Βασίλης Καραγιάννης
Δικηγόρος και Διευθυντής του
περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση
σύναψις 04a [2006]
Και ψυχή
ει μέλει γνώσεσθαι αυτήν
εις ψυχήν
αυτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.
«Αργοναύτες» Γ. Σεφέρη
Συμπάθησα, μέχρις ατελέσφορου έρωτος, ένα παλιό βιβλίο -δεμένα περιοδικά, δηλαδή- με τον τίτλο «Ψυχικαί’Ερευναι», έτους 1925, όργανο της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, που είχε έδρα την Αθήνα (το 1923) και διευθυντή τον λόγιο ψυχίατρο Άγγελο Τανάγρα, του οποίου το όνομα θυμάμαι από τα νεοελληνικά αναγνώσματα του Γυμνασίου με μικρά διηγήματα και μελέτες χωρών και ζώων. Το βιβλίο- περιοδικό περιμάζεψα την τελευταία στιγμή από ένα σωρό χαρτικών κατευθυνόμενων προς βιβλιο-απώλειαν μόλις ανέλαβα -όχι ενιαύσιος, αλλά επί δετία περίπου επώνυμος άρχων των βιβλίων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης (Μάιος 1996 – Πρωτομαγιά 2003). Εδώ διορθώνω προφορικά και ήπια, ίνα μην το πράξω γραπτά και οχληρά, την πλημμελή ενημέρωση, σε βάρος της επιστημονικής δεοντολογίας, αλλά μήπως και εσκεμμένη παράλειψη που έλαβε χώρα στο προηγούμενο συνέδριό σας, σε εισήγηση περί της ιστορίας της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης· ελέχθη δίχως να ελεγχθεί ότι αυτή, από το 1996 και μετά, ήταν διευθυντικά ένα σκαρί έρμαιο των καιρών. Το μόνο που μπορώ να δηλώσω σήμερα είναι πως ό,τι έπραξε και βίωσε ο χώρος αυτός στην δετία μου, δεν έζησε ποτέ στον μέχρι τότε βίοντου. Επ’ αυτής της, όλο έπαρση και μεγαλαυχία, δηλώσεώς μου, δέχομαι όχι μόνο διαψεύσεις-δημόσιες, φυσιολογικές ή οργίλες, πλην τεκμηριωμένες- αλλά και μηνύσεις να υποστώ, ως διασπορέας ανακριβών πνευματικών ειδήσεων που προσβάλλει τα χρηστά, ιστορικά μας ψεύδη.
*

Επί του θέματός μας και του οιονεί σεναρίου· πώς μια ασήμαντος στο μπόι κυρία γυναίκα της υπαίθρου, στην πρώτη με δεύτερη δεκαετία του 20™ αιώνος, αναστατώνει μια πόλη και δημιουργεί μικρές αναταράξεις στη νεοσύστατη Εταιρεία μελετών των ψυχών. Η δύναμη της ψυχής της εκφραζόμενη δια των μεγάλων, εκφραστικών της ματιών -το πρώτον κινούν των Προσωκρατικών- κινούσε, μετακινούσε, άρα και συγκινούσε, μέχρι και τρομοκρατούσε σχεδόν, τα πάντα γύρω της. Δεν είπε βέβαια, ως άλλος θηλυκός Αρχιμήδης: «Δος μοι πα στω και τα γαν κινάσα», αλλά ένδον της ίσως κάπως να το ένιωσε κάποια στιγμή, η κυρία Καλλιόπη -όνομα αλλά μη πράγμα- που ίδρωνε ποταμηδόν, όταν οι δυνάμεις της την τραβολογούσαν να κινήσει, εκούσα άκουσα, τον κόσμο της, μάλλον από την υπερπροσπάθεια της ψυχής της να μετακινήσει σακιά μέχρι και 100 κιλά γεννήματα του δυτικο-μακεδονικού χώρου, θα ταίριαζε ως μότο στο σενάριο: «Η Καλλιόπη που κοίταζε τα πράγματα να περπατούν και να πετούν», σε μια ταινία μικρομεσαίου μήκους, η οποία θα μπορούσε να ταράξει ακόμα και τα δεδομένα της πίστεως, τουλάχιστον όσο κι ο Κώδιξ Νταβίντσι, ότι τέτοια πράγματα τα μπορούν μόνον όσοι έχουν υπέρλογες-θεϊκές, δηλονότι καταβολές, κάτι σαν απόγονοι απευθείας αρχαίου ή νέου θεού ή κάποιου τελοσπάντων μεγαλόσχημου αγίου.
1. Γεωγραφικός τόπος. Ο σημερινός Νομός Κοζάνης, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την απελευθέρωση με την ευρύτερη περιοχή του σημερινού Νομού Γρεβενών. Η πόλη της Κοζάνης, αλλά και το χωριό Μηλοτίνι, περίφημο για τα λίαν γλυκά πεπόνια του και για τα πρώιμα κηπευτικά· ο τόπος αυτός είναι ζεστός κι ευνοεί τη γρήγορη ωρίμανσή τους ακόμα και σήμερα. Ανήκει στο Δήμο της Ελίμειας, όστις αποφάσισε ανεπιτυχώς δια τοπικού δημοψηφίσματος, να προσαχθεί εκών άκων στο Δήμο Κοζάνης.
2. Επιμέρουςχώρος.Το σπίτι των Χαλκιάδων, περικαλλές αρχοντικό. Σήμερα οι μνήμες του επιζούν στους επιγόνους του Γιάννη Χαλκιά, αλλά και στην ακαταπόνητη αρχειοσυλλέκτρια της πόλεως, κάτοικο Αθηνών, σεβαστή κυρία Ελένη Μπλιούρα. Εκεί μέσα, σαν σε πλατό, γυρίστηκαν επί το πλείστον οι κρίσιμες σκηνές του βίου και της πολιτείας της ηρωίδος.
3. Η ηρωίς Καλλιόπη. Πέντε χρόνων την είχε πάρει ο άρχοντας, ας πούμε, Γιάνκος Χαλκιάς, ψυχοκόρη από κάποιο χωριό των Χασίων· ο τότε μητροπολίτης Γρεβενών μόλις την είχε διασώσει, από βίαιο εξισλαμισμό. Παθαίνει μηνιγγίτιδα στα 17-18 και στα 19-20 αρχίζουν τα κινητικά φαινόμενα στο σπίτι που ζει για τα οποία θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω. Τη δευτεροπαντρεύουν, (παντρεύτηκε μια πρώτη φορά με κάποιον που τρομοκρατημένος την εγκατέλειψε φεύγοντας για την Αμερική κι αυτό μάλλον έγινε στο χωριό Άνω Κώμη, τότε
Απάν Βάντσα), όπως-όπως με ένα τσοπάνο στο χωριό Μηλοτίνι, με τον αρχηγό της οικογένειας Δεληγιάννη, που έχει χωράφια και κοπάδια με γιδοπρόβατα. Τέτοια είναι η εκτίμηση κι οι ιεραρχήσεις του συζύγου της επί της κινητής κι ακινήτου ουσίας του, ώστε λένε, πως όταν πέθανε η πρώτη γυναίκα του, είπε: «Μωρέ για ποια γυναίκα, εδώ έχασα τη γίδα!». Κι αυτός φοβισμένος μ’ αυτό το συζυγικό «σημείο» του τον περισσότερο χρόνο έμεινε στο βουνό Μπούρινος βόσκων τ’ αγαθά γιδοπρόβατα, θα γεννήσει ένα παιδί, το οποίο ζει μέχρι και σήμερα στο χωριό, γέρων υπερογδοηκοντούτης. Της μοιάζει, είναι κοντός με διαπεραστικά μάτια που σχεδόν φοβίζουν, καθότι κρύβουν κάτι από την απωλεσθείσα και φοβερή δύναμη της μάνας. Στα 4 παιδιά του σε κανένα δεν έδωσε το όνομα αυτής. Η δύναμή της, ως προς την κίνηση των πραγμάτων, θαρρείς πως ξεθυμαίνει αμέσως μετά τη γέννησή του. Σαν να διέρρευσε η κινητική της ένδον λάβα μετά την έξοδο του παιδιού, θα πεθάνει λίγα χρόνια μετά την μετοικεσία της στο Μηλοτίνι.
4. Η δράση της. Τα φαινόμενα ήταν καθημερινά και συχνά, μέχρι που έγιναν η ρουτίνα του σπιτιού, αφού δεν προκαλούσαν ζημιά, αλλά μόνον κίνηση στα ακίνητα και ρίγος στα έμψυχα. Πέτρες έπεφταν βροχή στο σπίτι, χωρίς να χτυπούν κανέναν. Μέχρι και την τουρκική αστυνομία κάλεσαν να το φυλάγει «με ρεβόλβερ» από το αβλαβές πετροβόλημα. Κρότοι σπασμένων τζαμιών ακούγονταν χωρίς να σπάζουν· πέφταν στα καλά καθούμενα τραπέζια, καρέκλες- τα λαγήνια μάλιστα που τυχόν έβαζε στη φωτιά η Κ. δεν μπορούσαν να σταθούν. Σαπούνια δραπέτευαν από την τρίψη της μπουγάδας. Στα έντονα φαινόμενα, όταν σακιά με γεννήματα της περιοχής μεγάλου βάρους μετακινούνταν, η Κ. γόγγυζε, είχε πόνους, βάρος στο σώμα, τα χέρια έτρεμαν, το σώμα λύγιζε και πλάγιαζε βογκώντας: «Αχ δεν μπορώ το βάρος που αισθάνομαι… Καλύτερα να πεθάνω να μη νιώθω αυτό το πράγμα». Τα ψυχικά βάρη, φαίνεται, σε υλική επιμέτρηση και ζύγιση ήταν ασήκωτα. Άρχισαν να μετακινούνται τα πράγματα, να κόβουν στην κυριολεξία βόλτες στο σπίτι. Οι πόρτες έβγαιναν κι έμπαιναν μόνες τους στη θέση τους, ένα βαρέλι κρασιού κοντά 50-60 οκάδων ισορροπούσε στο γείσο (μπουχάρι) του τζακιού. Δέρμα αποξηραμένου σκίουρου πήρε υπόσταση ζώντος ζώου και το ‘βάλε στα πόδια. Η κίνηση των ακινήτων-κινητών πραγμάτων ήταν πάντα αβλαβής. Ποτέ δεν σημειώθηκε ζημιά υπαιτιότητι της κινούσας, εκτός κι αν έβλεπε το κινούμενο τρίτο μάτι επί το έργον, οπότε έπεφτε. Άρα, όταν τη συνήθισαν, αποτελούσε πλέον ψυχαγωγικό θέαμα. Προς τούτο έσπευδαν φιλενάδες και γειτόνισσες της Κοζάνης για την επίδειξη. Αδυναμία της οι εικόνες αγίων. Αυτό έλειπε, το μεταφυσικό να απουσιάζει από την παράσταση! Οι Τούρκοι είχαν τρομοκρατηθεί και της απαγόρευσαν την έξοδο εκ του οίκου, γιατί και μόνο που τους κοιτούσε, χωρίς να σκεφτεί κάτι κακό γι’ αυτούς, έπεφταν χαμαί κακήν κακώς. Μάλιστα τη μεγάλη της δύναμη μια φορά τη χρησιμοποίησε για τη μεταφορά μιας δεκάδας σακιών με γεννήματα από την αυλή μέσα στο σπίτι, θα χρειάζονταν άλλως χαμάλη μετά χαμάλας προς τούτο.
Ένας κόσμος ακίνητος εξ ορισμού και άψυχος αποκτά στιγμιαία ζωή. Η άλογη δύναμη της Κ. του δίνει κίνηση. Στις μετακινήσεις ακούγεται πάντα ένα …φρρρτ δυνατό σαν φτερούγισμα πουλιού. Ενώ βρίσκονταν στον Άγιο Νικόλαο, όπου την άφηναν, τακτικά να κοιμάται προς θρησκευτική απολύμανση, νύχτες αγρυπνίας, άκουσαν το γνωστό φρρρτ και ήρθε στην εκκλησία η μικρή εικόνα της Παναγίας από το σπίτι, 500 μ. μακριά, την οποία σημειωτέον είχαν δέσει με σκοινιά και κόμπους οι άντρες, ως η πλέον ρέπουσα προς το φαινόμενο και ατακτιούσα με την Κ. Περιδεείς την αφιέρωσαν στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Πήγα για επιτόπια έρευνα και φυσικά δεν τη βρήκα. ‘Οτι είχε κάνει γι’ αλλού πανιά ή ήταν κάποια από τις ανυπόγραφες, άρα ατεκμηρίωτες, Παναγιές του ναού.
Ελάχιστες επιδείξεις, εκούσιες ή ακούσιες, της δυνάμεώς της σημειώνονται στο χωριό. Μια φορά μόνον έβγαλε όλη την προίκα της στην αυλή, αλλά δήλωσε ότι την άπλωσε προς αποκοριοποίησή της! Όμως της βγήκε το όνομα, ο φόβος που διέχεε η ύπαρξη της και η ανεξήγητη, μαγική ματιά. Ιδίως η μετακίνηση των εικόνων εμποιούσε ιδιαίτερο δέος στους αγαθούς αλλά και δύσπιστους συγχωριανούς. Επίσης άλλη φορά βάδιζε στους λασπόδρομους της χωριού και την ακολουθούσαν κουτάλια, πιρούνια, μαχαίρια δίκην καβαφικής συνοδείας του Διόνυσου. Όχι βόες επί γλώττης, αλλά βόες επί κεράμων ανέβαζε· τουλάχιστον άκουγαν τα βαριά ποδοβολητά τους -οι γειτόνισσες του Μηλοτινίου- όταν τις φοβέριζε ή τις επιδείκνυε την ανωτερότητα του είδους της ως μαΐστρα.
5. Ο περίγυρος. Στην πόλη της Κοζάνης του μεσοπολέμου, όλοι οι επιφανείς της πήραν πρέφα το γεγονός· παρέστησαν δε και σε έκτακτη παράσταση που έδωσε γι’ αυτούς. Έτσι βεβαιώνουν υπεύθυνα και γραπτά περί της αλήθειας των κινήσεων των πραγμάτων και συγκινήσεων της ψυχής τους:
α. Ο Κ. Τσιτσελίκης, ο επιφανής δικηγόρος, βουλευτής της Κοζάνης το 1920 με την Ηνωμένη Αντιπολίτευση, νομομαθής άριστος, αλλά ακόμα πιο επιφανής ως λογοτέχνης, με διηγήματα, νουβέλες, άρθρα στον τοπικό και πανελλήνιο λόγιο τύπο. Με τον αγαπητό Η. Κυρατσού επί προεδρίας του στο δικηγορικό Σύλλογο Κοζάνης, τινάξαμε το βαρύ στρώμα σκόνης που κάλυπτε τη μνήμη του και μέχρι και προτομή του στήσαμε στην αυλή του Λ. Μουσείου. Τώρα που προέκυψε αυτό το ζήτημα, σαν περίεργο μου έρχεται πώς και δεν έχει γράψει κάτι γι’ αυτό.
β. Ο γιατρός Ρεπανάς, ο επιφανέστερος της ιατρικής, αλλά και πατριώτης πρώτης γραμμής, μέλος της Μακεδονικής Άμυνας στον Μακεδονικό Αγώνα που πήρε μέρος.
γ. Ο φιλόλογος και γυμνασιάρχης A. Ε. Διάφαςκαι ποιητής συν τοις άλλοις με την ποιητική του συλλογή «Άσπρες σκιές» δημοσιευμένη
το 1913, λίαν πρώιμα δηλαδή, και άλλα χαμηλής στάθμης ποιητικά έργα αδημοσίευτα. δ. Ο γιατρός Γικιουλέκας, σημαντικός παράγων της κοινωνίας.
ε. Ο Χαρίσιος Γικοβεντάρος, μετέπειτα δήμαρχος, αλλά και νομάρχης Κοζάνης επί κατοχής.
Από την οικογένεια Χαλκιά κατάγεται ο Ν. Χαλκιάς, ο οποίος το 1870 ορίστηκε πρώτος Δήμαρχος της Κοζάνης, αν και κοινότητα ούσα. Αλλά και η οικογένεια Δεληγιάννη στο Μηλοτίνι ήταν από τις πλέον εύπορες του ασήμαντου τότε χωριού, που σήμερα επεμβαίνει δυναμικά στα λαογραφικά συμβάντα της ημέρας των Φώτων. Σε πρόσωπα, το λοιπόν, υπεράνω καχυποψίας δόθηκε η παράσταση της κ. Καλλιόπης, η οποία ως ένα σημείο ένιωθε και μικροστάρ, ακκιζόμενη επί τω έργω για τη δύναμη των ματιών της.
6. Η απήχηση. Άφιξη, έπειτα από πρόσκληση των τοπικών λογίων κι επιστημόνων, στην πόλη του μεσοπολέμου, εξεταστικής των κινητικών πραγμάτων επιτροπής, σταλμένη από την Ελληνική Ε.Ψ.Ε. υπό του πρώτου, μήπως και μόνου, κινούντος τα νήματά της κ. ‘Αγγέλου Τανάγρα. Με ταξιδιωτικά βάσανα, την άδεια κι αρωγή του Νομάρχου κ. Κοζύρη -ενός διαπρεπούς πολιτικού β’γραμμής, λίαν χρησίμου που βοήθησε στην αποκατάσταση των προσφύγων και τώρα βοηθά τον ψυχο-λόγιο- και επί ημιόνων έφιπποι, έφτασαν στο Μηλοτίνι. Είδε τα πρόσωπα, πήρε το φαινόμενον σχεδόν υπό μάλης για το Νοσοκομείο Κοζάνης, δια περαιτέρω έλεγχο κι απήλθε άπρακτος. Είχε ήδη λήξει πλέον η θητεία της Καλλιόπης στο υπέρλογο. Αρκέστηκε στις υπεύθυνες δηλώσεις των έγκριτων, αλλά και στη θρηνωδία του στο τεύχος του περιοδικού Ψ.Ε. πως: «Ούτως αφέθη εν των ισχυροτέρων γνωστών μέντιουμ, το οποίον θα λάμπρυνε την Ελληνικήν επιστήμη, να καταστραφεί, διότι μετά τον διπλούν γάμο και την διπλή κύηση ως συνήθως συμβαίνει, η δύναμις της Καλλιόπης φαίνεται εντελώς απωλεσθείσα». Αλίμονο, έχασε η Κοζάνη κάτι το μοναδικό, με το οποίο ίσως διάβαινε το κατώφλι της μεσοπολεμικής της ιστορίας (κι όχι με τα καμώματα του μητροπολίτη της, τότε, Ιωακείμ που κόντεψε να κηρυχτεί αιρετικός, αλλά γονυπετής και δακρυρροών ζήτησε συγχώρεση, προσκύνησε τη Σύνοδο και διεσώθη).
Το περιοδικό δημοσιεύει σε συνέχειες -όπως οι παλιότερες εφημερίδες, τα κατορθώματα του Τσακιτζή ή του αοίδιμου, επιχωρίου στην καταγωγή, γενναίου ληστο-ήρωος Φ. Γιανκούλα (ο φυγόδικος εισέτι, παρά τη λυρική έκκληση του υπουργού Τάξεως να παραδοθεί «με ψηλά τα χέρια», εκ των Παλαιοκωσταίων, τον έχει ως ληστρικό πρότυπο ως προς το …κοινωνικό του έργο) -την υπόθεσή της, η οποία αποτελείται κυρίως από τις καταθέσεις της κυρίας Σανούκους Χαλκιά και της κόρης της, αλλά όπως και από τις γραπτές δηλώσεις των επιφανών. Τέλος ο κ. Τανάγρας συνοψίζει και ερμηνεύει με τον τρόπο του το φαινόμενο.
Στο περιοδικό γράφει κυρίως ο Α. Τανάγρας. Δημοσιεύει κείμενο και μετάφραση των αρχαίων και κάπως μυστικών κειμένων: «Τα χρυσά έπη» του Πυθαγόρα σε μετάφραση Αλ. Φιλαδελφέως αλλά στιχουργία Νικ. Κυπαρίσση· κείμενα του Πλάτωνος «Περί ψυχής» αλλά και «περί βρικολάκων», όπως και για την «Αυτοκτονία και το θάνατο». Σωκρατικές απόψεις «Περί θανάτου»· του Ξενοφώντος «Περί αθανασίας της ψυχής» κ.α. Στο τέλος, κάθε τεύχος έχει και γαλλική περίληψη των κύριων θεμάτων του.
Κόλλησα με το περιοδικό και τα της Καλλιόπης κι έχω μια αίσθηση πως βιώνω φαινόμενα του παραψυχικού. Το απλούστερο, βλέπω συνεχώς αυτούς που σκέφτομαι. Δε σταμάτησα, όμως, εκεί. Σε μια μικρή σκιαγράφηση ο Α. Τανάγρας αναφέρεται στον πρόσφατα – τότε δηλαδή, το 1925 αναχωρήσαντα από τη ζωή, Καμίλ Φλαμμαριόν, «έναν εκ των οτρηροτέρων (= ταχύς, δραστήριος, οξύτατος) εργατών» της ψυχικής έρευνας. Πλην του γαλλικού εκδοτικού οίκου μου θύμισε πως στη βιβλιοθήκη μου επιχωριάζει αδιάβαστο, κονιορτοβριθές ένα βιβλίο του «Ο θεός εν τη φύσει» εκδ. 1924, μετ. Η. Ν. Αποστολίδου. Άρχισα επ’ αυτού να τραβώ αναγνωστικό κουπί, με το μαλακό φυσικά, ως μια παράπλευρη ωφέλεια από την ενασχόλησή μου με τα ανωτέρω κινητικά φαινόμενα.

Η παρακολούθηση αναλογών φαινόμενων στον ελλαδικό χώρο σημειώνεται και με κάποιες διασκεδαστικές καταγραφές στο περιοδικό, όπως: Η κ. Φρόσω Βλάχου, το γένος Σ. Βρυζάκη, βεβαιώνει λ,χ.: «Το όνειρο του αδελφού μου Αθανασίου όστις μου το διηγήθη και μου έκαμε μεγάλην εντύπωσιν!». Και πώς είναι σίγουρη ότι αυτό δεν ήταν μια εν ξύπνω φαντασίωση κι όχι εν ύπνω ενύπνιο. Ερώτημα άνευ απαντήσεως. Πριν από την εξέταση του κοζανίτικου κινητικού φαινομένου το περιοδικό αναλύει παρόμοιο αλλά μικρότερης δυναμικής στην Καστοριά. Φυσικά αι «Ψυχικοί Έρευναι» δεν παύουν να είναι περιοδικό λιγνό στο πάχος των σελίδων, 18 με 20 ανά τεύχος, υποκείμενο σε έξοδα έτσι, σποραδικά και διακριτικά τονίζει ο δ/ντής του Τανάγρας: παρακαλούνται θερμώς οι καθυστερούντες την συνδρομή των να επισπεύσουν την αποστολήν.
Επιμύθιο αλλά όχι επιψυχίδιον
Ψάχνοντας εντελώς φιλολογικά κι ιστορικά το πράγμα, βρήκα να έχω μια μικρή σχέση και συμπάθεια με την ευρεία οικογένεια της Καλλιόπης στο Μηλοτίνι! Μεταπολεμικά η μάνα μου -νεαρά φτωχή κι ορφανή πάντων- για 6 μέρες γέμιζε καλαμπόκια στα χωράφια τους. Πληρώθηκε με 5 δραχμές τη μέρα και μ’ αυτές ο παππούς της αγόρασε γουρούνι με τρύπιο αυτί, ήγουν σημαδεμένο, άρα άχρηστο. Δεν έκανε καθόλου κρέας και λίπος· ήταν σαν αγριόσκυλο. Δέχτηκε φυσικά ύστερους και πρωθύστερους μύδρους της γιαγιάς. Μήπως αυτά ήταν ένας άδηλος μακρινός απόηχος-μήνυμα του φαινόμενου ότι στο μέλλον, τώρα δηλαδή, έχω δούναι και λαβείν μ’ αυτό. Ο πατέρας μου μόλις τέλειωσε το εν-πόλεμω στρατιωτικό του, πήγε να πιαστεί βοσκός, λέει, στην οικογένεια αυτή, αλλά δεν τον δέχτηκε, ευτυχώς, ο ανωτέρω αγριο-τζιομπανο-τσέλιγκας. Κι εμένα τώρα στα πεταχτά κι ακροθιγώς κατατριβόμενου με αυτά, μου προέκυψαν βαμμένα με νοσταλγία μνήμες, βιβλία, πρόσωπα, ποιήματα: «Εξωτερίκευση της ιεραρχίας» λέει μιας κ. Αλίκης Μπέυλη, οι «Αργοναύτες» του Γ. Σεφέρη, πρόσωπα που τα σκέφτομαι, μήπως και τα επιζητώ και μου εμφανίζονται σχεδόν αμέσως. Τι γίνεται λοιπόν; Και τι να πω;
«Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια».
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.