Ράνια Μαχαίρα-Μαρκίδη
Ψυχίατρος-Παιδοψυχίαχρος και Διευθύντρια στο ΚΚΨΥ
Παγκρατίου του Νοσοκομείου «Ο Ευαγγελισμός»
σύναψις 04a [2006]
Οι θεωρητικές προσεγγίσεις που απαρτίζουν το επιστημονικό έδαφος της Παιδοψυχιατρικής εκκινούν από την αποδοχή ενός ψυχοκοινωνικού μοντέλου για την μελέτη του παιδιού. Ενώ οι έννοιες της ψυχικής υγείας, όπως και οι όψεις της ψυχοπαθολογίας, καθρεφτίζονται και στην θεώρηση του ατόμου ως μέλους μιας κοινότητας. Ναι μεν, μοναδικό το παιδί, το κάθε παιδί, με δικαιώματα και υποχρέωση στη διαφορά, αλλά ταυτόχρονα εναρμονισμένο με τα μέτρα και σταθμά που έχει θεσπίσει η κοινότητα.
Ο θεραπευτής που υποδέχεται ένα αίτημα παιδοψυχιατρικής τάξεως δεν νιώθει πάντοτε ασφαλής με τον θεωρητικό εξοπλισμό του κατά την αναγωγή στο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο. Οι τρεις όροι της σύνθετης αυτής λέξης άλλοτε συγκλίνουν, άλλοτε αποκλίνουν, δημιουργώντας, ανάλογα, συσσωρεύσεις ή ρήγματα στην, κατά τα άλλα, πολικώς ορθή αντίληψη που υπαγορεύει η λέξη.
Απεμπλοκή από την όποια αμηχανία στην επιλογή του κατάλληλου θεωρητικού πλαισίου, ίσως προσφέρει η υπενθύμιση ότι οι θεωρίες διατυπώνονται κατόπιν μελέτης των περιστατικών, και όχι ότι οφείλει ένα περιστατικό να ταιριάξει στην θεωρία. Πράγμα που σημαίνει ότι ο θεραπευτής καλείται σε κάθε περίπτωση να αναζητήσει τα σημεία διαφοροποίησης ώστε να διαβάσει ορθά το το γιατί, και το πότε του υλικού που καλείται να διευθετήσει κλινικά.
Με τα παραπάνω να ορίζουν σε γενικές γραμμές τις υποχρεώσεις της Παιδοψυχιατρικής ως γνωσιακού και θεραπευτικού λόγου και σε συνάρτηση με το θέμα που δηλώνει ο τίτλος, πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί πως το ηλικιακό φάσμα εφαρμογής της Παιδοψυχιατρικής ειδικότητας εκτείνεται και πέραν της αρχής του χρόνου. Επειδή υπάρχει μια ηλικία που η συνείδηση του χρόνου, ο χρόνος επομένως, δεν υπάρχει.
Το ασυνείδητο, μας λεει ο Φρόυντ, δεν αναγνωρίζει τον χρόνο. Και το παιδί στο ξεκίνημα της ζωής του δεν γνωρίζει τον χρόνο, είναι εκτός χρόνου, άχρονο. Επειδή του λείπει η «συνείδηση» του χρόνου-συνείδηση που προϋποθέτει το πέρασμα του υποκειμένου στην γλώσσα και στον λόγο. Κατά κάποιο τρόπο, ο χρόνος υπάρχει επειδή υπάρχουν τα ρολόγια, και δεν έχει νόημα ένα ρολόι αν δεν ξέρεις να διαβάσεις την ώρα. Η συνείδηση ξέρει επειδή μιλάει τα γράμματα και τους αριθμούς.
Η συνείδηση -ή, σωστότερα, με ψυχαναλυτικούς όρους, το συνειδητό- μιλώντας, οργανώνει τον χρόνο σε ανθρώπινη ζωή, αποταμιεύει τα πράγματα και τα γεγονότα σε ονόματα, αναγνωρίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, από σώμα και από γλώσσα συγκροτεί την υποκειμενικότητα. Ανακαλύπτοντας (ή κατασκευάζοντας) τον χρόνο, η συνείδηση «μεταφράζει». Αλλά και «μετουσιώνει» ένα είδος, το σώμα, σε άλλο, σε λέξεις που αποτελούν τις σημασίες των γεγονότων του σώματος. Έτσι η εμπειρία που έχουμε από το σώμα μας και από τον χρόνο του σώματός μας γίνεται καθημερινός λόγος μεταξύ των ανθρώπων.
Εντούτοις, δεχόμαστε ότι η ικανότητα της γλώσσας κατακτάται από μια ορισμένη ηλικία και μετά, και ότι κατά συνέπεια το νήπιο δεν μπορεί να έχει συνειδησιακή εμπειρία των γεγονότων της ζωής του, από μια ορισμένη ηλικία. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αφηγηθεί αυτήν την εμπειρία, για παράδειγμα, μέσα σε μια ψυχοθεραπευτική σχέση. Τι να πει, αφού δεν έχει μάθει να ξέρει, αφού του λείπει ακόμα το μεταφραστικό εργαλείο, η γλώσσα;
Το ερώτημα λοιπόν που γεννιέται είναι πώς διατηρείται τότε η νηπιακή εμπειρία, αν είναι αλήθεια ότι αυτή είναι υπεύθυνη για ορισμένη ψυχοπαθολογία – για παράδειγμα για μια σωματομετατρεπτική ή ψυχοσωματική συμπτωματολογία; Ερώτημα που οφείλει να το απαντήσει κάθε θεωρία που θέλει να έχει εγκυρότητα προτού γίνει πρακτική.

Ορίζοντας την εμπειρία σαν κάτι που βασικά ξεκινά σαν μεταβολή της κατάστασης των αισθήσεων του σώματος (ευχαρίστηση, πόνος κλπ), αφήνοντας απ’ έξω τις άλλες τις (ψυχικότερες) πηγές της εμπειρίας, μας μένει ακόμα να ξεκαθαρίσουμε τι είναι σώμα. Υποστηρίζουμε πως το ανθρώπινο σώμα, γεννιέται για δεύτερη φορά (μετά την πρώτη γέννα στο μαιευτήριο) στη διαλεκτική του σχέση με την σημαίνουσα αλυσίδα και με το σώμα του άλλου. Ο άλλος δίνει για ταυτοποίηση την εικόνα του δικού του σώματος – και δίνει ακόμα μια ονομασία στο υποκείμενο του νεογέννητου σώματος. Στο σύνολο λοιπόν των ενορμήσεων, που είναι το πρωταρχικό υλικό του σώματος, ενορμήσεων που έχουν πάρε-δώσε με τις αισθήσεις και τείνουν να οργανωθούν σε ερωτογόνες ζώνες, ο άλλος δίνει τα αντικείμενα, πρώτον (π.χ. ίο θηλάζον στήθος, τη φωνή, το βλέμμα), και μια ριζική αλλαγή σύστασης, δεύτερον. Το σώμα γίνεται οίκος της γλώσσας. Αποκτά χρόνο και ιστορία-και δεν υπάρχει Ιστορία που να μην αναφέρεται σε μια προϊστορία της. Αυτή η προϊστορία είναι ένας «μύθος» – στα αρχαιοελληνικά, ο μύθος συμπίπτει με το λόγο. Ένας μύθος που κατασκευάζεται εκ των υστέρων, μια επινόηση της γλώσσας που βάζει τάξη αιτίου-αιτιατού στο σύμπαν της, – και μ’ αυτήν την έννοια η φροϋδική ψυχανάλυση, προκειμένου να εξηγήσει την «προγλωσσική» καταγωγή της νευρωτικής φαντασίωσης καταφεύγει στο γνωστό nach traeglich (εκ των υστέρων). Οι πρώτες σκηνές του δράματος, γράφονται εκ των υστέρων, όχι βέβαια μετά την κάθαρση και τη λύση του, αλλά στις κορυφαίες στιγμές της ανάπτυξής του.
Η τραυματική λοιπόν νηπιακή εμπειρία (τραυματική, γιατί αυτή κυρίως μας ενδιαφέρει) είναι μια μυθική κατασκευή του σώματος που είναι «ονομασμένο» από τον Άλλον που έχει γίνει υπο-κείμενο της γλώσσας, με άλλα λόγια της τάξης της συμβολικότητας και της φαντασίωσης. Έτσι κατανοούμε πως το μονοπάτι για να συνεννοηθούμε λ,χ. με μια φοβία, μια ιδεοληψία, ένα παραλήρημα, περνάει μέσα από την ομιλία που θα αρθρώσουν με παραλήπτη τον δικό μας κώδικα και το δικό μας υποκείμενο – ομιλία που αντιπροσωπεύει την μεταφορική τους έκφραση, την αλληγορία τους. Αλλά η τραυματική εμπειρία έχει ταυτόχρονα κάτι πέραν του συμβολικού της ομιλίας και του εικαστικού της φαντασίωσης, κάτι το βουβά και ανείπωτα πραγματικό, συμπαγές, αδιαπέραστο ή άφθαστο από τις λέξεις, κάτι που απλούστατα «είναι».
Για το παιδί με χρόνιο νόσημα, το κακοποιημένο παιδί, το ανορεκτικό, αυτή η υπαρκτική, υλική διάσταση της τραυματικής εμπειρίας είναι χαραγμένη στο σώμα του, είναι το σώμα του. Το ερώτημα είναι πώς να αναγνωρίσουμε, μέσα στην μεταβιολογική τάξη της υποκειμενικότητας, αυτές τις αδιαμεσολάβητες αισθητηριακές και αντιληπτικές ποσότητες που δεν «σημαίνουν», – και επομένως είναι ασυμβολικές, μη ανταλλάξιμες με λόγια, μη αναπαραστάσιμες. Ο λόγος της επιστήμης προσφεύγει σε σχήματα, σε ερμηνείες, ταξινομεί και θεωρητικοποιεί. Αλλά με το παιδί, αυτό το παιδί, που η εγγραφή στο σώμα του δεν είναι λόγος, τι γίνεται στην κλινική πράξη;
Η πρόταση μας είναι πως το μονοπάτι για να αναγνωρίσει το ίδιο το παιδί την εγγραφή της εμπειρίας του στο σώμα του, περνάει μέσα από την «αγωγή λόγου», θεραπευτική δράση σημαίνει να του διδάξεις πώς να οικειοποιηθεί την γλώσσα ώστε να την κάνει δική του, και να μιλήσει κάποτε τον δικό του λόγο απέναντι στην ωμή πραγματικότητα…
…Τόσο απροκάλυπτα και εμφανώς ωμή, όσο έτυχε να χαραχθεί στο σώμα ενός παιδιού η πραγματικότητα της φωτιάς, να γίνει το σώμα του, από τότε που ήταν μόλις 50 ημερών. Επέζησε με εκτεταμμένα εγκαύματα σε πρόσωπο, κεφάλι, θώρακα και χέρι, χάρη σε 8 συνολικά πλαστικές επεμβάσεις. Τίμημα της ζωής του, ο θάνατος της μητέρας και της δίχρονης αδελφής του, η παραμορφωμένη εικόνα του σώματος του, και η ανάμνηση του πόνου.
Βάζοντας σε λόγια την διπλή όψη των ενοχών του απέναντι σε μια μητέρα που, αφού δεν απέτρεψε την φωτιά, ίσως επιθυμούσε τον θάνατο και των τριών τους: εκείνος έζησε – δεν πέθανε. Με την αγωγή στο λόγο, αυτό το παιδί στην ουσία διοχετεύει την ύπαρξη του στους κανόνες της συμβολικότητας. Έτσι, θα δοκιμάσει να χειριστεί τις απώλειες και τα πένθη του. Το ζήτημα είναι να τα αναγνωρίσει αλλά και να τα τοποθετήσει χρονικά εκεί που ανήκουν, στον παρελθόντα χρόνο του. Να βάλει δηλαδή τάξη στα γεγονότα της ζωής του και ό,τι ήταν καταθλιπτική μυθολογία να μεταμορφωθεί σε προσωπική του ιστορία. Συμφιλιώνεται με την αντωνυμία που εκφράζει την ταυτότητά του, όπως και με τους ρηματικούς τύπους που εκφράζουν τις επιθυμίες του και τις πράξεις του, και δέχεται τον χωρισμό του από τον «άλλον», όπως σε μια πρόταση το ρήμα χωρίζεται από το αντικείμενο.
Ένα καλοκαίρι, θα πήγαινε στον τάφο της αδελφής του: «θα αφήσω λουλούδια και ψίχουλα στην ψυχούλα της».
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.