Καρολίνα Σ. Ακινόσογλου και
Ηλίας Δ. Κούβελας

σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Μουσική και εγκέφαλος

Δεν είναι καθόλου εύκολο να προσδιορίσει κανείς
τη φύση της μουσικής, ή το λόγο για τον οποίο
κανείς θα πρέπει να τη γνωρίζει…
Η πρώτη ερώτηση αναφέρεται στο αν και
κατά πόσον η μουσική θα πρέπει
να αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης.
Αριστοτέλους, Πολιτικά

Η Καρολίνα Ακινόσογλου είναι Επιστημονική Συνεργάτης στο Εργαστήριο Φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πάτρας

Ο Ηλίας Κούβελας είναι Ομότιμος Καθηγητής Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πάτρας

Με αφορμή τα παραπάνω λόγια του Αριστοτέλη μπορεί να αναρωτιέται κανείς γιατί η μουσική να αποτελεί αντικείμενο έρευνας και μελέτης των νευροεπιστημών. Συχνά, επίσης, εκφράζεται η υποψία ότι η επιστημονική έρευνα τείνει να υπεραπλουστεύει κάθε καλλιτεχνικό εγχείρημα σε απλή μηχανιστική συμπεριφορά, ελεύθερη από κάθε ίχνος ρομαντισμού – τη στιγμή μάλιστα που η μεθοδική εξέταση άλλων ανώτερων γνωστικών λειτουργιών κρίνεται πιο απαραίτητη.

Αν και οι αντιδράσεις αυτές είναι υπερβολικά απλουστευτικές, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ωστόσο, μπορεί να φανταστεί κανείς τους απέραντους νοητικούς ορίζοντες που δύναται να ανοίξει η επισταμένη σπουδή ενός τόσο σύνθετου, καθολικού και «περιττού» φαινομένου όπως η μουσική. Η μελέτη της αναμφίβολα μπορεί, στο βάθος του χρόνου, να αποτελέσει «παράθυρο» στην έρευνα πολύπλοκων ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών, να δημιουργήσει ένα σοβαρό υπόβαθρο για την κατανόηση της ίδιας της ανθρώπινης νόησης και έκφρασης, και, γιατί όχι, συνεπακόλουθα να εμπλακεί επιτυχώς στη θεραπευτική διαδικασία πολλών νευρολογικών παθήσεων.

Ο μουσικός εγκέφαλος

Άραγε υπάρχει συγκεκριμένο εγκεφαλικό σύστημα επεξεργασίας της μουσικής; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα αρκεί, ενδεικτικά, να αναφέρουμε δύο παραδείγματα από την κλινική πράξη.

  • Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή ενός επαγγελματία μουσικού του Vissarion Shebalin (Luria και συν. 1965) ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο στα 57 του έτη. Από εκεί και πέρα ήταν γιαυτόν αδύνατη η οποιαδήποτε λεκτική επικοινωνία με το περιβάλλον του, εντούτοις παρέμεινε αδιατάρακτη και εκπληκτικά ακέραιη η ικανότητά του να συνθέτει μουσική (πράγμα που επιβεβαιώνει το μετέπειτα έργο του) παρά το τεράστιο «έλλειμμα» που έφερε στο αριστερό ημισφαίριο. Η περίπτωση αυτή καταγράφεται ως «αφασία χωρίς αμουσία» και αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η μόνη στη διεθνή βιβλιογραφία.

  • Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή της Isabelle R. (Griffiths και συν. 2000, Peretz και συν. 1997). Πρόκειται για μία κυρία που δεν είχε εξαιρετικά ταλέντα μουσικά ή λεκτικά. Στην ηλικία των 28 ετών υπεβλήθη σε εγχείρηση εγκεφάλου λόγω ανευρύσματος, από την οποία και επέζησε με εντυπωσιακά πλήρως λειτουργική την ικανότητα της γλώσσας, της μνήμης και της νόησης, παρά τα τεράστια ελλείμματα που έφερε αμφοτερόπλευρα στους ακουστικούς φλοιούς και ειδικότερα στη δεξιά μετωπιαία χώρα. Εντούτοις, το παράδοξο ήταν ότι η Isabelle αδυνατούσε πια να αναγνωρίσει ή να ξαναμάθει προηγούμενες γνωστές σε αυτήν μελωδίες και, επιπροσθέτως, δεν είχε καμία αίσθηση του τόνου, παρά το γεγονός ότι διέθετε κάποια μουσική παιδεία. Η περίπτωση αυτή αποτελεί την αντίθεση της πρώτης, δηλαδή, «αμουσία χωρίς αφασία».

Επιπλέον, αποτελούν ένα εξαιρετικό αντικείμενο μελέτης οι συγγενείς διαταραχές που σχετίζονται με απώλεια ή διατήρηση των γλωσσικών ικανοτήτων.

Μελέτες σε περιπτώσεις αυτιστικών παιδιών (Miller 1989, Don και συν. 1999) υποδεικνύουν εκπληκτική ικανότητα μνήμης, αναπαραγωγής και αντίληψης μουσικών τόνων (Absolute Pitch/AP) εν αντιθέσει προς την γενικότερη νοητική στέρηση και κοινωνική ανεπάρκειά τους (music savant κατ’ αναλογία με τους language savant).

René Magritte, 1960
René Magritte, 1960

Στο άλλο άκρο βρίσκουμε τους εκ γενετής άμουσους, άτομα που αδυνατούν να αναγνωρίσουν και να επεξεργαστούν με οποιοδήποτε τρόπο μελωδίες, στίχους, τόνους, κ.τ.λ. παρά τη μουσική τους παιδεία, το νοητικό επίπεδό τους και την κοινωνική ένταξη (Ayotte και συν. 2002).

Επιπρόσθετα, οι επιληπτικές κρίσεις που παρουσιάζονται λόγω της μουσικής (αναλυτική αναφορά γίνεται στη συνέχεια), αλλά και οι μουσικές παραισθήσεις (Penfield και Perot 1963) που παρατηρούνται σε άτομα κατόπιν ερεθισμού συγκεκριμένων περιοχών του ακουστικού φλοιού (ειδικότερα στο δεξιό κροταφικό λοβό) προσθέτουν ένα ακόμα σημείο συζήτησης.

Επίσης, οι διάφορες περιπτώσεις επίκτητης αμουσίας π.χ. Isabelle R., αλλά και εκφυλιστικής αμουσίας λόγω νευρολογικής πάθησης (περίπτωση μουσικοσυνθέτη Maurice Ravel), εμφανίζουν τελείως διαφορετική συμπεριφορά όσον αφορά στην αναγνώριση των στίχων και μόνο, από την αναγνώριση της μελωδίας αυτής καθαυτής.

Τα παραπάνω παραδείγματα αποτελούν ενδείξεις και όχι αποδείξεις για την πιθανή ύπαρξη ενός πολύπλοκου «μουσικού» εγκεφαλικού δικτύου. Εντούτοις, κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστεί υπό ποιες προϋποθέσεις το δίκτυο αυτό παρατηρείται, η φύση και ο τρόπος λειτουργίας των υποκείμενων του μηχανισμών, αλλά και ο λόγος ύπαρξής του.

Ποια τα υποκείμενα νευρωνικά κυκλώματα;

Αποτελέσματα παλαιότερων και πρόσφατων μελετών έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο εξειδικευμένο «μουσικό» κέντρο, αλλά νευρωνικοί μηχανισμοί που συνθέτουν ένα πολύπλοκο σύστημα. Σύμφωνα με τους Isabelle Peretz και Max Coltheart, (2003) πυλώνες της μουσικής αντίληψης αποτελούν ο τόνος, με τα υποσυστήματα της μελωδικής κατεύθυνσης (ανιούσας ή κατιούσας) και απόστασης, και ο ρυθμός με το μέτρο. Αρκεί να διανοηθούμε ότι κύρια βάση της μουσικής αντίληψης αποτελεί η αίσθηση και η τονική αποκωδικοποίηση ενός ακούσματος σε συνδυασμό με την αντίστοιχη ανάλυση και σύγκριση με αυτό, των επόμενων ακουσμάτων, βάσει πάντα ενός ρυθμού. Αυτό συνθέτει την έννοια της μελωδίας, δίχως να αγνοούμε βέβαια παραπέρα συνιστώσες όπως τον συναισθηματικό αντίκτυπο, την κατανόηση των στίχων, κ.τ.λ. (εικ. 1).

Εικόνα 1
Πιθανό μοντέλο λειτουργίας του μουσικού συστήματος:

Πρώτο επίπεδο: Το μουσικό ερέθισμα αναλύεται αρχικά βάσει τονικότητας (pitch) και ρυθμού (tempo).

Δεύτερο επίπεδο: Μπορούν να εμπλακούν επιπλέον λειτουργίες ανάλογα με το είδος του ακούσματος (π.χ. συναισθηματικά και μνημονικά κέντρα, κέντρο του λόγου, κ.ο.κ.).

(Πηγή: Peretz I. & Coltheart M., 2003)
Εικόνα 1
Πιθανό μοντέλο λειτουργίας του μουσικού συστήματος:
Πρώτο επίπεδο: Το μουσικό ερέθισμα αναλύεται αρχικά βάσει τονικότητας (pitch) και ρυθμού (tempo).
Δεύτερο επίπεδο: Μπορούν να εμπλακούν επιπλέον λειτουργίες ανάλογα με το είδος του ακούσματος (π.χ. συναισθηματικά και μνημονικά κέντρα, κέντρο του λόγου, κ.ο.κ.).
(Πηγή: Peretz I. & Coltheart M., 2003)

Η εντόπιση των μηχανισμών αυτών παραμένει ακόμα αδιευκρίνιστη. Διχωτικά ακουστικά τεστ σε υγιή άτομα (Kimura 1961) έδειξαν αριστερή προτίμηση του ρυθμού και της επεξεργασίας διαδοχικών ακουσμάτων (η παρουσία αλληλοδιάδοχων ήχων συνιστά τη βάση της μουσικής). Αντίθετα, ο τόνος, η μελωδία και η αρμονία φαίνεται να βρίσκονται δεξιά (η μελωδία ειδικότερα εντοπίζεται στην οπίσθια άνω κροταφική έλικα (Liegois και Channel 1998). Εντούτοις, επακόλουθες μελέτες θέλουν την επικυριαρχία του αριστερού ημισφαιρίου όσον αφορά τη μελωδία στους μουσικούς ενώ στους μη μουσικούς δεξιά (Bever και Chiarello 1974), πράγμα που αρχικά φαίνεται παράδοξο. Ωστόσο, το εύρημα αυτό υποδηλώνει τον πιθανό ρόλο του αριστερού ημισφαιρίου, όχι απλά σε μία συνολική μελωδική θεώρηση της μουσικής –όπως αυτή μπορεί να ληφθεί από ένα άτομο χωρίς ιδιαίτερη μουσική παιδεία και την οποία εξυπηρετεί το δεξί ημισφαίριο–, αλλά σε μία αναλυτικότερη αντίληψή της με ταυτόχρονη ακριβή διάκριση των τονικών αποστάσεων. Το παραπάνω μπορεί έτσι να δικαιολογήσει, ως έναν βαθμό, τη διατήρηση της μουσικής ικανότητας σε άτομα με αφασία, λόγω βλάβης αριστερού ημισφαιρίου (Shebalin-αφασία χωρίς αμουσία).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με νεότερα δεδομένα που προκύπτουν από την τεχνική PET (Platel 1997), η διάκριση της χροιάς ενός μουσικού ήχου εμπλέκει το δεξί ημισφαίριο, ενώ η οικειότητα του ακούσματος, ο τόνος και ο ρυθμός το αριστερό (Αναλυτικότερα: κάτω μετωπιαία έλικα-BA 47 και άνω κροταφική έλικα-BA 22 η οικειότητα, σφηνοειδές λόβιο-BA 18/19 ο τόνος, κάτω περιοχή Broca-BA 44/6 και νήσος του Reil ο ρυθμός). Την πλήρη αντίθεση της εντόπισης του τόνου αυτή τη φορά (αριστερά σύμφωνα με τους Platel και συν. 1997 – δεξιά σύμφωνα με τους Liegeois-Channel 1998) δικαιολογούν οι συγγραφείς της συγκεκριμένης μελέτης αναφέροντας την ιδιαίτερη δυσκολία που έχει η δοκιμασία διάκρισης των τονικών διαφορών δύο ήχων, η οποία απαιτεί αναλυτική σκέψη και ως εκ τούτου επιστρατεύει τη λειτουργία του αριστερού ημισφαιρίου.

Επιπλέον, στοιχεία από διακρανική Doppler υπερηχογραφία (Evers 1999) και PET μελέτες (Mazziotta 1982) έρχονται να επιβεβαιώσουν τη διαφορετική αντίληψη της μουσικής και των συστατικών της ανάλογα με την έκταση μουσικής εκπαίδευσης οπότε και τη διαφορετική εντόπιση επεξεργασίας της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω πειράματα, παρά τα ευρήματά τους, καθιστούν σαφή τη μεγάλη πιθανότητα κρίσιμης σημασίας διημισφαιρικών μουσικών οδών. Η αναλυτικότερη δε επεξεργασία αριστερά, απαιτεί ένα άθικτο μέρος δεξιά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη ενός επαγγελματία μουσικού που υπέφερε από επιληπτική κρίση του δεξιού κροταφικού λοβού (Wieser & Walter 1997). Στην αρχή του συμβάντος παρατηρήθηκε αναμενόμενη κλιμακούμενη απόκλιση του αριστερού χεριού απ’ τον ρυθμό και τη μελωδία που επέβαλλε η παρτιτούρα, ενώ το δεξί χέρι παρέμεινε αλάνθαστο. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ κατά την πρόοδο της κρίσης η απόκλιση και των δύο χεριών αυξανε δραματικά, η παρέκκλιση του δεξιού σκέλους συνέβαινε με εκπληκτικά μουσικά σύμφωνο τρόπο, επιχειρώντας να αναπληρώσει και να επανορθώσει τα σφάλματα του αριστερού· πράγμα που δημιουργεί σοβαρές υποψίες για την γενικότερη συνεργασία των δύο ημισφαιρίων στην επεξεργασία και την αντίληψη της μουσικής.

  

Μουσική και εγκεφαλική πλαστικότητα

Γνωρίζοντας από τα τέλη του 19ου αιώνα ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελεί ένα δυναμικό σύστημα που εξελίσσεται, αναδιοργανώνεται και αναπροσαρμόζεται βάσει των εκάστοτε γενετικών δυνατοτήτων του υπό την επίδραση περιβαλλόντων ερεθισμάτων, η αλληλεπίδραση μουσικής και εγκεφάλου αποτελεί, όντως, συναρπαστικό αντικείμενο μελέτης.

Ενδεικτικά αναφέρουμε αποτελέσματα μελετών που έχουν δείξει:

  1. ότι νευρώνες που στερούνταν το φυσιολογικό τους ερέθισμα επιστρατεύονταν από γειτονικές περιοχές και

  2. εντατική ερεθισματογενής διέγερση σε μια περιοχή του σώματος μπορεί να οδηγήσει σε επέκταση του αντίστοιχου φλοιικού πεδίου.

Συγκεκριμένα, ανάλογες μελέτες με την τεχνική της MEG που αφορούν τη μουσική έδειξαν ότι νευρώνες εξειδικευμένοι σε μία συγκεκριμένη ακουστική συχνότητα μπορούν να ανταποκριθούν σε γειτονικές συχνότητες όταν μέρος του κοχλία που εκπέμπει τη συγκεκριμένη «δική» τους συχνότητα καταστραφεί ή όταν τεχνητά τους αποστερηθεί η συχνότητα μέσα σε λίγες ώρες (Pantev και συν. 2003). Πρόκειται για αναστρέψιμη εντός ημερών βραχυπρόθεσμη πλαστικότητα του ακουστικού συστήματος η οποία βασίζεται σε:

  • α) μεταβολή στην αποτελεσματικότητα των ήδη υπαρχουσών συνάψεων,

  • β) τροποποίηση της συναπτικής αποτελεσματικότητας λόγω άμεσης μεταγραφής γονιδίων,

  • γ) δημιουργία νέων συνδέσεων (πιθανώς για πλέον μακροπρόθεσμες αλλαγές).

Κατά συνέπεια, ο τονοτοπικός εγκεφαλικός χάρτης αλλάζει· οι περιοχές του φλοιού που αντιπροσωπεύουν συχνότητες που χρησιμοποιούνται περισσότερο κατέχουν διπλάσια ή τριπλάσια έκταση. Το ίδιο ισχύει και για την εξάσκηση των δακτύλων· π.χ. ο 5ος δάκτυλος του αριστερού χεριού ενός βιολιστή παρουσιάζει αυξημένη φλοιική αντιπροσώπευση σε σχέση μ’ έναν μη μουσικό (εικ. 2), η οποία εξαρτάται χαρακτηριστικά απ’ την ηλικία έναρξης μουσικής αγωγής (εικ. 3).

Εικόνα 2
Το μέγεθος του κάθε βέλους αντιπροσωπεύει το αντίστοιχο μέγεθος της φλοιικής αντιπροσώπευσης του 5ου δακτύλου του αριστερού χεριού σε βιολιστές (μαύρο βέλος) και μάρτυρες (άσπρο βέλος).

(Πηγή: Pantev και συν. 2001)

Εικόνα 3
Το μέγεθος της φλοιικής ενεργοποίησης όπως αυτή εκφράζεται ηλεκτροφυσιολογικά από το μέγεθος των μαγνητικών πεδίων (κάθετος άξονας) σε συνάρτηση με την ηλικία έναρξης μουσικής αγωγής (οριζόντιος άξονας): Η μελέτη περιλαμβάνει μουσικούς και μάρτυρες και αφορά την αντιπροσώπευση του 5ου δακτύλου του αριστερού χεριού τους.

Ενώ οι μη μουσικοί φέρουν ένα σταθερό μέγεθος φλοιικής αντιπροσώπευσης, οι μουσικοί παρουσιάζουν φανερά μεγαλύτερη αντιπροσώπευση, η οποία όμως φαίνεται να είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας έναρξης μουσικής αγωγής.

(Πηγή: Pantev και συν. 2001)
Εικόνα 2
Το μέγεθος του κάθε βέλους αντιπροσωπεύει το αντίστοιχο μέγεθος της φλοιικής αντιπροσώπευσης του 5ου δακτύλου του αριστερού χεριού σε βιολιστές (μαύρο βέλος) και μάρτυρες (άσπρο βέλος).
(Πηγή: Pantev και συν. 2001)
Εικόνα 3
Το μέγεθος της φλοιικής ενεργοποίησης όπως αυτή εκφράζεται ηλεκτροφυσιολογικά από το μέγεθος των μαγνητικών πεδίων (κάθετος άξονας) σε συνάρτηση με την ηλικία έναρξης μουσικής αγωγής (οριζόντιος άξονας): Η μελέτη περιλαμβάνει μουσικούς και μάρτυρες και αφορά την αντιπροσώπευση του 5ου δακτύλου του αριστερού χεριού τους.
Ενώ οι μη μουσικοί φέρουν ένα σταθερό μέγεθος φλοιικής αντιπροσώπευσης, οι μουσικοί παρουσιάζουν φανερά μεγαλύτερη αντιπροσώπευση, η οποία όμως φαίνεται να είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας έναρξης μουσικής αγωγής.
(Πηγή: Pantev και συν. 2001)

Ας σημειωθεί ότι η παθητική έκθεση στη μουσική δεν προκαλεί πλαστικές αλλαγές. Η εντατική εξάσκηση εντούτοις, αν και ικανή να αποφέρει τέτοιες διεργασίες, κρύβει πάντα τον υποκείμενο κίνδυνο δυσπροσαρμοστικών αποτελεσμάτων (Elbert και συν. 1998). Κλασικό παράδειγμα δυσπροσαρμογής είναι η εστιακή δυστονία της άκρας χειρός που προκύπτει απ’ τον ανεπιτυχή συντονισμό του ελέγχου των δακτύλων, ώστε η κίνηση του ενός να επάγει αυτόματα κίνηση και του άλλου. Απεικονιστικά δεδομένα σε πιθήκους έδειξαν αλλαγές στην έκταση της αντιπροσώπευσης στον σωματοαισθητικό φλοιό των δακτύλων ως συνέπεια της αυξημένης χρήσης ή της δυσχρησίας τους (Byll και συν. 1996).

Και εδώ τίθεται το ερώτημα για τη διαφοροποίηση μεταξύ των εγκεφάλων μουσικών και μη. Ειδάλλως ποιο το νόημα της εξάσκησης εάν δεν κατέληγε σε αναπροσαρμοστικές αλλαγές στα αντίστοιχα όργανα;

Μελέτες με την τεχνική της NMR (Schlaug και συν. 1995a,b) έχουν δείξει ασυμμετρία του κροταφικού λοβού αριστερά σε μουσικούς με AP (absolute pitch) – σπάνια ιδιότητα απόλυτης αναγνώρισης, κατονομασίας και αναπαραγωγής ενός τόνου δίχως σημείο αναφοράς – παρά σε μουσικούς με RP (σχετική ικανότητα – relative pitch) ή μη μουσικούς.

Όπως αναμενόταν, PET και MRI μελέτες (Zatorre και συν. 1998) σε μουσικούς με AP και RP ανέδειξαν αύξηση της αιματικής εγκεφαλικής ροής στον ακουστικό φλοιό (δεξιά και αριστερή άνω κροταφική έλικα) στο άκουσμα τόνων. Ταυτόχρονα όμως, οι πρώτοι επιδεικνύουν αυθόρμητη δραστηριότητα στον αριστερό οπίσθιο έξω ραχιαίο μετωπιαίο φλοιό, εγείροντας την υποψία ύπαρξης νευρωνικών συνδέσεων που αποσκοπούν σε κάποια λειτουργία, πιθανώς στο λεκτικό προσδιορισμό τονικών διαφορών, καθώς, όταν οι τόνοι συνδυάζονται ως ζεύγη, δραστηριότητα υπάρχει και στους RP μουσικούς. Επιπλέον, παρατηρήθηκε δραστηριότητα και του δεξιού κάτω μετωπιαίου φλοιού στους RP οι οποίοι φαίνεται να ενεργοποιούν κάποιο είδος τονικής άδηλης μνήμης εν αντιθέσει προς τους AP οι οποίοι δε χρειάζονται σημείο αναφοράς.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε MEG μελέτη (Hirata και συν. 1999) ευρέθη και τοπογραφική διαφορά όσον αφορά τον ακουστικό φλοιό μουσικών ο οποίος εντοπίζεται 6mm οπίσθια της αντίστοιχης θέσης των μη μουσικών στο αριστερό ημισφαίριο (ημισφαίριο το οποίο εμπλέκει την αίσθηση του AP).

Το 1995, οι Schlaug και συν. υπέδειξαν ότι το πρόσθιο μισό του μεσολοβίου ατόμων που ξεκίνησαν τη μουσική τους εκπαίδευση πριν από τα επτά χρόνια της ζωής τους ήταν πιο ανεπτυγμένο σε σχέση με μουσικούς που ξεκίνησαν αργότερα. Η τελευταία περιοχή και οι διημισφαιρικές συνδέσεις της μεταξύ κινητικών πεδίων φαίνεται να διευκολύνει αμφίχειρες κινητικές δραστηριότητες που απαιτούνται στη μουσική πράξη. Επιπροσθέτως, υπήρξαν δείγματα (Schlaug 2001) αντίστοιχης ανάπτυξης της παρεγκεφαλίδας, πράγμα αναμενόμενο, αν σκεφτούμε τον κρίσιμο ρόλο της σε θέματα συντονισμού, διαδοχοκινησίας, αλλά και νέας μάθησης.

Περαιτέρω MEG ευρήματα (Elbert και συν. 1995) σε βιολιστές αποδεικνύουν μια ανάλογη υπερπλασία του σωματοαισθητικού φλοιού (άνω βρεγματικά) σε σχέση με μη μουσικούς, και μάλιστα με ανάλογη αύξηση των νευρώνων που εμπλέκονται σε τέτοιες συνδέσεις σε σχέση με την ηλικία έναρξης μουσικής αγωγής. Οι παρατηρήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι πρόσφατη βιβλιογραφία εμπλέκει τη συγκεκριμένη περιοχή στο διάβασμα παρτιτούρας και τον προγραμματισμό μετέπειτα κινητικών απαντήσεων βάσει αμοιβαίων συνδέσεων με τον κοιλιακό προκινητικό φλοιό (Andersen και συν. 1997, Bushara και συν. 1999, Sergent και συν. 1992, Parsons 2004). Για παράδειγμα, όσον αφορά την επέκταση του ακουστικού φλοιού (Pantev και συν. 1998, Pantev και συν. 2001), παρατηρείται αυξημένη αντιπροσώπευση του κάθε μουσικού οργάνου ανάλογα με το όργανο που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης (εικ. 4).

Εικόνα 4 Το μέγεθος του κάθε βέλους αντιπροσωπεύει το μέγεθος της αντιπροσώπευσης τόνων πιάνου στον ακουστικό φλοιό μουσικών (μαύρο βέλος) και μαρτύρων (άσπρο βέλος): Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και σε μουσικούς, αλλά διαφορετικού μουσικού οργάνου, π.χ. βιολιστές, η φλοιική αντιπροσώπευση τονικών ήχων πιάνου είναι μικρότερη σε σχέση με την αντίστοιχη αντιπροσώπευση ενός πιανίστα.  (Πηγή: Pantev και συν. 2001)
Εικόνα 4 Το μέγεθος του κάθε βέλους αντιπροσωπεύει το μέγεθος της αντιπροσώπευσης τόνων πιάνου στον ακουστικό φλοιό μουσικών (μαύρο βέλος) και μαρτύρων (άσπρο βέλος): Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και σε μουσικούς, αλλά διαφορετικού μουσικού οργάνου, π.χ. βιολιστές, η φλοιική αντιπροσώπευση τονικών ήχων πιάνου είναι μικρότερη σε σχέση με την αντίστοιχη αντιπροσώπευση ενός πιανίστα. (Πηγή: Pantev και συν. 2001)

Οι παραπάνω μεταβολές στο εγκεφαλικό οικοδόμημα, υπό την ενεργητική ή παθητική επίδραση της μουσικής (ασκώντας την με τον οποιοδήποτε τρόπο, ή απλά ακούγοντάς την), ενισχύει την άποψη ότι, όπως όλα τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, εκούσια ή ακούσια, η μουσική δύναται να αναδιαμορφώσει το φλοιό και να τροποποιήσει τις συνδέσεις του, ενισχύοντας ή μη, κατά βούληση και κατ’ εξάσκηση, ιδιότητες και ικανότητες, δρώντας πολύ πιθανώς εντός συγκεκριμένου «χρονικού παραθύρου». Είναι, τέλος, εντυπωσιακή η πιθανή επίδραση της μουσικής και σε άλλα πεδία ανώτερων γνωστικών λειτουργιών, καθώς πρόσφατες έρευνες τη φέρουν να ενισχύει την έκδηλη μνήμη, αν και με άγνωστο ακόμη μηχανισμό (Chan και συν. 1998).

Μήπως όμως η ευκολία με την οποία κάποια άτομα το επιτυγχάνουν καθορίζεται γενετικά; Πρόσφατες έρευνες έρχονται να δείξουν ότι π.χ. ο μικρός όγκος του δεξιού ημισφαιρίου ευθύνεται τελικά για την ανομοιογένεια αυτή μεταξύ μουσικών και μη εγκεφάλων και όχι ο μεγάλος όγκος του αριστερού ημισφαιρίου ως αποτέλεσμα αναδιοργάνωσης σε νέες ικανότητες όπως πιστεύαμε παλαιότερα (Keenan και συν. 2001). Αξίζει να αναφερθεί ότι η ασυμμετρία αυτή προϋπάρχει της γέννησης (στο έμβρυο ήδη κατά την 29η και 31η εβδομάδα κύησης) πράγμα που εγείρει την υποψία κάποιας προδιάθεσης και ανάπτυξης υπό κατάλληλα περιβαλλοντικά ερεθίσματα.

Η εξελικτική σκοπιά

Αντικείμενο πολλών μελετών πάνω στη μουσική αντίληψη αποτέλεσε η έμφυτη ή μη φύση κάποιων χαρακτηριστικών της, καθώς αυτά εμφανίζονται νωρίς στη ζωή χωρίς να υπάρχει προηγούμενη μουσική εμπειρία. Η διαπολιτισμική τους παρουσία ενισχύει σοβαρά αυτή την υποψία για την έμφυτη φύση των χαρακτηριστικών αυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ευρέως διαδεδομένη χρήση κλιμάκων με βάση την οκτάβα, με 5-7 τόνους, δίχως κάτι τέτοιο να συνιστά και απόδειξη για την έμφυτη φύση του χαρακτηριστικού αυτού.

Μελέτες σε πειραματικά ζωικά μοντέλα (η ανθρώπινη συμμετοχή κατέστη εξαιρετικά αμφισβητούμενη εξαιτίας π.χ. της αδυναμίας απόλυτου ελέγχου των εξωτερικών ερεθισμάτων – το έμβρυο διαθέτει ακουστική ικανότητα από το τρίτο τρίμηνο της κύησης κ.τ.λ.) καταδεικνύουν ότι η μουσική αντίληψη είναι μια εγγενής ιδιότητα, η οποία μάλιστα συνιστά απλά διεξοδικότερη ανάλυση μιας γενικότερης ακουστικής λειτουργίας (βλ. παρακάτω μελέτη γλώσσας και μουσικής). Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι τα ζώα δεν δημιουργούν μουσική οπότε και οποιουδήποτε είδους τέτοια «μουσική αντίληψη» δεν μπορεί να προέρχεται από επίκτητη προσαρμοστική διαδικασία.

Επιπλέον, συγκριτικές μελέτες έρχονται να διευκρινίσουν την πιθανή διαδρομή της μουσικής μέσα στον εξελικτικό χάρτη. Οι Wright και συν. (2000) ανακάλυψαν ότι όπως οι άνθρωποι έτσι και οι πίθηκοι rhesus παρουσιάζουν γενίκευση της οκτάβας – δηλαδή, τείνουν να ταυτοποιούν δύο μελωδίες όταν αυτές μετατίθεντο κατά 1 ή 2 οκτάβες –, όταν όμως πρόκειται για τονικές μελωδίες και όχι τυχαίες. (Μια πιθανή εξήγηση αυτού του γεγονότος ίσως κρύβεται στην αντίληψη μνημονικής αποθήκευσης της μελωδίας βάσει του κλειδιού και της τονικής νότας).

Όπως και να ‘χει όμως, τα παραπάνω ευρήματα αναδεικνύουν την ιδιαίτερη εγγενή θέση που ίσως κατέχουν οι τονικές μελωδίες σε μη ανθρώπινα είδη, εφόσον τα τελευταία δεν τις παράγουν και συνεπώς δεν έχουν εκτεθεί σ’ αυτές. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι πίθηκοι, αλλά όχι και τα μελωδικά πουλιά, φέρουν την ικανότητα τονικής μετατόπισης υποδηλώνει ότι η ικανότητα αυτή ανέκυψε μετά την εμφάνιση πτηνών και θηλαστικών.

Επιπρόσθετα δεδομένα έρχονται από την κοινή διαπίστωση ότι η μουσική μπορεί να επηρεάσει πολύ τα συναισθήματά μας. Εντούτοις, αυτή η ιδιότητα ορισμένων ακουστικών μοτίβων δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της μουσικής ή των ανθρώπων. Από την εποχή του Δαρβίνου είναι γνωστό ότι οι φωνητικές αποκρίσεις των ζώων αποτελούν δείγμα της συναισθηματικής κατάστασης του πομπού π.χ. ερωτικά καλέσματα τείνουν να είναι αρμονικά και πολύπλοκα, κραυγές κινδύνου ή αγωνίας υψίσυχνες, κ.ο.κ. (εικ. 5).

Εικόνα 5
Η πολλή διαφορετική συναισθηματική κατάσταση του πομπού ανάλογα με τον τόνο της φωνής μπορεί να παρομοιαστεί γλαφυρά με τον παρακάτω πίνακα (“Les Amoureux”, Pablo Picasso), όπου η στάση του κεφαλιού αναδεικνύει μία εντελώς διαφορετική διάθεση της γυναικείας φιγούρας.

Στην 1η (αριστερά) αποδοχή και αφοσίωση, στη 2η (δεξιά) αμφισβήτηση και δυσπιστία.

(Παρατίθεται στο Weiser G.W., 2003)
Εικόνα 5
Η πολλή διαφορετική συναισθηματική κατάσταση του πομπού ανάλογα με τον τόνο της φωνής μπορεί να παρομοιαστεί γλαφυρά με τον παρακάτω πίνακα (“Les Amoureux”, Pablo Picasso), όπου η στάση του κεφαλιού αναδεικνύει μία εντελώς διαφορετική διάθεση της γυναικείας φιγούρας.
Στην 1η (αριστερά) αποδοχή και αφοσίωση, στη 2η (δεξιά) αμφισβήτηση και δυσπιστία.
(Παρατίθεται στο Weiser G.W., 2003)

Διαπιστώθηκαν παρόμοιες συμπεριφορές και στους ανθρώπους, καθώς άτομα διαφορετικού πολιτισμικού υποβάθρου και γλώσσας που κλήθηκαν να κρίνουν φωνητικά και μουσικά ακούσματα συμφώνησαν στις ίδιες συναισθηματικές προθέσεις των ανθρώπινων πομπών τους παρά τις γλωσσολογικές και πολιτισμικές τους διαφορές.

Το αποτέλεσμα αυτό συνέτεινε στην άποψη ότι πάλι εμπλέκονται έμφυτοι γενετικοί μηχανισμοί (Balkwill & Thompson 1999). Εντούτοις, οι παραπάνω μελέτες φέρουνκόμη ευάλωτα σημεία π.χ. οι ενήλικοι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν μία μελωδία ανεξάρτητα από το κλειδί ή τον τόνο της (οι πίθηκοι rhesus διευκολύνονται μόνο κατά τη μετατόπιση μίας οκτάβας), οι πειραματικές εγκαταστάσεις συχνά διαθέτουν ανοιχτή τηλεόραση οπότε αναρωτιέται κανείς κατά πόσον υπήρχε έκθεση ή μη στη μουσική, ενώ τέλος, συμπεριφοριολογικές ομοιότητες δεν συνεπάγονται απαραίτητα και αντίστοιχες νευρολογικές.

Απόλυτος Τόνος (Absolute Pitch)

Μοναδική περίπτωση όπου τα πράγματα μεταξύ γενετικής προδιάθεσης και περιβαλλοντικής επιρροής φαίνεται να διαχωρίζονται, όσον αφορά την οιαδήποτε επεξεργασία μουσικών ακουσμάτων, είναι το λεγόμενο φαινόμενο του «απόλυτου τόνου» (Absolute Pitch / AP). Με τον όρο αυτό εννοείται η πολύ συγκεκριμένη ιδιότητα απόλυτης ταυτοποίησης ή αναπαραγωγής του τονικού ύψους ενός μουσικού ακούσματος χωρίς σημείο αναφοράς (εικ. 6).

Εικόνα 6
Κατά τη δοκιμασία κατονομασίας τόνων, άτομα με AP (μαύρο) έφεραν ως επί το πλείστον μηδενική απόκλιση ημιτονίων (μουσικός όρος που εκφράζει τονική απόσταση), εν αντιθέσει προς άτομα σχετικής ικανότητας (RP, γκρι), τα οποία παρέκκλιναν στην αναγνώριση ενός τόνου είτε με ανιόντα είτε με κατιόντα τρόπο.

(Πηγή: Zatorre και συν. 2003a)
Εικόνα 6
Κατά τη δοκιμασία κατονομασίας τόνων, άτομα με AP (μαύρο) έφεραν ως επί το πλείστον μηδενική απόκλιση ημιτονίων (μουσικός όρος που εκφράζει τονική απόσταση), εν αντιθέσει προς άτομα σχετικής ικανότητας (RP, γκρι), τα οποία παρέκκλιναν στην αναγνώριση ενός τόνου είτε με ανιόντα είτε με κατιόντα τρόπο.
(Πηγή: Zatorre και συν. 2003a)

Στοιχεία αποδεικνύουν ότι η ικανότητα του AP εμπλέκεται με ειδική φλοιική εγκεφαλική αναδιοργάνωση, αλλά παράλληλα υπάρχει και γενετικό υπόβαθρο (Zatorre 2003), καθώς, αν και ηρωικές, οι προσπάθειες μουσικής εξάσκησης πάνω στον AP απέβησαν άκαρπες σε ενήλικα άτομα με μουσική ή μη παιδεία, εν αντιθέσει προς άτομα που εκτέθηκαν σε τέτοια διαδικασία νωρίς κατά τα παιδικά τους χρόνια (9-12 έτη) (Takeuchi & Hulse 1993).

Αυτό μας θυμίζει την ευκολία εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας, ενώ σε ένα ακόμη πιο αυστηρό νευροεπιστημονικό πλαίσιο είναι χρήσιμο να σκεφτούμε τη δημιουργία στηλών οφθαλμικής επικράτησης του οπτικού φλοιού, όπου φαίνεται ότι υπάρχουν διακριτές εξελικτικές φάσεις νευρωνικής δραστηριότητας που σχετίζονται άμεσα με γενετικούς και περιβαλλοντικούς αιτιατούς παράγοντες ανάλογα.

Αν και όχι βέβαιο, πιθανώς κάτι τέτοιο ισχύει για τον AP. Εντούτοις, πρέπει να αποσαφηνιστεί η γενετική του βάση και τα υποκείμενα νευρωνικά κυκλώματα. Όσον αφορά τη γενετική βάση, είναι ενδεικτικές οι μελέτες ανάμεσα σε αδέρφια και μονοζυγωτικούς διδύμους, όπου εξαλείφοντας το οικογενειακό περιβάλλον ως πιθανό και ικανότατο μουσικό πομπό, φέρουν επίπτωση AP σε ποσοστό της τάξεως του 8-15% (ενδεικτικά η σχιζοφρένεια παρουσιάζει 9%), ενώ αυξανόμενο φαίνεται να είναι και το ποσοστό της μουσικής αγνωσίας (Baharloo και συν. 2000, Peretz και συν. 2002). Η ανομοιογενής κατανομή του AP σε ασιατικές εθνικότητες (Gregersen και συν. 2000) —εξαλείφοντας και πάλι τον σημαντικό παράγοντα μουσικής εκπαίδευσης από την παιδική ηλικία και κοινωνικής πολιτιστικής συνιστώσας— αποτελεί ακόμα ένα σημείο που γεννά την υποψία γενετικού υποβάθρου.

Το αν συγκεκριμένες ιδιότητες αποτελούν τελικά καρπό νευρωνικής πλαστικότητας ή γενετικής προδιάθεσης μένει να απαντηθεί, ωστόσο παραδείγματα από την ιστορία της μουσικής βάζουν το δικό τους λιθαράκι:

  • Ο J.S. Bach έλεγε συχνά στους μαθητές του: «Αν είστε τόσο παθιασμένοι όσο εγώ, σύντομα θα μπορείτε να παίζετε όπως εγώ…».

  • Ο μεγάλος βιρτουόζος πιανίστας Franz Liszt έλεγε: «Δούλευα 4-5 ώρες πάνω σε ασκήσεις, τρίτες, έκτες, οκτάβες, τρέμολα…» (Liszt 1987).

  • Ο συνθέτης Giuseppe Verdi: «Όταν ήμουν νέος μπορούσα να κάτσω 10-12 ώρες στο γραφείο μου αν και δεν ήμουν στα καλύτερά μου…» (Milza 2001).

  • Ο διευθυντής ορχήστρας Antonio Toscanini: «Θα σας πω το μυστικό μου: όλη μου τη ζωή μελετούσα παρτιτούρες…» (Taubman 1951).

Είναι ίσως λίγα μόνο από τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη ρήση του Leonardo da Vinci: «Ο Θεός μας δίνει τα πάντα στο αντίτιμο της εκάστοτε προσπάθειάς μας».

Μουσική και συναισθήματα

Δυστυχώς, η μελέτη αλλά και η εξεύρεση ενός αξιόπιστου πειραματικού μοντέλου μελέτης της σχέσης των συναισθημάτων και της μουσικής σε επιστημονικό πλαίσιο καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι συναισθηματικές αντιδράσεις στα μουσικά ακούσματα τείνουν να είναι ιδιοσυγκρασιακές και ετερογενείς, ενώ ταυτόχρονα συντίθενται από έναν ευρύ συνδυασμό ατομικών, κοινωνικο-πολιτισμικών, ιστορικών και εκπαιδευτικών ποικίλων εμπειριών.

Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι για όλους μας, ασχέτως μουσικής επιμόρφωσης ή υποκειμενικής αντίληψης, οι δυσαρμονικές μελωδίες φαίνεται να προκαλούν αρνητικά συναισθήματα ανάλογης έντασης με το ερέθισμα το οποίο ευθύνεται, οπότε και θεωρήθηκαν χρήσιμο πειραματικό εργαλείο. Διαπιστώθηκε ότι το άκουσμα περισσότερο ή λιγότερο δυσαρμονικών ήχων εμπλέκεται με εγκεφαλική δραστηριότητα παραιπποκάμπιων (παραιπποκάμπια έλικα και προσφηνoειδές λόβιο BA7) και μετωποκογχικών περιοχών αντίστοιχα (Lane και συν. 1997). Τα σημεία αυτά τυπικά θεωρούνται παραμεταιχμιακές περιοχές, υπό την έννοια ότι διαμεσολαβούν μεταξύ του μεταιχμιακού συστήματος και ερεθισματαγωγών φλοιικών περιοχών (η ανατομική προβολή της αγκιστροειδούς δέσμης από το κροταφικό επίπεδο στις περιοχές αυτές συνιστά ικανό μέσο).

Αν και η μελέτη του φαινομένου του «μουσικού ρίγους» που βιώνουν οι άνθρωποι είναι πιο δυσχερής, φαίνεται ότι αντιπροσωπεύει την αντίπερα όχθη των ευχάριστων συναισθηματικών αντιδράσεων (Panksepp 1995). Ερευνώντας αυτές τις ανταποκρίσεις με την τεχνική PET, διαπιστώθηκε η ενεργοποίηση πολύπλοκων νευρωνικών κυκλωμάτων τα οποία, αξίζει να σημειωθεί, εμπλέκονται και σε άλλες καταστάσεις έκστασης και ευφορίας (π.χ. ερωτική δραστηριότητα ή κατανάλωση σοκολάτας). Αυτά περιλαμβάνουν κυρίως την υπομεσολοβία έλικα του προσαγωγίου, τον οπισθοσπλήνιο φλοιό, το κοιλιακόραβδωτό σώμα (που εμπεριέχει τον επικλινή πυρήνα), τη νήσο του Reil και τον μετωποκογχικό φλοιό μεταξύ πολλών άλλων (ειδικά αριστερά) (Small και συν. 2001) (εικ. 7).

Εικόνα 7 Σε μελέτη διακύμανσης της αιματικής εγκεφαλικής ροής κατά τη διάρκεια ακούσματος μουσικής, φαίνεται να ενεργοποιούνται οι ανωτέρω περιοχές, μεταξύ αυτών: ο ακουστικός φλοιός (κροταφικοί λοβοί), μεταιχμιακές και παραμεταιχμιακές περιοχές, και η παρεγκεφαλίδα.  (Πηγή: Brown και συν. 2004)
Εικόνα 7
Σε μελέτη διακύμανσης της αιματικής εγκεφαλικής ροής κατά τη διάρκεια ακούσματος μουσικής, φαίνεται να ενεργοποιούνται οι ανωτέρω περιοχές, μεταξύ αυτών: ο ακουστικός φλοιός (κροταφικοί λοβοί), μεταιχμιακές και παραμεταιχμιακές περιοχές, και η παρεγκεφαλίδα.
(Πηγή: Brown και συν. 2004)

  

Επιπροσθέτως, υπάρχουν αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις μεταξύ υποπεριοχών που αφορούν τη διακύμανση του βαθμού της δυσαρμονίας και που αναπτύσσουν ταυτόχρονα ανάλογη και αντιστρόφως ανάλογη δραστηριότητα προς αυτή. Το τελευταίο εγείρει την υποψία ότι η μουσική προκαλεί την έκλυση συναισθηματικών αντιδράσεων όχι μόνο διεγείροντας, αλλά και καταστέλλοντας αντίστοιχες περιοχές (π.χ. μετωποκογχικός φλοιός, υπομεσολόβια έλικα προσαγωγίου, μεσοκοιλιακός προμετωπιαίος φλοιός BA10, 25).

Για παράδειγμα, αμοιβαίες συνδέσεις παρατηρήθηκαν σε περιοχές της αμυγδαλής (περιοχή που σχετίζεται με την αίσθηση του φόβου και αρνητικών συναισθήματος), οι οποίες κατέδειξαν μειωμένη ενεργοποίησή της, καθώς τα «ρίγη» (ευχάριστα συναισθήματα) γίνονταν πιο έντονα (Zatorre 2003).

Η αμυγδαλή λαμβάνει ανασταλτικά προσυναπτικά ερεθίσματα από χολινεργικούς νευρώνες του επικλινή πυρήνα, γεγονός που υποδεικνύει ότι ενδεχόμενη μειωμένη δραστηριότητα στην αμυγδαλή οφείλεται στην ενεργοποίηση του κοιλιακού ραβδωτού σώματος (Bardo 1998). Παρόμοια νευρωνική δραστηριότητα έχει δειχτεί και σε άλλες καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από ηδονή.

Για παράδειγμα, η δραστηριότητα στον επικλινή πυρήνα, ραχιαίο μεσεγκέφαλο και νήσο του Reil έχει αναφερθεί ότι αυξάνεται, ενώ στην αριστερή αμυγδαλή και το μεσοκοιλιακό προμετωπιαίο φλοιό μειώνεται μετά τη χορήγηση κοκαΐνης σε εθισμένα σε αυτή άτομα. Αξίζει να αναφερθεί ότι παρόμοια συμπεριφορά παρουσιάζεται σε ζωικά μοντέλα κλασικής εξαρτημένης μάθησης που εμπλέκουν επιβράβευση και ηδονή και δεν αποκλείεται να περιλαμβάνουν ντοπαμινικά και οπιοειδή κυκλώματα.

Τα παραπάνω ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες τα ευφορικά συναισθήματα που εκλύονται από το άκουσμα της μουσικής φαίνεται να βασίζονται σε νευρωνικά κυκλώματα που σχετίζονται με σημαντικά βιολογικά περιβαλοντικά γεγονότα και είναι παρόντα σε ευρύ φάσμα ειδών.

Αν τα παρατηρήσουμε σε εξελικτικό πλαίσιο είναι εύκολη η κατανόηση του γεγονότος ότι τέτοιοι μηχανισμοί ανταμοιβής (π.χ. ευφορία) υπάρχουν για συγκεκριμένα ερεθίσματα: π.χ. η πρόσληψη τροφής και η ευχαρίστηση που αυτή συνεπάγεται απαιτείται για την επιβίωση του ατόμου, ενώ η σεξουαλική πράξη είναι απαραίτητη για τη διαιώνιση του είδους. Ορισμένα φάρμακα (π.χ. κοκαΐνη) μιμούνται αυτές τις ευχάριστες αντιδράσεις, γι’ αυτό και προκαλούν εθισμό.

Θα μπορούσε να πει κανείς το ίδιο για τη μουσική; Δεν είναι ούτε απαραίτητη για την επιβίωση και διαιώνιση του είδους, αλλά ούτε και άμεσα διαθέτει φαρμακολογικές ή παρόμοιες ιδιότητες. Ωστόσο, δύναται να είναι από εκείνα τα ανθρώπινα «κατασκευάσματα» που εκλύουν την ευχαρίστηση χρησιμοποιώντας προϋπάρχοντα αρχέγονα νευρωνικά κυκλώματα μέσω ερεθίσματος από το νεοφλοιό.

Ενδεικτικά, βλάβη σε ανώτερα γνωστικά κέντρα που εμπλέκονται στην επεξεργασία της μουσικής καταλήγει συχνά σε απώλεια της συναισθηματικής ικανότητάς της. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η κατανόηση και η αντίληψή της εξαρτάται επίσης κατά πολύ απ’ τη μουσική παιδεία, τον πολιτισμό, αλλά και κοινωνικούς παράγοντες, γι’ αυτό και οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις προτιμήσεις τους. Κατά συνέπεια, όχι μόνο διανοίγονται τεράστιοι ορίζοντες έρευνας, αλλά συχνά, αναπόφευκτα, γεννιούνται και πολλά ερωτήματα.

Επιληψία και μουσική

Στο κλασικό έργο του Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας» είναι χαρακτηριστική η σκηνή-αναφορά πρόκλησης άγνωστης μορφής κρίσεως από το άκουσμα της μουσικής. Επιληπτικόμορφες κρίσεις σαν και αυτή, επιπτώσεις ως 1:1.000.000 στον πληθυσμό (Critchley 1977), υπήρξαν αντικείμενο έρευνας και μελέτης, ενώ ταυτόχρονα ταξινομήθηκαν σε ανεξάρτητη κατηγορία κρίσεων που προκαλούνται από μελωδικά και ρυθμικά ακούσματα (εν αντιθέσει προς απλούς ήχους).

Οι κρίσεις αυτές σύμφωνα με ηλεκτροεγκεφαλογραφικά, MRI, κλινικά (εκλεκτική αφαίρεση λοβών) και πολλαπλά πειραματικά ευρήματα φαίνεται να έχουν εστιακή εντόπιση (εν δυνάμει γενικευμένες τονικοκλονικές) και να προέρχονται από το δεξί ημισφαίριο και ειδικότερα από την εκπόλωση των έξω και έσω κροταφικών και μετωποκογχικών περιοχών.

Εντούτοις, η χρονική καθυστέρηση εμφάνισής τους – έως αρκετά λεπτά – μεταξύ του μουσικού ερεθίσματος και της έναρξης της κρίσης υποδηλώνει πιθανώς τη μεσολάβηση και άλλων νευρωνικών κυκλωμάτων καθιστώντας τη μελέτη τους ακόμα πιο συναρπαστική.

Με δεδομένο ότι τα αποτελέσματα των διαφόρων μελετών διαφέρουν, η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τον ακριβή μηχανισμό έλευσης των κρίσεων είναι αδύνατη. Ωστόσο, μια πρώτη υπόθεση περιλαμβάνει τη διέγερση της ευθείας έλικας (δεξιά μετωποκογχική περιοχή – παραμεταιχμιακή περιοχή) και της άνω κροταφικής έλικας μεταιχμιακού φλοιού που υποδεικνύει την ενεργοποίηση συναισθηματικών και μνημονικών κέντρων στις αρχικές φάσεις της επιληπτικής κρίσης.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η αυξανόμενη συγκίνηση και η ενεργοποίηση του ΑΝΣ (Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος) πριν από την επιληπτική κρίση, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι για τις μουσικογενείς κρίσεις (όχι σε όλες τις περιπτώσεις) ευθύνεται το ίδιο το συναίσθημα που η μουσική εγείρει και όχι το άκουσμα αυτό καθαυτό (Critchley 1977, Gastaut & Tassinari 1966, Vizioli 1989, Wieser και συν. 1997). Παρόλα αυτά, απαιτούνται νέα δεδομένα για την περαιτέρω κατανόηση και ταυτοποίηση των κρίσεων αυτών.

Μουσική και φαντασία

Η μελέτη των νοητικών φαντασιώσεων θεωρείτο μέχρι πρόσφατα ερμητικά κλειστό πεδίο έρευνας και επεξεργασίας διότι πρόκειται για εσωτερική διεργασία. Εντούτοις, νέες πειραματικές μελέτες υποδεικνύουν ότι οι φαντασιώσεις αυτές εμπλέκουν νευρωνικά κυκλώματα που αφορούν την ίδια την αντίληψη αντικειμενικών βιωμάτων (Zatorre 2003).

Ειδικότερα, η φαντασίωση μουσικών ακουσμάτων προκαλεί διέγερση κροταφικών περιοχών (άνω κροταφική έλικα) η οποία όμως, ως γνωστόν, αποτελεί κέντρο αντίληψης ακουστικών ερεθισμάτων. Σαν αποτέλεσμα εγείρεται η υπόθεση χρήσης των ίδιων νευρωνικών κυκλωμάτων τόσο κατά το άκουσμα όσο και κατά τη φαντασίωση μουσικής (Zatorre και συν. 1996).

Μελέτες σε ανθρώπους έδειξαν ότι άτομα που έπασχαν από εγκεφαλική βλάβη του δεξιού κροταφικού λοβού εμφανίζαν δυσκολία σε μουσικές διεργασίες τόσο στο επίπεδο της αντίληψης όσο και στο επίπεδο της φαντασίας (τα άτομα κλήθηκαν να φανταστούν την αλλαγή τόνου ή χροιάς ήχου ενός γνωστού τραγουδιού μεταξύ διαφορετικών μουσικών οργάνων). Αντιθέτως, άτομα με αριστερές βλάβες δεν εμφανίζουν διαταραχές των μουσικών ικανοτήτων τους, γεγονός που υποδεικνύει επικυριαρχία του δεξιού ημισφαιρίου σε επεξεργασία μελωδικών ακουσμάτων, ειδικά απουσία στίχων.

Τα δεδομένα επιβεβαιώνονται με απεικονιστικές μεθόδους που δείχνουν νευρωνικές οδούς εντός αισθητικών περιοχών του εγκεφάλου να διεγείρονται κατά τη φαντασίωση της αντίστοιχης αίσθησης και όταν δεν υφίσταται αντιληπτό ερέθισμα. Οι μελέτες αυτές ανοίγουν δρόμο επιστημονικής μελέτης των εσωτερικών διεργασιών, αλλά και ευρύνουν τον ορίζοντα της έρευνας.

Παρόλα αυτά, για τη συλλογή σαφών και ασφαλών δεδομένων, είναι απαραίτητη η διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας. Ένα από τα πολλά ερωτήματα που μένουν αναπάντητα είναι το αίτιο και η οδός διέγερσης αυτών των αισθητικών οδών κατά τη φαντασίωση, αλλά και το πού έγκεινται οι υποκειμενικές διαφορές των ατόμων. Αρκεί να σκεφτούμε το απλό παράδειγμα της απαράμιλλης ικανότητας του Beethoven που συνθέτει αριστουργήματα αν και τελείως κουφός, για να συνειδητοποιήσουμε την ικανότητα που έχουν οι άνθρωποι να παράγουν εσωτερικές αναπαραστάσεις όχι μόνο από ήχους που έχουν ακούσει στο παρελθόν, αλλά και από νέους.

Μουσική και γλώσσα

Μια επίσης ενδιαφέρουσα προσέγγιση της μουσικής μπορούμε ίσως να βρούμε μέσω των μελετών του Noam Chomsky για τη γλώσσα. Μουσική και γλώσσα αποτελούν αδιαμφισβήτητα ανώτερες γνωστικές λειτουργίες, δέχονται οπτικοακουστικά ερεθίσματα, διαθέτουν ολοκληρωμένο νευρωνικό σύστημα αντίληψης, επεξεργασίας και αντίδρασης με κινητική δραστηριότητα, είναι πρωτεϊκές, ευέλικτες, πλάθουν και πλάθονται, διαθέτουν ακόμα και συναισθηματικό αντίκτυπο. Θα μπορούσαν λοιπόν να υιοθετούν και τους ίδιους μηχανισμούς λειτουργίας – η μουσική να φέρεται ως άλλη γλώσσα;

Μελετώντας τη γλώσσα πριν από δεκαετίες ο Chomsky εστίασε το ενδιαφέρον του στην κατανόηση της καθολικής αίσθησης του συντακτικού. Συγκεκριμένες προτάσεις φαίνονται σε όλους μας πιο «σωστές» από κάποιες άλλες. Αυτή η υποσυνείδητη και απρόσιτη «γνώση» της γλώσσας δεν θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε ότι επεκτείνεται και στη μουσική, καθώς για όλους μας, ανεξαρτήτως εξειδικευμένης μουσικής εκπαίδευσης, κάποια ακούσματα είναι πιο σωστά από κάποια άλλα, ενώ όλοι μας μπορούμε να αναγνωρίσουμε μουσική όταν τη ακούμε ακόμα και όταν βρισκόμαστε σε άλλη χώρα.

Το φαινόμενο αυτό ηλεκτροφυσιολογικά αντανακλάται στα προκλητά δυναμικά Event-Related Potentials (E.R.P.) του εγκεφάλου και μπορεί να μελετηθεί τόσο σε συντακτικό όσο και σε νοηματικό επίπεδο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Χαρακτηριστικά, «παραβιάσεις» των συντακτικών κανόνων της γλώσσας, αλλά και αυτών που διέπουν τη μουσική παράγουν ειδικά θετικά προκλητά δυναμικά (P600) (φτάνουν τη μέγιστη τιμή τους εντός 600ms από το ερέθισμα) (Patel 2003). Επακόλουθες νευρο-απεικονιστικές μελέτες ενισχύουν την υπόθεση κοινής οδού συντακτικής επεξεργασίας μεταξύ μουσικής και γλώσσας, καθώς σύμφωνα με MEG και fMRI δεδομένα, μελωδικές «ασυνταξίες» (τονικές ή ρυθμικές) παρουσιάζουν και πρώιμα χωρικά και χρονικά παρόμοια δυναμικά (ERAN) αρνητικής πολικότητας.

Ειδικότερα, αυτά τα πρώιμα δυναμικά, τα οποία σχετίζονται με την αρμονική επεξεργασία, εδράζονται κυρίως στη δεξιά πρόσθια εγκεφαλική χώρα, εντούτοις, η αρχική τους προέλευση βρίσκεται σε αριστερή μετωπιαία περιοχή του εγκεφάλου, γνωστή ως Broca ή κέντρο της γλώσσας. Δεύτερη μελέτη έρχεται να εμπλέξει και την περιοχή Wernicke με αντίστοιχο τρόπο, πράγμα που υποδηλώνει μια πιθανή κοινή οδό ύπαρξης για μουσική και γλώσσα.

Επιπροσθέτως, πρόσφατες μελέτες από τους Koelsch και συν. (2004) έρχονται να αναδείξουν τη πιθανή νοηματική δυναμική της μουσικής τέχνης. Σύμφωνα με έρευνες, σύντομα αποσπάσματα κλασικής μουσικής μπορούν να ασκήσουν αξιοσημείωτες συμπεριφοριολογικές και ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις όμοιες με εκείνες που παρατηρούνται κατά τη διεργασία λεξιλογικών προτάσεων, υποδηλώνοντας ότι και η μουσική έχει εννοιολογικό περιεχόμενο.

Μια πρόταση όπως «τραγούδα ένα τραγούδι» προδιαθέτει στην επεξεργασία μιας λέξης που ανήκει στο ίδιο σημασιολογικό πεδίο, όπως η λέξη «μουσική», και όχι της λέξης «τράγος». Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό και ως επίδραση σημασιολογικού προιδεασμού (semantic priming effect) και αναφέρεται στο μεγάλο πλεονέκτημα επεξεργασίας εννοιολογικά κοντινών λέξεων, ενώ ηλεκτροφυσιολογικά αντιπροσωπεύεται από τα προκλητά δυναμικά N400 (εκλύονται ~250 ms μετά το ερέθισμα και φτάνουν το μέγιστο γύρω στα 400ms).

Τέτοιες «παραβιάσεις» της σημασιολογικής ακολουθίας προκαλούν στον εγκέφαλο έκλυση μεγαλύτερων N400 δυναμικών σε σχέση με εκείνα που προκαλούνται φυσιολογικά. Το αξιοσημείωτο είναι ότι τα N400 ταιριάζουν σε χωρικό, χρονικό και ηλεκτροφυσιολογικό πλαίσιο με αυτά που παρατηρούνται κατόπιν ακούσματος ενός μουσικού αποσπάσματος και στη συνέχεια μιας ακατάλληλης λέξης. Τι εννοούμε μ’ αυτό;

Μεγάλης κλίμακας μελέτες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι η μουσική προδιαθέτει σε συγκεκριμένα λεξιλογικά νοήματα (π.χ. συγκεκριμένα σημεία των συμφωνιών του Beethoven φαίνεται να προιδεάζουν στη λέξη «ήρωας» –και όχι «κουνούπι»–, αν και ο υποκείμενος μηχανισμός παραμένει άγνωστος) τα οποία όταν εκφραστούν και αποκλίνουν από τα αναμενόμενα παράγουν τα παραπάνω δυναμικά, υποδεικνύοντας μια κοινή οδό σημασιολογικής επεξεργασίας (Εικ. 8).

Εικόνα 8

a) Προκλητά δυναμικά κατά την ανάγνωση μιας πρότασης σχετικής (μαύρο χρώμα) και άσχετης (γκρι χρώμα) με τη τελική λέξη-στόχο. Στη 2η περίπτωση έχουμε έγερση μεγαλύτερων N400 δυναμικών.

b) Παρόμοια συμπεριφορά όταν προηγούνται μουσικά αποσπάσματα (Koelsch και συν. 2004).
Εικόνα 8
a) Προκλητά δυναμικά κατά την ανάγνωση μιας πρότασης σχετικής (μαύρο χρώμα) και άσχετης (γκρι χρώμα) με τη τελική λέξη-στόχο. Στη 2η περίπτωση έχουμε έγερση μεγαλύτερων N400 δυναμικών.
b) Παρόμοια συμπεριφορά όταν προηγούνται μουσικά αποσπάσματα (Koelsch και συν. 2004).

Για να κατανοήσουμε τη σημασιολογική δύναμη της μουσικής, αρκεί να σκεφτούμε τον τρόπο χρήσης της σε κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα: είτε αυτό αποτελεί αμιγές μουσικό έργο είτε συνδυασμό πολλών μορφών τέχνης. Π.χ. στο περίφημο έργο του Prokofiev «Ο Πέτρος και ο λύκος» κάθε μουσικό όργανο και μελωδικό θέμα αντιπροσωπεύει διαφορετικό χαρακτήρα. Στον κινηματογράφο, η ενεργοποίηση της μουσικής συχνά δίνει πολύ διαφορετική διάσταση στον τρόπο που βιώνουμε μια ταινία, αν και ουσιαστικά δεν κρύβεται εκεί όλη της η δράση κ.τ.λ.

Επιπλέον, όπως η μουσική έτσι και η γλώσσα, εκτός από τόνο, φαίνεται να διαθέτει ένα είδος ρυθμού, με την έννοια των εναλλαγών συχνοτήτων όπως αυτή αντανακλάται στην αυξομείωση της διάρκειας ορισμένων φωνητικών στοιχείων (ο Ramus επιχείρησε να αξιολογήσει αυτού του είδους την ιδιότητα βασισμένος στο συνολικό περιεχόμενο σε φωνήεντα). Συγκριτικές μελέτες σε ανθρώπινα έμβρυα και νεαρούς πιθήκους tamarin που κλήθηκαν να διακρίνουν δύο ξένες γλώσσες έδειξαν ότι και τα δύο είδη έχουν εκπληκτική ικανότητα στο να αναγνωρίζουν την κάθε γλώσσα.

Τα αποτελέσματα, όμως, ήταν αντίθετα όταν οι προτάσεις εκφωνούνταν αντίστροφα. Το γεγονός αυτό μηδενίζει τη σημασία των λέξεων και αναδεικνύει τη δυναμική των μοναδικών ρυθμικών μοτίβων που μοιράζονται μουσική και γλώσσα. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι το ίδιο ισχύει και για μη ανθρώπινα είδη —τα οποία σημειωτέον δεν διαθέτουν το φαινόμενο της γλώσσας ή της μουσικής όπως οι πίθηκοι tamarin— προτείνει την ύπαρξη και την εξέλιξη του αντίστοιχου μηχανισμού αντίληψης ρυθμικών παραστάσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ακουστικής λειτουργίας και όχι ειδικής, μουσικής ή γλωσσολογικής, όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω.

Εντούτοις, κλινικά δεδομένα που δείχνουν απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ αμουσίας και αφασίας (όπως αναφέρθηκε στην αρχή) δεν επιβεβαιώνουν τα παραπάνω, ενώ ερωτήματα, όπως «τι μπορεί να συμβαίνει όταν π.χ. η εννοιολογική προδιάθεση του μουσικού ακούσματος δε συμβαδίζει με τους εκάστοτε στίχους», δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη γενίκευση οποιουδήποτε αποτελέσματος.

Μια ικανή υπόθεση ωστόσο (Patel 2003) θέλει αμφότερα τα συντακτικά μουσικής και γλώσσας να μοιράζονται συγκεκριμένες οδούς (που εδράζονται σε αλληλοεπικαλυπτόμενες μετωπιαίες περιοχές) και να ακολουθούν στη συνέχεια διαφορετικές, πιο εξειδικευμένες προβολές σε οπίσθια εγκεφαλικά πεδία, δικαιολογώντας με αυτόν τον τρόπο την ποικιλία των κλινικών περιπτώσεων αμουσίας ή αφασίας.

Συγγενής ή επίκτητη, απομονωμένη ή αρμονικά συμβιώσουσα με άλλες ιδιότητες, ποιος ο λόγος ύπαρξης της μουσικής στον άνθρωπο;

Σίγουρα η μουσική δεν εφευρέθηκε από κάποια συγκεκριμένα άτομα, ούτε αποτέλεσε μια εφήμερη μόδα. Τουναντίον, αποτελεί αυθόρμητο, διαπολιτισμικό, αρχαιότατο φαινόμενο των κοινωνιών, γεγονός που μας κάνει να αναρωτηθούμε για την πιθανή βιολογική της σκοπιμότητα.

Σύμφωνα με τον Δαρβίνο (1871), η μουσική εξυπηρετεί την έλξη ερωτικού συντρόφου. Άποψη που ενισχύει πρόσφατα ο Miller (2000) θυμίζοντάς μας ότι η μουσική σύνθεση εξακολουθεί να είναι χαρακτηριστικό νεαρών αρσενικών στα περισσότερα μέλη του ζωικού βασιλείου.

Εντούτοις, η κυρίαρχη άποψη θέλει τη μουσική να αποτελεί εξελικτικό χάρισμα σε κοινωνικό και όχι τόσο σε ατομικό επίπεδο, προάγοντας τη συνοχή της ομάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι παρούσα σε κάθε είδους συγχρωτισμό –χοροί, θρησκευτικές τελετές, κοινωνικές συναντήσεις– ενισχύοντας τους διαπροσωπικούς δεσμούς, αλλά και την ιδιαιτερότητα του κάθε μέλους ξεχωριστά (Merriam 1964, Dissanayake 1992, McNeill 1995).

Ας αναλογιστούμε το «δέσιμο» μητέρας-νεογνού μέσω της «μουσικής» επικοινωνίας τους (π.χ. νανουρίσματα) (Fernald 1992). Όπως ο Kogan (1994) προσθέτει, άτομα που πρωτοστατούν στο χορό και τη μουσική σε κοινωνικές συναντήσεις δύνανται να αποκτήσουν την πλατωνική ηγεσία του ίδιου συνόλου, παράγοντας που συμβάλλει στην αναπαραγωγική επιτυχία και επιβίωση.

Τέλος, δεν είναι και λίγοι όσοι πιστεύουν ότι η μουσική μπορεί να αποτελεί απλά ένα αναπάντεχο και ευχάριστο προϊόν ανάδυσης μέσα από τα απόνερα ποικίλων ανώτερων γνωστικών και αντιληπτικών μηχανισμών που εξυπηρετούν άλλες λειτουργίες.

Αναμφίβολα και αναπόφευκτα όμως, πολλαπλές νέες και επανειλημμένες προσπάθειες προς ανεύρεση περαιτέρω δεδομένων κρίνονται σκόπιμες. Δεδομένα, που θα συμπεριλάβουν ποικίλα και πολύπλοκα νευρωνικά συστήματα, ικανά να συνδυάσουν αρμονικά τα επιμέρους ευρήματα ώστε να αποτελέσουν σύμφωνες συγχορδίες στη μελωδία των νευροεπιστημονικών ερευνών, αλλά και των προοπτικών που διανοίγονται, μπροστά στο μυστήριο και ταυτόχρονα μυστηριακό φαινόμενο που ονομάζουμε μουσική.

«Καθώς ούτε η απόλαυση, ούτε η ικανότητα παραγωγής μουσικών ήχων αποτελούν λειτουργίες έστω και ελάχιστης χρηστικής αξίας για τον άνθρωπο αναφορικά με την καθημερινή του ζωή, τότε θα πρέπει να ταξινομηθούν ανάμεσα στις πιο μυστήριες που συνάντησε ποτέ.»

Darwin

Βιβλιογραφία

Andersen RA, Snyder LH, Bradley DC, Xing J (1997) Multimodal representation of space in the posterior parietal cortex and its use in planning movements. Annu Rev Neurosci 20:303–330.

Avanzini G. (2003) Musicogenic Seizures. Ann N Y Acad Sci 999:95-102.

Avanzini G. (2003) Cerebral Organization of music related functions. Ann N Y Acad Sci 999:1-3.

Ayotte J, Peretz I, Hyde KL. (2002) Congenital amusia: a group study of adults afflicted with a music-specific disorder. Brain 125:1–14.

Baharloo S, Service S, Risch N, et al. (2000) Familial aggregation of absolute pitch. Am J Hum Genet 67:755-758.

Balck E. (2002) The neural networks of music. European Journal of Neurology 9:449-456.

Balkwill LL, & Thompson WF. (1999) A cross cultural investigation of the perception of emotion in music: psychophysical and cultural cues. Music Percept 17:43-64.

Bardo MT. (1998) Neuropharmacological mechanisms of drug reward: beyond dopamine in the nucleus accumbens. Crit Rev Neurobiol 12:37-67.

Bever TG, Chiarello RJ. (1974) Cerebral dominance in musicians and non-musicians. Science 185:537–539.

Brown S, Martinez M, Hodges DA, Fox PT, Parsons LM. (2004) The song system of the human brain. Cogn Brain Res 20(3):363-375.

Brown S, Martinez MJ, Parsons L. (2004) Passive Music listening spontaneously engages limbic and paralimbic systems. Neuroreport 15(13):2033-2037.

Bushara KO, Weeks RA, Ishii K, Catalan MJ, Tian B, Rauschecker JP, Hallett M. (1999) Modality-specific frontal and parietal areas for auditory and visual spatial localization in humans. Nat Neurosci 2:759–766.

Byll NN, Merzenich MM, Jenkins WM. (1996) A primate genesis model of focal dystonia and repetitive strain injury. Neurology 47:508-520.

Chan AS, Ho YC, Cheung MC. (1998) Music training improves verbal memory. Nature 396:128.

Critchley M. (1977) Musicogenic epilepsy. In: Critchley M, Henson M, editors. Music and the brain. London: Heinemann. p 344–53.

Darwin C. (1871) The descent of man and selection in relation to sex. New York: Appleton.

Don A, Schellenberg G, Rourke B. (1999) Music and language skills of children with Williams syndrome. Child Neuropsychology 5:154-70.

Elbert T, et al. (1995) Increased cortical representation of the fingers of the left hand in string players. Science 270:305-307.

Elbert T, et al. (1998) Alterations of digital representations in somatosensory cortex in focal hand dystonia. Neuroreport 9:3571-3575.

Esch T, Guarna M, Bianchi E, Zhu W, Stefano G. (2004) Commonalities in the central nervous system’s involvement with complementary medical therapies: limbic morphinergic processes. Med Sci Monit 10(6):M56-17.

Evers S, Dannert J, Rodding D, Rotter G, Ringelstein EB. (1999) The cerebral haemodynamics of music perception. A transcranial Doppler sonography study. Brain 122:75–85.

Fernald A. (1991) Prosody in speech to children. Ann Child Dev 8:43-80.

Gaser C, Schlaug G. (2003) Brain Structures Differ between Musicians and Non-Musicians. The Journal of Neuroscience 23(27):9240-9245.

Gastaut H, & Tassinari CA. (1966) Triggering mechanisms in epilepsy. The electroclinical point of view. Epilepsia 7:85-138.

Gregersen P, Kowalsky E, Kohn N, & Marvin E. (2000) Early childhood music education and predisposition to absolute pitch: teasing apart genes and environment. Am J Med Genet 98:280-282.

Griffiths TD, Penhune V, Peretz I, Dean JL, Patterson RD, Green GGR. (2000) Frontal processing and auditory perception. Neuroreport 11:919-22.

Hagendoorn I. (2003) The Dancing Brain in Cerebrum: The DANA Forum on Brain Science 5(2):19-34.

Hauser MD, McDermott J. (2003) The evolution of the music faculty: a comparative perspective. Nat Neurosci 6:663-668.

Hirata Y, Kuriki S, Pantev C. (1999) Musicians with absolute pitch show distinct activities in the auditory cortex. Neuroreport 10:999–1002.

Janata P, Grafton ST. (2003) Swinging in the brain: shared neural substrates for behaviors related to sequencing and music. Nat Neurosci 6(7):682-687.

Keenan JP, Thangaraj V, Halpern AR, Schlaug G. (2001) Absolute pitch and planum temporale. NeuroImage 14:1402–1408.

Kimura D. (1961) Left–right differences in the perception of melodies. Q J Exp Psychol 15:156–165.

Koelsch S, Friederici AD. (2003) Toward the neural basis of processing structure in music. Ann N Y Acad Sci 999:15-28.

Koelsch S, Kasper E, Sammler D, Schulze K, Gunter T, Friederici AD. (2004) Music, language and meaning: brain signatures of semantic processing. Nat Neurosci 7:302-307.

Kogan N. (1994) On aesthetics and its origins: some psychobiological and evolutionary considerations. Social Research 61:139–65.

Lane RD, Reiman EM, Bradley MM, et al. (1997) Neuroanatomical correlates of pleasant and unpleasant emotion. Neuropsychologia 35:1437-1444.

Liégeois-Chauvel C, Peretz I, Baba M, Laguitton V, Chauvel P. (1998) Contribution of different cortical areas in the temporal lobes to music processing. Brain 121:1853–1867.

Liszt F. (1987) Correspondence. In: Lettres choisies, présentées et annotées par P.A. Huré et al. Lattès JC, éd. Knepper, Paris.

Luria A, Tsetkova L, Futer J. (1965) Aphasia in a Composer. Journal of Neurological Science 2:288-92.

Mazziotta J, Phelps M, Carson R, Kuhl D. (1982) Tomographic mapping of human cerebral metabolism: auditory stimulation. Neurology 32:921.

Menson RA. Amusia and disorders of auditory perception. Clinical Neurology 1, Churchill Livingstone.

Miller G. (2000) Evolution of human music through sexual selection. In: Wallin N, Merker B, Brown B, editors. The origins of music. Cambridge (MA): MIT Press. p 329–60.

Miller L. (1989) Music savants: exceptional skill in the mentally retarded. Hillsdale (NJ): Lawrence Erlbaum.

Milza P. (2001) Verdi et Son Temps. Perrin, Paris.

Panksepp J. (1995) The emotional sources of “chills” induced by music. Mus Percept 13:171-207.

Pantev C, Engelien A, Candia V, Elbert T. (2001) Representational Cortex In Musicians: Plastic Alterations in Response to Musical Practice. Ann N Y Acad Sci 300-314.

Pantev C, Roberts LE, Schulz M, Engelien A, Ross B. (2001) Timbre-specific enhancement of auditory cortical representations in musicians. Neuroreport 12:169–174.

Pantev C, et al. (1998) Increased auditory cortical representation in musicians. Nature 392:811-814.

Parsons LM, Sergent J, Hodges DA, Fox PT. (1998) The brain basis of piano performance. Neuropsychologia 1-17.

Parsons LM. (2001) Exploring the functional neuroanatomy of music performance, perception, and comprehension. Ann N Y Acad Sci 930:211–231.

Patel AD. (2003) Language, music, syntax and the brain. Nat Neurosci 6:674-681.

Penfield W, Perot P. (1963) The brain’s record of auditory and visual experience. Brain 86:595–696.

Peretz I. (2002) Brain Specialization for Music. The Neuroscientist 8:372-379.

Peretz I, Belleville S, Fontaine FS. (1997) Dissociations entre musique et langage après atteinte cérébrale : un nouveau cas d’amusie sans aphasie. Revue canadienne de psychologie expérimentale 51:354-67.

Peretz I, Champod AS, Hyde K. (2003) Varieties of Musical Disorders: The Montreal Battery of Evaluation of Amusia. Ann N Y Acad Sci 999:58-79.

Peretz I, Coltheart M. (2003) Modularity of music processing. Nat Neurosci 6:688-691.

Platel H, Price C, Baron JC, et al. (1997) The structural components of musical perception. A functional anatomical study. Brain 120:229–243.

Sanata P. (2004) When music tells a story. Nat Neurosci 7(3):203-204.

Schlaug G. (2001) The brain of musicians: a model for functional and structural adaptation. In: Zatorre RJ, Peretz I, eds. The Biological Foundations of Music. Ann N Y Acad Sci 930:281–299.

Schlaug G, Jäncke L, Huang Y, et al. (1995b) Increased corpus callosum size in musicians. Neuropsychologia 33:1047–1055.

Schlaug G, Jäncke L, Huang Y, Steinmetz H. (1995a) In vivo evidence of structural brain asymmetry in musicians. Science 267:699–701.

Sergent J, Zuck E, Terriah S, MacDonald B. (1992) Distributed neural network underlying musical sight-reading and keyboard performance. Science 257:106–109.

Small D, Zatorre RJ, Dagher A, et al. (2001) Changes in brain activity relating to eating chocolate: from pleasure to aversion. Brain 124:1720-1733.

Stewart L, Walsh V. (2001) Music of the hemispheres. Curr Biol 11:125-127.

Takeuchi A, Hulse S. (1993) Absolute Pitch. Psychol Bull 113:345-361.

Taubman H. (1951) Toscanini. Odhams Press, London.

Trehub SE. (2003) The developmental origins of musicality. Nat Neurosci 6:669-673.

Vignolo LA. (2003) Music Agnosia and Auditory Agnosia Dissociations in Stroke Patients. Ann N Y Acad Sci 999:50-57.

Vizioli R. (1989) Musicogenic epilepsy. Int J Neurosci 47:159-164.

Wieser HG. (2003) Music and the Brain, Lessons from Brain Diseases and Some Reflections on the Emotional Brain. Ann N Y Acad Sci 999:76-94.

Wieser HG, Walter R. (1997) Untroubled musical judgment of a performing organist during early epileptic seizure of the right temporal lobe. Neuropsychologia 35:45-51.

Wieser HG, Hungerbühler H, Siegel A, Buck A. (1997) Musicogenic epilepsy: review of the literature and case report with ictal single photon emission computed tomography. Epilepsia 38:200–7.

Wong PCM, Parsons LM, Martinez M, Diehl RL. (2004) The role of the Insular Cortex in Pitch Pattern Perception: The effect of Linguistic Contexts. J Neurosci 24(41):9153-9160.

Wright AA, Rivera JJ, Hulse SH, Shyan M, & Neiworth JJ. (2000) Music perception and octave generalization in rhesus monkeys. J Exp Psychol Gen 129:291-307.

Zatorre RJ. (2003a) Absolute Pitch: a model for understanding the influence of genes and development on neural and cognitive function. Nat Neurosci 6:692-695.

Zatorre RJ. (2003b) Music and the Brain. Ann N Y Acad Sci 999:4-14.

Zatorre RJ, Perry DW, Beckett CA, Westbury CF, & Evans AC. (1998) Functional anatomy of musical processing in listeners with absolute pitch and relative pitch. Proc Natl Acad Sci USA 95:3172-3177.

Zatorre RJ, Halpern AR, Perry DW, et al. (1996) Hearing in the mind’s ear: a PET investigation of musical imagery and perception. J Cogn Neurosci 8:29-46.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.