Λάζαρος Τριάρχος
Καθηγητής των Νευροεπιστημών και
Πρόεδρος του Τμήματος Εκπαιδευτικής και
Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]
150 Χρόνια από τη γέννηση του Freud

Εισαγωγή
Η διερεύνηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς από τον Φρόυντ ξεκίνησε με εργαστηριακές μελέτες του στην περιοχή της κυτταρικής νευροβιολογίας. Έτσι, εκτός από τα 150 χρόνια του ψυχαναλυτή που γιορτάζει η ανθρωπότητα, φέτος η νευροβιολογία γιορτάζει τα 150 χρόνια του Φρόυντ ως νευροανατόμου.19
Ο Φρόυντ ξεκίνησε την επιστημονική του διαδρομή το 1873 ως φοιτητής της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου είχε ως καθηγητές ονόματα όπως οι Billroth, Meynert, Nothnagel, Stellwag και Stricker. Αποφοίτησε το 1881. Η πρώιμη φάση της ερευνητικής του δραστηριότητας – κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό στο ευρύ κοινό – επικεντρώθηκε στη διερεύνηση νευρικών κυττάρων κάτω από το μικροσκόπιο. Έτσι, η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε από το χώρο της κυτταρικής βιολογίας και της ιστολογίας,10,17,18 εξασφαλίζοντάς του διεθνή αναγνώριση στους νευροεπιστημονικούς κύκλους της εποχής.
Στην παρούσα μελέτη γίνεται μία συνοπτική αναδρομή στα ιστολογικά και ανατομικά έργα του Φρόυντ. Επίσης, δίδονται τεχνικές λεπτομέρειες και για τον τύπο του μικροσκοπίου που χρησιμοποιούσε.
Οι ιστολογικές μελέτες


Από το 1875, ως φοιτητής της ιατρικής, μέχρι το 1885, δηλαδή τη χρονιά που μετέβη στη Salpêtrière για να μαθητεύσει με τον Charcot, ο Φρόυντ εργάσθηκε σε ζητήματα ιστολογίας, νευροανατομικής και νευροπαθολογίας. Δημοσίευσε 14 εργασίες, κάποες από τις οποίες αποτελούν πρωτοποριακές νευροβιολογικές συμβολές.
Η πρώτη επιστημονική έρευνα του νεαρού φοιτητή σχετίζεται με ένα μάλλον ασυνήθιστο θέμα, εκτός νευρικού συστήματος: τους όρχεις του χελιού2 . Ο ακριβής τίτλος της εργασίας ήταν «Παρατηρήσεις στη διαμόρφωση και λεπτή υφή των λοβωτών οργάνων στο χέλι που περιγράφονται ως όρχεις». Η επιλογή του θέματος δεν συνδέεται τόσο με κάποια «φροϋδική» έννοια, όσο με υπόδειξη του καθηγητή του στη ζωολογία, Carl Claus. Η μελέτη διεξήχθη σε δύο επισκέψεις του Φρόυντ, ως υποτρόφου του Αυστριακού Υπουργείου Παιδείας, στο Ζωολογικό Σταθμό της Τεργέστης, τα καλοκαίρια του 1875 και του 1876. Εκεί, ο Φρόυντ εκτέλεσε ανατομές σε 400 χέλια μεγέθους 200-650mm και περιέγραψε την ιστολογική δομή του έως τότε φερομένου υπό την ονομασία «οργάνου του Syrski».
Οι βασικές νευροβιολογικές μελέτες του Φρόυντ στη συνέχεια σχετίζονται με τη δομή των νευρικών κυττάρων και των αποφυάδων τους17 και την ενδοκυττάρια κινητικότητα,18 Οι συμβολές αυτές είχαν τύχει αναγνώρισης από καθιερωμένους νευροεπιστήμονες της εποχής και αναφέρονται σε κλασικά έργα όπως η ιστολογία του νευρικού συστήματος του Cajal15.
Από το 1876 έως το 1882, ο Φρόυντ εργάσθηκε ως famulus (ερευνητής-φοιτητής) στο Εργαστήριο Φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, υπό την επίβλεψη του καθηγητή του Ernst von Brücke. Εκεί, διερεύνησε το νευρικό σύστημα υδροβίων σπονδυλωτών και οστρακοδέρμων. Συγκεκριμένα, μελέτησε το πετρόμυζον (Ammocoetes planeri, κοιν. Λάμπραινα) και την ποταμοκαραβίδα (Flusskrebs). Από τα πειράματά του αυτά προέκυψαν τρεις κλασικές εργασίες του Φρόυντ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στα πρακτικά της αυτοκρατορικής ακαδημίας επιστημών.3,4,6


Η πρώτη από τις δημοσιεύσεις αυτές έφερε τον τίτλο «Περί της προέλευσης των ραχιαίων νευρικώνριζών στο νωτιαίο μυελό του πετρόμυζου»3. Τα αποτελέσματα είχαν δείξει ότι τα μεγάλα νευρικά κύτταρα, που ο Reissner είχε περιγράψει στη ραχιαία φαιά
ουσία, είναι αυτά από τα οποία εκφύονται οι ίνες των ραχιαίωνριζών. Ο Φρόυντ ονόμασε τα συγκεκριμένα κύτταρα Hinterzellen. Παρόμοια κύτταρα περιέγραψαν, αρκετά χρόνια αργότερα, σε έμβρυα ιχθύων, ο Rohon (το 1885) και ο Beard (το 1896)· επικράτησε η ονομασία κύτταρα Rohon-Beard, παρά το γεγονός ότι τα Hinterzellen του Φρόυντ εμμένουν και κατά την ενηλικίωση.11,16
Μία πολύ λεπτομερέστερη μελέτη, με τον τίτλο «Περί των νωτιαίων γαγγλίων και νωτιαίου μυελού του πετρόμυζου»,4 δημοσιεύθηκε την επόμενη χρονιά. Εδώ, ο Φρόυντ πρότεινε ότι τα ραχιαία κύτταρα είναι αισθητικά, τεκμηρίωσε ποικίλες διάμεσες μορφές μεταξύ διπολικών και μονοπολικών νευρώνων στα νωτιαία γάγγλια, περιέγραψε τη διακλάδωση στην κεντρική οδό τωνινών των ραχιαίωνριζών και την ένστρωση νευρικών κυττάρων στις νωτιαίες κοιλιακές ρίζες.
Η επόμενη εργασία δημοσιεύθηκε το 1882, με τίτλο «Περί της δομής των νευρικώνινών και των νευρικών κυττάρων της ποταμοκαραβίδας»6. Ο Φρόυντ μελέτησε ζωντανά κύτταρα μακροσκοπικά και περιέγραψε τη λεπτή υφή του κυτταροπλάσματος (το σημερινό κυτταροσκελετό). Για πρώτη φορά τεκμηρίωσε φαινόμενα πυρηνισκικής μετακίνησης σε νευρώνες (γνωστής αργότερα ως «πυρηνικής περιστροφής»), γεγονός που αποδίδεται από τη σύγχρονη επιστήμη στις παρατηρήσεις του Murnaghan το 1941 13,18.

Ο Φρόυντ εισήγαγε και νέες ιστολογικές μεθόδους χρήσης νιτρικού οξέος και γλυκερίνης,5 και αργότερα, στη χρονική φάση που εργάσθηκε στο νευροανατομικό εργαστήριο του Meynert, αλάτων χρωμίου και χλωριούχου χρυσού,7-9 οι οποίες έφθασαν έως τις Ηνωμένες Πολιτείες21. Από το 1882 μέχρι το 1895, ο Φρόυντ συνέχισε να εργάζεται και να δημοσιεύει στη νευροεμβρυολογία (ακουστικό νεύρο, άνω ελαϊκός πυρήνας, τραπεζοειδές σώμα), παθολογική νευροανατομική (νευρίτιδες) και κλινική νευρολογία (αφασίες, εγκεφαλική παράλυση, διπληγίες).17
Το μικροσκόπιο
Στο κείμενο των επεξηγήσεών του, ο Φρόυντ αναφέρει τεχνικές λεπτομέρειες για τον τύπο μικροσκοπίου που χρησιμοποιούσε, σύμφωνα με τις συμβατότητες της εποχής. Οι κλασματικές τιμές αναφέρονται στο εστιακό μήκος φακών σε ίντσες· με τη μετατροπή σε δεκαδικές τιμές, μπορεί κανείς να υπολογίσει τελικές μεγεθύνσεις. Στη μελέτη στο χέλι,2 ο Φρόυντ χρησιμοποιεί αντικειμενικό Hartnack 4/8. Στις μελέτες στο πετρόμυζον,3-4 αναφέρει προσοφθάλμιο Hartnack 3 , αντικειμενικούς 8 και X, συνολική μεγέθυνση x520, επίσης Hartnack 2/8, αντικειμενικό X, τελικές μεγεθύνσεις x305 και x435, καθώς και αντικειμενικό Hartnack 3/8 με τελική μεγέθυνση x435. Στη μελέτη στην ποταμοκαραβίδα,6 Hartnack 3/8 και 3/X με τελικές μεγεθύνσεις x360 και x400.


Είναι επομένως εμφανές ότι ο Φρόυντ και το εργαστήριο του Brücke είχαν ιδιαίτερη προτίμηση για τα μικροσκόπια Hartnack. Ο καινοτόμος Edmund Hartnack τυγχάνει υπόληψης στους ιστορικούς κύκλους της μικροσκοπίας,1,12 Το 1830, ο θείος του Georges Oberhäuser είχε ξεκινήσει στο Παρίσι, σε συνεργασία με τους Trecourt και Bouquet, οίκο επιστημονικών οργάνων, εξασφαλίζοντας τη φήμη της ποιότητας. Το 1857, ο Oberhäuser συνεταιρίσθηκε με τον ανεψιό του Edmund και η εταιρεία μετονομάσθηκε σε Oberhäuser & Hartnack,21 , place Dauphine, Paris.
Το 1860, ο Hartnack έμεινε μόνος στην εταιρεία και συνέχισε να παράγει μικροσκόπια με την ίδια δεξιοτεχνία που είχε καταστήσει το θείο του διάσημο. Το 1870, εξαιτίας του Γαλλο-Πρωσσικού πολέμου, ο Hartnack μετεγκαταστάθηκε στο Potsdam, αφήνοντας το παράρτημα των Παρισίων (Hartnack & Prazmowski, 1, rue Bonaparte, Paris) στον πολωνό συνέταιρό του Adam Prazmowski, πρώην καθηγητή μαθηματικών και αστρονομίας στο παρατηρητήριο της Βαρσοβίας.
Ο Hartnack αναγνωρίζεται για την πρώτη χρήση μικροσκοπικών αντικειμενικών φακών υδάτινης εμβύθισης (water-immersion) για εμπορική παραγωγή και για την υιοθέτηση συγκεντρωτικού φακού κάτω από την αντικειμενοφόρο πλάκα (substage condenser) σε μεταγενέστερα όργανα. Μικροσκόπια Hartnack υπάρχουν σε αρκετές συλλογές,14,20 παρόμοια με αυτό που χρησιμοποίησε ο Φρόυντ στην παρατήρηση νευρώνων στο εργαστήριο και τη συναγωγή των θεμελιωδών ιστολογικών του συμπερασμάτων.

Βιβλιογραφία
Bradbury S (1967) The Evolution of the Microscope. Pergamon Press, Oxford, σελ. 224-235.
Freud S (1877) Beobachtungen über Gestaltung und feineren Bau der als Hoden beschriebenen Lappenorgane des Aals. Sitzungsberichte der kaiserliche Akademie der Wissenschaften (Wien) 75: 419-431.
Freud S (1877) Über den Ursprung der hinteren Nervenwurzeln im Rückenmark von Ammocoetes (Petromyzon planeri). Sitzungsberichte der kaiserliche Akademie der Wissenschaften (Wien) 75: 15-27.
Freud S (1878) Über Spinalganglien und Rückenmark des Petromyzon. Sitzungsberichte der kaiserliche Akademie der Wissenschaften (Wien) 78: 81-167.
Freud S. (1879) Notiz über eine Methode zur anatomischen Präparation des Nervensystems. Centralblatt für die Medizinischen Wissenschaften 17: 468-469.
Freud S (1882) Über den Bau der Nervenfasern und Nervenzellen beim Flußkrebs. Sitzungsberichte der kaiserliche Akademie der Wissenschaften (Wien) 85: 9-46.
Freud S (1884) Eine neue Methode zum Studium der Faserverlaufes im Centralnervensystem. Centralblatt für die Medizinischen Wissenschaften 22: 161-163.
Freud S (1884) Eine neue Methode zum Studium der Faserverlaufes im Centralnervensystem. Archiv für Anatomie und Physiologie 8: 453-460.
Freud S (1884) A new histological method for the study of nerve-tracts in the brain and spinal cord. Brain 7: 86-88.
Guttman G, Scholz-Strasser I (1998) Freud and the Neurosciences: From Brain Research to the Unconscious. Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, Vienna, 116 σελ.
Hughes A (1957) The development of the primary sensory system in Xenopus laevis (Daudin). Journal of Anatomy 91: 323-338.
Moe H (2004) The Story of the Microscope. Rhodos, Denmark, σελ. 191-194.
Pomerat CM, Hendelman WJ, Raiborn CW (1967) Dynamic activities of nervous tissue in vitro. In: Hydén H (ed.) The Neuron. Elsevier, Amsterdam, σελ. 119-178.
Purtle HR (1974) The Billings Microscope Collection. Armed Forces Institute of Pathology, Washington, D.C.
Ramón y Cajal S (1904) Textura del Sistema Nervioso del Hombre y de los Vertebrados. Nicolás Moya, Madrid.
Roberts A, Hayes BP (1977) The anatomy and function of ‘free’ nerve endings in an amphibian skin sensory system. Proceedings of the Royal Society of London (Biology) 196: 415-429.
Triarhou LC, del Cerro M (1985) Freud’s contributions to Neuroanatomy. Archives of Neurology 42: 282-287.
Triarhou LC, del Cerro M (1987) The histologist Sigmund Freud and the biology of intracellular motility. Biology of the Cell (Paris) 61: 111-114.
Triarhou LC, del Cerro M (2006) Sigmund Freud’s microscope – on the 150th birthday anniversary of the histologist. Micscape Magazine, Issue 132, October 2006 (http://www.microscopy-uk.org.uk/mag/artoct06/mc-freud.html)
Turner GL’E (1989) The Great Age of the Microscope: The Collection of the Royal Microscopical Society through 150 Years. Adam Hilger, Bristol, σελ. 210.
Upson HS (1888) On gold as a staining agent for nerve tissues. Journal of Nervous and Mental Disease 13: 685-689.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.