Luciano Mecacci
Καθηγητής Ψυχολογίας στο
Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας
σύναψις 05 [2007]
Μετάφραση
Γιώργος Μαρτινίδης
Επιμέλεια
Κώστας Πόταγας
* Luciano Mecacci, «Luria: A unitary view of human brain and mind», Cortex, 2005, 41, 816-822
Τα ερωτήματα που ιδιαίτερα απασχόλησαν τον διακεκριμένο Ρώσο ψυχολόγο και νευροψυχολόγο Aleksandr R. Luria (1902-1977) αφορούν τη σχέση μεταξύ του εγκεφάλου των ζώων και του ανθρώπινου εγκεφάλου, του παιδικού και του ενήλικου νου, του φυσιολογικού και του παθολογικού, της θεωρίας και της αποκατάστασης, της κλινικής και της πειραματικής έρευνας. Αυτά τα ζητήματα ενσωματώθηκαν σε μία ενιαία θεωρία των εγκεφαλικών και των ψυχολογικών διεργασιών, υπό την επιρροή των διαφορετικών απόψεων που ήταν διαδεδομένες στο πρώτο μισό του 20°u αιώνα (κυρίως την ψυχανάλυση και την ιστορική-πολιτισμική σχολή) και της αυξανόμενης συμβολής της νευροψυχολογικής έρευνας σε ασθενείς με τραύματα στον εγκέφαλο.


Κατά τη διάρκεια του 2002, με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από την γέννηση του Aleksandr Romanovich Luria, οργανώθηκαν διάφορα συνέδρια για να τιμηθεί ο διακεκριμένος Ρώσος ψυχολόγος και νευροψυχολόγος. Στο Άμστερνταμ, τη Βρέμη, τη Φλωρεντία και τη Μόσχα (για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από τους τόπους) αυτό που εντυπώσιασε περισσότερο τους συμμετέχοντες ήταν η μεγάλη ποικιλία άρθρων που αφορούσαν πολύ διαφορετικούς τομείς των επιστημών του εγκεφάλου και του νου. Κάθε ομιλητής έθιγε ένα συγκεκριμένο στοιχείο του έργου του Luria ανάλογα με την εξοικείωση που είχε με τις έρευνές του: ως μαθητής και / ή συνεργάτης, ή ως ψυχολόγος ή νευρολόγος, ή ως ιστορικός της ψυχολογίας, της νευροψυχολογίας ή του ρωσικού πολιτισμού. Η εντύπωση, που ανανέωσαν αυτές οι συναντήσεις, είναι ότι όταν δεν λαμβάνεται υπόψη παρά μόνο κάποιο μέρος της αχανούς και πολυσύνθετης επιστημονικής δραστηριότητας του Luria, υποφώσκει ο κίνδυνος να απλουστευτεί ο πλούτος της θεωρητικής και μεθοδολογικής συμβολής του. Η βιογραφία που έγραψε η μαθήτρια και συνεργάτιδά του Evgenia D. Homskaya (2001) μας δίνει μία επαρκώς ενημερωμένη και καλοφτιαγμένη εικόνα της επιστημονικής σταδιοδρομίας του Luria. Το ίδιο το ευρετήριο μας βοηθά να ξεχωρίσουμε «τα στάδια του ταξιδιού που επιχειρήθηκε» (όπως το λέει ο ρωσικός τίτλος της αυτοβιογραφίας του Luria): τη συνεργασία με τον Lev S. Vygotsky (1896-1934) και την ίδρυση της πολιτισμικής-ιστορικής σχολής (δεκαετία του 70), τη δια-πολιτισμική έρευνα, την αποστολή στην Κεντρική Ασία και τις μελέτες σε διδύμους (δεκαετία του ’30), τον πόλεμο, το μέτωπο και τις πρώτες μελέτες σε ασθενείς με εγκεφαλικά τραύματα (δεκαετία του ’40), την έρευνα σε νοητικά καθυστερημένα παιδιά, τα τραύματα στον εγκέφαλο και την αποκατάσταση (δεκαετία του ’50), τη συστηματική ανάπτυξη της νευροψυχολογικής έρευνας (δεκαετίες του ’60 και 70).

Πριν πεθάνει, το 1977, ο Luria είχε επικεντρωθεί ιδιαίτερα στο πρόβλημα της προσέγγισης μεμονωμένων περιπτώσεων στη νευροψυχολογία. Ωστόσο, είναι δύσκολο να πάρει κανείς μια ολοκληρωμένη ιδέα της επιστημονικής και πολιτισμικής δραστηριότητας του Luria από την αυτοβιογραφία του ή από τις μονογραφίες που γράφθηκαν γι’ αυτόν έως τώρα. Υπάρχει συχνά η αίσθηση μίας κατάτμησης του έργου του Luria μέσα από την οποία εμφανίζεται να κατευθύνεται απ’ την εξελικτική ψυχολογία στη νευροψυχολογία· από το παιδί, συνήθως φυσιολογικό, στον ενήλικα, συνήθως με εγκεφαλικές βλάβες. Επιπλέον, κάποιες σημαντικές θεωρητικές και μεθοδολογικές όψεις, που αφορούν τις πρώτες εργασίες του Luria στις δεκαετίες του 70 και του ’30, δεν έχουν επαρκώς αντιμετωπιστεί. Αναφερόμαστε πρώτα απ’ όλα στη σημασία του πρώτου μεγάλου του βιβλίου. Nature of Human Conflicts [Η φύση των ανθρώπινων συγκρούσεων], το οποίο εκδόθηκε απευθείας στα αγγλικά το 1932 και στα ρωσικά μόλις το 2002.0 Luria αφιερώνει σ’ αυτό το έργο λιγότερο από μία σελίδα στην αυτοβιογραφία του (1977) και η Homskaya (2001) κάνει το ίδιο, ενώ κανένας από τους δύο συγγραφείς δεν ξεκαθαρίζει ότι σ’ αυτό το βιβλίο, που ξεπερνά τις 400 σελίδες, σκιαγραφείται ήδη ένα ακριβές σχέδιο που ενοποιεί τη φυσιολογική και την παθολογική διάσταση, την κλινική και την πειραματική έρευνα. Πρόσφατα εκδόθηκε μία συλλογή των πρώιμων γραπτών του Luria, ανάμεσα στα οποία δημοσιεύεται για πρώτη φορά το δοκίμιο που Ο Luria έγραψε σε ηλικία 19 ετών με αρχικό τίτλο Principles of Real Psychology. On Some Trends of Contemporary Psychology, Luria, 2003 {Αρχές πραγματικής ψυχολογίας. Για Κάποιες Τάσεις της Σύγχρονης Ψυχολογίας], Πρόκειται για ένα έργο εκατό σελίδων, εντυπωσιακό τόσο για τον πλούτο της γνώσης της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας της εποχής, όσο και για τη θεωρητική οπτική του η οποία προαναγγέλλει τη μελλοντική πολιτισμική- ιστορική σχολή. Όταν ο Luria γράφει για τα «ιστορικο-κοινωνικά θεμέλια» των ψυχολογικών διεργασιών, έχει ως θεωρητική αναφορά τη διαμάχη εντός της γερμανικής φιλοσοφίας (Windelband, Rickert, Dilthey κ,λπ.) σχετικά με τη διάκριση μεταξύ επιστημών της φύσης και επιστημών του ανθρώπου, μεταξύ νομογραφικής και ιδιογραφικής προσέγγισης,1 καθώς και την κοινωνιολογική συμβολή (ιδιαίτερα αυτή του DurkheimL όταν γράφει για τις σχέσεις μεταξύ βασικής και κλινικής ψυχολογίας αναφέρεται στους Freud, Jung και Adler. Είναι λοιπόν σαφές, όπως έχει ήδη επισημανθεί σχετικά με τον Vygotsky (van der Veer και Valsiner, 1991), ότι η πολιτισμική-ιστορική θεωρία έχει ρίζες πιο σύνθετες και δεν αποτελεί μια απλή εφαρμογή του ιστορικού και του διαλεκτικού υλισμού στα προβλήματα της ψυχολογίας.
Όταν ο Luria και ο Vygotsky αρχίζουν, πιθανόν και κάτω από τις πολιτικές και ιδεολογικές πιέσεις των καιρών, να αναφέρονται στον Μαρξ και τον Ένγκελς και να παραπέμπουν στα κείμενά τους, το πράττουν μέσα σε ένα πιο σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο. Ήταν σίγουρα αυτό το θεωρητικό και πολιτισμικό υπόβαθρο που κατέστησε τη σχολή του Vygotsky «ύποπτη» για την επίσημη ιδεολογία της εποχής του Στάλιν, προκαλώντας τελικά την καταδίκη της και την παρακμή της μέχρι την αποκατάστασή της στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Luria, ο οποίος ανήκε σε μία ευκατάστατη και μορφωμένη εβραϊκή οικογένεια, ήταν φίλος με εξέχουσες μορφές της προ- και της μετεπαναστατικής ρωσικής κουλτούρας (είχε στενή φιλία με τον σκηνοθέτη Sergei Μ. Eisenstein) και, μέχρι το θάνατό του, ήταν ένας από τους λίγους Ρώσους επιστήμονες που είχε τη δυνατότητα άμεσης επαφής με συναδέλφους του στη Δύση και γι αυτό διατηρούσε μία διεθνή προοπτική στην έρευνά του. Σε αυτό το σύντομο σημείωμα θέλουμε απλώς να τονίσουμε την ενότητα του έργου του Luria, δείχνοντας κάποια από τα κύρια θεωρητικά και μεθοδολογικά χαρακτηριστικά του που έχουν αναδειχθεί από πρόσφατες μονογραφίες και συμπόσια2.

Ο εγκέφαλος ίων ζώων έναντι ίου ανθρώπινου εγκέφαλου
Αρχικά ο Luria ξεκίνησε από μία σαφή διάκριση ανάμεσα στην οργάνωση του εγκεφάλου των ζώων και την οργάνωση του εγκεφάλου των ανθρώπων. Αυτή η άποψη ήταν τυπική της ιστορικής-πολιτισμικής σχολής που ιδρύθηκε από τον
Vygotsky και τον Luria και την άλλη εξέχουσα μορφή, τον Aleksey Ν. Leontiev (1903-1979). Η κύρια πηγή αυτής της διαφοράς βρίσκεται σε αυτό που οι συγγραφείς αυτοί αποκαλούσαν «εξωεγκεφαλικές συνδέσεις», τη δημιουργία δηλαδή νέων ολοκληρωμένων εγκεφαλικών συστημάτων λόγω της επιρροής ιστορικών και πολιτισμικών παραγόντων. Σε σύγκριση με τον εγκέφαλο των ζώων, οι λειτουργίες του οποίου εξαρτώνται κυρίως από γενετικούς παράγοντες, ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την ιδιότητα να οργανώνει νέες ανατομο-λειτουργικές μορφές οργάνωσης υπό την επιρροή του ιστορικού και πολιτισμικού πλαισίου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των «λειτουργικών συστημάτων» του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι το σύστημα της γραφής, μίας νοητικής ικανότητας που είναι παρούσα στον εγκέφαλο συγκεκριμένων ανθρώπων, εάν και εφόσον αυτοί ζούσαν ή ζουν σε μία εποχή της ιστορίας και ανήκαν ή ανήκουν σε έναν πολιτισμό στον οποίο είναι διαθέσιμα συστήματα γραφής. Επιπλέον, δεν υπάρχουν λειτουργικά συστήματα τα οποία να είναι πάγια, αμετάβλητα: μπορούμε να σκεφτούμε ως παράδειγμα τα δύο συστήματα γραφής στα Ιαπωνικά, η περίπλοκη εγκεφαλική οργάνωση των οποίων είναι διαφορετική από την οργάνωση των Δυτικών συστημάτων γραφής (Mecacci, 1984; Tsunoda, 1985).


Η ανάπτυξη αυτών των νέων «ανώτερων» λειτουργικών συστημάτων προϋποθέτει μια αναδιοργάνωση «κατώτερων» λειτουργιών του εγκεφαλικού φλοιού, ένα είδος αναδόμησης τύπου Gestalt στην οποία τα κατώτερα συστατικά αποκτούν ένα νέο λειτουργικό νόημα από τη στιγμή που γίνονται μέρος της νέας ανώτερης οργάνωσης. Η βλάβη σε ένα κατώτερο στοιχείο δεν έχει τις ίδιες λειτουργικές συνέπειες όταν αυτό λειτουργεί αυτό καθεαυτό και όταν αποτελεί συστατικό ενός νέου ανώτερου συστήματος (αυτό είναι το πρόβλημα που ο Luria αποκαλούσε «ανάλυση συνδρόμου», όπου η διαφοροποίηση μεταξύ συμπτωμάτων εξαρτάται από τα ανώτερα ή κατώτερα επίπεδα απαρτίωσης των προσβεβλημένων εγκεφαλικών στοιχείων (Luria, 1966/1980). Συνεπώς, η οπτική γωνία του Luria ξεχώριζε αισθητά από τις υπόλοιπες ρωσικές θεωρίες (Bekhterev, Pavlov) περί της σχέσεως μεταξύ εγκεφάλου και νου. Πράγματι, οι θεωρίες αυτές υποστήριζαν μία συνέχεια μεταξύ του εγκεφάλου των ζώων και του ανθρώπινου εγκεφάλου, με μόνο ποσοτικής τάξεως διαφορές (την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της αντανακλαστικής δραστηριότητας) (Mecacci, 1979). Αντίθετα, για τους Vygotsky, Luria και Leontiev υπήρχε μία ευθεία ποιοτική διαφορά. Η έννοια του λειτουργικού συστήματος, ενός δικτύου εντοπισμένων εγκεφαλικών κέντρων, το καθένα με συγκεκριμένες κατώτερες λειτουργίες που αλληλεπιδρούν δυναμικά σε σύνθετες ψυχολογικές δραστηριότητες, αναπτύχθηκε αρχικά από τον Vygotsky (1934b/1965) και κατόπιν από τον Leontiev (1959/1982). Ο Luria διεύρυνε αυτή την βασική έννοια αναφερόμενος στη δική του έρευνα σε ασθενείς με εγκεφαλικά τραύματα και υπό την επιρροή άλλων Ρώσων επιστημόνων: του Nikolay A. Bernstein, ο οποίος επέκρινε την άκαμπτη Παυλοβιανή προσέγγιση και εισήγαγε μία πλαστική θεώρηση του εγκεφαλικού σχεδιασμού της συμπεριφοράς, και του Petr Κ. Anokhin, ο οποίος εκσυγχρόνισε την Παβλοβιανή θεωρία με νέες αρχές και αποτελέσματα προερχόμενα από τη νευροφυσιολογία και την κυβερνητική. Επιπλέον, ο Luria εκτιμούσε βαθύτατα την καινοτόμο συμβολή των Δυτικών επιστημόνων Leonardo Bianchi, Kurt Goldstein και Karl Pribram στη γνώση της εγκεφαλικής οργάνωσης που υπόκειται των ψυχολογικών διεργασιών.
Ο παιδικός έναντι του ενήλικου νου
Η ανάπτυξη των ψυχολογικών διεργασιών στο ανθρώπινο είδος δεν επηρεάζεται μόνο από την ωρίμανση του νευρικού συστήματος, με τη σταδιακή εμφάνιση νέων ικανοτήτων και λειτουργιών κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής (όπως υποστηρίζεται, για παράδειγμα, από τον Piaget για να αναφέρουμε έναν ψυχολόγο που δέχτηκε κριτική από την ιστορική-πολιτισμική σχολή). Στην πραγματικότητα, η ψυχολογική αυτή ανάπτυξη απαιτεί μια αναγκαία προϋπόθεση: το παιδί πρέπει να μάθει τη χρήση «νοητικών εργαλείων» – ή «νοητικών τεχνουργημάτων», σύμφωνα με την τρέχουσα ορολογία του Norman (1991) – τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τις πνευματικές του δραστηριότητες. Συνεπώς, σε έναν πολιτισμό που διαθέτει ένα σύστημα γραφής, το παιδί πρέπει να μάθει τη χρήση των σχετικών εργαλείων (της γραφίδας ή της πένας, του κέρινου πινακίου ή του χαρτιού, του παπύρου ή του βιβλίου) ώστε να είναι ικανό να γράφει και να διαβάζει. Η ίδια προϋπόθεση είναι αναγκαία, για παράδειγμα, για την ανάπτυξη των μουσικών ικανοτήτων: δεν είναι αρκετό για έναν εγκέφαλο, όπως ο ανθρώπινος, να είναι δυνάμει ικανός να παράγει ένα μουσικό κομμάτι, ο χειρισμός των σχετικών εργαλείων (όπως μία άρπα ή ένα πιάνο) είναι απαραίτητη.

Θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλα παραδείγματα που να συμπεριλαμβάνουν και τη νοητική σημασία εργαλείων όπως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το διαδίκτυο. Η πραγματικά ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον εγκέφαλο των ζώων και τον ανθρώπινο εγκέφαλο έγκειται συνεπώς στη δυνατότητα ανάπτυξης και χρήσης νέων εργαλείων τα οποία καθιστούν την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος όλο και πιο περίπλοκη και ευέλικτη (Vygotsky & Luria, 1930). Δεν υπάρχουν σύνθετες νοητικές διεργασίες, χαρακτηριστικές του ανθρώπινου είδους, οι οποίες να μην σχετίζονται με το χειρισμό εργαλείων (που γι’ αυτόν το λόγο ορίζονται ως νοητικά). Η διαμόρφωση νέων εγκεφαλικών λειτουργικών συστημάτων συνδέεται συνεπώς με την παρουσία και το χειρισμό νοητικών εργαλείων. Αυτό το ζήτημα μελετήθηκε από την ιστορική-πολιτισμική σχολή στη διάρκεια της οντογένεσης, με συστηματικές έρευνες στο παιδί, καθώς και με διαπολιτισμικά προγράμματα που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 για να επαληθευθεί πώς, μέσα στο πλαίσιο του ανθρώπινου είδους, μπορούν να αναδύονται σημαντικές διαφορές της νοητικής επίδοσης λόγω του αποθέματος των νοητικών εργαλείων που διαθέτει ένα δεδομένο πολιτισμικό πλαίσιο (Luria, 1976).
Η γλώσσα αποτελούσε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην έρευνα του Luria, τόσο στο παιδί όσο και στον ενήλικα, με φυσιολογική ή προβληματική λειτουργία. Η θεωρία του Vygotsky για τον βασικό ρόλο της γλώσσας στην ανάπτυξη των ψυχολογικών διεργασιών διευρύνθηκε από τον Luria υπό την επιρροή των νέων τάσεων της γλωσσολογίας και της ψυχογλωσσολογίας. Ο Luria εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του Roman Jakobson (με τον οποίο συνδεόταν φιλικά από τη δεκαετία του 1920) και του Noam Chomsky.
Το φυσιολογικό έναντι του παθολογικού
Εν αντιθέσει προς άλλες θεωρίες της περιόδου κατά την οποία άρχισαν να αναπτύσσονται οι απόψεις του Vygotsky και του Luria, όπως το έργο του Piaget, για παράδειγμα, που βασίστηκε σε έρευνες επάνω σε υγιή παιδιά που ανήκαν σε προνομιούχες κοινωνικές τάξεις, η δραστηριότητα των Ρώσων ψυχολόγων απευθύνθηκε αρχικά σε ανάπηρα και κοινωνικώς μη προνομιούχα παιδιά. Σταδιακά, ο Vygotsky (1934α, 1934b/1965) άρχισε να ενδιαφέρεται για τις νοητικές διαταραχές ασθενών με εγκεφαλικά τραύματα και σχιζοφρενών, ενώ ο Luria έμελλε να εστιάσει το έργο του στις ψυχολογικές συνέπειες των εγκεφαλικών βλαβών από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 (καταλήγοντας στην έκδοση της πρώτης του μονογραφίας επάνω σε αυτό το θέμα, της Traumatic Aphasia [Τραυματική αφασία], το 1947· το πρώτο νευροψυχολογικό γραπτό του Luria στα Αγγλικά είχε δημοσιευτεί το 1944, αλλά μόνο μετά τη δημοσίευση του άρθρου του στο πρώτο τεύχος του Language and Speech το 1958 και τη μετάφραση του προαναφερθέντος βιβλίου το 1959, έγινε γνωστός στις Δυτικές χώρες για το έργο του επάνω στις συνέπειες των εγκεφαλικών τραυμάτων). Αυτή η οπτική οδήγησε τη ρωσική σχολή να μη θεωρεί το παθολογικό ως εξαίρεση στον κανόνα του φυσιολογικού ή ως έλλειμμα, ως κάτι που λείπει από το φυσιολογικό άτομο. Η διερεύνηση της νοητικής δραστηριότητας ενός τυφλού και κωφάλαλου παιδιού, ενός διανοητικά καθυστερημένου παιδιού, ενός ενήλικα με εγκεφαλικό τραύμα ή ενός ψυχιατρικού ασθενούς ήταν αφεαυτής σημαντική ως η ένδειξη μίας ειδικής εγκεφαλικής λειτουργικής οργάνωσης (για παράδειγμα, στην περίπτωση σοβαρών ανωμαλιών κατά τη γέννηση) ή αναδιοργάνωσης (για παράδειγμα, στις περιπτώσεις βλαβών κατά την ενήλικη ζωή), με άλλα λόγια μίας από τις πολλές δυνατότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου να προγραμματίζεται και να αναπρογραμματίζεται.

Το φυσιολογικό και το παθολογικό δεν αντιμετωπίζονταν ως δύο πόλοι, ο ένας θετικός και ο άλλος αρνητικός, αλλά ως δύο ποιοτικά διαφορετικές διαστάσεις μέσω των οποίων αναπτύσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και το περιβάλλον. Το να καταστεί το φυσιολογικό κανονιστική παράμετρος, αυτό δηλαδή που πρέπει να ακολουθείται ή να υιοθετείται από ένα άτομο σε ένα δεδομένο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο (να είναι σε θέση, για παράδειγμα, να διαβάζει και να γράφει σε μία εκβιομηχανισμένη χώρα της Δύσης), εξαρτάται από τις απαιτήσεις αυτού του ιδιαίτερου πλαισίου. Με άλλα λόγια, η αλεξία μπορεί να θεωρηθεί ως «παθολογική» κατάσταση μόνο στο πλαίσιο όπου η ανάγνωση θεωρείται ως μία «φυσιολογική» ικανότητα όλων των ατόμων.
Η θεωρία έναντι της αποκατάστασης
Αυτή η τελευταία αναφορά στην πολιτισμικά σχετική σημασία της παθολογικής διάστασης έχει μία σημαντική συνέπεια για την έννοια της αποκατάστασης κατά τον Luria (από το πρώτο του έργο το οποίο δημοσιεύτηκε το 1948 και μεταφράστηκε το 1963). Η αποκατάσταση είναι μία διαδικασία ανάρρωσης, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη της όχι μόνο τις ανάγκες που αντιμετωπίζει στην καθημερινή του ζωή το άτομο με εγκεφαλική βλάβη ως προς τη χρήση των κατεστραμμένων λειτουργιών και νοητικών ικανοτήτων αλλά, επιπλέον, και το ιδιαίτερο νόημα που είχαν αυτές οι κατεστραμμένες ικανότητες στην καθημερινή ζωή αυτού του ατόμου με την εγκεφαλική βλάβη. Αν μία βλάβη σε μία συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού καταστρέψει τις λειτουργίες ακρόασης της μουσικής γλώσσας, αυτό το γεγονός έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την προσωπική ζωή και το επάγγελμα ενός μουσικού, ενώ οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ μικρές για ένα άτομο που ακούει τη μουσική μόνο ερασιτεχνικά. Από εδώ πηγάζει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Luria για τη σπουδαιότητα που αποκτά μία εγκεφαλική βλάβη για ολόκληρη τη ζωή του προσβεβλημένου ατόμου, νοητική, συναισθηματική και επαγγελματική. Πράγματι, οι κλινικές περιπτώσεις του Luria είναι πλήρη «ιστορικά» του συγκεκριμένου αυτού ατόμου, τι ήταν στο παρελθόν, τι είναι στο παρόν, και τι μπορεί να είναι στο μέλλον (όπως στην πιο διάσημη περίπτωσή του: Luria, 1972). Φυσικά, αυτή η οπτική θυμίζει την προσέγγιση του Freud στις κλινικές του περιπτώσεις, όπου η θεραπεία και η αποκατάσταση είναι τα μέσα πρόσβασης σε όλη την ψυχική ζωή του υπό θεραπεία ατόμου. Όπως είπε ο Freud παρουσιάζοντας την έννοια της ψυχανάλυσης, μία θεωρία του νου είναι ταυτόχρονα το πλαίσιο της θεραπείας, και η θεραπεία είναι μία συγκεκριμένη επιβεβαίωση της ίδιας της θεωρίας.
Το κλινικό έναντι του πειραματικού

Εξαιτίας των λόγων που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν αναπόφευκτο ότι ο Luria θα προτιμούσε την κλινική διερεύνηση, την εκτεταμένη μελέτη μίας μεμονωμένης περίπτωσης εγκεφαλικής βλάβης, από την πειραματική έρευνα σε ομάδες ασθενών. Ακόμα και κάτω από κλινικές συνθήκες, με τον ασθενή απέναντι του, ο Luria ήθελε να διατηρεί μία ευέλικτη στρατηγική έρευνας, αφενός, μεταβάλλοντάς την ανάλογα με τα ιδιαίτερα πολιτισμικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά του ασθενούς και, αφετέρου, αρνούμενος την άκαμπτη χρήση μίας συστοιχίας δοκιμασιών. Φυσικά, ο Luria έδωσε κάποιες οδηγίες και υπέδειξε ποιες δοκιμασίες πρέπει να χρησιμοποιούνται (βλ., π.χ. Luria, 1966/1980, 1999) και δέχτηκε ευνοϊκά την πρώτη απόπειρα εκ μέρους της Christensen (1974) να συστηματοποιήσει την κλινική του προσέγγιση, πάντοτε όμως υπό την προοπτική της μέγιστης ευελιξίας (ένα χαρακτηριστικό της προσέγγισης του Luria που τονίσθηκε από τους μαθητές και διαδόχους του μετά τη διάδοση της Νευροψυχολογικής Συστοιχίας Luria-Nebraska -βλ. Akhutina και Tsvetkova, 1983 Glozman, 1999). Σε ένα από τα τελευταία του άρθρα, ο Luria έφτασε μέχρι του σημείου να αντιπαραβάλλει τη σοβιετική νευροψυχολογία με αυτή της Αμερικής βάσει της υιοθεσίας της κλινικής ή της πειραματικής προσέγγισης (Luria και Majovski, 1977). Εντούτοις, αυτή η οπτική δεν σημαίνει ότι απέρριπτε εντελώς την πειραματική έρευνα, για παράδειγμα την παραγοντική σύγκριση μεταξύ ασθενών με διαφορετικές εγκεφαλικές βλάβες, η αναγκαιότητα όμως μιας εξωνυχιστικής μελέτης ενός μεμονωμένου ατόμου, εκείνου του άνδρα ή εκείνης της γυναίκας, με μία συγκεκριμένη κουλτούρα, ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, μία συγκεκριμένη οικογένεια και κοινωνικό περιβάλλον, παρέμενε θεμελιώδης: σύμφωνα με τον Luria μόνο αυτό το είδος έρευνας θα επέτρεπε να τεθεί ένα σχέδιο αποκατάστασης, φτιαγμένο στα μέτρα εκείνου του ατόμου, για να του επιτρέψει να επανακτήσει τον χαμένο του κόσμο.
Σημειώσεις
1 [Σημ. του επιμ. της μτφ.]
Στην ψυχολογία, η ιδιογραφική (idiographic) προσέγγιση αφορά στη μελέτη ενός ατόμου ως ολότητα, η νομογραφική (nomothetic) προσέγγιση αφορά στη μελέτη ομάδων ατόμων. Τους δύο αυτούς όρους χρησιμοποίησε το 1937 ο αμερικανός ψυχολόγος G. Allport, παίρνοντάς τους από τον γερμανό καντιανό φιλόσοφο Wilhelm Windelband ο οποίος τους είχε δημιουργήσει για να περιγράψει δύο διακριτές προσεγγίσεις γνώσης, την τάση γενίκευσης (την ποσοτική προσέγγιση στις φυσικές επιστήμες – αναζήτηση νόμων που διέπουν τα αντικειμενικά φαινόμενα,) και την τάση ειδίκευσης (την ποιοτική προσέγγιση στις επιστήμες του ανθρώπου – κατανόηση του νοήματος των υποκειμενικών φαινομένων).
2 Για τη βιογραφία του Luria βλέπε, πρώτα απ’ όλα, την αυτοβιογραφία του, ελαφρώς διαφορετική στην αγγλική (1979) και τη ρωσική (1982) έκδοση· τη βιογραφία που έγραψε η κόρη του Elena (Luria, 1994), και τις μονογραφίες των Levitin (1998) και Homskaya (1992, 2001, αγγλική μετάφραση επιμελημένη από τον D.E. Tupper). Μία πλήρης βιβλιογραφία των έργων του Luria (και των μεταφράσεων) προσφέρεται τώρα στο Luria (2003, σ. 384-430). Οι εικόνες προέρχονται από το βιβλίο μας επάνω στην ιστορία της ψυχολογίας (Mecacci, υπό έκδοση), και την ιστοσελίδα που επιμελείται ο Michael Cole: http://luria.ucsd.edu/ (εκτός από την Εικόνα 9, που χρησιμοποιήθηκε με την άδεια της Anne-Lise Christensen).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.