέρα στις 20.00 μμ, ΕΤ-1). Αν και γυρίστηκαν πριν από τις φετινές εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις, απαντούν σε πολλά από τα «γιατί» που γέννησε η πρόσφατη κρίση. […] Στο επεισόδιο «με την κιμωλία στο χέρι» [ένας καθηγητής] μιλά και για το φαινόμενο «burn out», για το κάψιμο, το ξόδεμα, την εξόντωση του εκπαιδευτικού. […] «Περνούν τα χρόνια και οι ανάγκες των μαθητών, αντί να αυξάνονται, μειώνονται. Οι μαθητές ζητούν λιγότερα από σένα [τον καθηγητή]». Ζητούν λιγότερα γιατί η εξωσχολική αγωγή, το φροντιστήριο, βαραίνει πιο πολύ από το δημόσιο σχολείο. Η χαρά της γνώσης, η κριτική σκέψη, το «να μάθουμε πώς να μαθαίνουμε» γίνεται πολυτέλεια και όλα υποτάσσονται στην προετοιμασία για τις εξετάσεις. Μια καθηγήτρια λυκείου εξηγεί: «Τα παιδιά έρχονται στην τάξη έχοντας κάνει στο φροντιστήριο το μάθημα που θα διδάξω. Με κοιτάζουν με απάθεια, γιατί ήδη ξέρουν τις απαντήσεις. Αυτό με αποδυναμώνει… δεν μπορώ να συγκρατήσω το μάθημά μου». […]

Μαριάννα Τζιαντζή
Καθημερινή 11-11-06

 

   

Βιβλία πρετ-α-πορτέ

[…] Οι εκδότες επαίρονται ότι πλησιάζουμε τους ευρωπαϊκούς ρυθμούς βιβλιοπαραγωγής, αφού οι πρώτες εκδόσεις του 2004 έφτασαν τις 7.888 και μαζί με τις επανεκδόσεις τους 8.500 τίτλους. Σαν να κάνουμε πρωταθλητισμό… Κοιτάζω τα στοιχεία της βιβλιοπαραγωγής και τα αντίστοιχα της έρευνας αναγνωσιμότητας (που διενήργησε η VPRC για λογαριασμό του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου), και προσπαθώ να καταλάβω: το 65,8% δεν διάβασε ούτε ένα βιβλίο στη διάρκεια του 2004 (εκτός από σχολικά, πανεπιστημιακά ή επαγγελματικά). Παρατηρώ τα στοιχεία της βιβλιοπαραγωγής και διαπιστώνω την ταυτοσημία: οι κατηγορίες των βιβλίων που αυξήθηκαν είναι αυτές που συνδέονται με ανάγνωση που αφορά επάγγελμα ή εκπαίδευση. Σίγουρη δουλειά και εισόδημα μεγάλο, που έλεγε και η παλιά διαφήμιση. […] Οι πηγές ενημέρωσης των αναγνωστών που θέλουν να κινηθούν και σε άλλους χώρους βιβλίων, εκτός της ειδικότητάς τους και των επαγγελματικών τους ενδιαφερόντων, είναι τα έντυπα, οι διαφημίσεις και οι λίστες των μπεστ σέλερ. Έτσι, σπανίως αναζητούμε βιβλία με βάση το δικό μας κριτήριο, με το τι έχει στον καθένα προσωπικά να πει το κάθε βιβλίο, πόσο άπτεται των ενδιαφερόντων του καθενός. Με δυο λόγια, δεν δοκιμάζουμε. Ακριβώς όπως δεν δοκιμάζουμε σε οτιδήποτε καταναλώνουμε. Απλώς εμπιστευόμαστε τη φίρμα, το main stream, ό,τι κάνει θόρυβο. […] Και ο χώρος του βιβλίου ακολουθεί, όλο και περισσότερο, τους κανόνες της μόδας. Βιβλία «πρετ α πορτέ», που δεν διαρκούν ούτε μία σεζόν αλλά λίγες εβδομάδες, σαν το ύψος της φούστας. Λογική που όλο και περισσότερο ενστερνίζονται και οι συγγραφείς, αφού προσαρμόζουν τη γραφή τους στις τάσεις της μόδας.

Όλγα Σελλά
Καθημερινή 3-6-06

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.