Jacques Arveiller
Richard Rechtman
σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]
Georges Lantéri-Laura
(1930-2004)
Ο καθηγητής Jacques Arveiller είναι Πρόεδρος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού L’ Evolution Psychiatrique και διαχειριστής της πνευματικής κληρονομιάς του G. Lantéri-Laura.
Ο ψυχίατρος και ανθρωπολόγος Richard Rechtman είναι Αρχισυντάκτης του περιοδικού L’ Evolution Psychiatrique, Ερευνητής στο CNRS (Université Paris V) και Διευθυντής του Institut Marcel Rivière στο Παρίσι.
Μετάφραση: Κώστας Πόταγας
Η Σύναψις συνεχίζει το αφιέρωμα στον Georges Lantéri-Laura (1930-2004) που εγκαίνιασε στο προηγούμενο τεύχος. Πρόθεσή μας είναι να το επεκτείνουμε διάσπαρτα μέσα στις σελίδες και των επόμενων τευχών, με δικά του κείμενα αλλά και κείμενα που αφορούν στο έργο του.
Ο τίτλος που δώσαμε στην εισαγωγή αυτή είναι αναδρομικά υπονοητικός και ήδη νοσταλγικός. Εδώ και δυο χρόνια, ο Georges Lantéri-Laura έχει πάψει να γράφει και να παράγει αυτό που κυρίως επεδίωκε μέσα στη μειδιώσα ταπεινοφροσύνη του, δηλαδή «ιστορικές και κριτικές εισαγωγές» σε θέματα που, εμείς οι μαθητές του θα καταφέρναμε, ίσως κάποτε, να αναπτύξουμε περαιτέρω. Αυτή όμως η ταπεινοφροσύνη κι αυτό το χαμόγελο έκρυβαν και, ταυτόχρονα, αποκάλυπταν μια προσωπικότητα σπάνια. Από την ανθρώπινη πλευρά, πριν απ’ όλα, η παρουσία του, η λεπτότητά του, κι ο τρόπος του να δείχνει τη φιλία του, τον καθιστούσαν πάντοτε προνομιακό συζητητή. Ήξερε να ακούει, να μαντεύει τη σκέψη του άλλου, να διεισδύει στη λογική του για να τον βοηθήσει καλύτερα να ξεπεράσει τα ίδια του τα όρια ή τις αντιφάσεις του. Μπόρεσε έτσι να μεταδώσει σε πολλές γενιές ψυχιάτρων την όρεξη να ξεπεράσουν τα όρια της ειδικότητάς τους, να ανοιχτούν σε άλλες γνώσεις, σε άλλες απορίες, χωρίς όμως ποτέ να θυσιάζουν την κοινή τους αξία: την κλινική. Διότι ήταν επίσης και ένας μεγάλος κλινικός. Η σημειολογία δεν φαινόταν να του κρατάει κανένα μυστικό, επειδή, ακριβώς, την ασκούσε, πριν ακόμα τη διδάξει ή τη διερευνήσει επιστημολογικά. Με το ίδιο ταλέντο παρακολουθούσε και τα σχέδια των μελετών που του υπέβαλλαν, έδινε ώθηση σε καινοτόμες κατευθυντήριες γραμμές, χωρίς ποτέ του να διεκδικήσει κάποια πατρότητα. Ο Georges Lantéri-Laura ήταν λοιπόν ένας αυθεντικός Δάσκαλος, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου.
Κι ωστόσο, είχε εκμυστηρευτεί πρόσφατα στον έναν εξ ημών, με εκείνη τη μικρή δόση ευτράπελης πονηριάς που τον χαρακτήριζε, πως στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ως κλινικού και ως διδάσκοντος είχε κάνει πολλούς φίλους, νέους και λιγότερο νέους, αλλά ποτέ του δεν είχε κανέναν μαθητή. Ομολογούσε πως ποτέ του δεν θέλησε να ηγηθεί κάποιας σχολής, κι όπως αρεσκόταν να υπογραμμίζει χαριτολογώντας, αυτό δεν έγινε ποτέ. Παρά την υπόμνησή του αυτή, δεν είναι λίγοι εκείνοι που στο έργο του Lantéri-Laura αναγνωρίζουν τα θεμέλια της δικής τους σκέψης και που πρόθυμα παραδέχονται την οφειλή τους σ’ αυτόν. Μια οφειλή, όμως, κάποως ιδιόρρυθμη αφού δεν απαιτούσε κανένα αντί-δώρο, εκτός ίσως από την απόλαυση και τη μετάδοση του προσφερθέντος αγαθού, δηλαδή την ελευθερία της σκέψης. Ο Lantéri-Laura χρησιμοποίησε εμφανώς για λογαριασμό του τα μαθήματα του δομισμού του Lévi-Strauss, αρνούμενος να αναλάβει την επίζηλη θέση του πρωτοστάτη, του ιδρυτή ενός τρόπου σκέψης, προτιμώντας την έκκεντρη κι ωστόσο καθοριστική θέση του συμπορευόμενου συγγενούς. Εκείνου δηλαδή που δίνει και συνάμα αποχωρίζεται από το προσφερόμενο για να επιτρέψει μια καινούργια μετάδοσή του. Στην προτεινόμενη ανταλλαγή, το αντί-δώρο που θα μπορούσε να του αναλογεί εξαλειφόταν προς όφελος ενός αδιαπραγμάτευτου συμβολικού χρέους. Ενός χρέους το οποίο προκύπτει από μια εξ αγχιστείας συγγένεια θα λέγαμε – για να δανειστούμε έναν όρο αγαπητό στους ανθρωπολόγους – που, σε αντίθεση με το χρέος προς τον πατέρα, εγγράφει έναν συναισθηματικό δεσμό, αντί για δεσμούς αίματος, σφραγίζοντας απλώς μια σχέση αμοιβαίων ανταλλαγών που κρατά για όλη τη διάρκεια μιας ζωής, και πολύ συχνά και μετά απ’ αυτήν.
Γεννημένος το 1930 στη Νίκαια, ο Georges Lantéri-Laura σπουδάζει φιλοσοφία και ιατρική στο Αιξ-ον-Προβάνς και, στη συνέχεια, στο Παρίσι. Ανακηρύσσεται διδάκτωρ της ιατρικής και κατόπιν της φιλολογίας στο Παρίσι, το 1960 και το 1968. Εσωτερικός βοηθός των Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του Σηκουάνα από το 1955 ως το 1960. Επιμελητής στο Νοσοκομείο Σαιντ-Ανν στην κλινική του Georges Daumézon (1960-1964), Διευθυντής κλινικής στο Νοσοκομείο του Στέφανσφελντ (1966-1969), ύστερα στο Νοσοκομείο Εσκιρόλ από το 1969 ως το 1998. Ακολουθεί παράλληλα μια πολύ δραστήρια εκπαιδευτική σταδιοδρομία: αρχικά εντεταλμένος διδασκαλίας στη φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (1964-1968), παίρνει στη συνέχεια τη θέση του maître de conférence (1968-1971) και στη συνέχεια του καθηγητή (1971-1972). Το 1972 ονομάζεται Διευθυντής Σπουδών στην École Pratique des Hautes Études (στο τέταρτο τμήμα της που θα γίνει στη συνέχεια η École des Hautes Études en Sciences Sociales) όπου θα διδάξει ως το 1988. Θα έχει επίσης την ευθύνη της διδασκαλίας ενός μαθήματος εγκληματολογίας στο Ίδρυμα Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Παρίσι ΙΙ (1983-1995) και θα παραμείνει Διευθυντής Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Παρίσι ΧΙΙ, Βαλ-ντε-Μαρν, όπου θα διευθύνει διατριβές. Σε όλη του τη ζωή, και μέχρι τις τελευταίες στιγμές, θα αναλαμβάνει πάντα με προθυμία πολυάριθμα μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις, ανακοινώσεις σε συνέδρια και συμπόσια, τόσο στη Γαλλία όσο και στο εξωτερικό. Διεκδικώντας την ιδιότητα του γιατρού και του ψυχιάτρου, ποτέ δεν θέλησε να εγκαταλείψει την κλινική για να αφιερωθεί αποκλειστικά στον κόσμο που συνιστούσε το πάθος του: στον κόσμο των ιδεών και της διδασκαλίας τους.
Ποιες είναι οι σχολές σκέψης που επηρέασαν τον Georges Lantéri-Laura; Αναγνωρίζουμε, προφανώς, τρεις πυλώνες επάνω στους οποίους θεμελίωσε το έργο του: α) τη φιλοσοφία, τη φαινομενολογική της παράδοση κυρίως, β) την ιστορία, ιδιαίτερα στη μορφή της που κληροδότησε η Σχολή των Annales, γ) τη γλωσσολογία, τέλος, κυρίως στη δομική της εκδοχή. Αλλά στους τρεις αυτούς πυλώνες θα πρέπει υποχρεωτικά να προσθέσουμε και τρεις άλλους: πράγματι, η ιατρική, η νευρολογία και η ψυχιατρική δεν ήταν για τον Lantéri-Laura ένα απλό πεδίο εφαρμογής μοντέλων προερχόμενων από τις προαναφερθείσες επιστήμες αλλά, αντίθετα, συνιστούσαν ένα σώμα πρωτότυπων κειμένων, με τη δική τους ομοιογένεια, και τόπο μιας σκέψης και μιας επιστημολογίας που είναι ειδικές και μη αναγώγιμες στις τρεις προηγούμενες. Περισσότερο λοιπόν από μια απλή ανάγνωση της ιατρικής, της νευρολογίας ή της ψυχιατρικής, μέσω της φιλοσοφίας, της ιστορίας ή της γλωσσολογίας, γι’ αυτόν επρόκειτο για μια συγκριτική και κριτική θεώρηση των τρόπων σκέψης, γραφής και δράσης και στους έξι αυτούς τομείς της γνώσης.
Θα ήταν ανώφελο να παραθέσουμε εδώ τα ονόματα όλων των συγγραφέων που διάνθιζαν τη διδασκαλία του και τους οποίους γνώριζε σε έκταση και βάθος: θα ήταν πάρα πολλοί. Εξίσου ανώφελο θα ήταν να αναφερθούμε σε κάποιο ιδιαίτερο όνομα διότι, αντί να αναφερθούμε σε μια σημαντική, προερχόμενη από κάποιον άλλο, σκέψη που θα είχε ακολουθήσει, θα προτιμήσουμε να μιλήσουμε περισσότερο για την εξαιρετική ελευθερία που έπαιρνε ως προς τη σκέψη όσων είχαν προηγηθεί και όσων ήταν σύγχρονοί του. Όπως και για τη διδασκαλία μιας τέτοιας ελευθερίας στους μαθητές του, μιας ελευθερίας που τόσο δύσκολο είναι ν’ αποκτηθεί. Θα τη σχολιάσουμε εδώ ανακαλώντας μια συγκεκριμένη ανάμνηση, την πιο αστεία ίσως που έχουμε συγκρατήσει από τον Georges Lantéri-Laura. Πρόκειται για την ιστορία μιας συνωμοσίας. Διότι, γι’ αυτόν τον ειδικό της παράνοιας, κάθε ανεπίσημη συνάντηση γύρω από κάποιο σχέδιο έρευνας, υπό τον όρο ότι ήταν φιλική, βαφτιζόταν «συνωμοσία». Πράγμα που του επέτρεπε εξάλλου να προσθέτει, μπροστά σε μια ενδεχόμενη δυσκολία: «Προφανώς, οι εχθροί μας έχουν στήσει κάποια παγίδα για να σαμποτάρουν το εγχείρημά μας. Αλλά έχουν υποτιμήσει την οξυδέρκειά μας κι έτσι θα καταφέρουμε να ανατρέψουμε τις μηχανορραφίες τους». Εκείνη τη φορά οι συνωμότες είχαν συγκεντρωθεί με ένα συγκεκριμένο στόχο: τη σύνταξη ενός πρωταπριλιάτικου τεύχους του περιοδικού Génitif. Ο Lantéri-Laura είχε έρθει στη συνάντησή μας αποδεχόμενος ανεπιφύλακτα να προσθέσει κάποιες προσωπικές του παλαβωμάρες στις δικές μας. Βγαίνοντας από την προπαρασκευαστική συνάντηση, ένα είδος εύθυμου brain-storming για το συντονισμό των σχεδίων που είχε καθένας από εμάς, είδα τον Georges Lantéri-Laura, συνήθως συγκρατημένο με αρκετή κομψότητα, να κλαίει λυμένος στα γέλια, τόσο που μ’ έκανε και μένα να τον ακολουθήσω, στη σκέψη των όσων θα φτιάχναμε.
Σε αυτή τη συλλογή άρθρων, με τίτλο «Μεταξύ τρέλας και τρέλας» και με υπότιτλο «καταχρήσεις του σημαίνοντος και των ορμών», που –ας ομολογήσουμε– δεν σημαίνει σχεδόν τίποτε, υπάρχει ένα άρθρο του Georges Lantéri-Laura με τίτλο «Αιτιολογική: θεολογία της αιτιότητας στην ψυχιατρική». Ένα άψογο άρθρο. Για να μην πολυλογούμε: Το κείμενο αυτό μας έδειχνε πως τα αιτιακά συστήματα που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε στην ψυχιατρική για να εξηγήσουν την προέλευση των ψυχικών νόσων, οδηγούσαν αναπόφευκτα, εξαιτίας του χονδροειδούς τους χαρακτήρα, σε αρκετές αντιφάσεις και απορίες. Ότι θα ήταν σωστό, κατά συνέπεια, να υιοθετηθούν από τότε καινούργια μοντέλα για την αιτιότητα, προερχόμενα από άλλες επιστήμες, με τις θεολογικές έννοιες να φαίνονται δυνητικώς κατάλληλες γι’ αυτόν τον σκοπό. Ακολουθούσε λοιπόν μια απόπειρα ιστορικής και κριτικής διευκρίνισης των θεολογικών εννοιών της «υποστατικής ενότητας» και της «εκπόρευσης» (ο Υιός, πράγματι, εκπορεύεται εκ του Πατρός μέσω του Αγίου Πνεύματος). Για το σκοπό αυτό θα γίνει επίκληση, με απόλυτη σοβαρότητα και επιτηδευμένη λογιότητα, στους καλύτερους συγγραφείς. Από την πλευρά της ψυχιατρικής, φυσικά, στον Esquirol, στον Ey, στον Falret, στον Freud, στον Griesinger, στον Guiraud, στον Lacan, στον Magnan, στον Morel, στον Pinel, και στον Schneider, καθώς και σε κάποιους δευτερεύοντες. Από τη φιλοσοφική και τη θεολογική όμως πλευρά, τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα, με την παράθεση ανάκατα, και πέραν της Αγίας Γραφής, του Αριστοτέλη, του Ιερού Αυγουστίνου, του Carnap, του Γουλιέλμου του Όκαμ, του Hume, του Καρτέσιου, του Jaspers, του Malebranche, του Merleau-Ponty. Ο Πλωτίνος, ιδιαίτερη αγάπη του Georges Lantéri-Laura, κρατούσε φυσικά επίλεκτη θέση μέσα σε αυτό το κείμενο που ξεχείλιζε από λατινικά παραθέματα και ελληνική τυπογραφία.
Αλλά άπαξ και οι έννοιες εκτεθούν, εκεί προς το τέλος του άρθρου, όταν ήρθε η στιγμή της εφαρμογής τους στην ψυχιατρική, τα πράγματα άρχιζαν να θολώνουν επικίνδυνα. Αντί να επιλύσουν – έστω προσωρινά – το ακανθώδες αυτό πρόβλημα των αιτίων, οι έννοιες της «υποστατικής ενότητας» και της «εκπόρευσης» μας οδηγούσαν δυστυχώς σε ένα καινούργιο αδιέξοδο. Απλοποιώντας: η ψύχωση εκπορεύεται άραγε από τη διάκλειση (forclusion) μέσω των νευροδιαβιβαστών; Ή μήπως η ψύχωση εκπορεύεται από τους νευροδιαβιβαστές μέσω της διάκλεισης; Από μια τέτοια εννοιολογική τολμηρότητα θα έπρεπε κανονικά να εξαχθούν θεραπευτικές πρόοδοι αποφασιστικής σημασίας. Το επόμενο στάδιο, η εφαρμογή της Forclumine®, μείζονος αντιψυχωσικού, δρώντος στο επίπεδο του γραφήματος L του Lacan και με ένδειξη την καταπολέμηση των απαίσιων συνεπειών της Verwerfung, παρέμεινε εντούτοις στην κατάσταση ανεκπλήρωτου σχεδίου, ελλείψει αρκετά αποφασισμένων συνωμοτών.
Πρέπει μήπως, μέσα από την επίκληση αυτής της συνωμοσίας του 1983, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τον Georges Lantéri-Laura χαρακτήριζε ένας ριζοσπαστικός σκεπτικισμός απέναντι στις θεωρίες; Ή μήπως, ακόμη χειρότερα, ένα είδος μεταμοντέρνας απογοήτευσης, φορέας σαρκασμού; Δεν το πιστεύω ούτε στιγμή: ας αναζητήσουμε κάποιον άλλο δρόμο. Γνωρίζουμε τη δυσπιστία του απέναντι σε θεωρίες με ηγεμονικές φιλοδοξίες και την καχυποψία του για τις γενικές ανθρωπολογίες. Γνωρίζουμε, αντίθετα, την προτίμησή του για Προλεγόμενα, Προσεγγίσεις, Σχεδιάσματα, και Εισαγωγές, ιστορικές και κριτικές, τις κατά περιοχές Επιστημολογίες και άλλες προσωρινές και τοπικές αλήθειες. Ίσως τώρα κάτι γίνεται.
Μερικοί από εμάς θυμόμαστε επίσης ορισμένες αποστροφές από τα σεμινάριά του στην École des Hautes Études όπου, αφού μας είχε σαγηνεύσει με την επιχειρηματολογία του, εξοικονομούσε μερικά λεπτά για να μας αποδείξει εν τέλει, χαμογελώντας, τα αδύνατα σημεία της προηγούμενης απόδειξής του, υποδεικνύοντάς μας μάλιστα τις στιγμές όπου μας είχε κατά τα φαινόμενα «τυλίξει» εν αγνοία μας. Τι μάθημα! Αλλά επίσης, την ίδια στιγμή, και το ακόλουθο ερώτημα: ποια σχέση διατηρούσε τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος με τις ιδέες ώστε να τις μοιράζεται με άλλους, να τις φέρνει στο προσκήνιο και να τις κάνει να εκδηλωθούν κατ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο;
Ελλείψει άλλου, καλύτερου τρόπου που θα μας έδινε κάποια ιδέα για όλα αυτά, ας τολμήσουμε μια μεταφορά. Για τον Georges Lantéri-Laura ο χρωματισμός/συγχρωτισμός του με τις ιδέες ήταν λίγο πολύ σαν τη συναναστροφή με τα παιδιά. Οι ιδέες μας ανήκουν και δεν μας ανήκουν, εφόσον προορισμός τους είναι να ανήκουν στον εαυτό τους. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς ούτε γιατί ούτε πότε τις γεννάμε, ακόμη κι αν θυμόμαστε πως η στιγμή εκείνη πρέπει να ήταν ευχάριστη. Κατόπιν όμως, οφείλουμε να τις αναθρέψουμε. Μας είναι ανυπόφορη η κακομεταχείρισή τους: η κακομεταχείριση των ιδεών από έναν άγαρμπο και χυδαίο στοχαστή ήταν, θυμάμαι, ένα από τα πράγματα που έκαναν τον Georges Lantéri-Laura να ξεχνά τη συνηθισμένη του ευγένεια. Όμως, αυτές τις ιδέες που αγαπάμε τόσο, δεν πρέπει να διστάζουμε ούτε να τις επιπλήττουμε ούτε να τις σωφρονίζουμε λίγο, πάντα όμως με τρυφερότητα: είναι για το καλό τους και για να τους μάθουμε να μην έχουν αυταπάτες και να μην καβαλάνε το καλάμι. Ας μην τους λέμε πολύ συχνά πόσο όμορφες είναι (θα τις κακομάθαινε) και ας τους διδάξουμε (μια εκπαιδευτική αρχή που αγαπούσε ιδιαίτερα) πως «η ανάγκη να έχει κανείς δίκιο είναι ένα χυδαίο πάθος»
Ιδού λοιπόν, αναμφίβολα, σε τι μας καλούσε με πολύ σοβαρότητα ο Georges Lantéri-Laura, συμμετέχοντας στη «συνωμοσία» του 1983, αλλά και με το σύνολο της διδασκαλίας του: μας καλούσε να μην αρκούμαστε στην προσπάθεια να σκεφτούμε πάνω στην ψυχιατρική, κάτι που είναι βέβαια η ελάχιστη απαίτηση από έναν ψυχίατρο (το επανελάμβανε συχνά), αλλά να μάθουμε, επιπλέον, να επερωτούμε τον ίδιο μας τον τρόπο να τη σκεφτόμαστε. Να μάθουμε, ει δυνατόν, να την μετασκεφτούμε.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.