Φραγκίσκος Γονιδάκης
Ψυχίατρος, Επιστημονικός Συνεργάτης της Ψυχιατρικής Κλινικής
(Αιγινήτειο Νοσοκομείο) της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνών

σύναψις 04a [2006]

Η Εικόνα του σώματος στις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής

Εισαγωγή

Η Κατερίνα που είναι 22 ετών, λέει:«Όταν πηγαίνω στα μαγαζιά για να ψωνίσω ρούχα ή όταν μιλάω με τους φίλους μου αντιλαμβάνομαι ότι είμαι πολύ αδύνατη. Μόλις όμως μείνω μόνη μου και κοιταχτώ στον καθρέφτη νιώθω το σώμα μου διογκωμένο, τα πόδια μου χοντρά και την κοιλιά μου να πετάει μπροστά. Νιώθω αηδιασμένη με το σώμα μου και φοβισμένη για το τι θα γίνει αν χάσω τον έλεγχο και ξεκινήσω να τρώω περισσότερο».

Η Κατερίνα, όπως και άλλα νέα κορίτσια που πάσχουν από νευρογενή ανορεξία ή κάποια άλλη διαταραχή πρόσληψης τροφής, αντιλαμβάνεται το σώμα της πιο ογκώδες από ό,τι είναι στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα να φοβάται κάθε προσπάθεια άρσης του υποσιτισμού της.

Το σώμα μιας πάσχουσας από διαταραχή πρόσληψης τροφής δεν είναι μόνο το υλικό τμήμα της ύπαρξής της, αλλά και το πεδίο που σε καθημερινή βάση δίνεται η μητέρα των μαχών. Μια μάχη που αφορά τόσο τους εξωτερικούς εχθρούς με έπαθλο την αυτονομία της όσο και τον εσωτερικό εχθρό της πείνας με έπαθλο την πολυπόθητη αυτοεκτίμηση.

Το δραματικό στοιχείο σε αυτό τον τόσο σημαντικό για την ύπαρξη της πάσχουσας αγώνα είναι ότι η εικόνα του σώματος τις περισσότερες φορές είναι διαταραγμένη με αποτέλεσμα το σώμα, όσο ισχνό ή καλλίγραμμο και αν είναι, να μην είναι σχεδόν ποτέ αποδεκτό, καθώς η πάσχουσα το αντιλαμβάνεται λανθασμένα ως «χοντρό» και κατά συνέπεια άσχημο και δύσμορφο. Σαν τον χαρτοπαίκτη, λοιπόν, που παίζει με σημαδεμένη τράπουλα, νομίζει ότι μπορεί να κερδίσει (χάνοντας λίγο βάρος ακόμα) σε έναν αγώνα που είναι στην πραγματικότητα χαμένος από την αρχή.

Τα Διαγνωστικά κριτήρια

Τόσο το DSM-IV όσο και το ICD-10 περιλαμβάνουν την διαταραχή στην εικόνα του σώματος στα διαγνωστικά κριτήρια των διαταραχών πρόσληψης τροφής και ειδικότερα της νευρογενούς ανορεξίας. Αναλυτικότερα:

Α) Για την νευρογενή ανορεξία, το DSM-IV’ αναφέρει: «Διαταραχή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς το βάρος και το σχήμα του σώματός του, αδικαιολόγητη υπεραξιολόγηση του σωματικού βάρους ή σχήματος, στον τρόπο με τον οποίο εκτιμά κανείς την εμφάνιση του εαυτού του ή άρνηση της σοβαρότητας της τρέχουσας χαμηλής στάθμης του σωματικού βάρους».

To ICD-102* για την νευρογενή ανορεξία αναφέρει: «Υπάρχει παραμόρφωση της εικόνας του σωματικού εγώ υπό τη μορφή ειδικής ψυχοπαθολογίας, κατά την οποία ο φόβος του πάχους επιδιαρκεί ως παρέμβλητη, υπεραξιολογούμενη ιδέα και ο ασθενής επιβάλλει στον εαυτό του χαμηλό επίπεδο σωματικού βάρους».

Β) Για την νευρογενή βουλιμία, το DSM-IV’ αναφέρει: «Η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται αδικαιολόγητα από το σωματικό σχήμα και βάρος».

Αντίστοιχα το ICD-10,2 χωρίς να εστιάζει ειδικά στην εικόνα σώματος ή την αυτοεκτίμηση, αναφέρει: «Η ψυχοπαθολογία εκφράζεται σαν νοσηρός φόβος πάχυνσης. Ο ασθενής επιβάλει στον εαυτό του ένα αυστηρά καθορισμένο όριο σωματικού βάρους, πολύ χαμηλότερο από το προνοσηρό επίπεδο…».

Όπως παρατηρούμε, τα διαγνωστικά κριτήρια αναφέρονται σε τρία σημεία που αφορούν το σώμα της πάσχουσας. Το πρώτο είναι η διαταραχή στην εικόνα του σώματος που σχετίζεται κυρίως με την οπτική αυτοαξιολόγηση του σώματος. Το δεύτερο είναι η δυσαρέσκεια από το σώμα ανεξάρτητα από το πως το αντιλαμβάνεται η πάσχουσα και το τρίτο είναι η υπερβολική έμφαση στο βάρος και το σχήμα του σώματος ως καθοριστικό παράγοντα για την αποτίμηση της προσωπικής αξίας του ατόμου. Αν και η εικόνα του σώματος εμφανίζεται διαταραγμένη και σε άλλες ψυχικές παθήσεις, όπως η δυσμορφοφοβία* και η σωματική παραληρητική διαταραχή, ο συνδυασμός των τριών παραπάνω παραγόντων παρατηρείται μόνο στις διαταραχές πρόσληψης τροφής. Να σημειωθεί ότι και οι τρεις

αυτοί παράγοντες προηγούνται πολλές φορές της έναρξης της διαταραχής και δεν υποχωρούν όσο και να μειωθεί το βάρος της πάσχουσας.4

Διαταραχή ή επιλογή;

Αν και τα διαγνωστικά κριτήρια των δύο ταξινομητικών συστημάτων περιγράφουν με σαφή τρόπο τον ιδιαίτερο ρόλο του σώματος στις διαταραχές πρόσληψης τροφής, καθώς και την δυσφορία που νιώθει η πάσχουσα από αυτό, πολλές φορές στην κλινική πράξη είναι δύσκολο να εφαρμοστούν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές.

Υπάρχουν πάσχουσες που κατά την έναρξη της θεραπείας αναρωτιούνται για ποιο λόγο δεν έχουν δικαίωμα να βελτιώσουν το σώμα τους αφού «όλοι προσπαθούν να το κάνουν με τον ένα ή άλλο τρόπο» Στην αντίθετη κατεύθυνση, ορισμένοι θεραπευτές, αρκετά συχνά, χαρακτηρίζουν ως παραληρητική την εμμονή της πάσχουσας με το σώμα και την απώλεια βάρους και απορρίπτουν οποιοδήποτε επιχείρημα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Αν και είναι πέρα του σκοπού αυτού του άρθρου να σχολιαστούν θέματα ηθικής και δεοντολογίας, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε κατά πόσο ένα άτομο δικαιούται να αυτοκαθορίζει το βάρος του και αν πρέπει να υπάρχει κάποιο σημείο πέρα από το οποίο αυτό το δικαίωμα χάνεται.

Η προσωπική ιστορία

Η Χριστίνα πάσχει από νευρογενή ανορεξία περιοριστικού τύπου. Όταν ξεκινάει τη θεραπεία το βάρος της είναι 12 κιλά λιγότερο από το κατώτερο φυσιολογικό. Η Χριστίνα αντιλαμβάνεται ότι το σώμα της είναι ισχνό και επιθυμεί να επανέλθει στην προηγούμενη μορφή του που την βρίσκει ικανοποιητική. Ένα έτος μετά, όταν το βάρος της πλησιάζει το κανονικό, η Χριστίνα είναι έντονα αγχωμένη με το σώμα της που της φαίνεται χοντρό και υπέρ του δέοντος προκλητικό. Λίγες εβδομάδες μετά, και ενώ έχει αρχίσει να περιορίζει και πάλι τη διατροφή της, θυμάται έντρομη σκηνές κακοποίησης από τον πατέρα της. Η ίδια λέει θυμωμένα στο θεραπευτή της: «Μην με πιέζεις να φάω. Εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να έχω κανονικό σώμα όσο ζω μαζί τους»

Η παχυσαρκία στην παιδική και εφηβική ηλικία,5 καθώς και τραυματικά γεγονότα όπως ή κακοποίηση6 έχουν σχετιστεί με την διαταραχή της εικόνας του σώματος. Είναι γνωστό ότι τα παιδιά έχουν χαμηλή ανοχή στους υπέρβαρους συνομηλίκους τους οποίους και συνήθως κοροϊδεύουν. Το κορίτσι μαθαίνει να κρύβει το σώμα της μέσα σε φαρδιά ρούχα για να προστατευτεί από την κοροϊδία ή την επιθετικότητα των άλλων. Ταυτόχρονα αποφεύγει να κοιτάξει το σώμα της χωρίς τα ρούχα καθώς πιστεύει ότι αυτό που θα δει είναι απωθητικό. Αυτή η συμπεριφορά, αν και στιγμιαία την ανακουφίζει από δυσάρεστα συναισθήματα (με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται) και μακροπρόθεσμα δεν της επιτρέπει να αντιληφθεί τις αλλαγές του σώματος ή ακόμα και ότι το σώμα της είναι υπερβολικά ισχνό.

Στον αντίποδα της αποφευκτικής συμπεριφοράς βρίσκονται κορίτσια που τσεκάρουν συνέχεια με εμμονοληπτικό τρόπο τις αναλογίες του σώματός του. Και αυτή η συμπεριφορά, αν και αρχικά μειώνει το άγχος, μακροπρόθεσμα οδηγεί στην ενίσχυση της πεποίθησης ότι το σώμα βρίσκεται σε συνεχή κίνδυνο να διογκωθεί (ξανά) και για αυτό απαιτείται μόνιμη επαγρύπνηση και έλεγχος των αναλογιών του.’

Το «ιδανικό σώμα»

Η Χρυσούλα που είναι 17 ετών στο εφηβικό δωμάτιο της έχει φωτογραφίες διάσημων φωτομοντέλων που έκοψε από περιοδικά. «Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο έβλεπα την…. και ήθελα να αποκτήσω το σώμα της. Μου φαινόταν ότι είναι τέλειο και εγώ σκεφτόμουν ότι αν τα καταφέρω να αποκτήσω αυτό το σώμα τότε θα μπορώ να καταφέρω τα πάντα». Η Χρυσούλα δεν έχει «επίσημα» κάποια διαταραχή διατροφής. Βασανίζεται όμως από την προσπάθεια να κατακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της μέσα από το να επαναδιαμορφώσει το σώμα της σύμφωνα με τα πρότυπα που καθορίζουν οι φωτογραφίες που έχει κολλημένες στο δωμάτιο της. Η Χρυσούλα δεν εμπιστεύεται τα συναισθήματα του φίλου της καθώς θεωρεί ότι αυτά εύκολα μπορούν να εξαφανιστούν λόγω της μη αρτιότητας του σώματός της. Όταν ο φίλος της την εγκαταλείπει γιατί «δεν αντέχει την ανασφάλεια με το σώμα μου και τις εμμονές μου με τη γυμναστική και το φαγητό», τότε η Χρυσούλα καταρρέει και αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια..

Αν και η έννοια του ιδανικού σώματος υπάρχει από την αρχαιότητα και έχει απασχολήσει τόσο τους φιλοσόφους όσο και τους καλλιτέχνες, τα πρότυπα του ιδανικού σώματος ή της ομορφιάς μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή. Στα μέσα του 20»* αιώνα, παρατηρούμε μια στροφή από τη γυναικεία σιλουέτα του βιολιού (στρογγυλό στήθος και γοφοί, στενή μέση) στη γυναικεία σιλουέτα του σωλήνα (μικρό στήθος, στενοί γοφοί, λεπτή μέση) που εκφράστηκε ιδανικά από διάσημα μοντέλα μόδας ορισμένα από τα οποία νοσούσαν από νευρογενή ανορεξία. Η ισχνότητα αναδεικνύεται έτσι σαν σημαντικό επίτευγμα τόσο στο επίπεδο της σωματικής ομορφιάς όσο και σαν ένδειξη της ισχύος της προσωπικότητας που μπορεί να επιβάλλεται στο αίσθημα της πείνας. Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ από τη μια, το ιδανικό γυναικείο σώμα χάνει τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου του, από την άλλη, οι Δυτικές κοινωνίες γνωρίζουν ένα πρωτοφανές επίπεδο ευμάρειας με αποτέλεσμα τα ποσοστά του πληθυσμού που πάσχουν από παχυσαρκία να αυξάνονται ραγδαία. Στο παραπάνω, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η μείωση της καθημερινής σωματικής δραστηριότητας. Και πάλι παρατηρούμε ότι, την ίδια χρονική περίοδο που η σωματική δραστηριότητα μειώνεται, προβάλλεται εντονότερα το ιδανικό του καλογυμνασμένου σώματος και η άθληση μεταφέρειαι περισσότερο στα γυμναστήρια και σε έντονους τρόπους εκγύμνασης του σώματος όπως είναι η αεροβική γυμναστική.

Έχει παρατηρηθεί ότι οι αρνητικές στάσεις έφηβων κοριτσιών απέναντι στο σώμα τους σχετίζονταν με τη συχνότητα με την οποία διάβαζαν περιοδικά μόδας,» καθώς επίσης και ότι αυξάνονταν μετά την έκθεσή τους σε φωτογραφίες μοντέλων από περιοδικά μόδας.’ Μελέτη που έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έδειξε ότι ο δείκτης μάζας σώματος των γυναικών που παρουσιάζονταν στις σελίδες του περιοδικού Playboy ήταν στο 72% των περιπτώσεων κάτω του 18! 10

Η επίδραση της οικογένειας

Η Ελένη κλαίγοντας εξομολογείται στο θεραπευτή της ότι δεν αντέχει τα σχόλια της μητέρας της για το σώμα της και την πίεση να χάσει βάρος. Απελπισμένη ζητάει από τον θεραπευτή να μεσολαβήσει στη μητέρα της για να την αφήσει να τρώει το βραδινό της γεύμα, έτσι ώστε να μπορέσει να αποφύγει το νυκτερινό βουλιμικό επεισόδιο. Ο δείκτης μάζας σώματος της Ελένης είναι 18.5, 1.5 μονάδα δηλαδή κάτω από το ελάχιστο κανονικό. Στην οικογενειακή συνάντηση που προγραμματίζεται, η μητέρα της Ελένης επιμένει ότι το σώμα της Ελένης είναι υπέρβαρο και ότι θα πρέπει να χάσει και άλλο βάρος για να γίνει τέλειο.

Η στάση της οικογένειας απέναντι στη δίαιτα και το ιδανικό σώμα φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση της στάσης της έφηβης απέναντι και στο δικό της σώμα. Φαίνεται ότι, από τους δύο γονείς, η στάση της μητέρας απέναντι στην δίαιτα ή ακόμα και τα σχόλια που κάνει για το σώμα της κόρης της έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην έφηβη κόρη από ό,τι η στάση του πατέρα. Αρκετά συχνά δε, και η ίδια η μητέρα είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν ή αντιμετωπίζει κάποια διαταραχή πρόσληψης τροφής.” Σε μια μελέτη βρέθηκε ότι ο ανασφαλής τύπος προσκόλλησης (attachment) προδιαθέτει σε μεγαλύτερη δυσφορία από το σώμα σε κορίτσια 9-12 ετών σε σχέση με κορίτσια που βρέθηκε να έχουν ασφαλή τύπο προσκόλλησης.12

Κοινωνική τάξη και πολπισμικοί παράγοντες

Η ανησυχία για το σώμα και το βάρος, καθώς και η διαταραχή στην εικόνα του σώματος έχει παρατηρηθεί ότι είναι εντονότερες σε κορίτσια από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα.11

Εκτός από την κοινωνική τάξη, διαφορές παρουσιάζονται και μεταξύ διαφορετικών φυλετικών ομάδων. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ, τα κορίτσια από τη Μαύρη φυλή έχουν λιγότερη ανησυχία για το σώμα τους και λιγότερη επιθυμία να είναι ισχνές σε σχέση με τις συμμαθήτριές τους από τη Λευκή φυλή.·13

Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι σε μη δυτικές χώρες, όπως η Κίνα, αν και τα ποσοστά νευρογενούς ανορεξίας δεν διαφέρουν σημαντικά από τις Δυτικές χώρες, η δυσαρέσκεια από το σώμα και η διαταραχή στην εικόνα του σώματος είναι λιγότερο συχνές. Το παραπάνω εύρημα, αν επιβεβαιωθεί, πιθανώς δηλώνει ότι, όπως και με άλλες ψυχικές παθήσεις, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής εμφανίζονται σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια με διαφορετική όμως φαινομενολογία. Το παραπάνω συμπέρασμα μας απομακρύνει από παλαιότερες απόψεις που ήθελαν τις διαταραχές πρόσληψης τροφής να εμφανίζονται σχεδόν κατά αποκλειστικότητα στις Δυτικές κοινωνίες.

Η εικόνα του σώματος στη θεραπεία των διαταραχών πρόσληψης τροφής

Η αντιμετώπιση της διαταραχής στην εικόνα του σώματος είναι αναγκαία για την θεραπεία των διαταραχών πρόσληψης τροφής. Μια πάσχουσα, που εξακολουθεί να νιώθει το σώμα της διογκωμένο ή να αξιολογεί την ατομική της επιτυχία από τη διάμετρο των γοφών της, είναι πιθανό ότι, κάποια στιγμή, για να ανακουφίσει τη δυσφορία της, θα ξαναπροσπαθήσει να κάνει δίαιτα με αποτέλεσμα είτε να ξαναεμφανιστούν τα βουλιμικά επεισόδια είτε να αρχίσει να υποσιτίζεται με τις γνωστές συνέπειες. Η εμμένουσα διαταραχή στην εικόνα του σώματος φαίνεται ότι αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα υποτροπής των διαταραχών πρόσληψης τροφής.» Επίσης, θεραπευτικές παρεμβάσεις γνωσιακού συμπεριφορικού τύπου, που συμπεριλάμβαναν την τροποποίηση της εικόνας του σώματος, έδειξαν καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με παρεμβάσεις που εστιάζονταν αποκλειστικά στις υπερφαγικές κρίσεις και τις καθαρτικές συμπεριφορές.4,7

Οι συμπεριφορικές παρεμβάσεις στοχεύουν κυρίως στην ορθότερη εκτίμηση του μεγέθους του σώματος ή των μερών που η πάσχουσα νιώθει ότι είναι «χοντρά», καθώς και στη σταδιακή έκθεση του ατόμου στη θέα του σώματός του, στην ένδυση με ρούχα σύστοιχου με το μέγεθος του σώματος, καθώς και στον σταδιακό περιορισμό των συμπεριφορών ελέγχου του σώματος Στο γνωσιακό επίπεδο, γίνεται προσπάθεια να αντικατασταθούν οι αρνητικές γνωσίες για το σώμα με άλλες λιγότερο φορτισμένες συναισθηματικά.7

Βιβλιογραφία

  1. American Psychiatric Association (1994). Diagnostic and statistical manual of mental disorders.4» American Psychiatric Association: Washington DC 1994.
  2. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ταξινόμηση ICD-10 Ψυχικών Διαταραχών και Διαταραχών Συμπεριφοράς: Κλινικές περιγραφές και οδηγίες για τη διάγνωση. Απόδοση στα Ελληνικά και Επιμέλεια: Κ. Στεφάνής, Κ. Σολδάτος, Β. Μαυρέας. Εκδόσεις Βήτα, Αθήνα 1993.
  3. Rosen JC and Ramirez Ε. (1998). A Comparison of eating disorders and body dysmorphic disorder on body image and psychological ad)ustment. Journal of Psychosomatic Research44 (3-41:441-9.
  1. Stice E and Shaw H12002). Role of body dissatisfaction in the onset and maintenance of eating pathology. A synthesis of research findings. Journal of Psychosomatic Research 53:985-993.
  2. Cooper PJ and Goodyer I (1997). Prevalence and significance of weight and shape concerns in girls aged 11-16. British Journal of Psychiatry 171:542-44.
  3. Welch SL and Fairburn CG (1996). Childhood sexual abuse and physical abuse as risk factors for the development of bulimia nervosa: a community-based case control study. Child Abuse and Neglect 20:632-642.
  4. Rosen J (1995). Assessment and treatment of Body Image Disturbance. In Brownell K and Fairburn C (eds) Eating Disorders and Obesity. A comprehensive handbook The Guilford Press, London.
  5. Field A, Cheung L, Wolf A (1999). Exposure to the mass media and weight concerns among girls. Pediatrics 103:36-39.
  6. Durkin S and Paxton S (2002). Predictors of vulnerability to reduced body image satisfaction and psychological wellbeing in response to exposure to idealized female media images in adolescent girls. Journal of Psychosomatic Research 53: 995-1005.
  7. Szabo CP (1996). Socio-cultural factors in the aetiology of eating disorders. A study of Playboy centerfolds. South African Medical Journal 86: 838-839.
  8. Gowers S and Shope A (2001). Development of weight and shape concerns in the aetiology of eating disorders. British Journal of Psychiatry 179:236-242.
  9. Sharpe TM, Killen JD, Bryson SW (1998). Attachment style and weight concerns in preadolescent and adolescent girls. International Journal of Eating Disorders 23:39-44.
  10. Neumark-Sztainer D, Croll J, Story M, Hannan P, French A, Perry C. (2002). Ethnic/racial differences in weight related concerns and behaviors among adolescent girls and boys. Findings from Project EAT. Journal of Psychosomatic Research 53: 963-974.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.