Γιώργος Παπαδόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Φαρμακολογίας της
Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 04a [2006]
Σ’ αυτά που ακολουθούν θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα μετά το τέλος του Μεσαίωνα ή στην
αρχή της Αναγέννησης – δηλαδή περίπου από το τέλος του 15™ ή αρχές του 16™ αιώνα. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι αντιλήψεις για το σώμα στις εποχές που θα μας απασχολήσουν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, με παραλλαγές, διαφοροποιήσεις, φαινομενικές (ή πραγματικέςIαντιφατικότητες κ.λπ. Και είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατόν να επεκταθεί κανείς σε όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, θα περιορισθώ στις κύριες τάσεις -καλύτερα: σ’ αυτά που εγώ θεωρώ ως κύριες τάσεις. Κι εδώ υπάρχουν πάντα περιθώρια για αρκετή αυθαιρεσία. Πρέπει ακόμη να επισημάνω ότι οι αντιλήψεις στις οποίες θα αναφερθώ προέρχονται κυρίως από την ιατρική γραμματεία – αν και τις ίδιες ή παρόμοιες αντιλήψεις μπορεί να συναντήσει κανείς, όλη αυτή την περίοδο, σε φιλοσοφικά έργα, στην λογοτεχνία, σε εκλαϊκευτικά κείμενα κ.λπ.
Η ανάπτυξη της ανατομίας
Σημαντική για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων σχετικά με το ανθρώπινο σώμα την εποχή της Αναγέννησης είναι, χωρίς αμφιβολία, η ανάπτυξη της ανατομίας. Κεντρική μορφή στο χώρο αυτό είναι ο Andreas Vesalius (1514-1564). Το βιβλίο του De HumaniCorporis Fabrica εκδόθηκε στη Βασιλεία το 1543. Το έργο αυτό έδωσε, θα έλεγε κανείς, στην ανατομία την οριστική της μορφή.
Η ανατομία όμως διδασκόταν στους μέλλοντες γιατρούς ήδη από το μεσαίωνα. Αν και ο αριθμός των ανατομών που πραγματοποιούνταν (σε ανθρώπινα πτώματα) ήταν μικρός, στις Ιατρικές Σχολές διδάσκονταν και διαβάζονταν τα ανατομικά έργα του Γαληνού. Αυτό που διαφοροποιεί όμως τη νέα ανατομία, την ανατομία του Vesalius δεν είναι τόσο ότι διαπίστωσε κάποια σφάλματα – σχετικά λίγα άλλωστε – στις ανατομικές περιγραφές του Γαληνού. Είναι ότι τώρα επιχειρείται μια συνολική μελέτη και περιγραφή του ανθρώπινου σώματος ως δομής, ως κατασκευής. Η μεσαιωνική ανατομία ενδιαφερόταν κυρίως για τα βασικά όργανα (σπλάχνα): ήπαρ, σπλήνα, καρδιά, εγκέφαλο κ,λπ. Τα όργανα αυτά, σύμφωνα και με την αρχαιοελληνική αντίληψη, δεν είναι κυρίως δομές, κατασκευές, αλλά, θα μπορούσαμε να πούμε, ‘δυναμικά κέντρα’ ή ‘κέντρα δυνάμεων’, τα οποία έχουν σκοπό να εκτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες και συνδέονται, ενδεχομένως, με ‘κοσμικά κέντρα’. Το ήπαρ είναι το όργανο που παράγει το αίμα (έναν από τους τέσσερις χυμούς) και μπορεί να το κάνει, όχι επειδή έχει μια συγκεκριμένη κατασκευή, αλλά, κατά κύριο λόγο, επειδή κατέχει μια συγκεκριμένη ‘πεπτική δύναμη’.· Η ανατομική δομή του μπορεί βέβαια να εξυπηρετεί αυτή τη λειτουργία και αυτή τη δύναμη: με το να συνδέεται π.χ. μέσω ενός συστήματος σωλήνων, τόσο με το έντερο, όσο και με τις μεγάλες φλέβες, ώστε να παραλαμβάνει τα θρεπτικά συστατικά και να αποδίδει το αίμα στην κυκλοφορία. Η δομή όμως παραμένει κάτι μάλλον δευτερεύον.

Ο Vesalius αντίθετα προχωράει, με αυτοπεποίθηση για τη σημασία και το πρωτοποριακό τού έργου του, σε μια πλήρη μελέτη και περιγραφή του ανθρώπινου σώματος ως κατασκευής, ξεκινώντας από τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν τη δομική βάση μιας τέτοιας κατασκευής (οστά, χόνδρους κ,λπ.) και προχωρώντας έπειτα συστηματικά στο ‘χτίσιμο’ αυτής της κατασκευής.
«Και επειδή η ιατρική δεν χρειάζεται τώρα τίποτα άλλο περισσότερο επιτακτικά από τη γνώση των μερών του ανθρώπινου σώματος, η οποία όμως είναι τώρα πια νεκρή,2 αποφάσισα να προχωρήσω στο έργο της συγγραφής αυτού του βιβλίου με όση δύναμη και όσο μυαλό είχα και με την ενθάρρυνση που μου έδινε το παράδειγμα τόσων διακεκριμένων ανδρών. (…) Και θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να κατέρρευσε τόσο πολύ με το χρόνο κι έπειτα να αποκαταστάθηκε τόσο γρήγορα, όσο η ανατομία.
[… ] Κι έτσι, στο πρώτο βιβλίο διηγήθηκα τη φύση όλων των οστών και χόνδρων, αυτών που, επειδή στηρίζουν τα άλλα μέρη και καθορίζουν τα όριά τους, είναι τα πρώτα που πρέπει να μαθαίνουν οι σπουδαστές. Το δεύτερο βιβλίο ασχολείται με τους συνδέσμους, με τη βοήθεια των οποίων συνδέονται μεταξύ τους τα οστά και οι χόνδροι, κι έπειτα με τους μυς, τους εργάτες των κινήσεων που εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Το τρίτο περιλαμβάνει τις πιο κοινές σειρές των φλεβών, οι οποίες φέρνουν στους μυς, στα οστά και σε άλλα μέρη το οικείο αίμα για να τα θρέψουν. [… Τ»
Η αντίληψη αυτή του Vesalius για το σώμα ως κατασκευή αποτελούμενη από δομικά στοιχεία αντανακλάται και στις εξαιρετικές ξυλογραφίες του J. S. van Kalkar που αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο του έργου: ανθρώπινες μορφές σε εντελώς ζωντανές, πλαστικές στάσεις που αναδεικνύουν κάποιο συγκεκριμένο δομικό στοιχείο (άνθρωπος – σκελετός, άνθρωπος – μυϊκό σύστημα, άνθρωπος – νεύρα κ.λπ.)
Μια ανάλογη, σε κάποιο βαθμό, στάση μπορούμε να διαπιστώσουμε και στα ανατομικά χειρόγραφα του Leonardo da Vinci (1452- 1519) – παρ’ όλο που εδώ είναι αρκετά εμφανής η σύνδεση με καλλιτεχνικές (επιδιώξεις).

«[…] Να περιγράφεις έπειτα τον ενήλικο άνδρα καθώς και τη γυναίκα, τα μέτρα τους και τη σύσταση του σώματός τους, το χρώμα του δέρματος και τη διαμόρφωση του προσώπου.
Έπειτα να περιγράφεις πώς [ο άνθρωπος] συνίσταται από αγγεία, νεύρα, μυς και οστά. Αυτό βέβαια πρέπει να το κάνεις στο τέλος του βιβλίου.
Έπειτα να αναπαραστάσεις, σε τέσσερις ιστορίες, τέσσερις γενικές καταστάσεις του ανθρώπινου γένους, δηλαδή τη χαρά με τα διάφορα είδη του γέλιου (και να δείξεις και τις αιτίες του γέλιου), τη θλίψη με τα διάφορα είδη του κλάματος και τις αιτίες του, καταστάσεις αγώνα ή πάλης με τις διάφορες κινήσεις που μαρτυρούν φόνους, φυγή, φόβο, οργή, αποκοτιά και την ηδονή του φόνου και ό,τι άλλο ανήκει σε τέτοιες καταστάσεις. Έπειτα να αναπαραστάσεις μια [σωματική] ένταση είτε σε τράβηγμα, είτε σε σπρώξιμο, σε σήκωμα βάρους, όταν σταματάει κανείς κάτι [κινούμενο] ή όταν στηρίζει κάτι και τα παρόμοια. Να περιγράφεις τη στάση και την κίνηση.1»
Τα κείμενα του Leonardo σχετικά με την ανατομία μας βοηθούν να κατανοήσουμε κάποιες αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα που αναπτύσσονταν την εποχή αυτή, αλλά τα κείμενα αυτά δεν είχαν ευρύτερη επίδραση στην εποχή του, αφού προορίζονταν για τους μαθητές του, και δεν εκδόθηκαν παρά μόνο πολύ αργότερα.
Ένα θέμα που παραμένει ανοικτό την εποχή αυτή, είναι η σχέση, η σύνδεση της ανατομίας (καλύτερα: της ανατομικής εικόνας του ανθρώπινου σώματος, όπως έτεινε να συγκροτηθεί) με τις λειτουργίες. Ο Vesalius προσπάθησε να κάνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση εκτελώντας ανατομές (και σχετικά στοιχειώδη πειράματα) σε ζωντανά ζώα. Οι αντιλήψεις του όμως – καθώς και των περισσοτέρων συγχρόνων του-για τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού παραμένουν ουσιαστικά Γαληνικές.
Γαληνικές αντιλήψεις: το σώμα των χυμών και των ‘πνευμάτων’
Σχετικά με τη ‘φύση’ του σώματος, με αυτά που καθορίζουν τις λειτουργίες του, εξακολουθούν στην Αναγέννηση – αλλά και αργότερα – να επικρατούν, σε μεγάλη έκταση, οι αρχαιοελληνικές αντιλήψεις, όπως διαμορφώθηκαν τελικά από το Γαληνό, μαζί με κάποιες προσθήκες που προέρχονται από την Αραβική ιατρική. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, αποφασιστικό ρόλο για τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος (στην υγεία και την αρρώστια) παίζουν οι τέσσερις χυμοί (αίμα, φλέγμα, κίτρινη και μαύρη χολή), τα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά) και οι τέσσερις ποιότητες (θερμό, ψυχρό, ξηρό, υγρό).

Σ’ αυτά έχουν προστεθεί, τουλάχιστον από την εποχή του Γαληνού, τα ‘πνεύματα’: το ‘φυσικόν πνεύμα’ (spiritus naturalis), το ‘ζωτικόν πνεύμα’ (spiritus vitalis), το ‘ψυχικόν πνεύμα’ (spiritus animalis). Τα ‘πνεύματα’ αυτά είναι τοποθετημένα σε ιεραρχική σειρά (με κατώτερο το ‘φυσικόν’ και ανώτερο το ‘ψυχικόν’), ενώ καθένα προέρχεται, κατά κάποιον τρόπο, από το κατώτερό του μέσω διεργασιών ‘εξευγενισμού’. Από την άλλη μεριά συνδέονται άμεσα με αυτά που, κατά τις αρχαιοελληνικές αντιλήψεις, αποτελούν τα τρία μέρη της ψυχής (με την Πλατωνική ορολογία: επιθυμητικόν, θυμοειδές, λογιστικόν). Τα ‘πνεύματα’ παίζουν καθοριστικό ρόλο για τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού. Οι βουλητικές κινήσεις π.χ. επιτελούνται από το ψυχικόν πνεύμα, το οποίο ‘κινείται’ μέσα στα (κινητικά) νεύρα. Τα ‘πνεύματα’ ασφαλώς δεν έχουν υλική υπόσταση και, παρ’ όλο που οι σχετικές αντιλήψεις διαφέρουν στους διάφορους συγγραφείς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην ψυχή και το υλικό σώμα.
Αν κάτι αλλάζει στην εικόνα αυτή την εποχή της Αναγέννησης είναι ότι, από αρκετούς συγγραφείς, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των ‘πνευμάτων’. Όπως από το Marsilio Ficino (1433-1499), ιατρό και ιερωμένο, μελετητή και μεταφραστή αρχαιοελληνικών κειμένων, από τις σημαντικότερες μορφές της πρώτης περιόδου της Αναγέννησης.
«[Οι στρατιώτες ενδιαφέρονται για τα όπλα τους, οι μουσικοί για τα όργανά τους, οι κυνηγοί για τους σκύλους τους], μόνο οι ιερείς των Μουσών, μόνο οι θηρευτές του ύψιστου αγαθού και της αλήθειας είναι (αλίμονο) τόσο αδιάφοροι και τόσο αξιοθρήνητοι, ώστε φαίνεται να παραμελούν εντελώς εκείνο το όργανο με το οποίο μπορούν, με κάποιο τρόπο, να εκτιμούν (metiri) και να κατανοούν (capere) ολόκληρο τον κόσμο. Ένα τέτοιο όργανο είναι το πνεύμα (spiritus), το οποίο ορίζεται από τους γιατρούς ως ένας ατμός του αίματος (vapor sanguinis), καθαρός, λεπτός, θερμός και διαυγής. Και, αφού σχηματισθεί από το πιο λεπτό αίμα με τη θερμότητα της καρδιάς, πετά προς τον εγκέφαλο και εκεί η ψυχή (animus5) το χρησιμοποιεί με επιμέλεια για τη λειτουργία των εσωτερικών και των εξωτερικών αισθήσεων. Έτσι το αίμα υπηρετεί το πνεύμα, το πνεύμα υπηρετεί τις αισθήσεις και, τελικά, οι αισθήσεις υπηρετούν τη νόηση (ratio).5»
Ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των πνευμάτων αποδίδει και ο Jean Fernel (περ. 1497-1558), ο σημαντικότερος ίσως Γάλλος ιατρός του 16ου αιώνα.

Οι Γαληνικές αυτές αντιλήψεις, με τις παραλλαγές και τις τροποποιήσεις τους, δίνουν μια μάλλον συνεκτική, ολοκληρωμένη, συγκροτημένη εικόνα για το ανθρώπινο σώμα. Υπάρχει περίπου μια συνέχεια των διαφόρων ‘συστατικών’ του από τα πλέον υλικά μέχρι τα εντελώς άυλα, ψυχικά, κι αυτά συνεργάζονται μεταξύ τους αρμονικά, μέσα στην ιεραρχική τους θέση, για την επιτέλεση των διαφόρων λειτουργιών. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι μια τέτοια εικόνα αρμονίας και ιεραρχίας μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία και τις θεολογικές τάσεις της Ευρώπης, μια και συμβιβάζεται με την ιδέα του ανθρώπου ως δημιουργήματος του θεού ‘κατ’ εικόνα και ομοίωσιν’, με την έννοια της θείας Πρόνοιας κ,λπ. Η αρμονία αυτή διαταράσσεται σε περιπτώσεις αρρώστιας (κάθε είδους) και τότε είναι καθήκον του γιατρού (ενδεχομένως και της Εκκλησίας) να παρεμβαίνει για την αποκατάστασή της.
Ο Παράκελσος, η πρωτοκαθεδρία του άυλου και το σώμα-μικρόκοσμος
Προσπάθειες για ανατροπή αυτής της εικόνας ήρθαν από δύο, εντελώς διαφορετικές, κατευθύνσεις. Η πρώτη σχετίζεται με το έργο του Παράκελσου (Theophrast Bombast von Hohenheim, 1493-1591). Ο Παράκελσος διακήρυξε την πλήρη απόρριψη της Γαληνικής ιατρικής και των φιλοσοφικών θέσεων που σχετίζονταν με αυτήν. Εδώ θα περιορισθούμε σε μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών αντιλήψεών του για το ανθρώπινο σώμα.
Στον Παράκελσο οι λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος ανάγονται εντελώς σε πνευματικές, άυλες οντότητες και δυνάμεις. Τέτοιες οντότητες και δυνάμεις δεν σχετίζονται όμως αποκλειστικά με το ανθρώπινο σώμα ή, έστω, με τα ζωντανά όντα. Στην πραγματικότητα, ολόκληρος ο κόσμος του Παράκελσου είναι γεμάτος από τέτοιες οντότητες και δυνάμεις: βρίσκονται πίσω από (ή μέσα σε) κάθε τι υλικό, του προσδίδουν τις ιδιότητές του και προκαλούν τις μεταβολές του.
«Αναφορικά όμως με το τι είναι και πώς είναι η ζωή καθενός ιδιαίτερου πράγματος, πρέπει να γνωρίζετε, ότι αυτή [η ζωή] δεν είναι παρά ένα πνευματικό ον, ένα αόρατο και άπιαστο πράγμα, ένα πνεύμα, ένα πνευματικό πράγμα. (…)
Αλλά δεν έχει ζωή μόνον ό,τι σαλεύει και μετακινείται, όπως οι άνθρωποι, τα ζώα, τα σκουλήκια της γης, τα πουλιά στον ουρανό και τα ψάρια στο νερό, αλλά όλα τα πράγματα που έχουν σώμα και ουσία. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο θεός, στην αρχή της δημιουργίας όλων των πραγμάτων, δεν δημιούργησε ούτε ένα σώμα που να μην φέρει μέσα του κρυμμένο ένα πνεύμα. Τι θα ωφελούσε αλήθεια ένα σώμα χωρίς το πνεύμα; Τίποτα. Γιατί το πνεύμα έχει τη δύναμη και την αρετή και σ’ αυτό βρίσκονται αυτές κρυμμένες και όχι στο σώμα. [… ] Και το σώμα μπορεί να καταστραφεί με πολλούς τρόπους, το πνεύμα όμως όχι. Αυτό παραμένει παντού και πάντα πνεύμα και ζωντανό και υπόκειται στη ζωή και επί πλέον διατηρεί το σώμα του ζωντανό. […]
Επομένως πρέπει να γνωρίζετε ότι το πνεύμα είναι πραγματικά η ζωή και το βάλσαμο’ όλων των σωματικών πραγμάτων.8»

Τα πνεύματα του Παράκελσου διαφέρουν από εκείνα της Γαληνικής ιατρικής. Ενώ τα τελευταία είναι περισσότερο γενικά και ‘διάχυτα’, κάτι ανάλογο με τους χυμούς, αν και λιγότερο υλικά, τα πνεύματα του Παράκελσου είναι σαφώς άυλα,5 κυριαρχούν εντελώς στις αντίστοιχες λειτουργίες, είναι ‘εξατομικευμένα’, περίπου ‘ανθρωπομορφικά’. Ο ίδιος ονομάζει το πνεύμα που βρίσκεται στο στομάχι και καθορίζει τις λειτουργίες της πέψης ‘εσωτερικό αλχημιστή’: διαχωρίζει τα χρήσιμα που υπάρχουν στις τροφές από τα άχρηστα ή βλαβερά, μετατρέπει τα πρώτα έτσι ώστε θρέψουν το σώμα και να αντικαταστήσουν τις φθορές του, ενώ τα άλλα τα διώχνει έξω από το σώμα.
Το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό στις αντιλήψεις του Παράκελσου για το ανθρώπινο σώμα – κι αυτό ισχύει μόνο για το ανθρώπινο σώμα – είναι η ιδέα της αντιστοιχίας μικρόκοσμου-μακρόκοσμου.
Ο άνθρωπος είναι ο μικρός κόσμος, όχι στη μορφή και στη σωματική ουσία, αλλά σε όλες τις δυνάμεις και αρετές, όπως τις έχει ο μεγάλος κόσμος. Από αυτά προκύπτει για τον άνθρωπο το ευγενικό όνομα μικρόκοσμος. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι ουράνιες τροχιές, όλη η γήινη φύση, οι ιδιότητες του νερού και η οντότητα του αέρα βρίσκονται μέσα του. Μέσα του βρίσκεται η φύση όλων των καρπών της γης και όλων των μεταλλευμάτων του νερού” κι ακόμα όλοι οι σχηματισμοί των ουρανίων σωμάτων (constellationes) και οι τέσσερις άνεμοι του κόσμου.”
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εικόνα που δίνει ο Παράκελσος για το ανθρώπινο σώμα είναι, σε μεγάλη έκταση, συνεκτική, συγκροτημένη και αρμονική. Τα πνεύματα, οι πνευματικές οντότητες και δυνάμεις που κυβερνούν τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού – κι αυτές που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τα πράγματα, με τις οντότητες και δυνάμεις του μεγάλου κόσμου – δεν είναι κάτι ξένο ή παρείσακτο στο ανθρώπινο σώμα. Είναι το σημαντικότερο σ’ αυτό, είναι η ίδια η ου, κατά τη φιλοσοφική, αρχαιοελληνική ορολογία.
Πρέπει να παρατηρηθεί επίσης ότι η εικόνα του Παράκελσου για το ανθρώπινο σώμα έχει συνεχείς θεολογικές-χριστιανικές αναφορές. Αυτό που θα αναστηθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία είναι το πνευματικό σώμα, το σώμα των πνευματικών οντοτήτων και δυνάμεων. Ο ίδιος ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, αν και κατήγγελλε επανειλημμένα τις ενέργειες τόσο της Παπικής εκκλησίας όσο και των μεταρρυθμιστών. Πολλές βέβαια από τις απόψεις του θεωρούνταν αιρετικές και τα βιβλία του παρέμειναν μέχρι πρόσφατα στο ‘Index’ της Καθολικής εκκλησίας.
Ο Παράκελσος δεν ήταν μόνος στις αντιλήψεις αυτές για το ανθρώπινο σώμα. Εκτός από τους ‘Παρακελσιανούς’, αυτούς που διακήρυτταν οι ίδιοι ότι ακολουθούν τη διδασκαλία του, πολλοί συγγραφείς το 16° και 17° αιώνα, από τους χώρους της ιατρικής και της φιλοσοφίας, εκφράζουν παρόμοιες απόψεις – ιδιαίτερα εκείνοι που σχετίζονται με την αλχημεία και τον Ερμητισμό. Σημαντικότερος από αυτούς είναι ίσως ο J. Β. van Helmont (1579-1644). Ο van Helmont δεν δέχεται την αντιστοιχία μικρόκοσμου-μακρόκοσμου, αλλά η εικόνα του για το ανθρώπινο σώμα κυριαρχείται εντελώς από πνευματικές οντότητες και δυνάμεις.

«[…] ο τοπικός αρχεύς12 (archeus insitus) περιπλανιέται φθάνοντας μέχρι τις πιο κρυφές γωνιές και τους πόρους του σπέρματος και αρχίζει να μεταμορφώνει την ύλη σύμφωνα με την εντελέχεια της εικόνας που φέρει. Εδώ τοποθετεί την καρδιά, εκεί σημειώνει τη θέση του εγκεφάλου και παντού καθορίζει τον ακίνητο προϊστάμενο κάτοικο από το χώρο της εξουσίας του, ανάλογα με τη σκοπιμότητα και την ανάγκη των μερών. Παραμένει τελικά ο προστάτης, ο επιστάτης και ο διοικητής στο εσωτερικό [του ανθρώπου] μέχρι το θάνατό του.
Ο δεύτερος (archeus influus, εισρέων αρχεύς) φαίνεται να μην έχει συγκεκριμένη θέση και δεν αντιστοιχεί σε κανένα [επιμέρους] μέλος. Διατηρεί την επίβλέψη πάνω από τις επιμέρους κυριαρχίες των μελών. Είναι γεμάτος φως και δεν είναι ποτέ άγριος.13»
Το σώμα-μηχανή
Η άλλη απόπειρα ανατροπής των παραδοσιακών (Γαληνικών) αντιλήψεων για το ανθρώπινο σώμα ήρθε από αυτούς που ήθελαν να βλέπουν το σώμα απλά σαν μια μηχανή. Οι αντιλήψεις αυτές εμφανίστηκαν κυρίως από το 17° αιώνα. Κεντρική μορφή εδώ είναι ο Καρτέσιος (Rene Descartes, 1596-1650). Ο Καρτέσιος υποστηρίζει, για πρώτη φορά με τόση ένταση και σαφήνεια, έναν πλήρη χωρισμό του σώματος από την ψυχή. Το σώμα είναι εντελώς υλικό και λειτουργεί με εντελώς μηχανικό τρόπο. Η ψυχή, που υπάρχει μόνο στους ανθρώπους (τα ζώα είναι απλά μηχανές), είναι άυλη, είναι εκτός χώρου» και ασχολείται αποκλειστικά με ψυχικές λειτουργίες (σκέψη, φαντασία κ.λπ.).15
«Επειδή όμως από την αρχή της ζωής μας έχουμε κάνει τη διαπίστωση ότι πάρα πολλές από τις κινήσεις του σώματος υπακούουν στη βούληση, η οποία είναι μόνο μία από τις ικανότητες της ψυχής, αισθανόταν κανείς υποχρεωμένος να πιστεύει ότι η ψυχή είναι η αρχή όλων αυτών των κινήσεων. Σ’ αυτό δεν συνέβαλε λίγο και η άγνοια της ανατομίας και της μηχανικής. Επειδή στο ανθρώπινο σώμα δεν παρατηρούσαμε τίποτα άλλο παρά την εξωτερική μορφή του, δεν φανταζόμαστε ποτέ ότι μέσα του κατοικούν πολλά όργανα, που επαρκούν, ώστε το σώμα, μέσω αυτών, να αυτοκινείται με τόσο πολλούς διαφορετικούς τρόπους, με όλους δηλαδή αυτούς που διαπιστώνουμε ότι κινείται. (…)
Από την άλλη μεριά, αν προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε περισσότερο εμπεριστατωμένα τη φύση μας, γίνεται εντελώς φανερό, ότι η ψυχή μας, επειδή είναι μια ουσία διαφορετική από το σώμα, γίνεται γνωστή σ’ εμάς μόνο με το ότι σκέπτεται, δηλαδή ότι κατανοεί, θέλει, φαντάζεται κάτι, θυμάται και αισθάνεται. Όλες αυτές οι λειτουργίες είναι είδη των διεργασιών της σκέψης. Αντίθετα άλλες λειτουργίες, τις οποίες κάποιοι αποδίδουν σ’ αυτήν, π.χ. να κινεί την καρδιά και τις αρτηρίες, να πέπτει τα φαγητά στο στομάχι και άλλα παρόμοια, δεν περιέχουν τίποτα που να σχετίζεται με τη δραστηριότητα της σκέψης και είναι απλά σωματικές κινήσεις. Επειδή λοιπόν είναι συνηθέστερο, ένα σώμα να κινείται από ένα άλλο σώμα παρά από οποιαδήποτε ψυχή, δεν υπάρχει ασφαλώς σοβαρός λόγος να αποδίδουμε αυτές τις κινήσεις στην ψυχή και όχι στο σώμα. [… ]16»

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι σημαντική στήριξη στις απόψεις του Καρτέσιου για το σώμα πρόσφερε η ανάπτυξη της ανατομίας (παρ’ όλο που οι μεγάλοι ανατόμοι δεν ανέπτυξαν τέτοιες αντιλήψεις), καθώς και οι πρόοδοι στην επιστήμη της μηχανικής. Επιπλέον, ο ίδιος χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα που αναφέρονται στις μηχανικές κατασκευές (αυτόματα) της εποχής του που μιμούνταν κινήσεις και λειτουργίες ζωντανών οργανισμών (πουλιών και άλλων ζώων). Ένα βασικό του επιχείρημα ήταν περίπου το εξής: Αφού οι συνηθισμένοι τεχνίτες είναι σε θέση να κατασκευάζουν μηχανές που μπορούν να μιμούνται, σε τόσο εντυπωσιακό βαθμό, κάποια χαρακτηριστικά ζωντανών οργανισμών, δεν είναι καθόλου παράλογο ότι ο πάνσοφος και παντοδύναμος Δημιουργός μπόρεσε να κατασκευάσει μηχανές με όλες τις ιδιότητες ακόμη και των ανώτερων ζώων. Είναι αξιοσημείωτο το πώς χρησιμοποιούνται εδώ οι θεολογικές αντιλήψεις για τις ιδιότητες του θεού για να υποστηριχθεί ότι το ανθρώπινο σώμα είναι απλά μια μηχανή.
Ο Καρτέσιος παραμένει, με κάποιαν έννοια, στο πλαίσιο των Γαληνικών αντιλήψεων για το ανθρώπινο σώμα – ενσωματώνοντας παράλληλα και κάποιες από τις επιστημονικές προόδους της εποχής (νεώτερη φυσική, ανατομία, κυκλοφορία του αίματος κ,λπ.) Δίνει όμως ακόμη και στις Γαληνικές αντιλήψεις που υιοθετεί μια εντελώς υλιστική-μηχανιστική μορφή. Τα ‘πνεύματα’ είναι, γι’ αυτόν εντελώς υλικά, απλά αποτελούνται από μικρότερα και περισσότερο ευκίνητα ‘άτομα’.
Ένα κεντρικό πρόβλημα στη συγκρότηση της εικόνας του Καρτέσιου για το ανθρώπινο σώμα είναι οι καταστάσεις εκείνες, στις οποίες είναι κανείς υποχρεωμένος να δεχθεί ότι υπάρχει μια επικοινωνία ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα. Κι αυτές είναι κυρίως εκείνες που σχετίζονται με την αίσθηση (πώς ‘βλέπει’ π.χ. η ψυχή το είδωλο ενός – υλικού – αντικειμένου που σχηματίζεται στον – επίσης υλικό – αμφιβληστροειδή) και με τις βουλητικές κινήσεις (κινήσεις δηλαδή που δεν γίνονται αυτόματα, αλλά μόνο αφού η ψυχή τις αποφασίσει μετά από σκέψη). Ο Καρτέσιος προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα δεχόμενος ότι υπάρχει ένα μόνο σημείο όπου η ψυχή έρχεται σε επαφή και αλληλεπιδρά με το σώμα: αυτό είναι ένα μικρό όργανο με σχήμα κώνου (το κωνάριο ή επίφυση) που προβάλλει μέσα στις κοιλίες του εγκεφάλου.


Απόψεις παρόμοιες με του Καρτέσιου αναπτύσσονται και από άλλους κατά το 17» αιώνα. Στις μηχανιστικές αυτές αντιλήψεις για το σώμα, η ιδιαιτερότητα και ανωτερότητα της ψυχής ‘διασώζεται’ με το χωρισμό της από το σώμα και από την υλικότητα. Αργότερα, το 18» αιώνα εμφανίζονται ακόμη πιο ακραίες αντιλήψεις, όπως αυτές του J. Ο. de La Mettrie (1709-1751), ο οποίος αρνείται την ύπαρξη της ψυχής. Ο άνθρωπος είναι απλά μια μηχανή και αυτά που ονομάζουμε ψυχικές λειτουργίες δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποτελέσματα της λειτουργίας της μηχανής (‘επιφαινόμενα’).
Αντιπαραθέσεις, διαμάχες, συμβιβασμοί
Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το 16 και το 17° αιώνα δεν κυριαρχεί μια ενιαία αντίληψη, μια ενιαία εικόνα για το ανθρώπινο σώμα. Αντίθετα υποστηρίζονται παράλληλα διάφορες απόψεις, οι οποίες όχι μόνο δεν βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση, αλλά είναι, σε σημαντικό βαθμό, ασύμβατες, διαμετρικά αντίθετες. Εμφανίζονται βέβαια κάθε τόσο προσπάθειες συμβιβασμού, συγκερασμού των διαφορετικών αντιλήψεων ή διαμόρφωσης εκλεκτικιστικών εικόνων για το ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν αυτές στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής. Εξίσου όμως – ή μάλλον περισσότερο – εμφανείς είναι οι έντονες διαμάχες ανάμεσα στις διαφορετικές απόψεις που δεν φαίνεται να μπορούν να καταλήξουν σε κάποια σύνθεση ή σε κάποιο συμβιβασμό.
Μπορεί να υποθέτει κανείς σήμερα ότι η εικόνα του ανθρώπινου σώματος που έδωσε η ανατομία επιβλήθηκε με την αναγκαιότητα, με την οποία επιβάλλεται μια σημαντική επιστημονική πρόοδος, έστω κι αν δεν είχε άμεσες ιατρικές εφαρμογές. Όμως η αποδοχή αυτής της εικόνας δεν ήταν καθόλου αυτονόητη για την εποχή εκείνη. Ο Παράκελσος αρνείται εντελώς τη σημασία της ανατομίας.
«Παρ’ όλον ότι το ένα (όργανο) κρέμεται από ένα άλλο, παρ’ όλον ότι είναι ένα σώμα που [μπορεί να] είναι όρθιο, ξαπλωμένο, να κρέμεται κ.λπ„ αυτές τις αλληλοσυνδέσεις ο γιατρός δεν πρέπει να τις λαμβάνει υπ’ όψιν του, σαν να μην υπάρχουν, γιατί αυτές ανήκουν στον τρόπο της γης. Για το γιατρό όμως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να έχει καμία αξία. (…) Παρ’όλον ότι αποδίδουν τόση σημασία σ’αυτό που μπορείς να βρεις: ότι μια αρτηρία πηγαίνει από ένα σώμα (= όργανο, ανατομικό στοιχείο) σ’ ένα άλλο και ότι από αυτή την αρτηρία κρέμεται κάτι και ότι αυτή οδηγεί από ένα σώμα σ’ ένα άλλο, εσύ δεν πρέπει να τα καταλαβαίνεις με αυτό τον τρόπο. Αλλά να βλέπεις, στον ουρανό, ότι ένα άστρο βάφει17 ένα άλλο και δεν έχει, προς αυτό, καμία υλική σύνδεση με αρτηρίες. Λοιπόν, όπως συμβαίνει εκεί [στον ουρανό], έτσι να γνωρίζεις ότι συμβαίνει και στο [ανθρώπινο] σώμα. (…) Αυτό που δεν είναι υλικό, αυτό είναι η αρρώστια. Κι αυτό που είναι υλικό, αυτό δεν είναι η αρρώστια.»»
Αλλά ακόμη και ο Thomas Sydenham (1624-1689), ο μεγάλος κλινικός του 17ου αιώνα, που δεν ακολουθούσε τις γενικότερες αντιλήψεις του Παράκελσου, εκφραζόταν αρκετά αρνητικά γι’ αυτήν. Έλεγε σ’ ένα νέο γιατρό που του ανέφερε με υπερηφάνεια τις γνώσεις του στην ανατομία και τη βοτανική:
«Αυτά είναι πολύ ωραία – η ανατομία, η βοτανική – αλλά δεν αξίζουν τίποτα. Ανοησίες, κύριε! Ξέρω μια γριά γυναίκα στο Covent Garden που καταλαβαίνει καλύτερα από βοτανική και, όσο για την ανατομία, ο χασάπης μου μπορεί να ανατέμνει μια άρθρωση τέλεια. Όχι, νεαρέ μου, όλα αυτά είναι σκουπίδια: πρέπει να πας στο κρεβάτι του αρρώστου, εκεί μόνο μπορείς να μάθεις την αρρώστια.»»
Υπήρχαν επίσης, όλη αυτήν περίοδο, αυτοί που για θρησκευτικούς λόγους, θεωρούσαν ότι δεν έχει κανείς δικαίωμα να ανατέμνει το (νεκρό) ανθρώπινο σώμα, αλλά και εκείνοι που την υπερασπίζονταν βασιζόμενοι πάλι σε θεολογικά επιχειρήματα. Έτσι διαβάζουμε σ’ ένα κείμενο των αρχών του 17ου αιώνα:
«Δεν είναι αντιχριστιανικό να ασχολείται κανείς με την ανατομία. Γιατί, αφού το σώμα είναι ορισμένο να παραδοθεί στα σκουλήκια και πρέπει να αποσυντεθεί σε γη και να σαπίσει, πώς μπορεί να είναι αντιχριστιανική πράξη, όταν, στο νεκρό σώμα, αποκτούμε εμπειρίες και μαθαίνουμε τι πρέπει να κάνουμε στον ζωντανό που βρίσκεται σε βαριές αρρώστιες και άλλες βαριές καταστάσεις; Η εικόνα και ομοίωση του θεού δεν αναφέρεται στο σώμα, αλλά πολύ περισσότερο στην ψυχή, η οποία είναι ένα θείο ον. Για να το κατανοήσει κανείς: σε αντίθετη περίπτωση θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να έχει και ο θεός χέρια, πόδια, μάτια, αυτιά κ.λπ. Ο γιατρός όμως έχει στα χέρια του και ως αντικείμενό του το σώμα του ανθρώπου, τον ναό του Αγίου Πνεύματος και εικονοστάσι της εικόνας και ομοίωσης του θεού, δηλαδή της ψυχής. Αν σ’ αυτό το σώμα καταστρέψεις κάτι ή ξεχάσεις ή παραβλέψεις ή, εξαιτίας της απειρίας σου, της αμέλειάς σου ή της οκνηρίας σου, προκαλέσεις φθορά σε κάτι, θα πρέπει να δώσεις λόγο γι’ αυτό μπροστά στο θεό.20»»
Ένας λόγος που οι διαφορετικές αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα εξακολουθούσαν να συνυπάρχουν παράλληλα είναι και το ότι δεν υπήρχαν – και δεν μπορούσαν να υπάρχουν, όπως συμβαίνει συνήθως άλλωστε – ισχυρές επιστημονικές αποδείξεις υπέρ της μιας ή της άλλης. Και όσες σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις πραγματοποιούνταν, μπορούσαν να ερμηνευθούν με διαφορετικούς τρόπους. Η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος από τον William Harvey (1578-1657) θα μπορούσε να δώσει – και έδωσε – μια ισχυρή ενίσχυση στις μηχανιστικές αντιλήψεις. Γιατί ο Harvey απέδιδε στην καρδιά – κάτι πρωτάκουστο τότε – το ρόλο αντλίας, ένα ρόλο δηλαδή που αντιστοιχούσε εντελώς σε μια μηχανική κατασκευή.21 Ο Harvey όμως δεν ήταν μηχανιστής (ήταν μάλλον Αριστοτελικός) και στις ιδέες του για την καρδιά φθάνει ακόμη να υιοθετεί σχεδόν αντιλήψεις αντιστοιχίας μικρόκοσμου-μακρόκοσμου. Όπως όταν αφιερώνει το βιβλίο του για την κυκλοφορία του αίματος στο βασιλιά της Αγγλίας:
Εξαιρετικά μεγαλόψυχε Βασιλιά,
Η καρδιά των [ζωντανών] πλασμάτων είναι το θεμέλιο της ζωής, ο άρχοντας του όλου, ο ήλιος του μικροκόσμου τους, από τον οποίο εξαρτάται κάθε ανάπτυξη, από τον οποίο εκρέει όλο το σφρίγος και η δύναμή τους. Παρομοίως ο Βασιλιάς είναι το θεμέλιο των βασιλείων του και ο ήλιος του μικροκόσμου του, η καρδιά της κοινοπολιτείας του, και από αυτόν προέρχεται όλη η δύναμη και η χάρις. Πήρα το θάρρος να προσφέρω στη μεγαλειότητά σας αυτό το γραπτό κείμενο που αφορά στην καρδιά, ακόμη περισσότερο επειδή (σύμφωνα με αυτά που συνηθίζονται στις μέρες μας) όλα τα ανθρώπινα πράγματα είναι εναρμονισμένα με το πρότυπο του ανθρώπου, ενώ τα περισσότερα πράγματα που αφορούν σ’ ένα βασιλιά είναι εναρμονισμένα με το πρότυπο της καρδιάς. [… I22
Είναι γνωστές εξ άλλου οι σχέσεις του με το Robert Fludd (1574-1637), έναν Άγγλο αλχημιστή γιατρό που είχε αναπτύξει ένα δικό του θεωρητικό σύστημα, στο οποίο η εικόνα του ανθρώπινου σώματος κυριαρχείται από πνευματικές δυνάμεις και αντιστοιχίες μικρόκοσμου- μακρόκοσμου.
Τέτοιες φαινομενικές θεωρητικές αντιφάσεις στο ίδιο άτομο ή ανάμεσα σε άτομα που ανήκουν στην ίδια σχολή δεν είναι κάτι ασυνήθιστο την εποχή αυτή. Και ακριβώς επειδή υπάρχουν τέτοιες αντιφάσεις, καθώς και ένα πλήθος παραλλαγών και διαφοροποιήσεων, δεν μπορεί να περιγράφει κανείς με σαφήνεια μια εξέλιξη σ’ αυτές τις διαμάχες και τις αντιπαραθέσεις. Προς το τέλος όμως του 17» αιώνα, μπορεί να διακρίνει κανείς μια διείσδυση και, σε αρκετό βαθμό, επικράτηση των μηχανιστικών αντιλήψεων σε ανθρώπους που δεν διακρίθηκαν για τη δημιουργία θεωρητικών συστημάτων, αλλά για την επίδοσή τους στην πρακτική εφαρμογή και τη διδασκαλία της ιατρικής. Όπως στο μεγάλο Ολλανδό κλινικό Hermann Boerhaave (1668-1738), ιδρυτή μιας σημαντικής σχολής κλινικών γιατρών. Το παρακάτω παράθεμα παρουσιάζει την εικόνα του για το ανθρώπινο σώμα.
«Σύμφωνα με την μαρτυρία των αισθήσεων και την κρίση της διάνοιας, το σώμα δεν περιέχει τίποτα που θα υπερέβαινε τα συνηθισμένα πράγματα – τουλάχιστον όταν εξετάζει κανείς τα στοιχεία του (principia) στα πλαίσια μιας σοβαρής θεώρησης. Προκύπτει δηλαδή απλά ότι το σώμα είναι κατασκευασμένο από αρκετές, διαφορετικές μηχανές, οι οποίες κινούνται από τη ροή των χυμών. Η κατασκευή του όμως είναι καθορισμένη έτσι, ώστε δράση των συνδεδεμένων μερών του να είναι να προκαλούν πολλές και πολύ διαφορετικές κινήσεις, οι οποίες, όπως είναι προφανές σύμφωνα με τη μηχανική, προκύπτουν από τη μάζα, τη μορφή, τη στερεότητα και τη σύνδεση των μερών. Αυτό επιβεβαιώνεται σε επαρκή βαθμό από το ότι ματαίως θα αναζητήσουμε το ίδιο αποτέλεσμα, όταν, λόγω μιας οποιοσδήποτε μηχανικής κίνησης, έχει καταστραφεί ένα από αυτά τα μέρη ή έστω έχει χαλαρώσει η στερεότητα ενός συνδέσμου. Επομένως το ανθρώπινο σώμα είναι αληθινά ένα σώμα τέτοιο, όπως θεωρούν τα σώματα οι μηχανικοί. [… ]
Αν όμως κάποιος δέχεται μεν, ότι το άγνωστο μπορεί να φωτισθεί με τη χρήση μεθοδικών κανόνων (ratiocinandi lege), αλλά αρνείται ότι αυτό είναι έργο των μηχανικών, τότε τον παρακαλώ να ονομάσει μια άλλη επιστήμη, η οποία θα μπορούσε να εξετάσει με καλύτερο τρόπο τα δεδομένα του ανθρώπινου σώματος. [… ]



Πρέπει λοιπόν να σκεφτόσαστε ότι είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η τόσο περίτεχνη μηχανή του ανθρώπου, αφού είναι τέλεια με τόσο απλό εξοπλισμό! Σίγουρα τα πράγματα είναι έτσι κι όχι αλλιώς. Όποιος θέλει, ας την υποτιμά γι’ αυτή την απλότητά της! Πάντως η μηχανική επαινεί εκείνο ίο μηχάνημα και εγκωμιάζει, ως τον σοφότερο, αυτόν που κατασκεύασε εκείνο το μηχάνημα, το οποίο είναι το καταλληλότερο για μια επιδιωκόμενη δράση και συγχρόνως είναι το απλούστερο ανάμεσα σε όλα τα μέσα που μπορούν να επιφέρουν το ίδιο αποτέλεσμα. Τι μπορούμε τελικά να συμπεράνουμε από όλα αυτά; Προφανώς το εξής, ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μια μηχανή, της οποίας τα στερεά μέρη είναι, από τη μια μεριά, αγγεία για να περικλείουν υγρά, κατάλληλα να τους δίνουν μια κατεύθυνση, να τα κινούν, να τα αποχωρίζουν, να τα συλλέγουν και να τα απεκκρίνουν, από την άλλη μεριά όμως είναι μηχανικά εργαλεία, τα οποία, με τη μορφή τους, τη σκληρότητά τους και τη μεταξύ τους σύνδεση, μπορούν να υποστηρίζουν άλλα εργαλεία και να κατευθύνουν ορισμένες κινήσεις.22»
Η αβέβαιη πορεία προς τις σημερινές αντιλήψεις
Αυτά που μόλις αναφέρθηκαν δεν πρέπει να μας κάνουν να νομίσουμε ότι η υπόθεση κρίθηκε υπέρ των μηχανιστικών αντιλήψεων για το ανθρώπινο σώμα. 018« αιώνας είναι βέβαια ο ‘αιώνας των φώτων’, του διαφωτισμού, και δεν ευνοεί την ανάπτυξη απόψεων που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ‘μεταφυσικές’. Όμως στον αιώνα αυτό σημαντική επιρροή ασκούν οι ιδέες του G. Ε. Stahl (1659-1734), αρχικά στη Γερμανία, αλλά έπειτα και στη Γαλλία, μέσω της φημισμένης Ιατρικής Σχολής του Montpellier. Για τον Stahl όλα όσα συμβαίνουν στο σώμα καθορίζονται από τις ενέργειες της ψυχής.
Προς το τέλος του αιώνα και μέχρι τα μέσα του 19“ αιώνα κυριαρχεί ο βιταλισμός, δηλαδή οι απόψεις εκείνες που αποδίδουν τις λειτουργίες των ζωντανών οργανισμών στη ζωτική δύναμη (vis vitalis, Lebenskraft), μια μυστηριώδη δύναμη που φαίνεται να αποτελεί απόηχο παλαιότερων αντιλήψεων προσαρμοσμένων στο επιστημονικό και γενικότερο κλίμα της εποχής.
Στη στροφή προς το 19ου αιώνα εμφανίζονται μια σειρά από νέα ιατρικά συστήματα και θεωρίες, στα οποία είναι έκδηλη η παρουσία πνευματικών (ή οιονεί πνευματικών) στοιχείων και δυνάμεων. Τα συστήματα αυτά, αν και δεν καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση στο χώρο της (ακαδημαϊκής) ιατρικής, εξασκούν σημαντική επιρροή σε τμήματα της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας, αλλά και στο (μορφωμένο ή μη) κοινό: Η ρομαντική ιατρική στις Γερμανόφωνες κυρίως χώρες, ο Μεσμερισμός, η ομοιοπαθητική ιατρική, η οποία έμελλε να επιζήσει μέχρι την εποχή μας κ.λπ.
Οι σημερινές αντιλήψεις για το σώμα αρχίζουν να διαμορφώνονται από τα μέσα του 19- αιώνα. Ανάμεσα σε κάποια γεγονότα που σηματοδοτούν τη στροφή αυτή μπορεί να αναφερθεί το μανιφέστο που δημοσίευσαν το 1847 οι Η. von Helmholtz, Ε. DuBois-Reymond, Ε. von Briicke και Κ. F. W. Ludwig,24 στο οποίο καθόριζαν ως στόχο της φυσιολογίας την εξήγηση των φαινομένων της ζωής με βάση τους νόμους της φυσικής και της χημείας – καθώς και η διατύπωση του Carl Vogt (1817-1895) ότι «οι σκέψεις βρίσκονται περίπου στην ίδια σχέση με τον εγκέφαλο, όπως η χολή με το ήπαρ ή τα ούρα με τα νεφρά.»25 Ο κυριότερος παράγοντας όμως που καθόρισε την εξέλιξη αυτή ήταν η βαθμιαία επικράτηση του θετικισμού στο χώρο της ιατρικής και των σχετικών επιστημών. Έτσι, σήμερα, το σώμα θεωρείται ως μια ‘χημική μηχανή’ και η κατανόησή του αποτελεί αντικείμενο των εξελιγμένων κλάδων της χημείας – και, εν μέρει, της φυσικής, καθώς και κάποιων νεώτερων κλάδων που σχετίζονται με την πληροφορική, τους υπολογιστές κ.λπ.


Μια τέτοια εικόνα για το ανθρώπινο σώμα φαίνεται να κυριαρχεί ασφυκτικά σήμερα, όχι μόνο στον επιστημονικό κόσμο, αλλά και στο ευρύ κοινό: ακούμε να μιλάνε παντού π.χ. για το γονίδιο της ευφυΐας, για τα χημικά μόρια της ερωτικής έλξης, για τις διαταραχές της μετάδοσης πληροφοριών ή των ηλεκτρονικών κυκλωμάτων στον εγκέφαλο κ.λπ.
Πόσο οριστική είναι η επικράτηση αυτής της εικόνας; Δεν είναι εύκολο να κάνει κανείς προβλέψεις. Μπορεί όμως να αναφέρει κάποια δεδομένα που υποδηλώνουν, σε κάποιο βαθμό, τάσεις αμφισβήτησης της κυρίαρχης εικόνας – ή έστω κάποιας δυσφορίας ή δυσαρέσκειας με αυτήν. Όπως είναι η επιμονή κάποιων ψυχοσωματικών αντιλήψεων, έτσι όπως διαμορφώθηκαν με την επίδραση κυρίως της ψυχανάλυσης – έστω κι αν γίνονται συνεχείς προσπάθειες να ενσωματωθούν στο κυρίαρχο μοντέλο. Είναι ακόμη η επανεμφάνιση και διάδοση, μετά τα μέσα του 20- αιώνα, αντιλήψεων και θεωριών που σχετίζονται με τις λεγάμενες ‘εναλλακτικές’ θεραπείες, ανατολικής ή δυτικής προέλευσης.
Σημειώσεις
Βιβλιογραφία
Clendening, Logan, Source Book of Medical History. Dover,1960
Dewhurst, Kenneth, Dr. Thomas Sydenham (1624-1689) His Life and Original Writings. London: The Wellcome Historical Medical Library, 1966
Ficino, Marsilio, Three Books on Life. A critical Edition and Translation with Introduction and Notes by Carol V. Kaske & John R. Clark. Medieval & Renaissance Texts & Studies, Tempe, Arizona, 1998
Harvey, William, The Anatomical Exercises. De Motu Cordis and De Circulationis Sanguinis in English Translation.(ed. by G. Keynes) Dover, 1995
Leibbrand, Leibbrand, Heilkunde – Eine Problemgeschichte der Medizin. K. Alber, 1953
[Paracelsus – Sudhoff] Theophrast von Hohenheim (Paracelsus): Sämtliche Werke. 1. Abteilung: Medizinische, naturwissenschaftliche und philosophische Schriften (Hrsg. Von Karl Sudhoff). München & Berlin, 1922-1933
[Paracelsus – Peuckert] Theophrastus Paracelsus: Werke. Bd. II: Medizinische Schriften (besorgt von Will-Erich Peuckert). Basel: Schwabe, 1991
Porter, Roy, The Greatest Benefit to Mankind. A Medical History of Humanity from Antiquity to the Present. New York & London: W.W. Norton, 1997
Rothschuh, Karl. E., Physiologie. Der Wandel ihrer Konzepte, Probleme und Methoden vom 16. bis 19. Jahrhundert. Feiburg/München: K. Alber, 1968
Rothschuh, Karl. E., Konzepte der Medizin in Vergangenheit und Gegenwart. Stuttgart: Hippokrates, 1978
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.