Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής
του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Δημήτρης Πλουμπίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής
του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 05 [2007]
Μαθητές του Ρενέ Ανζελέργκ, θέλουμε με αυτό το κείμενο να τιμήσουμε την μνήμη του και να δώσουμε μια εικόνα του ανθρώπου και του έργου του.
Τον συναντήσαμε μεταξύ 1977-1981, ως ειδικευόμενοι ψυχίατροι, στο νοσοκομείο «L’ Εαυ Vive», που βρίσκεται στο Soisy sur Seine, περίπου είκοσι χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι. Ήταν τότε διευθυντής της Association de Sante Mentale du 13e Arrondissement(Ένωση για την Ψυχική Υγεία του 13ου διαμερίσματος του Παρισιού), η οποία είχε ιδρυθεί την
δεκαετία του 1950 από τον Philippe Paumelle και τους συνεργάτες του.
Το «νέο» αυτό νοσοκομείο λειτούργησε στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Ανήκε στο εντυπωσιακό σύνολο ψυχιατρικών υπηρεσιών που συγκέντρωνε το «13°». Πώς να μην εντυπωσιαστούμε από ένα σύνολο που περιελάμβανε, στο Παρίσι, ένα μεγάλο Κέντρο Ψυχικής Υγείας για τους ενήλικους, ένα άλλο για τα παιδιά, ένα Κέντρο Βραχείας Νοσηλείας (την Πολυ-κλινική), ένα Νοσοκομείο Ημέρας κ.ά. και, έξω από το Παρίσι, το νοσοκομείο «L’ Εαυ Vive», άρτια εξοπλισμένο και στελεχωμένο. Διέθετε επίσης δραστηριότητες κοινωνικής αποκατάστασης, καθώς και ένα αναπτυγμένο πρόγραμμα θετών οικογενειών, στην γύρω αγροτική περιοχή. Αν μάλιστα προσθέσουμε και το καθόλου ευκαταφρόνητο γεγονός ότι ο μισθός των ειδικευομένων, με απόφαση της ένωσης, ήταν διπλός -μέτρο που καταργήθηκε στη συνέχεια- είναι εύκολα κατανοητή η αίσθηση ότι είχαμε γίνει δεκτοί από την «ελίτ» της ψυχιατρικής.
Την αίσθηση αυτή ενίσχυε, όταν μπήκαμε στην καθημερινή λειτουργία, το υψηλό επίπεδο των νοσηλευτών -με πολλαπλά δικαιώματα που τους είχε παραχωρήσει ο ιδρυτής Philippe Paumelle για να αντιρροπήσει τις ιατρικές υπερεξουσίες στα κλασικά ψυχιατρικά νοσοκομεία- η ένταξη στις θεραπευτικές ομάδες πολλών ψυχαναλυτών και πολλών ολοκληρωμένων κλινικών γιατρών, σύμφωνα με την γαλλική κλινική παράδοση.
Άλλωστε, οι πρωτεργάτες της κίνησης, που κατέληξε στην συγγραφή του διάσημου τόμου «La Psychanalyse sans Divan» (Ψυχανάλυση χωρίς ντιβάνι), των P.C. Racamier, R. Diatkine, S. Lebovici. P. Bequart κ.ά„ εργάζονταν εκεί ή εξακολουθούσαν να συνεργάζονται με τις μονάδες του «13ου».
Ο Ρενέ Ανζελέργκ ούτε ψυχαναλυτής ήταν, ούτε η ψυχιατρική κλινική αποτελούσε το μοναδικό του ενδιαφέρον. Είχε όμως μεγάλη ψυχαναλυτική παιδεία καθώς και ψυχιατρική γνώση και εμπειρία, που συνδυάζονταν με τη μοναδική ικανότητα να «φωτίζει» την ψυχιατρική με την ψυχανάλυση, αλλά και να «προσγειώνει» την ψυχανάλυση. Έγινε δεκτός
σε ένα προμαχώνα της ψυχανάλυσης «έξω από το ντιβάνι» και αργότερα έγινε γενικός διευθυντής του «13ου».
Προερχόταν από τις νευροεπιστήμες και σε κάθε ευκαιρία, στις κλινικές παρουσιάσεις, πρόσθετε κάποιο σχόλιο που μας προέτρεπε να ψάξουμε καλύτερα το νευρολογικό υπόστρωμα της πάθησης του ανθρώπου. Ήταν ένας καλλιεργημένος πραγματιστής.
Η μακροχρόνια ερευνητική εργασία του στον τομέα της νευρο-ψυχολογίας, ως συνεργάτης του Henri Hecaen, του έδινε την άνεση να επιχειρεί την σύνδεση των κλινικών εκδηλώσεων με εγκεφαλικές λειτουργίες. Πιστεύουμε ότι αυτή ακριβώς η ιδιότητα τον έκανε απαραίτητο στους ψυχαναλυτές, αν μάλιστα αναλογιστούμε την πάγια ανάγκη της ψυχανάλυσης να βρει κάποια οργανική βάση για τις έννοιες που διαχειρίζεται. Επιπλέον, έχουμε την αίσθηση ότι οι παρεμβάσεις του Ανζελέργκ προφύλασσαν τους ψυχαναλυτές από την παγίδευση στον αφηγηματικό – ρητορικό δαίδαλο της ψυχαναλυτικής μεταψυχολογίας. Θα τολμούσαμε επίσης να πούμε ότι ο Ανζελέργκ πίστευε στην αξία της ψυχανάλυσης για την θεραπεία των ψυχώσεων πολύ περισσότερο από πολλούς ψυχαναλυτές σήμερα.
Η κλινική του πράξη ήταν αρκετά ακαδημαϊκή. Δεν είχε τίποτα το «φιλάνθρωπο», τον κούραζαν οι ασθενείς που δεν τροφοδοτούσαν την σκέψη, ενώ διαρκώς αναζητούσε έννοιες και μηχανισμούς σύνδεσης των κλινικών εκδηλώσεων με αυτό που μπορούσε να οδηγήσει στην συνολική ψυχική λειτουργία και το οργανικό της υπόστρωμα. Για παράδειγμα, προσπαθούσε να μας βοηθήσει για να μελετήσουμε το περιεχόμενο που θα έπαιρνε η «έκφραση» μιας νευρολογικής βλάβης, υπό την επήρεια της υποκειμενικότητας του ασθενούς.
Έβλεπε την καθημερινή κλινική άσκηση ως έρευνα, αυτό απαιτούσε από τους στενούς του συνεργάτες και γι’ αυτό πρόσφερε πλήθος δρόμων και ερεθισμάτων, σε οποίον μπορούσε να συλλάβει τις καθημερινές παρατηρήσεις του.
Με λίγα λόγια, προσπαθούσε να συνθέσει πράγματα που η εκπαίδευση των περισσοτέρων δεν μας επέτρεπε να δούμε συνολικά, με αποτέλεσμα τις εκρήξεις του ή τα «ξερά» του σχόλια, αν κάποιος χρησιμοποιούσε καταχρηστικά μια έννοια, ξεστόμιζε μια ιδέα της μόδας ή έκανε επίδειξη της γνωστής γαλλικής φλύαρης καλλιλογίας, στην οποία ήταν «αλλεργικός». Έβγαινε «έξω από τα ρούχα του» μπροστά σε προσπάθειες «αναγωγισμού» των ψυχικών φαινομένων σε οργανικές λειτουργίες ή αντίθετα της ψυχογενούς αιτιολογικής αυτάρκειας. Μια σύλληψη των πραγμάτων, που είχε πολλά κοινά σημεία με αυτή του Manfred Bleuler και η οποία, δυστυχώς, δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανένα σήμερα, καθώς δεν μπόρεσε να προχωρήσει την σύνθεση «ψυχικού-οργανικού». Πιθανώς αυτό οφείλεται στην διάψευση των εντοπιστικών υποθέσεων για πολλές λειτουργίες του ανθρώπινου ψυχισμού και σε ότι αφορά την ψυχανάλυση στην σχετική της απομόνωση, στο μετά ψυχολογικό της οκοδόμημα.
Η κλινική άσκηση αποτελούσε και τον τίτλο του σεμιναρίου του, τον χειμώνα του 1979, το οποίο διέκοψε, όταν είδε ότι δεν είχαμε τις απαραίτητες γνώσεις για να προχωρήσουμε στην πολυδιάστατη ανάλυση και σύνθεση των κλινικών δεδομένων, που απαιτούσε. Ιδιαίτερα αυστηρός ήταν στην άστοχη χρήση ψυχαναλυτικών εννοιών : όταν μία νοσηλεύτρια είπε ότι «επενδύει» (συναισθηματικά) τη σχέση με έναν άρρωστο, απάντησε ότι θα προτιμούσε να «ενδιαφέρεται» για τον άρρωστο, γιατί έτσι θα χρησιμοποιούσε και το μυαλό της.
Με όσα προαναφέρουμε, είναι κατανοητό ότι μας έμαθε την αυστηρότητα στην χρήση των όρων και την αξία της σκέψης, πράγμα που του οφείλουμε δια βίου.
Ιδιαίτερα συνθετική διαδικασία θεωρούσε αυτό που αποκαλούσε «επισκευαστική» λειτουργία του ψυχιάτρου. Ας μην ξεχνάμε ότι στα «Άσυλα», ο Goffman θεωρεί την ψυχιατρική ως επισκευαστικό – μαστορικό επάγγελμα.
Ο Ανζελέργκ μιλούσε ανοιχτά στους ασθενείς για το πρόβλημα τους, με ένα είδος ιατρικής ειλικρίνειας και ευθύτητας, που αποτελούσε και μια ανάληψη ευθύνης.
Θεωρούσε επίσης ότι η αφήγηση του παραληρήματος από τον άρρωστο, αφού του δηλώσουμε ότι το σεβόμαστε ως δική του πραγματικότητα αλλά δεν το συμμεριζόμαστε, αποτελούσε μια σημαντική οργανωτική εμπειρία για τον ψυχισμό του.
Περιγράψαμε ως τώρα έναν άνθρωπο «δύσκολο», ιδιαίτερα υποστηρικτικό όμως σε όσους εκτιμούσε, άνθρωπο που ντρεπόταν για τα γεράματα και επιζητούσε την συντροφιά των νεώτερων, χωρίς όμως να ξεχνά ούτε την ηλικία, ούτε την θέση του. Μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα τον βλέπαμε κυρίως στις επιστημονικές συναντήσεις του «13ου διαμερίσματος». Πάντα η καταχρηστική ή λανθασμένη χρήση των όρων και οι βιαστικές θεωρητικοποιήσεις προκαλούσαν τα χολωμένα του σχόλια, που τρόμαζαν προκαταβολικά τον κάθε ομιλητή.
Τον καλέσαμε στη Θεσσαλονίκη το 1993, στο πλαίσιο του σεμιναρίου «Από την ψυχαναλυτική θεωρία στις ψυχιατρικές πρακτικές», όπου παρουσίασε το πυκνό του κείμενο, η «Ψυχιατρική εκτεθειμένη στην ψυχανάλυση». Εκεί συνοψίζει τους προβληματισμούς του που, μαζί με την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε, δημοσιεύτηκαν στον πρώτο τόμο με κείμενα του ομώνυμου σεμιναρίου (επιμέλεια: Γρ,Αμπατζόγλου- Χρ.Αποστολακέας, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1996). Αναπαράγουμε δύο σημεία από αυτό το κείμενο:
«7ο νόημα της ψυχικής εργασίας προέρχεται από τις συγκρούσεις που ζωογονούν τη ψυχική ύλη. Το νόημα (sensl είναι η οργάνωση των παραλλαγών των καταστάσεων ευχαρίστησης / δυσαρέσκειας και προέρχεται από τις επενδύσεις, ενώ η σημασίαΐείμηίίίοαίίοη) είναι το προϊόν μιας αποκωδικοποίησης σημείων και κυρίως σημείων της γλώσσας…».
Επίσης, «Το μεταφυσικό ασυνείδητο έχει σχέση με τη φιλοσοφική παράδοση, είναι κάτι που υποτίθεται ότι υπάρχει αυτό καθεαυτό ως μια συνιστώσα του πνεύματος, ως μια ιδιότητα που υπάρχει με τρόπο σχετικά αυτόνομο .μου ασκήθηκε κριτική από ψυχαναλυτές ότι δεν μίλησα καθόλου για το ασυνείδητο, ενώ μιλούσα γι’ αυτό μέσω άλλων πραγμάτων, π.χ. των ψυχικών επενδύσεων».
Το έργο του συνοψίζεται σε δύο βιβλία που εκδόθηκαν μετά την συνταξιοδότηση του. La Psychiatrie devantla qualite del’homme (P.U.F., Paris 1989) και L’ hommepsychique,(Caiman-Levy, Paris 1993).
Στον πρόλογο του δεύτερου βιβλίου, σχολιάζοντας το έργο του I. Prigogine, τονίζει: «Τα ζώντα συστήματα είναι κατ’ αρχή ασταθή συστήματα, που απομακρύνονται από την ισορροπία και ζωογονούνται από διακυμάνσεις, που είναι το υπόβαθρο της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται μίας δομημένης οργάνωσης και ότι είναι αφημένα σε ένα διαρκές χάος. Οι δομές που τα κατοικούν συμβάλλουν στην συνοχή τους, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να διατηρήσουν και να εμπλουτίσουν την διαδικασία της ζωής». Ο Ανζελέργκ πίστευε ότι η κινητήρια για την ζωή έννοια της συμβίωσης, και το δίπολο ευχαρίστηση / δυσαρέσκεια (plaisir / deplai-sir), ως κατάσταση της ζώσας ύλης, αποτελούν έννοιες γέφυρες και ότι υποστηρίζουν κεντρικές έννοιες της ψυχανάλυσης, όπως αυτή της ταύτισης, σε ό,τι αφορά την πρώτη και την θεωρία των ενορμήσεων, σε ό,τι αφορά το δεύτερο.
Στο τέλος αυτού του μικρού δείγματος της οφειλής μας στον Ρενέ Ανζελέργκ, συνυπογράφουμε την φράση Γάλλων συναδέλφων«κρατάμε την ανάμνηση της έντασης της παρουσίας του, του δυναμισμού της προσωπικότητας και των πεποιθήσεών του, του πάθους του για τις συναντήσεις και τον διάλογο, την ασυμβίβαστη υπεράσπιση της ελεύθερης σκέψης».
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.