Jean-Paul Roussaux1
Mélanie Van Pelt2
Denis Hers3
σύναψις 04a [2006]
1. Université Catholique de Louvain – Cliniques Universitaires Saint-Luc – Service de Psychiatrie Adulte Bruxelles
2. Centre La Chaloupe, Ottignies
3. Université Catholique de Louvain – Centre Chapelle-aux- Champs Bruxelles
Belgique
1. Εισαγωγή
Ο αλκοολικός αναζητά μια «εύπεπτη» λύση για τα προβλήματα της ύπαρξής του. «Σε κάθε μπουκάλι ο φελλός του», έτσι διατύπωσε μια άρρωστη αυτή τη –οικογενούς συνήθως καταγωγής– φαντασίωση του αποτελεσματικού φαρμάκου που έρχεται να καλύψει αυτό που λείπει.
Όμως, με την πραγματιστική αυτή λύση, ο αλκοολικός αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά του σώματός του που βιώνεται σαν να είναι ένα τρύπιο, μονίμως χαίνων αντικείμενο. Μα έτσι και «φράξει» για καλά, το σώμα του αλκοολικού εγκαταλείπεται –πλήρες και σφραγισμένο– στα υποπροϊόντα του: απόσχιση ή παχυσαρκία, πολυνευρίτιδα, ηπατικές διαταραχές, παγκρεατίτιδα, γαστρίτιδα, πτώσεις και κατάγματα, πεσμένα δόντια, δερματικά εξανθήματα… Ο τραυματισμένος ναρκισσισμός έχει αποσυρθεί από το ακάθαρτο αντικείμενο, έχει αποεπενδύσει το σώμα για να καταφύγει σε πιο στενό προστατευτικό κλοιό, στην έσχατη διαφυγή, στον ακροπυργάριο του Εγώ. Το σώμα παραμένει εκεί, πεταμένο, εγκαταλειμμένο: δεν είναι πια μόνο σάρκα, σάπια σάρκα!

Με ποιο, όμως, βασικό έλλειμμα θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτή τη διαδικασία; Για να καταστεί πιο συγκεκριμένο το βήμά μας, θα στραφούμε κατ’ αρχάς σε μια κλινική περίπτωση, πριν προσεγγίσουμε τις αναλυτικές υποθέσεις σχετικά με το σώμα του αλκοολικού. Κατόπιν, αφού αντιμετωπίσουμε τις οικογενειακές και ιατρικές διαστάσεις του προβλήματος –το οικογενειακό σώμα και το ιατρικοποιημένο σώμα–, θα προτείνουμε κάποιους θεραπευτικούς οδηγούς.
2. Απόσπασμα από μια ψυχοθεραπευτική εργασία
Πρόκειται για γυναίκα, ηλικίας 38 ετών, ανύπαντρη, πανεπιστημιακή που θα την ονομάζουμε Téa du Pichet.
Ανακαλεί την ακόλουθη ανάμνηση: είναι τεσσάρων ετών, βρίσκεται ξαπλωμένη μπρούμυτα και υποβάλλεται σε υποκλυσμό. Κλαίει, γυρνάει και κοιτάζει την πόρτα. Φοβάται πως κάποιος θα μπει. Η ανάμνηση γίνεται ακριβέστερη: το άτομο που κάνει τον υποκλυσμό είναι μάλλον η μητέρα της αλλά στη σκηνή δεν παρουσιάζεται ως τέτοια. Αυτό όμως σκέφτεται, αυτό νομίζει η ασθενής. Το άτομο που μπορεί να μπει από την πόρτα είναι ο πατέρας της και φοβάται πως μπορεί να γίνει μάρτυρας ενός τέτοιου εξευτελισμού.
Η ανάμνηση αυτή έχει επαναληφθεί πολλές φορές. Συνδέεται με πρωκτικό και κλειτοριδικό αυνανισμό και με μεγάλες δόσεις αλκοόλ που καταλήγουν μέχρι την κωματώδη μέθη. Ο καταναγκαστικός χαρακτήρας της ασθενούς είναι αναμφισβήτητος (επένδυση στην τάξη, ακρίβεια, καθαριότητα, κατάθλιψη, διανοητικοποίηση, επιθετικότητα ατελώς απωθημένη).
Η ψυχοθεραπευτική εργασία θα φέρει στο προσκήνιο αντιφατικά συναισθήματα: ταπείνωση για την κατάστασή της και ταυτόχρονα ευχαρίστηση από την πρωκτική διείσδυση. Η ασθενής αναπτύσσει συνειρμικά φαντασιώσεις φαλλικής διείσδυσης από τη μητέρα. Φοβάται αλλά και επιζητεί το βλέμμα του πατέρα σε αυτή την κατάσταση. Συσχετίζει αυτή τη σκηνή με δύο άλλες αναμνήσεις:
(α) την πρώτη μέθη σε ηλικία 8 ετών όταν, μόνη με τον πατέρα της, δοκίμασε και ήπιε κρασί,
(β) το θάνατο της μεγαλύτερης αδερφής της, σε ηλικία 30 ετών, η οποία πέθανε ξαφνικά από εσωτερική αιμορραγία λόγω χρόνιπς εντερικής νόσου, ενώ κανείς δεν την πίστευε όταν έλεγε πως πονούσε. «Πέθανε εξαιτίας του κώλου», λέει η ασθενής.
Η Téa du Pichet μας αναφέρει πόσο οι χειρισμοί του σώματός της από τη μητέρα της, σε πολύ μικρή ηλικία, βιώθηκαν ως ταπεινωτικές αυθαίρετες παρεμβάσεις, αλλά και ως ευχαρίστηση, η ένταση της οποίας ξεπερνούσε τις δυνατότητες επεξεργασίας που διέθετε ένα παιδί.
Ο πατέρας, που προκαλεί ταυτόχρονα επιθυμία και φόβο, δεν εμφανίζεται τελικά ως ο τρίτος που θα μπορούσε να περιορίσει την εξουσία της μητέρας στο σώμα της κόρης της. Η μητέρα, δρώντας με το φαλλικό σύνεργο του υποκλυσμού, παραμένει πανίσχυρη. Εντούτοις, ο πατέρας της θα ασκήσει πάνω της τη σαγήνη της πρώτης μέθης, που θα της δείξει ξεκάθαρα μια οδό διαφυγής από τη μητρική εξουσία: ο πατέρας της δωρίζει τη μαγική κάπα που σε κάνει αόρατο και σου επιτρέπει να διαφύγεις από όλες τις μεταστροφές και τις συγκρούσεις της ζωής. Η λύση πάντως είναι θανατηφόρος, όπως αποδεικνύει το ολέθριο πεπρωμένο της αδερφής της που πεθαίνει από εντερική αιμορραγία χωρίς να την προστατέψει η δύσπιστη οικογένειά της.
3. Το σώμα του αλκοολικού σύμφωνα με την ψυχανάλυση
Αν και η φροϋδική ψυχανάλυση ενδιαφέρθηκε λιγότερο για τις εξαρτήσεις απ’ ό,τι για τις νοσογραφικές οντότητες των νευρώσεων, μας παρέχει ουσιαστικά στοιχεία για την κατανόηση θεμάτων που σχετίζονται με το σώμα του αλκοολικού. Μπορούμε να πούμε γενικώς ότι η ψυχανάλυση κατέστησε προφανή τα ελλείμματα των αλκοολικών στην πρώιμη σχέση μητέρας-παιδιού.
Θα εξετάσουμε την αμυντική λειτουργία του αλκοολισμού διαμέσου της θεωρίας των εξαρτήσεων της Joyce McDougall. Θα δούμε κατά ποιον τρόπο η «πράξη-πίνω» εμφανίζεται σαν μία «πράξη-σύμπτωμα», μια έκρηξη μέσα στο σώμα που λειτουργεί ως εκφόρτιση που βραχυκυκλώνει την ψυχική εργασία. Ακολουθώντας τον Alain de Mijolla και κατόπιν τη Michèle Monjauze, θα επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε πώς εγκαθίστανται «βουβές ζώνες» στο σώμα του αλκοολικού, κάτι που μεταβάλλει προφανώς την ιδία του την εικόνα. Τέλος θα αναφερθούμε στις ιδέες που ανέπτυξε η Blandine Faoro-Kreit σχετικά με το σώμα της αλκοολικής γυναίκας.
3.1. Joyce McDougall: οι εξαρτήσεις, «πράξεις-συμπτώματα»
Η Joyce McDougall υπήρξε στη Γαλλία η πρώτη συγγραφέας-ψυχαναλύτρια (1978-1982) που επιχείρησε να διατυπώσει μια γενική θεωρία των εξαρτήσεων όπου συμπεριέλαβε τον αλκοολισμό, τις τοξικομανίες, το κάπνισμα, τις εξαρτήσεις από φάρμακα…Χρησιμοποιώντας τον αγγλοσαξονικό όρο «addiction», εννοεί με αυτόν ένα σύνολο συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται από τη «δράση» και την «εξάρτηση». Σύμφωνα με την McDougall, ο όρος εξάρτηση (addiction) αναφέρεται στην έννοια της σκλαβιάς και αποκαλύπτει τον άνισο αγώνα του υποκειμένου με μια πλευρά του εαυτού του. Επικαλείται τη «θεατρική» χρησιμοποίηση των άλλων, που γίνονται συνένοχοι ή περιέχοντα-υποκατάστατα που καταπραΰνουν.
Η θεωρία της αναδεικνύει τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Πρώτα, δίνει έμφαση στις αμυντικές λειτουργίες της εξάρτησης. Κατόπιν, συνδέει την εξάρτηση με τις αποτυχίες της ενδοβολής που κανονικά καθίσταται δυνατή μέσω των μεταβατικών φαινομένων. Τέλος, εγκαθιστά μια στενή σχέση ανάμεσα στα περάσματα στην πράξη και τις σωματοποιήσεις.

Για την McDougall, οι εξαρτητικές συμπεριφορές διαθέτουν ποικίλες και αντιφατικές λειτουργίες: από τη μια στοχεύουν στο να υπερκεράσουν την ψυχική οδύνη και τις συγκρούσεις, κι από την άλλη, βραχυκυκλώνουν την ψυχική δραστηριότητα. Βρίσκουμε τον ίδιο αμυντικό μηχανισμό στους εξαρτημένους και στα άτομα με ψυχοσωματικά συμπτώματα, την απόρριψη δηλαδή του συναισθήματος που το βιώνουν ως βαθύτατα απειλητικό, λόγω των ελλειμμάτων στην οργάνωση του Εγώ. Η εκφόρτιση μέσα στη «δράση», που χαρακτηρίζει τις εξαρτήσεις, είναι ιδιαίτερος τρόπος άμυνας που επιτρέπει στα άτομα να διατηρούν την ψυχική τους ομοιόσταση όταν απειλείται η ισορροπία της ψυχικής τους οικονομίας (McDougall, 1982). Η αλεξιθυμία, έννοια την οποία ανέπτυξε ο Sifneos (1972), περιέγραφε επίσης αυτήν την αδυναμία των ψυχοσωματικών ασθενών να «διαβάσουν» τα ίδια τους τα συναισθήματα.
Η κατάσταση της ψυχικής οδύνης εξαρτάται πάντα τόσο από τη διάρρηξη (τη φύση της, την έντασή της, την επανάληψή της) όσο και από το διαμορφωθέν ψυχικό όργανο. Για την McDougall, το εξαρτημένο άτομο είναι το άτομο που αγωνίζεται δρώντας εναντίον μιας οδύνης που ξεσπά και, ταυτόχρονα, είναι το άτομο που νιώθει αυτόν τον τύπο οδύνης γιατί είναι ανίκανο να χειριστεί ψυχικώς –δίνοντας λύσεις σε αυτό το επίπεδο– ορισμένα προβλήματα: στη δική μας κλινική περίπτωση, τυπικά, την επιθυμία (στην απλή φροϋδική έννοια του Wunsch) και τον φόβο.
Η προβληματική των εξαρτήσεων συνδέεται στενά με τα ελλείμματα των μεταβατικών φαινομένων. Η McDougall βλέπει στην εξαρτητική συμπεριφορά την απόπειρα αναδόμησης ενός χώρου και ενός αντικειμένου που απουσιάζουν: το μεταβατικό του «μπουκαλιού» επιχειρεί να διορθώσει το ελλειμματικό μεταβατικό. Η παρουσία του αντικειμένου της εξάρτησης υπογραμμίζει την αποτυχία της ενδοβολής. Η McDougall γράφει: «Ας σκεφτούμε το τοξικομανιακό αντικείμενο των εξαρτήσεων. Ένα τέτοιο αντικείμενο είναι μεταβατικό υπό την έννοια ότι πρέπει συνεχώς να αντικαθίσταται γιατί δεν έχει ούτε σημασία, ούτε τη μοίρα ενός πραγματικού μεταβατικού αντικειμένου, δηλαδή ενός αντικειμένου που τείνει προς την ενδοβολή. Τα άτομα που έχουν δημιουργήσει τέτοια αντικείμενα έχουν αποτύχει στην προσπάθειά τους να ενδοβάλουν τη μητρική λειτουργία». Αυτή η έλλειψη πρόσβασης στη μεταβατικότητα πρέπει να συσχετιστεί με τη στάση των γονιών, μάνας και πατέρα, που μετέτρεψαν το σώμα του παιδιού σε σώμα ανάγκης, ναρκισσιστικό κατάλοιπο της δικής τους επιθυμίας. Για την Téa δεν υπάρχει ούτε μεταβατικός χώρος ούτε μεταβατικό αντικείμενο, η εξουσία βρίσκεται από τη μεριά της μητέρας και τα σύνεργα του υποκλυσμού είναι πολύ επικίνδυνα.
Ορίστε το διορθωμένο κείμενο με την πλήρη αποκατάσταση των ελληνικών χαρακτήρων:
Η McDougall (1978) θεωρεί τον αλκοολισμό ως «πράξη-σύμπτωμα» που «αποκαλύπτει μια ανεπάρκεια στην ψυχική επεξεργασία και ένα έλλειμμα στη συμβολοποίηση που, και τα δύο, αντισταθμίζονται από την καταναγκαστική “δράση” η οποία στοχεύει στη μείωση της ψυχικής οδύνης δια της πλέον σύντομης οδού». Με άλλους όρους, πρόκειται για μια έκρηξη μέσα στο σώμα που υπέχει τη θέση μιας εκφόρτισης η οποία βραχυκυκλώνει την ψυχική εργασία. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελλείμματος στις πρωταρχικές σχέσεις μητέρας-παιδιού που βρίσκεται στις ρίζες πρώιμων τραυματισμών οι οποίοι συχνά επέρχονται πριν από την πρόσβαση στο λόγο και έτσι δεν χαράχτηκαν στη συμβολική αλυσίδα γι’ αυτό και είναι δύσκολη η μνημονική τους πρόσβαση. Τελικά, η θεωρία της McDougall για τις εξαρτήσεις αναφέρεται στην ανεπάρκεια του υποκειμένου να ανεχθεί την ψυχική οδύνη από την οποία προσπαθεί να προστατευθεί με την προσφυγή στα προϊόντα της εξάρτησης που θα επιτρέψουν μια κάποια μορφή αποκατάστασης του ελλειμματικού μεταβατικού χώρου.
3.2. Ένα σώμα όπου παραμένουν «βουβές ζώνες» (de Mijolla & Shentoub)
Όπως η McDougall, έτσι και οι Mijolla & Shentoub (1973) αντιλαμβάνονται το «αρχίζω να πίνω» ως «βραχυκύκλωμα της ψυχικής επεξεργασίας δια μέσου μιας υπερεπένδυσης της κινητικότητας που παροχετεύει την ενστικτώδη ενέργεια, αποκλείοντας κάθε άλλη αναπαραστατική δυνατότητα». Υποθέτουν ότι το σώμα του αλκοολικού είναι ένα αρχαϊκό σώμα που δεν επενδύθηκε στην ολότητά του από τη μητέρα και στο οποίο παραμένουν «βουβές ζώνες», σιωπηλές, χωρίς πρόσβαση στην αναπαράσταση και το λόγο. Υποθέτουν ότι η μυητική συνάντηση με ένα αλκοολούχο ποτό (το επίθετο μυητική χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του μυθική, συμπίπτει δηλαδή με μια εμπειρία μέθης, ιδιαίτερα εξεσημασμένης εξαιτίας του ψυχικού πλαισίου) συνιστά μια τραυματική εμπειρία για το Εγώ του μελλοντικού αλκοολικού, λόγω της έντασης των φαινομένων αποπροσωποποίησης που μπορεί να προκαλέσει.
Η πρώτη μέθη της Téa, που φαίνεται να αντιστοιχεί σε αυτή την λεγόμενη τραυματική συνάντηση με το αλκοόλ, δεν θα λειτουργούσε έτσι παρά μόνο σε ένα εύθραυστο ψυχικό όργανο, δηλαδή σε ένα Εγώ που το ξεπερνούν οι συγκρούσεις καθώς δεν δύναται να αντιμετωπίσει το πλεόνασμα της ενστικτώδους διέγερσης του Αυτό. Τίθεται έτσι το ακόλουθο ερώτημα: ποιες είναι οι ρίζες της πρωτογενούς καθήλωσης (σκηνή του υποκλυσμού) που η συνάντηση με το αλκοόλ θα αφυπνίσει και θα συνδέσει με την πράξη-πίνω, σε μια όψιμη δευτερογενή καθήλωση (πρώτη μέθη) η οποία θα γίνει ο χώρος δράσης μιας καταναγκαστικής επανάληψης;
Οι Mijolla & Shentoub υποστηρίζουν ακόμη ότι το σώμα του νεογέννητου μελλοντικού αλκοολικού δεν έχει δεχτεί την αναγκαία επένδυση για την πρόσβαση στην αναπαράσταση και το λόγο: παρελθόντα εμέσματα, λίγο ως πολύ απαρατήρητα, που πνίγουν, αισθήματα καψίματος από ένα πολύ ζεστό μπιμπερό, παροδικές μη ανιχνεύσιμες δυσλειτουργίες κ.λπ., όλα αυτά αποκαλύπτουν ότι «αυτός ακριβώς ο μη αποκαλυπτόμενος χαρακτήρας τέτοιων φαινομένων μπορεί να οφείλεται είτε στην απουσία μαρτύρων είτε στην μητρική παραγνώριση ότι το βρέφος έχει ένα σώμα δεκτικό σε ελλείμματα, αποκλείοντας έτσι από τη μητρική λιβιδινική επένδυση και από το κύκλωμα των ιδίων του αναπαραστάσεων, κάποιες ζώνες που καταδικάζονται εφεξής στη σιωπή». Λέγοντας «βουβές ζώνες» στη σφαίρα της αναπαράστασης, οι Mijolla & Shentoub περιγράφουν τις σωματικές πραγματικότητες που δεν παρουσιάζονται στην τάξη του συμβολικού και του επικοινωνήσιμου παρά μόνο τη μέρα της αποκαλυψής τους είτε λόγω ενός ατυχήματος είτε επ’ ευκαιρία μιας συστηματικής εξέτασης ή μιας αρρώστιας. Για την Téa, η πρωκτική ζώνη ήταν αυτή για την οποία δεν μιλούσαν, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο της αδελφής «που πέθανε από τον κώλο».
Οι Mijolla & Shentoub γράφουν στο ονομαστό τους έργο: «Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν η πράξη-πίνω δεν είναι το μόνο εφικτό αναπαριστάνον, που επιτέλους βρήκε το Εγώ, για τις πολύ αρχαϊκές τραυματικές αναμνήσεις, τα σημαδέματα του σώματος κυρίως, που ποτέ προηγουμένως δεν είχαν ίσως κατορθώσει να συνδεθούν με οπτικές ή λεκτικές αναπαραστάσεις για να εκτονωθούν, και οι οποίες, λόγω της ψυχικής σιγής των συνεχών ενορμητικών διεγέρσεων (που έκλιναν περισσότερο προς το βιολογικό όριο της έννοιας της ενόρμησης), διατάραξαν πρώιμα όλες τις διαδικασίες ψυχικής ωρίμανσης και λιβιδινικής οργάνωσης των υποκειμένων που υπήρξαν θύματά τους. Αυτή ακριβώς η ποσότητα των εν εκκρεμότητι διεγέρσεων θα προσφέρει, εκ των υστέρων, την τραυματική της αξία στην μυητική συνάντηση με το αλκοόλ και θα την μετατρέψει έτσι σε τόπο του καταναγκασμού της επανάληψης» (σελ. 132).

Έτσι, οι Mijolla & Shentoub θεωρούν ότι η προβληματική του αλκοολισμού έχει τις απαρχές της σε έναν ή περισσότερους πρωιμότατους σωματικούς τραυματισμούς που αποκαλούν «πρωταρχικό τραυματισμό». Ελλείψει κατάλληλων αγγιγμάτων και κατονομασίας εκ μέρους του μητρικού περιβάλλοντος, οι σωματικές αισθήσεις του νεογέννητου παραμένουν ασαφείς, η ερωτικοποίηση του σώματος καθίσταται ελλειμματική, όπως και η οικειοποίησή του για τον ίδιο λόγο.
3.3. Η δημιουργία της εικόνας του σώματος στον αλκοολικό (Monjauze)
Η Michèle Monjauze έχει υπογραμμίσει (1991-1999) το γεγονός ότι το ψυχικό γεννιέται από το σωματικό εμφανιζόμενο ταυτόχρονα με αυτό. Πράγματι, οι σωματικές διεγέρσεις δημιουργούν την ενόρμηση της αποφυγής ή της αναζήτησής τους, όπου η ενόρμηση αναπαριστά με τρόπο ψυχικό την σωματική διέγερση. Όλες οι σύγχρονες προτάσεις για την καταγωγή του ψυχισμού βασίζονται, κατά την Monjauze, στην ιδέα του Freud ότι ο ψυχισμός είναι η προβολή της σωματικής λειτουργίας σε άλλο επίπεδο.
Το σώμα δεν αποτελεί ευθύς αμέσως ένα όλον, κλειστό προς τα έξω. Το μητρικό περιβάλλον προσφέρει στο βρέφος ένα περιέχον, ένα προ-ψυχικό κέλυφος, ένα υποκατάστατο της μήτρας, εντός του οποίου το βρέφος μπορεί λίγο-λίγο να αναπτύξει τον διασκορπισμένο ψυχισμό και να τον διαφοροποιήσει, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να ιδιοποιείται το σώμα του. Κατόπιν το βρέφος καθίσταται ικανό να αυτό-περικλειστεί. Σύμφωνα με τον Houzel (1987), ο εαυτός του νεογέννητου στερείται περιέχοντος, είναι ρευστός, αεριώδης μάλλον, εξού και τα αρχαϊκά άγχη διάλυσης, απορροής και πτώσης. Ο αλγεινός ορισμός του Perrier (1975) για τον αλκοολικό –ένας «αυτοεξόριστος μέσα στο ακατάλληλο σώμα του»– τονίζει αυτήν ακριβώς την απουσία του μητρικού περιέχοντος που συνεπάγεται ένα σώμα χωρίς κυριότητα. Ο ψυχισμός απαιτεί ένα κέλυφος που να συγκροτείται προοδευτικά, κι αυτό εξασφαλίζεται από τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται στο βρέφος οι φροντίδες που διαθέτουν τις συναισθηματικές τους συνιστώσες. Ο Anzieu (1985), για τον οποίο ξεκάθαρα «το ασυνείδητο είναι το σώμα», συνδέει την πρόσκτηση του ψυχικού κελύφους με την έναρξη των λειτουργιών του δέρματος. Κατ’ αυτόν, κάθε λειτουργία του δέρματος διαθέτει την ψυχική του αντιστοιχία. Το Εγώ θα προετοιμαστεί από ένα «Εγώ-Δέρμα» που θα κινητοποιήσει προοδευτικά τις λειτουργίες διατήρησης και έκφρασης του ψυχισμού, θα διαχωρίσει τον εσωτερικό κόσμο από τον εξωτερικό, θα προστατεύσει από επιθέσεις, θα φιλτράρει τις πληροφορίες, θα επιτρέψει μια προσαρμοσμένη επικοινωνία και θα επανασυνδέσει μεταξύ τους τις αισθητηριακές πληροφορίες.
Για την Monjauze, ο σχηματισμός της εικόνας του σώματος κατάγεται άμεσα από τα ψυχικά κελύφη (την ποιότητά τους) και τις λειτουργίες του Εγώ-Δέρματος, ιδιαίτερα τις λειτουργίες διατήρησης, υποστήριξης και αισθητηριακής διασύνδεσης.
Για την αναπαράσταση του σώματος, που δεν υποστηρίζεται από την αντίληψη, είναι αναγκαία η ακόλουθη διαδικασία. Σε έναν πρώτο χρόνο, η εικόνα του σώματος αποτελείται από σκόρπια κομμάτια και ποικίλα βιώματα ενώ αρχίζει να οργανώνεται κατά βαθμίδες πριν σταθεροποιηθεί.
Η ίδια υποστηρίζει επίσης ότι η εικόνα του σώματος συνδέει το ψυχικό Εγώ με το σωματικό Εγώ και επιτρέπει την εννόηση του σώματος ώστε να ολοκληρωθούν οι αισθήσεις και τα συναισθήματα στο οργανικό. Η αποτυχία αυτής της σύνδεσης καταλείπει τα συναισθήματα καταχωνιασμένα μέσα στο σώμα. Έκτοτε, τα συναισθήματα και οι ενορμήσεις, που δεν είναι συνδεδεμένα δια της σκέψεως, θα βρεθούν στη βάση των ψυχοσωματικών βλαβών. Εάν τα φαντάσματα κατάτμησης και διαμελισμού χαρακτηρίζουν κάποιες παθολογίες, είναι επειδή έλειψαν η αναπαράσταση και το σωματικό περιέχον. Γι’ αυτό πιστεύει ότι η εικόνα του σώματος του αλκοολικού, εξαίροντας ένα μέρος για το όλον, είναι μετωνυμική: «είτε το σώμα αναπαριστάται με ένα τμήμα, όπως τμηματικά βλέπει το σώμα η ιατρική, είτε προκύπτει από μια συμπαράθεση χωρίς άρθρωση. Θα λέγαμε, ένα σώμα χωρίς όργανα, ένα σώμα που δεν ανήκει σε αυτόν που το κατοικεί. Αυτή η εικόνα του σώματος των αλκοολικών αποτελεί κεφαλαιώδες στοιχείο της ψυχοπαθολογίας τους». Η Monjauze παρατηρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο μιλούν οι άρρωστοι για το σώμα τους είναι συχνά μετωνυμικός, το μέρος κάνει να λειτουργεί το όλον, όπως το κάνουν οι άρρωστοι που λένε «εγώ, είναι το συκώτι», «εγώ, είναι το κεφάλι» ή ακόμα «εγώ, είναι τα πόδια μου». Η εικόνα του σώματος του αλκοολικού παρουσιάζει λοιπόν ένα μείζον μειονέκτημα άρθρωσης, σάμπως η οδύνη να εμπόδισε την οργάνωση μιας ολοκληρωμένης σωματικής ζωής.
Η δια της μετωνυμίας άμυνα στην κατάτμηση, ευνοείται με την καταφυγή στο ανατομικό σώμα που προσφέρει η ιατρική σκέψη: η αρρώστια ή το άρρωστο όργανο που προσδιορίζει ο γιατρός επιτρέπει μια μερική κατονομασία που αξίζει για το όλον. Έτσι, ό,τι το μητρικό περιβάλλον απέτυχε να ονομάσει κατά την πρώτη παιδική ηλικία, βρίσκεται ονοματισμένο από την ιατρική. Η αναφορά στην ιατρική, ή καλύτερα στο ιατρικοποιημένο σώμα-όργανο, έρχεται να στηρίξει, κατά έναν τρόπο, την ελλειμματική σωματική αναπαράσταση. Όπως και το νοσοκομείο, που μπορεί να βιωθεί από τον αλκοολικό ως ένα προστατευτικό κέλυφος χάριν της ιδιότητάς του να είναι περιέχον. Θα επανέλθουμε πιο κάτω στο ιατρικοποιημένο σώμα του αλκοολικού, υπενθυμίζοντας το χαίνον σώμα της Téa καθώς μεταμορφωνόταν από σώμα για την οικογένεια σε σώμα για την ιατρική.
3.4. Η χρήση του σώματος στην αλκοολική γυναίκα (Faoro-Kreit)
Η ναρκισσιστική ενδυνάμωση μέσα από το πιοτό δεν έχει την ίδια σημασία στον άνδρα και στη γυναίκα. Σύμφωνα με την Blandine Faoro-Kreit (2000), αυτή η διαφορά έλκει την καταγωγή της από την ιδιαιτερότητα της μητρικής επιβολής ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Για το αγόρι, η επιβολή καλύπτεται πίσω από γοητεία και τρυφερότητα, ενώ στο κορίτσι διαθέτει βία και υπαγορεύει περισσότερο τα μοντέλα της μητέρας. Γι’ αυτό και το κορίτσι θα αναπτύξει ένα πρωιμότερο και ισχυρότερο Υπερ-Εγώ από αυτό του αγοριού. Επιπλέον, το σώμα του κοριτσιού θα πλαστεί ευθύς αμέσως μέσα από τις μητρικές απαιτήσεις ή συγκρούσεις. Από τότε, εξαιτίας της υπερβολικής μητρικής επιβολής, ένα κορίτσι μπορεί να αισθανθεί ότι κατέχεται πλήρως από τη μητέρα σε ό,τι έχει σχέση με το σώμα του. Αυτή η βίαιη, από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξης, μητρική επιβολή, που θίγει το ίδιο το σώμα, θα οδηγήσει ορισμένες γυναίκες στην αλκοολική εξάρτηση. Παραμένοντας δεμένες στην επιθυμία της μητέρας, θα επιχειρήσουν απεγνωσμένα να αναλάβουν τον έλεγχο της ζωής τους μέσα από την ίδια τη καταστροφή τους.
Για την Faoro-Kreit, όταν αναφερόμαστε στη γυναίκα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται για μια αρχική σχέση που είναι διωκτική. Η υπόθεσή της είναι ότι η εξαρτημένη από το αλκοόλ γυναίκα είχε υποστεί μια μεγαλύτερη ισοπεδωτική –και θανατηφόρα– μητρική επιβολή από ό,τι υπέστη ο αλκοολικός άνδρας, έτσι που κάθε υπόμνηση σε μια νέα σχέση, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως χειραγώγηση του εαυτού της ή της οργάνωσης της ζωής της, να προκαλεί αμέσως και βραχυκυκλωματικά ένα τρομακτικό άγχος. Η Faoro-Kreit αντιγράφει από την Nathalie Zaltzman (1979): «Η καταφυγή στα όρια του σώματος είναι το μόνο που απομένει στο άτομο για να αποφύγει ακριβώς την υπερβολική ψυχική επιβολή ενός άλλου, μια δυνητικά θανατηφόρα ψυχική επιβολή καθώς είναι αποκλειστική για μια επιλογή ή μια άρνηση της ζωής που ένας άλλος έχει ιδιοποιηθεί στη θέση του υποκειμένου». Για την Téa, η καταφυγή στα όρια του σώματός της δια μέσου του αλκοολισμού αποτελούσε έναν τρόπο να δραπετεύσει από τη μητρική επιβολή και να ξαναπάρει τον έλεγχο της ζωής της. Χρησιμοποιεί το σώμα της με διεστραμμένο τρόπο, το χρησιμοποιεί ως εξωτερικό αντικείμενο, που το χειραγωγεί και το χρησιμοποιεί για να αποσπαστεί από την επιβολή του άλλου. Γι’ αυτό και κάθε θεραπεία που προτείνεται στην αλκοολική γυναίκα μπορεί να γίνει ανυπόφορη επειδή προϋποθέτει μια ορισμένη επιβολή εκ μέρους του θεραπευτή.
Η Faoro-Kreit επιμένει ιδιαίτερα στην ανάγκη επανοικειοποίησης του σώματος εντός των θεραπευτικών φροντίδων που αναλαμβάνονται για την αλκοολική γυναίκα: «Πρέπει περισσότερο να την κάνουμε να μιλήσει γι’ αυτό το σώμα παρά να κάνουμε να μιλήσει το σώμα της. Πρέπει να αποδώσουμε αυτό το σώμα στον ιδιοκτήτη του, να του δώσουμε τον έλεγχο και την ηδονή, όχι μέσα από την πράξη, αλλά μέσα από την ομιλία. Πρέπει να ανοίξουμε σιγά-σιγά την πρόσβαση στα βιώματα και τις δοκιμασίες ώστε να συμβεί κάτι που θα επιτρέψει μια είσοδο προς το ασυνείδητο».
4. Το οικογενειακό σώμα: το σώμα του αλκοολικού μέσα στο πλαίσιο του
Ο αλκοολισμός είναι ένα δράμα που παίζεται στην οικογενειακή σκηνή. Παράλληλα με την εξέλιξη του αλκοολισμού θα διαταραχθεί και η αίσθηση του ιδίου σώματος: το σώμα θα αλλοτριωθεί και, όντως, θα υποταχθεί στις επιθυμίες του άλλου.
Η κοινωνικο-οικογενειακή τυπολογία, που χρησιμοποιούμε εδώ και δεκαπέντε χρόνια (Roussaux, 2000), μας επιτρέπει επίσης να διαφωτίσουμε την διαφορική και εξελικτική προβληματική της σχέσης του αλκοολικού με το σώμα του. Βασιζόμενοι σε κλινικές μελέτες, μπορέσαμε να ταυτοποιήσουμε 3 τύπους αλκοολισμού σε σχέση με κοινωνικοοικογενειακά χαρακτηριστικά. Ο πρώτος τύπος είναι ο αλκοολισμός του νέου (του έφηβου και του νεαρού ενήλικα), που ονομάζεται και τοξικομανιακός αλκοολισμός, αναλογικά προς τη λήψη ουσιών. Ο δεύτερος τύπος είναι ο συζυγικός αλκοολισμός (ή κοινός του ενήλικα). Ο τρίτος είναι ο αποσυρμένος (ή εγκαταλειμμένος) αλκοολισμός που χαρακτηρίζεται από τη ρήξη των κοινωνικών ιστών, όπως είναι οι συζυγικές σχέσεις και η εργασιακή ένταξη.
Σε καθέναν από αυτούς τους τύπους αντιστοιχεί μια ιδιαίτερη σχέση με το σώμα. Ο νέος που καταφεύγει στο αλκοόλ –μόνος του ή ομαδικά– κατά ασυνεχή τρόπο, με αρκετές παραβατικές πράξεις, δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη την αυτονόμησή του από την οικογένεια της καταγωγής του και εξαρτάται πάντα, συναισθηματικά αλλά και οικονομικά, όπως κατά το πλείστον συμβαίνει σήμερα.
Το σώμα του δεν έχει ακόμη «ενεργοποιηθεί». Συνήθως, η έκφρασή του ήταν συγκρατημένη και ανασταλμένη. Για την οικογένειά του δεν είναι ακόμα ένα σώμα, δεν είναι παρά το σώμα ενός παιδιού (μέσα στο δέρμα ενός ενήλικα, έστω), ένα σώμα «αντικείμενο γονικών φροντίδων».
Η διακίνηση του σώματος στην εξωγαμία δεν συντελέστηκε εγκαίρως – η κατάχρηση του αλκοόλ όντας ταυτόχρονα συνέπεια και αιτία της ανωριμότητας. Έτσι, ακόμα κι αν η κατάχρηση αλκοόλ χρησιμεύει για την άρση των αναστολών, θα εμποδίσει τελικώς την εγκατάσταση μιας διαρκούς και σταθερής σχέσης που να επιτρέπει τη συγκρότηση ενός ζευγαριού ή μιας οικογένειας.
Ο νέος αλκοολικός «θρυμματίζει» το σώμα του, κι όταν καταλήγει σε ένα ατύχημα, σε μια έξαρση βίας ή μια κωματώδη μέθη…, έχει χάσει απολύτως τον έλεγχο του σώματος, την ευθύνη γι’ αυτό και την ευχαρίστηση από αυτό.
Το σώμα του αλκοολικού 2ου τύπου –ήδη ενταγμένο στη συζυγική ζωή και την εργασία– είναι ένα μοιρασμένο σώμα, ένα σώμα-ενδιάμεσο, σεξουαλικό αντικείμενο και δύναμη εργασίας, σώμα παιδοφόρο [στο κείμενο: pedophore], τα χριστιανικά εμβλήματα του οποίου είναι η Παναγία για τις γυναίκες και ο Άγιος Χριστόφορος για τους άνδρες.
Κατά την εγκατάσταση του αλκοολισμού δεν υπάρχει άλλη σωματική δυνατότητα παρά να λησμονηθεί, να αναισθητοποιηθεί, να αποκοιμηθεί το σώμα-ενδιάμεσος, που δεν «κουβαλάει» παρά μόνο ανικανότητα και αποκλεισμό εξαιτίας των πιο διαφορετικών αφορμών: συζυγικές συγκρούσεις, απογοητεύσεις ή επαγγελματικές αντιξοότητες. Το σώμα τότε, αποσυνδεδεμένο, θα τεθεί εντός παρενθέσεως για να μειωθεί η οδύνη. Οι προσβολές του σώματος είναι συχνά λειτουργικές και αντιστρέφονται με το σταμάτημα της δηλητηρίασης. Η εξέλιξη παραμένει άλλωστε ανοιχτή, είτε προς την ανάκαμψη, είτε προς ένα status-quo, είτε ακόμα προς την κατάρρευση στον 3ο τύπο.
Ο αλκοολισμός 3ου τύπου αντιπροσωπεύει ένα «πέραν» του σώματος: έχοντας απολέσει την αυτονομία, εξαρτάται και πάλι από την οικογένεια καταγωγής του (ή τα υποκατάστατά της) σε μια απρόσφορη γι’ αυτό ηλικία. Σε αυτό το «πέραν», το σώμα χάνεται. Εκτυλίσσεται τότε η σειρά των σωματικών προσβολών που συχνά δεν αναστρέφονται, όπως είναι οι ηπατικές διαταραχές (κίρρωση), οι πολυνευρίτιδες, ο διαβήτης, η επιληψία… Το σώμα τρέμει και παραπαίει, όντας αντικείμενο αποστροφής και χλεύης, όχι όμως και για τον ιατρικό κόσμο που θα ενδιαφερθεί…
5. Η σωματική βλάβη και η ιατρικοποίηση του σώματος
Δεν είναι από τα μικρότερα παράδοξα του αλκοολισμού ότι ο πάσχων θα επανεγγράψει το σώμα του σε μια σχέση με έναν άλλον, εδώ τον γιατρό, τη στιγμή ακριβώς που έχει πλήρως αποσυρθεί από το σώμα του, όντας μετέωρος μέσα σε πλήρη μέθη, σαν σε έλλειψη βαρύτητας. Ιδιαίτερα στον αλκοολισμό 3ου τύπου, το κουρασμένο, άρρωστο, γεμάτο βλάβες σώμα θα γίνει αντικείμενο της ιατρικής προσοχής που κάποιες φορές χρωματίζεται από οργή για αυτούς τους «εθελοντικά αρρώστους με τις αυτο-προκαλούμενες οδύνες» που θυμίζουν τους αυτοκτονικούς. Προκαλεί πάντα έκπληξη στην ομάδα της ψυχιατρικής συμβουλευτικής να διαπιστώνει ότι οι άρρωστοι αυτοί, όταν εισάγονται σε παθολογικές κλινικές για τις σωματικές διαταραχές, δεν παραπονιούνται για τον αλκοολισμό τους (είναι περισσότερο ευγνώμονες που τους βοηθούν σε αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής τους) και ότι δεν συσχετίζουν, ούτε οι ίδιοι ούτε οι οικογένειές τους, την οργανική προσβολή και τη λήψη του αλκοόλ (van den Bosch, 2000).
Το 1991, η M. Monjauze είχε ήδη προωθήσει την ιδέα ότι «ορισμένοι αλκοολικοί προτιμούν κατά την εγκατάσταση του αλκοολισμού τους να τους τύχει μια σωματική βλάβη γιατί έτσι είτε θα υποχρεωθούν στην αποχή, είτε θα οδηγηθούν στο θάνατο, είτε θα τύχουν μιας νοσηλείας». Η ιατρική πράξη –συνήθως μια απαγόρευση του πιοτού, λίγο πολύ αυστηρή– θέτει το γιατρό σε θέση φύλακα-εγγυητή του σώματος που βρίσκεται σε κίνδυνο.
Η ιατρική πράξη που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας, ενέχει ερμηνευτική αξία σε σχέση με την πράξη-σύμπτωμα που είναι η εγκατάσταση του αλκοολισμού. Όπως αυτή, έτσι και η απαγορευτική ιατρική πράξη βραχυκυκλώνει την ψυχική εργασία. Γι’ αυτό άλλωστε πρέπει να συνδυάζεται με την ψυχιατρική ή ψυχολογική φροντίδα της ατομικής ή οικογενειακής ψυχικής διάστασης.
«Το αδιαφιλονίκητο της σωματικής βλάβης μετατρέπεται έτσι σε ευκαιρία επιβίωσης, διαφορετικής από αυτή που αναζητιέται δια μέσου του αλκοολισμού» (van den Bosch, 2000).
Αυτή η απαγόρευση οφείλει να είναι η, κατά το δυνατόν, ελάχιστα αυθαίρετη για να μην αναβιώσουν οι φόβοι μιας παντοδύναμης αρχαϊκής μητέρας, αλλά και να επιχειρηθεί η εγγραφή της σε μια δημιουργική προοπτική υποκειμενικής ανέλιξης (π.χ. διανοίγοντας νέες ζωτικές προοπτικές ή επαναξιοποιώντας το σώμα…). Η απαγόρευση από έναν τρίτο που προστατεύει πρέπει να μείνει περισσότερο στο επίπεδο του πατρικού νόμου παρά της παντοδύναμης μητρικής χειραγώγησης. Γι’ αυτό, ορισμένες γυναίκες, ακόμα και σοβαρά κιρρωτικές, για τις οποίες η απόλυτη αποχή είναι πολύ συγκεκριμένο ζήτημα επιβίωσης, προτιμούν να καταφύγουν στο νοσοκομείο από το να ξαναβρεθούν σε εκείνη την αποπνικτική μορφή δεσίματος και να συνεχίσουν μοναχικές την αδύνατη ναρκισσιστική τους αποκατάσταση (Faoro-Kreit, 2000).
6. Οδηγοί για τη θεραπεία
Για να μπορέσει να θεραπευτεί ο αλκοολικός πρέπει να επανεπενδύσει το σώμα του, να το επανεντάξει στον κύκλο του ναρκισσισμού του μέσα από μια διαστολική κίνηση ανοίγματος. Αυτό το ψυχικό σώμα που πρέπει να επανακατακτήσει, οφείλει όχι μόνο να προσφέρει λειτουργικές ικανοποιήσεις στο πρόσωπο, αλλά και να απελευθερωθεί από πρώιμες (γονεϊκές) και όψιμες (ιατρικές) επιβολές.
Πρόκειται για πολύ-εστιακή προσέγγιση η οποία, συνήθως, μπορεί να βοηθήσει τον άρρωστο «να ξαναβρεί τον εαυτό του». Θα υπάρξουν θεραπευτικές παρεμβάσεις για το σώμα και δια του σώματος. Απέναντι σε έναν αποσταθεροποιημένο αλκοολικό, η ιατρική πράξη της απαγόρευσης του πιοτού έχει το πλήρες νόημα έναντι της πράξης-σύμπτωμα «πίνω».
Ο σωματικός γιατρός ή ο ψυχίατρος του νοσοκομείου θα είναι σε έναν πρώτο χρόνο «ο εγγυητής του σώματος» ως συνθήκη, εντελώς απλά, για μια εφικτή ζωή. Θα είναι η φάση της εστίασης στην ιατρική, της αναζήτησης στηριγμάτων για την αποχή, μερικές φορές τόσο συνήθη όπως η δισουλφιράμη ή η προσωρινή απομόνωση…. Παράλληλα, πρέπει να θέσουμε και πάλι το σώμα σε κίνηση, να ασκηθεί, να ενισχυθεί, να το νιώσει ο άρρωστος με τη γυμναστική ή τις αθλητικές δραστηριότητες, κάτι που φαίνεται να είναι σήμερα ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος που χρησιμοποιείται εντατικά σε ορισμένα εξειδικευμένα κέντρα (Val Pyrène, Sion).
Σε μια θεραπευτική οπτική, η πρακτική των σπορ συμβάλλει στην αποκατάσταση του σωματικού βιώματος, όπως βεβαιώνουν πολλές μελέτες (Ninot et al., 2003 – Vanderheyden, 1995, 2003 – Van Pelt, 2004). Να μνημονεύσουμε μόνο τον κίνδυνο να αναπτυχθεί μια πραγματική εξάρτηση από την άσκηση, χαρακτηριζόμενη μερικές φορές ως θετική εξάρτηση όσο και αλλοτριωτική και απατηλή σε σχέση με την προβληματική του προσώπου…
Πέρα από τις ερμηνείες μέσω της φυσιολογίας (απελευθέρωση ενδορφινών, αύξηση των τιμών της σεροτονίνης) υπάρχει επίσης και η αλλαγή στη στάση ζωής (αφιέρωση κάποιου χρόνου στον εαυτό, η επίτευξη κάποιων πραγμάτων) που αποκαθιστά την εκτίμηση του εαυτού δια του σώματος.
Δεν αρκούν, όμως, αυτές οι παρεμβάσεις δια του σώματος: για να μην εκφράζει πλέον ο αλκοολικός την οδύνη του μέσα από το σώμα, πρέπει να μιλήσει για το σώμα του και για την ιστορία του. Η προσωπική και παλαιά ιστορία του, η κατασκευή του προσώπου του, θα είναι το πεδίο της ατομικής ψυχοθεραπείας, την ανάγκη της οποίας δείξαμε πιο πάνω, σε σχέση με τους εν τω βάθει τραυματισμούς της προσωπικότητας των αλκοολικών.
Αυτές οι ψυχοθεραπείες είναι εγχειρήματα μακράς πνοής, στις οποίες η απόφαση και η κινητοποίηση του αρρώστου, αλλά και του θεραπευτή δοκιμάζονται σκληρά μερικές φορές. Συχνά, η παρούσα δραματική κατάσταση, εντός της οποίας είναι πιασμένος ο αλκοολικός και το περιβάλλον του (οικογενειακό και επαγγελματικό), επιβάλλει την προσφυγή σε συνεντεύξεις με την οικογένεια που θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν ένα πλαίσιο ζωής, απλώς εφικτό, και να επιτρέψουν στα άτομα να εκφράσουν και να αναλάβουν τις επιθυμίες τους για αλλαγή μέσα από ένα προσωπικό θεραπευτικό διάβημα.
7. Συμπέρασμα
Η σχέση με το σώμα είναι βασική για το ομιλούν ανθρώπινο ον. Είναι το σώμα του και έχει το σώμα του. Ο αλκοολικός άρρωστος έχει αποσυρθεί από το σώμα του, το εγκατέλειψε, το αποστρέφεται μέσα από μια ναρκισσιστική αναδίπλωση πέραν του σωματικού του κελύφους. Μόνο μέσα από διαφοροποιημένα θεραπευτικά εγχειρήματα, την ξεχωριστή ομιλία, την οικογενειακή προσέγγιση, τη δραστήρια κινητοποίηση θα καταστεί δυνατόν να αποκατασταθεί το άτομο ως πρόσωπο που κατοικεί το σώμα του και είναι παρόν στον κόσμο.
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.