σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Η αρχή της γλώσσας και η φροϊδιανή ψυχολογία.

Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, 1915
Τόμος 5, Αριθ. 3-4, σελ.219-231

Πώς γεννήθηκε μεταξύ των παλαιότατων ανθρώπων ο λόγος, ποιες ήταν οι πρώτες λέξεις που μεταχειρίστηκαν και πώς τις εσχημάτισαν, είναι το πρόβλημα της αρχής της γλώσσας ή της πρώτης γλωσσικής δημιουργίας, που για καιρό ήταν το κύριο θέμα της «φιλοσοφίας της γλώσσας». Το πρόβλημα αυτό, όσο κι αν παραμερίστηκε, σαν κάποια αργόσχολη μεταφυσική έρευνα, από τη θετική και γονιμότατη εργασία που έγινε στη γλωσσική επιστήμη τα τελευταία σαράντα χρόνια, είναι πάντα από τα ελκυστικότερα ζητήματα που κρύβει η εξέταση της γλώσσας και για τους μη ειδικούς, που ζητούν ν’ ανασηκώσουν και δω μιαν άκρια από το σκοτεινό πέπλο που απλώνεται στα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής.

Και μας έρχεται χαρακτηριστικά από τα βάθη της ιστορίας η αφελής του Ηροδότου διήγηση για τον Ψαμμήτιχο, που για να βεβαιωθεί ποια ήταν η γλώσσα που πρωτομιλήθηκε, φρόντισε ν’ ανατραφούν από έναν βοσκό δυο νεογέννητα παιδιά στη μοναξιά, μακριά από κάθε ανθρώπινη λαλιά, ωσότου ακούστηκε η πρώτη τους λέξη – «βεκός» – και πιστοποίησε ο Αιγύπτιος βασιλιάς πως στα φοινικικά η λέξη αυτή σημαίνει το ψωμί. Έτσι και τα τελευταία χρόνια κλείστηκε για καιρό ένας γλωσσοδίφης σ’ ένα κλουβί μ’ αϊμούδες, στην Αφρική, για να μπορέσει να μελετήσει στους πισωδρομημένους αδελφούς του ανθρώπου τα πρώτα ίχνη της ανθρώπινης γλώσσας…

Στον πλατωνικό Κρατύλο βρίσκουμε κιόλας συνοψισμένες τις γνώμες που αργότερα ακούονται για την αρχή της γλώσσας, στη συζήτηση αν η γλώσσα υπάρχει φύσει ή θέσει, αν γεννήθηκε δηλαδή φυσικά, ή αν είναι αυθαίρετη επινόηση του ανθρώπου.

Στους νέους χρόνους διατυπώθηκαν για την αρχή της γλώσσας οι ακόλουθες θεωρίες:

Α. Τη γλώσσα την έδωσε στον άνθρωπο ο Θεός. Η εξήγηση αυτή στηρίχτηκε σε μια κατά γράμμα ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, κατά βάθος όμως δεν είναι εξήγηση, αλλά άρνηση κάθε εξήγησης, και απλώς μετατοπίζει το πρόβλημα έξω από την ανθρώπινη συνείδηση στη μεταφυσική.

Β. Η γλώσσα είναι επινόηση ανθρώπινη: μερικοί ξεχωριστοί άνθρωποι βρήκαν και μεταχειρίστηκαν συμβολικούς ήχους. Η θεωρία αυτή ήταν αγαπητή στο 17ο και το 18ο αιώνα, αλλά και σ’ αυτήν βρίσκεται κρυμμένο το θαύμα: Τη θέση του Θεού την πήραν λίγοι άνθρωποι, που άγλωσσοι πριν, έξαφνα αποφασίζουν και δημιουργούν αυθαίρετα τις πρώτες λέξεις για να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Γ. Προς το τέλος του 18ου αιώνα βγαίνει του Herder το βιβλίο για την αρχή της γλώσσας (1772), και με αυτόν παρουσιάζεται μία πειστικότερη θεωρία – ήδη γνωστή από τους στωικούς – της ονοματοποίησης, η πιο αγαπητή εξήγηση, που έκανε και τους περισσότερους φίλους: Το πρώτο λεξιλόγιο ήταν συλλογή των ήχων που γεμίζουν τη φύση – η πρώτη γλώσσα ήταν μίμηση, άμεση ή έμμεση – η ομοιότης και αναλογία των στωικών – των εντυπώσεων που μας δίνουν τα αισθητήρια.

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Γλωσσολόγος. Εργο της Αγλαϊας Παπά (Συλλογή Α.Π.Θ.)
Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Γλωσσολόγος. Εργο της Αγλαϊας Παπά (Συλλογή Α.Π.Θ.)

Βλέπουμε και σήμερα τον απλοϊκό άνθρωπο να ταυτίζει το αντικείμενο με τη λέξη που το εκφράζει – το σκυλί λ.χ. λέγεται σκυλί γιατί είναι – και η ονοματοποίηση είναι φαινόμενο που εξακολουθεί να φανερώνεται στις σημερινές γλώσσες, για έννοιες που σημαίνουν θόρυβο ή κίνηση. Έτσι έχουμε στη γλώσσα μας: χαχανίζω, κακαρίζω, τσιτσιρίζω, τσιρίζω, μουγκρίζω, γαβγίζω, τουρτουρίζω, χουχουνίζομαι, γουργουρίζω, γαργάρα, κριτσανίζω, χουχουλίζω, μπουμπουνητό, μπάκακας, γάργαρος, φάπα, κατραπακιά. Ονοματοποίησεις νέες βρίσκουμε και στη γλώσσα των μωρών.

Δ. Τελευταία έρχεται η επιφωνηματική θεωρία, με τους επικούρειους ως πρώτους οπαδούς και το Λουκρήτιο: Η γλώσσα γεννήθηκε από τους αθέλητους ανακλαστικούς φθόγγους που έβγαζε ο φυσικός άνθρωπος βλέποντας διάφορα αντικείμενα, παθαινόμενος, απάνω δηλαδή σε αψιθυμία (Affekt), χωρίς το σκοπό, στην αρχή, ν’ ανακοινώσει τίποτε. Κιόλας το σκυλί αλλιώς θα φωνάξει άμα το χτυπούμε και αλλιώς άμα χαίρεται, και στις έναρθρες φωνές που βγάζουν τα μωρά πριν αρχίσουν να μιλούν βρίσκουμε (Rousseau), σύμφωνα με τη φυλογενετική αρχή του Haeckel, την επιβεβαίωση της θεωρίας αυτής¹.

Οι πρώτες λέξεις ήταν κατά τη θεωρία αυτή ρηματικές ρίζες που σήμαιναν δράση ή καταστάσεις, φυσικά όμως δε συσχετίστηκαν οι φθόγγοι τους με τη σημασία από εσωτερική ανάγκη (Geiger, 1868), καθώς λ.χ. άμεσα και αναγκαστικά εκφράζει μια ψυχική μας κατάσταση το κλάμα ή το γέλιο.²

Για τις δύο τελευταίες θεωρίες, τις μόνες που μπορούν να έχουν σήμερα αξιώσεις, είχε η κριτική πολλές επιφυλάξεις, κι ενώ ο Paul αναγνωρίζει ακόμη σημαντική θέση στην επιφωνηματική ονοματοποίηση, ο Wundt ιδίως έφερε σημαντικές αντιρρήσεις. Δεν είναι κατά τον Wundt ο ήχος πρωτόγονη λειτουργία της συνείδησης αλλά φαινόμενο δευτερογενές και αποτέλεσμα, αφού αναγκαστικά προηγείται η κινητική λειτουργία των φωνητικών οργάνων και δεν μπορεί λ.χ. να σχετίζεται άμεσα η έννοια της βροντής με τις κινήσεις που κάνουμε προφέροντας τη λέξη. Και η επιφωνηματική θεωρία προϋποθέτει πως από τυχαίες στην αρχή φωνές στην κοινή εργασία επάνω (Noire) γεννήθηκε η γλώσσα, άρα πως το λογικό ήταν πριν από τη γλώσσα.

Εξώφυλλο Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου

Μπορεί ακόμη και η παιδική γλώσσα να έχει κάποια αποδεικτικότητα, και είναι ακόμη ακαθόριστες και οι λέξεις του έχουν στενότερη και πλατύτερη έννοια – λ.χ. κουά = πάπια (στο νερό), αλλά και: το νερό (χωρίς πάπια), ή: μια χωρισμένη πάπια. Αλλά μην ξεχνούμε ότι το παιδί μαθαίνει κυρίως τη γλώσσα από τη μητέρα, την νταντά και τους άλλους γύρω του, προσαρμόζοντας στις φωνητικές του δυνάμεις ό,τι ατελώς ακούει και βλέπει.³

Τα γενικά πορίσματα που μπορούν να καθοριστούν για την πρώτη γλωσσική δημιουργία είναι περίπου τα ακόλουθα:

  1. Για την εξήγηση θα χρησιμοποιήσουμε μόνο τις γλωσσικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις που μας δίνει ο σημερινός άνθρωπος, χωρίς να υποθέτουμε πως στην παλιά εκείνη εποχή ο άνθρωπος είχε διαφορετική υπόσταση.
  2. Γλωσσική δημιουργία ποτέ δεν έλλειψε, ούτε ως σήμερα.
  3. Η πρώτη γλώσσα γεννήθηκε χωρίς το σκοπό της ανακοίνωσης· και όταν έπειτα προστέθηκε και αυτός, χωρίς το σκοπό να γίνει (η γλώσσα) μόνιμο όργανο για τη συνεννόηση.
  4. Οι πρώτες λέξεις έγιναν σε αψιθυμική κατάσταση και φανέρωναν τη θέληση για κάτι.

Η αρχή της γλώσσας θα νοηθεί καλύτερα – ακολουθώ εδώ κυρίως το Wundt – αν σύμφωνα με μια εξελικτική αντίληψη καταλάβουμε πως και αυτή είναι εκφραστική κίνηση, και την εξετάσουμε μαζί με τις όμοιες κινήσεις που εκφράζουν στον άνθρωπο μια ψυχική κατάσταση· (για το Wundt εκφραστική κίνηση και αψιθυμία είναι το ίδιο φυσιολογικό φαινόμενο).

Κάθε αίσθημα ξεθυμαίνει σ’ ένα σωματικό αντίχτυπο – κοκκίνισμα, χλώμιασμα, σφυγμός, κινήσεις με τα χέρια, μιμικές κινήσεις του προσώπου. Μαζί με τη μιμική κίνηση γεννήθηκε σιγά σιγά το ένστικτο για τη μετάδοση.

Δεν υπάρχουν όρια καθαρά γλωσσικής και προγλωσσικής εποχής. Η εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης καθρεφτίζεται στην εξέλιξη των εκφραστικών κινήσεων, της μιμικής, της γλώσσας, και σε κάθε της βαθμίδα εκφράζει παραστάσεις, αίσθημα, σκέψη με την ανάλογη έκφραση. Και η γλώσσα, «εκφραστική κίνηση σε όλες τις βαθμίδες της εξέλιξής της, βγαίνει από το σύνολο των εκφραστικών κινήσεων ως μέρος τους, που διακρίνουν κάθε ζωική ορμή». Το πρόβλημα της πρώτης δημιουργίας περιορίζεται τότε στο ακόλουθο: πώς έγιναν φθόγγοι και σύμβολα για το περιεχόμενο της σκέψης μας οι εκφραστικές κινήσεις που είχε στη διάθεσή του ο άνθρωπος, με την τότε συνείδησή του.

Πρόδρομος της γλώσσας των φθόγγων φαίνεται πως ήταν η μιμική γλώσσα που και σήμερα ακόμη τη βλέπουμε να συνοδεύει κάποτε τη γλώσσα μας ή και να είναι αποκλειστικό όργανο για την έκφραση. Ως κύριο στην πρώτη εποχή της φθογγικής γλώσσας πρέπει να υποθέσουμε όχι τον ήχο, μα τις φωνητικές κινήσεις που τον γεννούσαν, και που ήταν μέρος και αυτές από τις μιμικές κινήσεις των χεριών και του άλλου σώματος.

Οι κινήσεις αυτές ήταν ή απλώς υποδηλωτικές (λ.χ. το χέρι στο αφτί, στο μάτι = ακούω, βλέπω) ή μιμητικές και περιγραφικές (λ.χ. κουνώ τα χείλη = τρώγω, μιλώ) ή, σε πιο προχωρημένη εξέλιξη, συμβολικές (λ.χ. δείχνω την καρδιά = αγαπώ)· αργότερα αποσχίζεται η φθογγική γλώσσα από τη μιμική και γίνεται ανεξάρτητη, και συσχετίζεται πια άμεσα ο φθόγγος με την παράσταση – εκεί που πρώτα ο φθόγγος συναποτελούσε με τη μιμική την εκφραστική κίνηση, και η αντίστοιχη του αψιθυμία συναρτιζόταν από παράσταση κι αίσθημα. Έτσι με την ανώτερή της σκοπιμότητα νίκησε στο τέλος η γλώσσα του ήχου· οι πρώτες λέξεις, σαν τα μιμικά σχήματα, ήταν ολόκληρες προτάσεις. Εκείνα που εμείς ονομάζουμε λέξεις είναι προϊόντα μακριάς ακόμη εξέλιξης.

*

Αυτές είναι σύντομα οι ιδέες που επικρατούν στους κύκλους των ειδικών για την αρχή της γλώσσας, και στο πρόβλημα αυτό ζήτησε να ρίξει νέο φως τα τελευταία χρόνια μια νέα έρευνα, η ψυχανάλυση, θεμελιωμένη από τον καθηγητή S. Freud. Θα ήταν βέβαια πολύ να δώσω στη θέση αυτή μια όπως και να είναι περιεκτική εικόνα για τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Βιεννέζου καθηγητή, καθώς διαμορφώθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια (1895-1914), ωστόσο κρίνω καλό να πω γι’ αυτές εδώ μερικά λόγια, αφού μάλιστα είναι ολότελα άγνωστες στο ελληνικό κοινό.

Από τη μελέτη και τη θεραπεία που έκανε ο Freud σε μερικές νευρικές αρρώστιες, τις ψυχονευρώσεις, έβγαλε σιγά σιγά ένα σύστημα ψυχολογίας που ζητεί να εξηγήσει, έξω πια από την ψυχοπαθολογία, τον ψυχικό μηχανισμό του ανθρώπου, και που τελευταία, με τους άφθονους επιστήμονες που ενώθηκαν στη φροϊδική σχολή, ζητεί σύμφωνα με την ιδιαίτερή του μέθοδο να ρίξει νέο φως σε όλες τις πνευματικές επιστήμες, λαογραφία και δίκαιο, τέχνη και θρησκεία, παιδαγωγική και γλώσσα.

Πρώτη προϋπόθεση της ψυχαναλυτικής θεωρίας είναι ότι στο καθενός την ψυχή κρύβονται, πίσω από τη συνείδηση, διάφορες υποσυνείδητες παραστάσεις και συναισθήματα, όχι όμως στη σημασία που άλλα συστήματα και φιλοσοφίες έχουν δώσει στο υποσυνείδητο, αλλά σαν ένα περιεχόμενο που ούτε και σε μας δεν είναι προσιτό, που οι ίδιοι του αντιστεκόμαστε άμα τύχει και σκύψουμε μέσα μας, και που αν το αντικρίσουμε μας φαίνεται ξένο και ασυμβίβαστο με τη συνειδητή μας υπόσταση.

Το κλειδί για το υποσυνείδητο το βρήκε η ψυχανάλυση, οδηγημένη από των νευρώσεων τα ενοχλητικά και κατηγορικά συμπτώματα, που σε τέτοια αντίθεση πολλές φορές έρχονται με της αρρωστημένης ψυχής τη συνείδηση. Το κλειδί είναι – το ίδιο και για τους γερούς – τα όνειρα, τα δημιουργήματα της τέχνης, τα «παραστρατήματα» της καθημερινής ζωής (λ.χ. άμα λέει κανείς άλλ’ αντ’ άλλων, άμα θυμάται κάτι στραβά ξεχνώντας το σωστά, άμα αφηρημένος κάνει ένα πράμα αντίς άλλο κτλ.). Όλα αυτά τα συμπληρωματικά φανερώματα του υποσυνείδητου – η συνείδηση δε μας τα εξηγεί! – τα συσχετίζει η ψυχανάλυση – η «ψυχολογία του βάθους» – με την υποσυνείδητη θέληση μέσα μας και με μακρινά ελατήρια, που σύμφωνα μ’ έναν αναπόδραστο ψυχικό ντετερμινισμό συνδέουν κάθε μας ψυχική εκδήλωση· έτσι ζήτησε να φωτίσει τις μυχιώτερες υφές της ανθρώπινης ψυχής, καθορίζοντας και τα κρυμμένα ψυχικά συμπλέγματα (Komplexe) που είναι κατά το Freud και τα κυριότερα ελατήρια για κάθε ψυχική μας ενέργεια.

Αυτά είναι τα σημαντικώτερα στοιχεία παραστάσεων που ενώθηκαν σε ομάδες στα πρώτα χρόνια της παιδικής ψυχής, και που έχουν εποικοδομηθεί μέσα της με μεγάλα συναισθηματικά ποσά (αγάπης και μίσους). Έτσι παρουσιάζει η ψυχική μας υπόσταση από τη στιγμή που μορφώνεται σε συνείδηση, ένα παραμέρισμα (Verdrängung): ένα μέρος από τις πρώτες μας εντυπώσεις και το πρώτο περιεχόμενο της συνείδησης πέφτει σε αμνησία και χάνεται. Αυτό το χρωστούμε κατά το Freud στην αντίθεση με την οποία αντικρίζουμε στην αρχή της ψυχικής μας ζωής τον κόσμο – το δικό μας και τον έξω, τον εγωιστικό και τον οικογενειακοκοινωνικό, το φυσικό και τον πολιτισμένο. Κάθε επιθυμία του μικρού παιδιού που έρχεται σε αντίθεση και σε σύγκρουση με τις άλλες του επιθυμίες και με τις ηθικές και αισθητικές του αξιώσεις γεννά δυσφορία, και η παράσταση που την προκάλεσε παραμερίζεται κάτω από τη συνείδηση. Και όσο δυνατότερες είναι στο παιδιού την ψυχή οι πρώτες εγωιστικές και αντικοινωνικές ορμές, όσο εντονότερη η αρχική όρεξη (Libido) της ζωής, όσο μεγαλύτερες οι απαιτήσεις που του παρουσίασε η οικογενειακή αγωγή στο όνομα της κοινωνίας και του πολιτισμού, της υπακοής και της ηθικής, τόσο δυσκολότερη είναι η προσαρμογή του παιδιού στις απαιτήσεις του έξω κόσμου, τόσο ριζικώτερα – η κληρονομική ιδιοσυγκρασία δεν μπαίνει φυσικά σε λογαριασμό εδώ – σβήνει από τη συνείδηση κάθε παράσταση και κάθε συναίσθημα που γίνονται πια ασυμβίβαστα μέσα στη συνείδηση του πολιτισμένου ανθρώπου που μορφώνεται – τόσο μεγαλύτερη είναι και η αντίδραση που θα παρουσιαστή άμα τυχόν πρόκειται να ξαναγίνη τίποτε από αυτά συνειδητό.

Το παραμέρισμα αυτό πρωτόγονων ορμών, που για πάντα πια κρυμμένες και αφανέρωτες εξακολουθούν όμως να υπάρχουν και να αποζητούν εκδήλωση, είναι και η μεγάλη πηγή για όλο μας τον πολιτισμό. Οι παραμερισμένες ζωικές ορμές, αλλαγμένες πια με την ανατροφή, πολιτισμένες, εξυψωμένες (sublimiert), θα χρησιμοποιηθούν σε σφαίρες όπου θα τις δεχτή χωρίς σύγκρουση η συνείδηση, στην τέχνη και στην επιστήμη, ή – άμα δεν πετύχη η «εξύψωσή» τους – θα οδηγήσουν το άτομο στην αρρώστια.

Έτσι δίνει του Freud η θεωρία εξαιρετική σημασία στο παραμέρισμα που παθαίνουν με την αγωγή στην πρώτη παιδική ηλικία διάφορες πρωτόγονες ορμές και κυριώτατα οι γενετήσιες, αφού αυτές πρώτα-πρώτα διοχετεύει και περιορίζει ο πολιτισμός και ίσια-ίσια σ’ αυτό στηρίζει ένα μεγάλο μέρος από τη δύναμή του. Φυσικά, για τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας πρέπει ο όρος γενετήσια ζωή να νοηθή πλατύτατα, σαν κάτι που σε σπέρμα κλείνεται όλη η κατοπινή εξέλιξη, και που για το μικρό παιδί έχει όσο εκδηλώνεται –γιατί αυτό το δέχεται και το αποδείχνει ο Freud– αντίθετα με αργότερα, χαρακτήρα αυτοερωτικό. Έτσι οι αντιθέσεις της ζωής που νωρίς φέρνουν το άτομο σε συγκρούσεις και ψυχικούς διχασμούς, δίνουν και το σημαντικώτατο κατακάθισμα στα βάθη της ψυχής για κάθε του πλούσια ενέργεια.

Άμα συλλογιστούμε πως ο χαρακτήρας του ατόμου είναι μόνο η πρόσοψη, η «φασάδα», για κάτι πολύ πιο πολυσύνθετο, και που με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης κατορθώνουμε σε πολλά να ξεσκεπάσουμε, και να μελετήσουμε στα παρασκήνια της ψυχής εντυπώσεις κι αισθήματα κρυμμένα στα βαθύτερά της στρώματα, τότε θα καταλάβουμε και τη μεγάλη βοήθεια που είναι καλεσμένη να δώση η έρευνα αυτή στην παιδαγωγική.

Οι ιδέες αυτές του Freud δε βγήκαν καλά-καλά ακόμη από το στάδιο της πολεμικής και ούτε τις ερμηνεύουν με όμοιο τρόπο όλοι οι πολυάριθμοι σήμερα οπαδοί της φροϊδικής σχολής. Ωστόσο, και αν ακόμη δεν τους δώσουμε την απόλυτη σημασία που φιλοδόξησε για τις ιδέες του ο Βιεννέζος καθηγητής, διατηρούν την αλήθεια και τη σημασία τους. Την εφαρμογή τους στα παιδαγωγικά ζητήματα δοκίμασαν κιόλας συχνά στη Γερμανία και στην Ελβετία, και ο πρώτος αριθμός της νέας παιδαγωγικής συλλογής του Meumann-Messmer εγκαινιάστηκε μ’ ένα έργο αφιερωμένο ίσια-ίσια στη συστηματική περιγραφή της μεθόδου αυτής.4 Γενικώτερα, για να «βοηθήση την εφαρμογή της ψυχανάλυσης στις πνευματικές επιστήμες» συστήθηκε η Imago, περιοδικό γερμανικό με εκδότη το Freud. Εκεί δημοσιεύτηκαν κοντά σε άλλες μελέτες που διαφωτίζουν λαογραφικά και γλωσσικά ζητήματα και οι δύο μελέτες για την πρώτη γλωσσική δημιουργία που έδωσαν αφορμή στην εισήγησή μου αυτή.5

*

Οι ιδέες του φιλολόγου Sperber για την αρχή της γλώσσας μπορούν να συνοψιστούν έτσι: Για να πούμε πως γεννήθηκε γλώσσα δε φτάνει η φωνή μα πρέπει η φωνή αυτή να χρησιμεύη σ’ ένα άτομο για να εκφράση σ’ ένα άλλο κάποιο ψυχικό περιεχόμενο. Μια κραυγή στον πόνο επάνω δεν είναι παρά κραυγή· γίνεται γλώσσα τη στιγμή που τη βγάζουμε για να καλέσουμε σε βοήθεια. Όλοι σχεδόν όσοι κατάγιναν ως τώρα με το πρόβλημα της αρχής της γλώσσας ζήτησαν να βρουν πως πλάστηκε το πανάρχαιο λεξιλόγιο, οι πρώτες λέξεις, πως δηλαδή σχετίστηκαν ωρισμένοι φθόγγοι με ωρισμένες έννοιες. Θα πλησιάζαμε όμως περισσότερο στην αλήθεια, αν μπορούσαμε να νιώσουμε τους όρους που βοήθησαν τη δημιουργία της γλώσσας.

Η γλώσσα γεννήθηκε κατά το Sperber τη στιγμή που ένα άτομο άγλωσσο, αλλά με φωνή, παρατήρησε πως οι φωνές που έβγαζε επάνω στο πάθος (αψιθυμία) χωρίς σκοπό, μπορούσαν να επιδράσουν στις πράξεις των άλλων γύρω του. Από τότε το άτομο αυτό είχε γλώσσα: φώναζε, με το σκοπό να προκαλέση την αντίδραση του άλλου. Για να γίνη τώρα αυτό ανάγκη να συντρέξουν τα’ ακόλουθα περιστατικά: Πρέπει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πρόσωπα –το ένα απ’ αυτά να βρίσκεται σε ξέσπασμα, σε κατάσταση αψιθυμίας– να υπάρχουν κάποιοι όροι που να κάνουν το δεύτερο άτομο ν’ αντιδρά κανονικά στη φωνή του πρώτου –η αντίδραση αυτή να είναι επιθυμητή στο πρώτο– η σκηνή να ξαναγίνεται συχνά –να είναι η ίδια πάντα– να είναι απλή.

Απ’ όλες τις σκηνές που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στους πρωτόγονους ανθρώπους, τους ζωανθρώπους καλύτερα, μιας πανάρχαιας εποχής (λ.χ. στο κυνήγι επάνω η επίθεση ενός θηρίου), δύο ανταποκρίνονται καλύτερα στους παραπάνω όρους, ιδίως τους τελευταίους: η πείνα του μικρού παιδιού που φωνάζει για να του δώση η μητέρα τροφή, και η ορμή στον άντρα που αποζητά τη γυναίκα. Η σχέση παιδιού και μητέρας εξηγεί βέβαια την αρχή της γλώσσας για το άτομο, δεν μπορεί όμως αυτή να έδωσε και την πρώτη αρχή στην ανθρώπινη γλώσσα· άφησε που και το παιδί από τους μεγάλους θα μάθη και τη δική του γλώσσα. Έτσι στη γενετήσια ζωή θα βρούμε καθώς και για τόσα άλλα αποκτήματα του πολιτισμού την αρχή της γλώσσας και στη γενετήσια επίκληση έχουμε την πρώτη λέξη.

Έτσι το γνωστό γλωσσολογικό αξίωμα πως η γλώσσα καθρεφτίζει τον πολιτισμό της φυλής και μαζί του πλουτίζει, θα είχε την εφαρμογή του και για τα παλιά εκείνα χρόνια. Η πρώτη λέξη εξελίχτηκε μόνο αφού μορφώθηκε η οικογένεια κι εξασφαλίστηκε μια αδιάκοπη συμβίωση και κάποιος πολιτισμός. Με την έλλειψη ξεχωριστής εποχής οργασμού, με τη σύσταση της οικογένειας και τους ποικίλους άλλους περιορισμούς που ήρθαν στις ζωικές ορμές, πήγε παράλληλα και η επινόηση των πρώτων εργαλείων για τις πρώτες δουλειές. Η φαντασία των ανθρώπων εκείνων που έμπαιναν στον πολιτισμό και τον δημιουργούσαν φορτώνονταν, παράλληλα με την «εξύψωση» των πρωτόγονων ορμών που είδαμε παραπάνω, με «παραμερισμένες» απαγορευτικές παραστάσεις. Έτσι ζητούσαν να ξεθυμάνουν σε εργασίες που πρώτη φορά τις επινοούσαν, και δουλεύοντας έπειτα συνόδευαν την εργασία με επιφωνηματικές εκφράσεις, τις πρώτες λέξεις του πολιτισμού, που τις έπαιρναν από τη γνώριμή τους χρήση· έτσι έβρισκε κάποιο αντίρροπο και η φαντασία τους.

Ακόμη και σήμερα βλέπουμε στις γνωστές γλώσσες, σε πολλές λέξεις που σχετίζονται με τις εργασίες των πρωτόγονων (όργωμα, κατεργασία σκληρού υλικού για κατασκευή εργαλείων, άναμμα φωτιάς) ή στις ονομασίες των σχετικών εργαλείων, να δικαιολογείται η θεωρία αυτή. Και πρέπει να συλλογιστούμε ότι για τους πρωτόγονους ανθρώπους που ήταν ακόμη πολύ κοντύτερα στη φυσική ζωή, οι παραλληλισμοί με αυτή ήταν ευκολότεροι. Τις επιφωνηματικές αυτές λέξεις που λέγονταν επάνω στη δουλειά με διπλή ακόμη σημασία, τη μεταχειρίζονταν αργότερα και για να δηλώσουν απλώς τη δουλειά.

Τώρα, πώς δεν χρησιμοποιήθηκε η ίδια αρχική γενετήσια λέξη και για κάθε είδους εργασίας, αλλά έπλασαν αμέσως τόσες διαφορετικές λέξεις; Πρέπει να συλλογιστούμε πως για να επινοηθή μια νέα δουλειά, ένα νέο εργαλείου, έπρεπε κάθε φορά να περάσουν εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Στο μεταξύ η πρώτη λέξη είχε ταυτιστή πια με την πρώτη εργασία, τη μεταχειρίζονταν ακόμη και τα παιδιά σε προηβική ηλικία, κι επειδή για την επινόηση κάθε νέας εργασίας πρέπει να υποθέσουμε κάποιο ψυχικό οργασμό, πολύ εντονότερο από κείνο που χρειάζονταν η παλιά και γνώριμη, φυσικό ήταν να μη «μεταφέρουν» και για τη νέα εργασία την κιόλας γνωστή λέξη, αλλά να μεταχειριστούν, σαν και την πρώτη φορά, ένα νέο επιφώνημα, γνωστό από τη ζωή της αγάπης.

Έτσι οι πρώτες ρίζες, για διάφορες πρωτόγονες εργασίες, με διαφορετική φθογγική σύσταση –μπορεί να γεννήθηκαν και σε τόπους διαφορετικούς– είχαν όλες την ίδια πρώτη σημασία.

Η θεωρία αυτή εξηγεί καλύτερα από άλλες τη γένεση της γλώσσας, γιατί συσχετίζοντάς την με τα πρώτα εργαλεία και τη χρήση τους μας παρουσιάζει τους πρώτους ανθρώπους σε κοινή εργασία να έχουν συχνότατα την ευκαιρία να ξαναμεταχειρίζωνται τα πρώτα αυτά γλωσσικά στοιχεία. Φωτίζει ακόμη με νέο φως και το δυσκολοξήγητο αλλιώς λαογραφικό φαινόμενο: την πίστη στη μαγική δύναμη της γλώσσας, που φτάνει να ξεστομίσης ένα όνομα για ν’ αποκτήσης δύναμη σε κείνον που το έχει. Την καταλαβαίνουμε καλύτερα άμα ανατρέξουμε στα παλιά εκείνα χρόνια και δεχτούμε τη θεωρία αυτή.

Ως προς το είδος των πρώτων λέξεων ο Sperber τις νομίζει ρίζεςρηματικές· εννοούσαν κυρίως, αν και αόριστα κάποως, μια πράξη και σιγά σιγά αποσχίστηκε το ουσιαστικό, κι έπειτα και τα’ άλλα μέρη του λόγου –επίθετο κι επίρρημα τοπικό– που σα σε σπέρμα κρύβουνταν στην αρχική ρίζα. Όταν σιγά σιγά η αρχική γλώσσα άρχισε να μη συνοδεύεται από τον ψυχικό ερεθισμό και να μην αναφέρεται σε σύγχρονα περιστατικά της στιγμής, έγινε και η σκέψη, γληγορώτερη, και συνθετώτερη η διατύπωση: εκεί που πρώτα έφτανε ένα «γαβγίζει» –το σκυλί ήταν εκεί– ή ένα «σκυλί» (δηλ. «να το σκυλί»), που σε λίγο το ακολουθούσε κι ένα: «γαβγίζει», τώρα έλεγαν «το σκυλί γαβγίζει». Όσο γρηγορώτερα γίνουνταν η σκέψη και η ομιλία, τόσο ενώνονταν και περισσότερες λέξεις σε μια φράση, και κατά το νόημα άρχιζε μια ποικιλία στον τονισμό, με κύριους και δευτερεύοντες τόνους. Με αυτό όμως άλλαξε και η φωνητική και σημασιολογική αξία μερικών από τις πρώτες λέξεις που υποβιβάστηκαν πια σε καταλήξεις και προθήματα. Έτσι γεννήθηκε η κλίση.

Η θεωρία αυτή του Sperber, καθώς δε και τόσες νέες θεωρίες που πρώτη φορά ακούονται, δεν είναι και τόσο νέα στα επιχειρήματά της όσο θα πίστευε κανείς την πρώτη στιγμή. Κιόλας στα 1877 είχε τονίσει ο Noire τη μεγάλη σημασία που μπορεί να έχουν για τη γέννηση της γλώσσας οι πρώτες εργασίες του πρωτόγονου ανθρώπου και οι φωνές που τη συνοδεύουν, και αργότερα στα 1894 ο Δανός γλωσσολόγος Jespersen συλλογίστηκε τη σημασία που έπρεπε να είχε η γενετήσια ζωή. Μα ο Noire δεν είχε δείξει ακόμη ότι οι φωνές είναι απαραίτητα αναπόσπαστες από την ομαδική εργασία –έβρισκε την ψυχική ένταση μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, καθώς άμα στρατιώτες ορμούν στην έφοδο ή άμα από την παραλία προσπαθούν να σώσουν ένα πλοίο που βουλιάζει– ενώ το κατορθώνει ο Sperber δείχνοντας την σχέση της εργασίας με την γενετήσια ζωή. Και ο Jespersen δεν μπορούσε ακόμη να εκμεταλλευτή την ιδέα του και να χρησιμοποιήση τα γονιμώτατα ψυχολογικά στοιχεία και πορίσματα που μας προμηθεύει σήμερα η σχολή του Freud.

Καi αλήθεια τα ύψιστα αποκτήματα του ανθρώπινου μυαλού, τέχνη, επιστήμη, πολιτισμός, σχετίζονται αμεσώτατα με πρωτόγονες γενετήσιες ορμές, που «παραμερισμένες» απομένουν ανεκδήλωτες με την αρχική τους μορφή. Δεν είναι πιθανό πως και η γλώσσα, το κατ’ εξοχήν εκφραστικό όργανο του ανθρώπου, ζωντάνεψε κι αυτή ποτίζοντας τις ρίζες της στην ίδια αστείρευτη πηγή της ζωής, στην ανάγκη εκείνη την ανθρώπινη που κατ’ εξοχήν αποζητά την έκφραση; Πρέπει μάλιστα να υποθέσουμε πως στα μακρινά χρόνια των πρώτων βημάτων του «πολιτισμού» η πηγή εκείνη είχε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη και σημασία, τότε που τα’ ανώτερα ένστικτα έμπαιναν τόσο λίγο ακόμη σε λογαριασμό.

Τη θεωρία του ο Sperber δεν τη θεωρεί ακόμη «έτοιμη θεωρία» αλλά μάλλον σειρά από ανέτοιμες σκέψεις που θα δώσουν αφορμή να ξανασυζητηθή από τη νέα αυτή άποψη το ζήτημα της πρώτης γλωσσικής δημιουργίας. Και βέβαια, θα πρέπει να συσχετιστούν οι ιδέες αυτές περισσότερο με τα παλιά συμπεράσματα και ν’ αναθεωρηθή η εξέταση του ζητήματος αυτού σύμφωνα με τις γόνιμες απόψεις που ανοίγει η φροϊδική ψυχολογία. Ο ίδιος ο Sperber δέχεται πως κατ’ αρχήν δεν αποκλείει ολότελα την ονοματοποιία ή καμιά άλλη εξήγηση, πιστεύει όμως ότι μόνη η δική του θεωρία εξηγεί ικανοποιητικά την πρώτη γλωσσική δημιουργία. Και αλήθεια, όσο δύσκολο κι αν προσοικειώνεται ίσως τις ιδέες αυτές του Σουηδού φιλολόγου όποιος πρώτη φορά αντικρίζει τις φροϊδικές του προϋποθέσεις, για κείνον που συνήθισε να συλλογίζεται κατά την ψυχαναλυτική μέθοδο η θεωρία του Sperber φωτίζει με νέο φως την πρώτη εποχή του ανθρωπισμού.

Σ’ ένα δεύτερο μέρος της μελέτης του ζητεί ο Sperber ν’ αποδείξη πραχτικά την πιθανότητα της θεωρίας του, με άφθονα παραδείγματα από τα γερμανικά ιδιώματα, όπου γίνεται φανερό ότι πάρα πολλές λέξεις πέρασαν στη σημασιολογική τους εξέλιξη από τον κύκλο της έννοιας που παραπάνω υποστηρίζει ως την αρχέγονη σημασία.

Σα συμπλήρωμα στις ιδέες αυτές δημοσιεύτηκε έπειτα σ’ έναν από τους ακόλουθους αριθμούς του ίδιου περιοδικού το άρθρο του Berny από τη Βιέννη, που ανέφερα παραπάνω. Στηριγμένος στο καθαρά φιλολογικό έργο του Steyer6 και τα πορίσματά του για τους πρώτους ήχους που μεταχειρίστηκαν οι προϊστορικοί Ευρωπαίοι, προσπαθεί ο Berny να καθορίση καλύτερα και να συμπληρώση τη γλωσσική αφετηρία που θέτει η θεωρία του Sperber. (Η πρώτη λέξη του Sperber είναι το συμφωνητικό ωα, ουοα του Steyer, που αποτελεί και την απλούστερη σειρά φωνηέντων).

Αυτά για την προσπάθεια να εξηγηθή πως γεννήθηκε η γλώσσα σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Freud. Ας σημειώσουμε ακόμη εδώ πως η ψυχανάλυση, με τη μελέτη του υποσυνείδητου και της αρχαϊκής γλώσσας που παρουσιάζεται στα όνειρα, έδωσε ως τώρα και άλλα πορίσματα που φωτίζουν τη γλώσσα και τη σκέψη των ανθρώπων της προϊστορικής εποχής. Βεβαίωσε τη σημασία που έχει η σκέψη με σύμβολα –για την εποχή που δεν μπορούσαν ακόμη καλά να σκεφτούν αφηρημένα και με έννοιες, και –οδηγημένη κι δω από το υποσυνείδητο, που έχει την ιδιότητα να δέχεται και να συμβιβάζη τις πιο ασυμβίβαστες αντιθέσεις, αδύνατες για ένα λογικό άνθρωπο– εξήγησε καλύτερα τη γνωστή παρατήρηση πως σε παλιές γλώσσες με την ίδια λέξη αποδίδουν συχνά διπλές αντίθετες έννοιες.

Σημειώσεις

1. Πρβ. Λουκρήτιο, De rerum natura 5, 1016: At varios linguae sonitus natura subegit mittere, et utilitas expressit nomina rerum, non alia longe ratione atque ipsa videtur protrabere ad gestum pueros inlantia linguae, cum facit ut digito quae sint praesentia moustrent.

2. Το τελευταίο έργο που δίνει μια επισκόπηση όλων των θεωριών για την αρχή της γλώσσας είναι του Borinski, Der Ursprung der Sprache, Χάλη 1911. Αλλά δεν το έχω δει.

3. Τα στάδια της παιδικής γλώσσας είναι τ’ ακόλουθα: α) φωνές: α, ουα· στην αρχή μόνο από δυσαρέσκεια, έπειτα κι από ευχαρίστηση, β) έναρθροι φθόγγοι χωρίς σημασία: α-πα-πα, ντα-ντα-ντα-ντα, συνοδεύουν αισθήματα θαυμασμού, χαράς και παρουσιάζουν τάση για διπλασιασμό. Στο τέλος της πρώτης χρονιάς αρχίζει η μίμηση των ήχων και το παιδί καταλαβαίνει τη σημασία των κινημάτων και των λέξεων, γ) τ’ αντικείμενα ονομάζονται και γεννιέται η επιθυμία για την ανακοίνωση· οι πρώτες ανακοινώσεις είναι αψιθυμικές: μα+μα = θέλω να φάω· η άρνηση και απόκρουση έρχεται πριν την κατάφαση. Στο τέλος της δεύτερης χρονιάς αρχίζει το παιδί να ονομάζη και ν’ αναγνωρίζη με χαρά πως οι λέξεις σημαίνουν πράματα.

4. Padagogium, Eine Methoden – Sammlung für Erziehung und Unterricht, τόμος 1, Die Psychoanalytische Methode, Eine Erfahrungswissenschaftliche -systematiche Darstellung von Dr. O. Pfister, με πρόλογο του S. Freud. Λιψία-Βερολίνο 1915, 512 σελ. (8 μεγάλο). Πρβ. ακόμη του E. von Hug-Hellmuth, Aus dem Seelenleben des Kindes, eine psychoanalytische Studie, στη συλλογή Schriften zur angewandten Seelenkunde, αρ. 15. Λιψία-Βιέννη 1913, 170 σελ., βιβλίο γραμμένο με υπερβολές νεοφώτιστου, αλλά με άφθονες γόνιμες σκέψεις.

5. Sperber, Über den Einfluss sexueller Momente auf Entstehung und Entwickelung der Sprache. Imago, Λιψία 1912, σ. 405-453. Berny, zur Hypothese des sexuellen Ursprungs der Sprache. Imago, Λιψία 1913, σ. 537-551. Πρβ. ακόμη Rank και Sachs, Die Bedeutung der Psychoanalyse für die Geisteawissenschaften. (Κεφάλαιο Δ’, Εθνολογία και Γλωσσολογία). Wiesbaden 1913. – Reick, Sprachwissenschaft. Επιθεώρηση στο Jahrbuch für Psychoanalyse. Λιψία, 1914.

6. Ursprung und Wachstum der Sprache indogermanischer Europaer, 1905.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.