Ελένη Τζαβάρα
Ψυχολόγος-Ψυχαναλύτρια.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα

σύναψις 04a [2006]

'Οταν τα χάνουν, πριν τους χάσουμε Ανοϊκοί γέροι γονείς, «παιδιά» σε βαθιά θλίψη

Το κείμενο που ακολουθεί Ιίναι αυτό της προφορικής εισήγησης. Μόνες προσθήκες, η βιβλιογραφία και κάποιες υποσημειώσεις

Δὴ τὴν μητέρα μου θὰ τὴν ἔβλεπα μόνο –καὶ πάντα–
νέα κι’ ωραία ὡς ἦτου…

Ν. Εγγονόπουλος, Ἡ ἁρμόνικα.
[Στὴν Κοιλάδα μὲ τοὺς Ροδῶνες, Αθήνα, Ίκαρος, 1978].

«Μέχρι τα εβδομήντα πέντε μου χρόνια, όταν έβλεπα ένα πολύ γέρο και αδύναμο άνθρωπο στο δρόμο ή στο χωλ ενός ξενοδοχείου, έλεγα στο φίλο που ήταν μαζί μου: «Είδατε τον Μπονιουέλ; Απίστευτο; Πέρσι ακόμα ήταν τόσο ακμαίος! Τι κατάπτωση!». Μου άρεσε να παριστάνω τον πρόωρα ξεκουτιασμένο… Στα εβδομήντα επτά μου έκανα την τελευταία μου ταινία.

Ύστερα, τα τελευταία πέντε χρόνια, άρχισαν τα πραγματικά γεράματα. Μου παρουσιάσθηκαν διάφορες ενοχλήσεις, αν και όχι πολύ σοβαρές. Άρχισα να παραπονιέμαι για τα πόδια μου, που άλλοτε ήταν τόσο δυνατά, ύστερα για τα μάτια μου, ακόμη και για το κεφάλι μου (συχνά κενά στη μνήμη, έλλειψη συνειρμού)… Απειλούμαι λίγο-πολύ από παντού. Κι έχω συνείδηση της κατάρρευσής μου. Είναι εύκολο να κάνω τη διάγνωσή μου. Είμαι γέρος. Αυτή είναι η κύρια αρρώστια μου.» Έτσι περιγράφει τα γηρατειά του ο Λουίς Μπουνιουέλ, το 1982, στο αυτοβιογραφικό κείμενο, Η τελευταία πνοή: Ένα χρόνο μετά, το 1983, θα πεθάνει σε ηλικία 83 ετών. Είχε την τύχη να έχει συνείδηση της κατάρρευσής του, όπως γράφει, και να κρατά ένα σημειωματάριο που το είχε ονομάσει «το βιβλίο των νεκρών», όπου σημείωνε τα ονόματα των φίλων του που πέθαιναν.

Με αφετηρία δεδομένα από την ψυχαναλυτική μας πρακτική με ενήλικες και δεδομένα από την κλινική της καθημερινότητας, όπως θα λέγαμε, θα προσεγγίσουμε αυτή την ανίατη βαριά αρρώστια, τα γηρατειά, στην ακραία της σοβαρή εκδοχή, όπου η σωματική έκπτωση συνοδεύεται και από νοητική έκπτωση, δηλαδή άνοια.

Το θέμα αυτό θα μας απασχολήσει, όχι τόσο ως προς την κλινική εικόνα της άνοιας και του πάσχοντος υποκειμένου, όσο ως προς τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτοί που έχουν τη φροντίδα των γηραιών ανόίκών, κατά βάση τις περισσότερες φορές τα μεσήλικα «παιδιά». Τυχαίνει στην πλειοψηφία να είναι οι κόρες που επωμίζονται τη φροντίδα αυτή και οι πάσχοντες να είναι οι γηραιές μανάδες.2

Παύλος Βασιλειάδης, Κορμοί μικτή τεχνική σε γιαπωνέζικο χαρτί.
Παύλος Βασιλειάδης, Κορμοί μικτή τεχνική σε γιαπωνέζικο χαρτί.

θα υποστηρίξουμε τη θέση ότι η έκπτωση των γονιών, η οποία στις μέρες μας μπορεί να είναι εξαιρετικά μακρόχρονη και που συμπίπτει με τη μέση ηλικία των παιδιών τους, αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά ψυχικά γεγονότα αυτής της δύσκολης ηλικίας, εννοώ της μέσης ηλικίας. Η έκπτωση των υπέργηρων ή απλώς γηραιών γονιών ενεργοποιεί παλιές, αλλά ενεστώσες πάντα ενδοψυχικές συγκρούσεις και μαζί κλυδωνίζει το αχρονικό του ασυνειδήτου και το μη αναπαραστάσιμο του θανάτου. Καθώς η πραγματικότητα διαψεύδει την εικόνα των παντοδύναμων γονιών, αναπόφευκτα η έκπτωση των γηρατειών και ο θάνατος παύουν να είναι μακρινά, ουδέτερα γεγονότα που αφορούν τους άλλους, αφορούν και το ίδιο το υποκείμενο.

Η κλινική της καθημερινότητας, λοιπόν…

Ένα πρώτο παράδοξο. Ενώ η γήρανση του πληθυσμού, με τα συνακόλουθα φαινόμενα, όλο και συχνότερα γίνεται αντικείμενο δημοσιευμάτων κάθε είδους -ως και παγκόσμια ημέρα για την Alzheimer έχει καθιερωθεί-, η υπόνοια ότι ο γηραιός γονιός πάσχει από κάτι τέτοιο, δεν περνάει σχεδόν ποτέ από το μυαλό των εξαιρετικά μορφωμένων πολλές φορές «παιδιών». Έχω υποχρεωθεί πολλές φορές να εγκαταλείψω την ψυχαναλυτική μου ουδετερότητα, όταν πελάτες μου, επανειλημμένως μου παραπονιούνται για το πόσο ξεροκέφαλος είναι ο γονιός, «του το έχω πει τόσες φορές, αλλά το αγνοεί, δεν ακούει τίποτα, κάνει του κεφαλιού του, όπως πάντα», ή για το πόσο κακότροπος είναι, έχοντας χάσει κάθε έλεγχο ή για το «πόσο θλιμμένος είναι τον τελευταίο καιρό» ή «του έχουν κολλήσει κάτι ιδέες, ότι του κλέβουν πράγματα».

Ο ψυχαναλυτής σε αυτές τις περιπτώσεις είναι υποχρεωμένος να θυμίσει ότι ο γηραιός γονιός πέρα από το γνωστό του κακό χαρακτήρα, αυτή τη φορά έχει δικαίωμα να πάσχει από αμνησία. Καλείται να εξηγήσει ότι «του το έχω πει τόσες φορές και δεν ακούει», απλά καλύπτει την κλασική αμνησία των πρόσφατων γεγονότων και ως εκ τούτου «δεν ακούει», γιατί δεν εγγράφει πια την πληροφορία. Εξίσου δύσκολο είναι να πεισθούν οι κατιόντες ότι θα ήταν χρήσιμο να ρίξουν μια ματιά στη διαχείριση των οικονομικών των γερόντων και να ελέγξουν αν δεν μπερδεύουν π.χ. το 100 με το 1000 και ότι κάτι τέτοιο δεν συνιστά επιθυμία κηδεμόνευσης από μέρους τους, αλλά είναι απλώς αναγκαίο.

Γιατί, όμως, αυτές οι δυσκολίες; Κατ’ αρχάς κάποιες παρατηρήσεις που αφορούν στο ηλικιωμένο άτομο.

Υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας της προσωπικότητας που τις περισσότερες φορές διαφυλάσσεται μέχρι και σε προχωρημένα στάδια έκπτωσης και έτσι ο γέρων φέρεται συνεπής ως προς τον εαυτό του. Δηλαδή, ένας αυταρχικός και ελεγκτικός χαρακτήρας

δεν έχει λόγο να φερθεί διαφορετικά στα γηρατειά του και προϊούσης της άνοιας. Ένα παράδειγμα: Μία γηραιά μαμά 95 ετών, ενώ λόγω ηλικίας και κάποιας σημαντικής έκπτωσης δεν ήταν σε θέση να φροντίζει το νοικοκυριό της, αντιδρούσε σθεναρά να υπάρξει άνθρωπος στο σπίτι, γιατί «δεν θα της έκανε κουμάντο κανένας στο σπίτι της». Μου διηγείτο μια συνάδελφος ότι η γηραιά και με προχωρημένη άνοια μητέρα της, όντας ανέκαθεν μια πολύ ευγενική και γλυκιά γυναίκα, αν και δεν αναγνώριζε πια την κόρη της όταν την επισκεπτόταν, κύριο μέλημά της ήταν να περιποιηθεί την «καλή κυρία που ήρθε να την επισκεφθεί» και επέμενε ιδιαίτερα να μη φύγει χωρίς να «πάρει κάτι». Επέμενε να της δώσει να φάει κάτι. Εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο, βέβαια, είναι ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, η κόρη, σε ηλικία επτά ετών, είχε αρρωστήσει βαριά και είχε κινδυνεύσει. Επί χρόνια μετά, ο καημός της μητέρας της ήταν να την φροντίζει να τρώει καλά… Πρώτη παρατήρηση, λοιπόν, ο σταθερός πυρήνας της προσωπικότητάς του παραπλανεί και καλύπτει την άνοια.

Ένα δεύτερο στοιχείο συγκάλυψης της έκπτωσης, οι μηχανισμοί αναπλήρωσης. Τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, όπου υπάρχει συνείδηση της δυσκολίας, υπάρχουν είτε συνειδητές, είτε ασυνείδητες προσπάθειες ελέγχου και αντιρρόπησης. «Η μητέρα μου τον τελευταίο καιρό είναι πολύ αγχωμένη και ξεχνάει». Το ερώτημα είναι: είναι αγχωμένη ή καταθλιμμένη και ξεχνάει ή επειδή πράγματι ξεχνάει, ενδεχόμενη αρχή άνοιας, αγχώνεται;

Μια τρίτη παρατήρηση αφορά σε ασυνείδητους προβληματισμούς, καθοριστικούς της συμπεριφοράς, που έρχονται αυτούσιοι ξανά στην επιφάνεια, καθώς υποχωρούν οι μηχανισμοί κρίσης και αυτοελέγχου. Σε προχωρημένη αποδιοργάνωση η γηραιά μητέρα θυμάται το όνομα του αγαπημένου της προτιμώμενου παιδιού, ενώ έχει ξεχάσει το όνομα των άλλων παιδιών. Σε βαθιά άνοια η γηραιά κυρία χάνεται στο δωμάτιό της, όπου μετά από ώρα βγαίνει ντυμένη και στολισμένη για τον επισκέπτη! Είχε έρθει ο φίλος της εγγονής της. Η γιαγιά ήταν ανέκαθεν εξαιρετικά κοκέτα με μεγάλη φροντίδα για την εμφάνισή της. Άλλο ένα παράδειγμα: η γιαγιά καταστρέφει τις φωτογραφίες από το πατρικό σπίτι του συζύγου λέγοντας ότι «εδώ μένουν κακοί άνθρωποι». Πράγματι οι σχέσεις με την οικογένεια του συζύγου δεν ήταν ποτέ αγαθές. Σε συζήτηση οικογενειακή, όπου τα παιδιά, μεσήλικες πια, προσπαθούν να θυμίσουν στη μητέρα τους, ονοματίζοντας, παρόντα αντικείμενα που είχαν αγορασθεί από αυτήν και τον πατέρα τους, τον σύζυγό της, όταν έφτιαχναν το νοικοκυριό τους, η απάντηση είναι: «αυτά τα είχε αγοράσει ο πατέρας μου». Ήταν γνωστή η αδυναμία, όπως λέμε, που είχε στον πατέρα της. Είχε παντρευτεί 20 χρονών· στα 84 της χρόνια, όλα τα ενδιάμεσα, είχαν διαγράφει.

Κλινική της καθημερινότητας, αλλά κατά βάση κλινική της απώλειας και του πένθους.

…και η κλινική του πένθους και της απώλειας

Προσπαθεί η κόρη να ηρεμήσει τη μητέρα που αγωνιωδώς ψάχνει να βρει κάτι που έχασε. Το «φύλαξε», ως συνήθως. Την καθησυχάζει λέγοντας ότι με ηρεμία και σιγά-σιγά θα ψάξουν μαζί να το βρουν. «Ξέρεις, παιδί μου, όταν χάνω κάτι και ψάχνω, τελικά το βρίσκω. Να! Χθες είχα χάσει κάτι, έψαξα και το βρήκα». «Τι ήταν», ρωτά η κόρη. «Δεν θυμάμαι», ήταν η απάντηση.

«Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της», γράφει και πάλι ο Μπουνιουέλ, «η μητέρα μου έχασε σιγά-σιγά τη μνήμη της. Όταν πήγαινα να τη δω στη Σαραγόσα, όπου έμενε μαζί με τους αδελφούς μου, της δίναμε καμιά φορά κάποιο περιοδικό κι εκείνη το ξεφύλλιζε προσεκτικά από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Ύστερα της παίρναμε το περιοδικό από τα χέρια, για να της το αλλάξουμε με ένα άλλο· στην πραγματικότητα, όμως, της δίναμε πάλι το ίδιο. Εκείνη ξανάρχιζε να το ξεφυλλίζει με την ίδια προσοχή. Έφτασε σε σημείο να μην αναγνωρίζει πια τα παιδιά της, να μη ξέρει ποιοι είμαστε, ποια ήταν. Έμπαινα στο δωμάτιό της, τη φιλούσα, καθόμουν λίγο κοντά της… Ύστερα έβγαινα και αμέσως μετά ξαναγύριζα. Εκείνη με καλωσόριζε με το ίδιο χαμόγελο, με προσκαλούσε πάλι να καθίσω, σα να με έβλεπε για πρώτη φορά. Δε θυμόταν πια ούτε το όνομά μου».·

Χάνουν, λοιπόν, το χάνουν, τα χάνουν, αλλά κατά βάση τους χάνουμε. Πριν περάσω σε αυτό το τελευταίο, «τους έχουμε χάσει πριν τους χάσουμε», που αφορά στην απώλεια και το πένθος, που είναι για τους κατιόντες η έκπτωση των γηραιών γονιών, μια τελευταία παρατήρηση. Ενώ η ζωή αδειάζει από μνήμες και η ύπαρξη συρρικνώνεται στις λιγοστές αναφορές των παιδικών χρόνων και η δράση περιορίζεται σε στερεότυπα, αναδεικνύεται με όλη του τη σαφήνεια το βασικό δίπολο της λειτουργίας του ψυχισμού: ευχαρίστηση- απαρέσκεια. Τα συμβάντα δεν εγγράφονται, μένει όμως η αίσθηση που προκαλούν, ευχάριστη ή δυσάρεστη. Αυτό δηλώνεται στο προηγούμενο παράδειγμα, όταν αναφερόταν η γηραιά κυρία στο ότι βρήκε αυτό που είχε χάσει, χωρίς να θυμάται τι ήταν. Έτσι, στο τέλος μιας ευχάριστης γιορτινής ημέρας, όταν έχουν ξεχασθεί τα πρόσωπα που ήταν παρόντα και ο λόγος της γιορτής, μένει ωστόσο η ευχαρίστηση. Η δυσαρέσκεια επιβιώνει στην περίπτωση όπου η ανοϊκή γιαγιά καταστρέφει με μανία τις φωτογραφίες από το πατρικό του συζύγου της, χωρίς να είναι σε θέση ούτε ονόματα, ούτε πρόσωπα, ούτε τόπους να ανακαλέσει. Το θετικό της εμπειρίας καταγράφεται σε κάθε συνάντηση με «γνωστά και αγαπητά» πρόσωπα, τα οποία αν και δεν ταυτοποιούνται, ούτε βρίσκουν τη θέση τους στο πλέγμα της συγγένειας, ωστόσο ταξινομούνται ως οι «δικοί της άνθρωποι».

Μία από τις επαναλαμβανόμενες δεήσεις, κατά τη διάρκεια της ορθόδοξης χριστιανικής λειτουργίας, είναι αυτή για «ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά τέλη της ζωής». Η ανθρώπινη σοφία, μέσα στους αιώνες, είχε συνείδηση του κινδύνου που διατρέχει το «σεσημασμένο δέρας της ύπαρξής μας», οδεύοντας προς το τέλος της ζωής. Μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι, όσο καλύτερη είναι η φροντίδα των γερόντων, τόσο αυξάνεται, στατιστικά θα λέγαμε, η πιθανότητα να είναι τουλάχιστον ανώδυνα και ειρηνικά γι’ αυτούς τα τέλη. Είναι βέβαια ένα εξαιρετικά δύσκολο και σημαντικό θέμα στους καιρούς μας το πώς εξασφαλίζεται αυτή η φροντίδα. Όμως μένει ανοιχτό το ερώτημα ως προς την οδύνη του περιβάλλοντος, αυτών που έχουν τη φροντίδα τους. Και φθάνουμε έτσι στο δεύτερο μέρος της συζήτησής μας.

Τι έρχεται επί σκηνής, στην ψυχική σκηνή του καθενός, καθώς στήνεται προοδευτικά το σκηνικό της προϊούσας έκπτωσης του γονιού; Γιατί όντως περί σκηνικού πρόκειται, όταν η πραγματικότητα της εξάρτησης και της έκπτωσης επιβάλλει νέους, άλλους ρυθμούς, νέες διαδρομές, νέα αντικείμενα (το πι, η καρέκλα με τις ρόδες, κ,λπ.). Οδύνη, θλίψη, ενοχή, θυμός, είναι τα συναισθήματα που κατακλύζουν σε ποικίλες διαβαθμίσεις, είτε εναλλασσόμενα, είτε συγχρόνως, τους κατιόντες, τα «παιδιά» ή το «παιδί» που επωμίζεται τη φροντίδα του γηραιού ανίκανου γονιού.

Με πλαίσιο αναφοράς, λοιπόν, την ψυχαναλυτική θεωρία και ιδιαίτερα την έννοια του ασυνειδήτου, που ταυτίζεται εν πολλοίς με το παιδικό, das Infantile, όπως συχνά το ονομάζει ο Φρόιντ, αλλά και ορισμένες άλλες έννοιες, όπως αυτές της αμφιθυμίας, των γονεϊκών imago και της κατάστασης του αβοήθητου, θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε τους λόγους για τους οποίους η εμπειρία της έκπτωσης των γονιών συνιστά ένα από τα πιο σημαντικά ψυχικά γεγονότα αυτής της δύσκολης ηλικία των «παιδιών», της μέσης ηλικίας.

Ρωτούν μια ώριμη κυρία, φίλοι της, τι κάνει η μητέρα της και η απάντηση είναι: «μια χαρά, δεν παθαίνει τίποτα». Η συζήτηση ήταν στα γαλλικά και η απάντηση ήταν «elle est increvable». Increvable από το ρήμα crever, που σημαίνει «σκάω» αλλά και «πεθαίνω». «Δεν παθαίνει τίποτα», αλλά και συγχρόνως «δεν πεθαίνει με τίποτα». Πεποίθηση ή ευχή; Πάντως όχι διαπίστωση. Σίγουρα «ευχή», με την έννοια τη φροϋδική του Wusch, και μαζί πεποίθηση. Μια πεποίθηση που έρχεται από τα βάθη των παιδικών χρόνων, το παιδικό-ασυνείδητο της ψυχανάλυσης. Γ ιατί για τον καθένα μας τα γονεϊκά μορφοείδωλα (imago) είναι αυτά των παντοδύναμων γονιών και ιδιαίτερα της μητέρας, καθώς οι πρώτες εμπειρίες ικανοποίησης των αναγκών μας είναι συνδεδεμένες με την παρουσία της. Ευχή συγχρόνως αυτό το increvable. Να είναι πάντα εκεί, να μην πεθάνει. Ακόμη και ενήλικας, το «παιδί» κουβαλάει μέσα του την εικόνα των γονιών των παιδικών του χρόνων: μεγάλοι και δυνατοί ως προς αυτόν, παρόντες πάντα, προστατευτικοί και απαγορευτικοί, βέβαια.

Παύλος Βασιλειάδης, Κορμοί μικτή τεχνική σε γιαπωνέζικο χαρτί (λεπτομέρεια)
Παύλος Βασιλειάδης, Κορμοί μικτή τεχνική σε γιαπωνέζικο χαρτί (λεπτομέρεια)

Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του φροϋδικού ασυνειδήτου: η έλλειψη αντίφασης και η αχρονικότητα. «Στο ασυνείδητο», γράφει ο Φρόιντ το 1915, «δεν υπάρχει ούτε άρνηση, ούτε αμφιβολία, ούτε διαβαθμίσεις στη βεβαιότητα… Οι διαδικασίες του ασυνειδήτου δεν είναι τοποθετημένες σε χρονική σειρά, δεν αλλοιώνονται με το χρόνο, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το χρόνο…». Σε αυτόν το χώρο του ψυχισμού, όλα είναι δυνατά. «Οι λογικοί νόμοι της σκέψης δεν ισχύουν για το ασυνείδητο… αντίθετες τάσεις συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα, χωρίς η μία να ακυρώνει την άλλη ή να τη μειώνει»/ Ο χώρος του ασυνειδήτου κατοικείται από ό,τι έχει διωχθεί, ό,τι έχει απωθηθεί από το χώρο της συνείδησης: φαντασιώσεις, φανταστικά σενάρια -που δεν είναι τίποτα άλλο από τη σκηνοθετημένη επιθυμία- και κυρίως οι απωθημένες παιδικές εμπειρίες, επιθυμίες, φαντασιώσεις. Το ασυνείδητο, ανεξάρτητο και αδιάφορο ως προς την εξωτερική πραγματικότητα, λειτουργεί με βάση την αρχή της ευχαρίστησης, ρυθμίζοντας με τον πιο οικονομικό τρόπο την ισορροπία ανάμεσα σε δυσαρέστηση και ευχαρίστηση, αντικαθιστώντας την εξωτερική πραγματικότητα με την ψυχική πραγματικότητα. Πίσω, λοιπόν, πέρα από το χώρο της συνείδησης, υπάρχει αυτή η «άλλη σκηνή», όπως την ονόμαζε ο Φρόιντ, που λειτουργεί με τους δικούς της νόμους, ενεργός αδιάλειπτα, καθορίζοντας ερήμην μας, ερήμην του συνειδητού μας, τη συμπεριφορά μας, την ψυχική μας διάθεση. Αν και δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτή, ωστόσο γίνεται αισθητή η παρουσία αυτής της άλλης σκηνής μέσα από στοιχεία που διαφεύγουν και απρόσμενα διεισδύουν στο συνειδητό, όπως αυτό το increvable, ένα όνειρο ή ένα παράλογο συναίσθημα ή ένα ξαφνικό κενό μνήμης, ένα αθέλητο λάθος, το παθολογικό σύμπτωμα τέλος.

Αν, όμως, η αρχή της ευχαρίστησης είναι αυτή που διέπει τη λειτουργία του ασυνείδητου, η δεύτερη σημαντική αρχή, αρχή ρυθμιστική της ψυχονοητικής λειτουργίας, του ψυχισμού στο σύνολό του, είναι η αρχή της πραγματικότητας. Η αρχή της πραγματικότητας εγκαθίσταται σε άμεση σχέση με τις απαιτήσεις του εξωτερικού κόσμου. Αυτή, λοιπόν, η καινούργια πραγματικότητα του αδύναμου γονιού, ο οποίος, από τη θέση αυτού που φρόντιζε, μετακινείται στη θέση αυτού που έχει ανάγκη φροντίδας, με σύγχρονη έκπτωση από τη θέση αυθεντίας που κατείχε, επιβάλει την εγκατάλειψη της ασυνείδητης εικόνας παντοδυναμίας που είχαμε για αυτόν. Μια βαθιά απογοήτευση και θλίψη που τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως νομίζαμε ή έτσι όπως θα θέλαμε. Η Ντολτό έλεγε ότι σημάδι ωριμότητας είναι όταν το άτομο αναλαμβάνει τη φροντίδα του εαυτού του, γίνεται δηλαδή γονιός του εαυτού του, δεν είναι πια το παιδί που φροντίζουν οι άλλοι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, λοιπόν, ότι ένα βήμα πιο πέρα στην ωριμότητα επιτελείται σε αυτή τη φάση της ζωής, όταν πλέον το «παιδί» γίνεται γονιός του γονιού του.

Μια γιαγιά με προχωρημένη έκπτωση και αφασικές δυσκολίες, όχι όμως ακόμη βυθισμένη στην ανυπαρξία, στο τέλος μιας μέρας που τη φροντίδα της ανέλαβε ο εγγονός της, ευχαριστημένη λέει: «είναι η μητέρα μου». Παρεμβαίνουν οι άλλοι να τη διορθώσουν, υπενθυμίζοντας ότι ο Παύλος είναι εγγονός της, θεωρώντας ότι η γιαγιά τα έχει τελείως χαμένα. Μέσα από τις αφασικές δυσκολίες κατόρθωσε να διευκρινίσει ότι «τη φρόντισε σα να ήταν η μητέρα της». Μια μαρτυρία από πρώτο χέρι ως προς την κατάσταση που βρίσκεται ο γέρων. Η πρωταρχική κατάσταση αβοήθητου (Hilflosigkeit) του βρέφους, όταν η επιβίωσή του εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία του« ενήμερου πλησίον» (Nebenmensch), την οποία ο Φρόιντ περιέγραψε στο Σχεδίασμα του 1895.=

Αυτή η πρωταρχική ανθρώπινη σχέση, ανάμεσα στο αβοήθητο βρέφος και το γονιό που το μεγαλώνει, για τον Φρόιντ είναι η πηγή των ηθικών δεσμεύσεων και κινήτρων. Τριάντα χρόνια αργότερα, στη θεωρία του για το άγχος, θα υποστηρίξει ότι αυτή η πρωταρχική εμπειρία του αβοήθητου αποτελεί τον πυρήνα που εκλύει το άγχος, καθώς αποτελεί το πρότυπο της τραυματικής κατάστασης.

Στην περίπτωση των γηρατειών, όταν πια ο γέρων εκπίπτει στην κατάσταση του αβοήθητου, ο γονιός και το παιδί τοποθετούνται, με αντεστραμμένες βέβαια τις θέσεις, στην καρδιά αυτής της αγχογόνου τραυματικής συνθήκης. Ο ενήλικας-παιδί οφείλει, δεσμευμένος από το ασυνείδητο συμβολικό χρέος για την επιβίωση που του εξασφάλισε η ανιούσα γενεά, να δράσει ως «ενήμερος πλησίον», όπως έλεγε ο Φρόιντ, για να συνοδεύσει στην πορεία προς το θάνατο. Άχαρο και επώδυνο έργο, βαθιά δυσάρεστο, χωρίς ελπίδα και με απρόβλεπτη διάρκεια. Διαδικασία, πορεία μεταξύ ζωής και θανάτου, που πολλές φορές κρατάει χρόνια.

Τέλος αυτές οι στενές, οικείες, πρωταρχικές σχέσεις είναι πάντα σχέσεις αγάπης και εχθρότητας. Υπάρχουν πάντα σοβαροί λόγοι

που οι αγαπημένοι και μαζί αγαπητικοί γονείς συγχρόνως υπήρξαν και αντικείμενα μίσους. Είναι γι’ αυτό που στις ακραίες αυτές συνθήκες τα παιδιά κατακλύζονται από αντίθετα συναισθήματα: και λύπη και θυμός και δυσαρέσκεια και ενοχή.

Στους καιρούς μας, είναι δύσκολος και μακρύς ο δρόμος της ωριμότητας.

Σημειώσεις

  1. Λ. Μπουνιουέλ (1982). Η τελευταία πνοή. Αθήνα, Εξάντας/Οδυσσέας, 1997, 341-342.
  2. Είναι γνωστό ότι ειδικά παλαιότερα στις υιοθεσίες προτιμούσαν τα κορίτσια, για να έχουν κάποιον να «τους γηροκομήσει»…
  3. Λ. Μπουνιουέλ, ό.π., σ. 9
  4. Σ. Φρόιντ (1915). Το Ασυνείδητο. Στα Μεταψυχολογικά Κείμενα του 1915. Αθήνα, Επίκουρος, 2005, σ. 63-111.
  5. Freud (1895). Projet d’une psychologie. Στο S. Freud Lettres a Wilhelm Fliess 1887-1904. Paris, PUF, 2006, σ. 592-693, ειδικότερα η παράγραφος 11.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.