Μόνος Σάββακης
Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
σύναψις 05 [2007]
Εισαγωγή
Στην παρούσα εργασία συνοψίζουμε κάποια από τα ευρήματα1 που προέρχονται από την ανάλυση μιας πληθώρας εμπειρικού υλικού (π.χ. δημοσιεύματα τύπου, επίσημα διατάγματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα, περιοδικά της εποχής, αφηγήσεις ζωής, άλλες προφορικές μαρτυρίες, κ.λπ.). Σκιαγραφούμε τους βασικούς λόγους δημιουργίας του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας (1903-1957) ως κοινωνικού θεσμού αντιμετώπισης της νόσου του Χάνσεν. Έπειτα από ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τους βασικούς λόγους επιλογής της Σπιναλόγκας ως τόπου εγκατάστασης του ιδρύματος, επικεντρωνόμαστε στις συνθήκες ζωής στην κοινότητα ασθενών, σε διάφορες περιόδους, από την έναρξη μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του. Ο σκοπός είναι να συζητήσουμε πώς μέσα από διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού περνάμε, τουλάχιστον σε επίπεδο θεωρητικών διακηρύξεων, από έναν περισσότερο κοινοτιστικό σε έναν πιο ιατρικοκεντρικό τρόπο ερμηνείας της ασθένειας και των πασχόντων υποκειμένων.
Το βασικό επιχείρημα που προτείνεται είναι ότι η αντιμετώπιση της λέπρας φαίνεται να συνάδει προγραμματικά με μια μοντέρνα λογική επιτήρησης των θεωρούμενων ως ‘ανήθικων’ κοινωνικών ομάδων (π.χ. ασθενείς με διάφορες σεξουαλικές ή χρόνιες ασθένειες, πόρνες, επαίτες, περιπλανώμενοι, άστεγοι, κ,λπ.). Παράλληλα, σε επίπεδο καθημερινότητας η κατάσταση ήταν αρκετά διαφορετική, σε βαθμό που αρκετές παραδοσιακές αντιλήψεις εξακολουθούσαν να επικρατούν συμβαδίζοντας με τα νέα σχήματα για την υγεία, την αισθητική και την εργασία. Στο πλαίσιο αυτό, το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας αποτελεί ένα υβριδικό κοινωνικό μόρφωμα που κρυσταλλώνει διαδικασίες κοινωνικών αλλαγών και είναι ενδεικτικό μιας κυρίαρχης κοινωνικής τάσης η οποία κατανοούσε την ασθένεια πρωτίστως ως κοινωνική ‘ανωμαλία’ και τους φορείς της, βασικά, ως δυνάμει επικίνδυνους για τα υπό διαμόρφωση πολιτιστικά πρότυπα.
Η ίδρυση του Λεπροκομείου
Με τις διοικητικές αλλαγές, που συνέβησαν στην Κρήτη την περίοδο μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η Σπιναλόγκα έγινε ανεξάρτητος δήμος το 1879 και αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο μουσουλμανικό κέντρο του Μεραμπέλου (Σπανάκης 1991:735 & Μοσχόβη 2005:22-24). Μετά το 1898, οι περισσότεροι Τούρκοι της Σπιναλόγκας αναχώρησαν για την Τουρκία εξαιτίας της πολιτικής βίαιων εκτοπισμών που ακολούθησε η Κρητική Πολιτεία τα πρώτα χρόνια της Αυτονομίας (Πεπονάκης 1997:91). Οι εναπομείναντες μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν το νησί το 1903, όταν κατέπλευσαν οι πρώτοι λεπροί.
Για την αντιμετώπιση της λέπρας, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1880 να θεωρείται σημαντικό ζήτημα για τη δημόσια υγεία, ο ύπατος Αρμοστής του νησιού. Πρίγκιπας Γεώργιος, κάλεσε το 1900 δυο Ευρωπαίους ιατρούς, τον καθηγητή Ehlers από την Κοπεγχάγη και τον δόκτορα Kanheim από τη Δρέσδη. Οι δυο Ευρωπαίοι ιατροί, συνεπικουρούμενοι από τον Έλληνα ιατρό Μυλογιαννάκη, παρέμειναν στην Κρήτη από τις 26 Μαρτίου μέχρι τις 6 Μαΐου 1900 και συνέταξαν έκθεση που πρότεινε την απομόνωση των λεπρών σε κάποιο νησί χωρίς να προσδιορίζουν τον ακριβή τόπο εγκατάστασης του Λεπροκομείου (Ehlers & Kanheim 1902:126).
To 1901, η Κρητική Πολιτεία με το νόμο 375 Περί Απομονώσεων των Λεπρών1 (9 Ιουλίου 1901), ο οποίος βασίστηκε στην προηγούμενη ιατρική έκθεση, θέσπισε το διαχωρισμό των λεπρών από την υπόλοιπη κοινωνία.3 Ο νόμος προέβλεπε την υποχρεωτική δήλωση προσβολής από λέπρα στους ιατρούς και τους δημάρχους, την τιμωρία των παραβατών με πρόστιμο δέκα ως εκατό δραχμών (άρθρο 1) και το διορισμό επιθεωρητή γιατρού που δε θεωρούνταν δημόσιος υπάλληλος και του οποίου τα καθήκοντα αφορούσαν την εξόντωση της λέπρας (άρθρο 2).
Μια άλλη σημαντική ρύθμιση του νόμου 375 ήταν η υποβολή σε υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις όσων θεωρούνταν ύποπτοι, η εξαμηνιαία επίσκεψη του ιατρού επιθεωρητή στα σπίτια τους για να ελέγξει την κατάσταση της υγείας τους (άρθρο 3), η αποχώρηση όσων είχαν προσβληθεί από τη λέπρα από τον ‘υγιή’ πληθυσμό και η αποστολή τους στο Λεπροκομείο (άρθρο 4), η απαγόρευση εξόδου από αυτό χωρίς ειδική άδεια για να αποφευχθεί η μόλυνση (άρθρο 5) και η τιμωρία (μηνιαία φυλάκιση) όσων δραπέτευαν (άρθρο 6).

Ο νόμος 463 Περί εγκαταστάσεων των εν Κρήτη Λεπρών* (30 Μαΐου 1903) όριζε τη Σπιναλόγκα ως τόπο εγκατάστασης των λεπρών5 και μετέφερε το ποσό των 173.000 δραχμών, για έξοδα εγκατάστασης και συντήρησης τους, από τον προϋπολογισμό των ετών 1901-1903 στον προϋπολογισμό των ετών 1903-1905. Ακολούθησαν το Κανονιστικό Διάταγμα 166 (18 Νοεμβρίου 1903) (15 άρθρα) Περί Λειτουργίαν του Λεπροκομείου Σπ το διάταγμα 245 (6 Σεπτεμβρίου 1904) Περί Τροποποιήσεων του Υπ’ Αριθ. 166 Διατάγματον την 18 Νοεμβρίου του 1903ν καί το διάταγμα 195 Περί Διακανονισμού την Εσωτερικήν Υπηρεσίαν του Λεπροκομείου8 (1 Δεκεμβρίου 1904).
Παράλληλα, ψηφίστηκαν το διάταγμα 1169 Περί Διακανονισμού την εσωτερικήν Υπηρεσίαν του Λεπροκομείου (21 Μαΐου 1905) και το διάταγμα 195 (29 Σεπτεμβρίου 1905) (15 άρθρα) Περί Διακανονισμού την Εσωτερικήν Υπηρεσίαν του Λεπροκομείου’0 τα οποία καθόριζαν, χωρίς σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας. Το Διάταγμα 142 Περί Αμοιβών Προσωπικού το (3 Σεπτεμβρίου 1907) και το Διάταγμα 220 Περί Επιδόματον Ασθενών του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας’2(1 Δεκεμβρίου 1907) τροποποίησαν τις αμοιβές, κάποια από τα καθήκοντα του προσωπικού και το επίδομα που χορηγούνταν στους ασθενείς.
Η εγκαθίδρυση του Λεπροκομείου στη νησίδα της Σπιναλόγκας ευνοήθηκε από τη σχετικά απρόσιτη και απομακρυσμένη γεωγραφική της θέση. Το νησάκι ήταν απομακρυσμένο από την ενδοχώρα και γειτόνευε με την αγροτική-κτηνοτροφική κοινότητας της Πλάκας και της Ελούντας που βρισκόταν απέναντι. Η απομόνωση των ιατρικά πιστοποιημένων λεπρών επιτυγχανόταν με αυτόν τον τρόπο αποτελεσματικά καθόσον ούτε η φυσική τους παρουσία ούτε η εξ αποστάσεως οπτική επαφή μαζί τους ενοχλούσε τη ζωή των ‘υγιών’ κατοίκων.
Ένας άλλος λόγος, που συνετέλεσε στην επιλογή της νησίδας ως τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου νησιού, ήταν η ύπαρξη κάποιων μουσουλμανικών οικογενειών στη Σπιναλόγκα. Η εκδίωξη των μουσουλμάνων από τη Σπιναλόγκα πιθανότατα αποτελούσε συμπληρωματική παράμετρο του συνολικού εγχειρήματος ίδρυσης του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας, αλλά θα ήταν υπερβολή να υπαινιχθούμε ότι εντάχθηκε σε ένα συστηματικό σχέδιο εθνικής κάθαρσης. Ο νομάρχης Λασιθίου έγραφε στο Βενιζέλο:
Το προηγούμενο χωρίο επικαλείται εθνικούς λόγους για την εγκατάσταση του Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα και λιγότερο λόγους θεραπείας ή ανακούφισης των λεπρών. Η αποχώρηση των μουσουλμάνων εξαιτίας της άφιξης των λεπρών αποτέλεσε ένα εγχείρημα μη εθελούσιου και βίαιου χωρικού εκτοπισμού μιας διαφορετικής κοινωνικής ομάδας από τις εστίες της. Η μεταφορά των λεπρών στη Σπιναλόγκα, η αναγκαστική απαλλοτρίωση των σπιτιών, η δήμευση των περιουσιών που ανήκαν σε μουσουλμάνους, η πολιτική μη σεβασμού των ιδιοκτησιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων μιας μειονοτικής ομάδας και η ουσιαστική εκδίωξη τους από το νησί φαίνεται ότι αποτέλεσαν ενισχυτικούς παράγοντες στην επιλογή της Σπιναλόγκας ως τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου.
Η απομάκρυνση της μουσουλμανικής κοινότητας από τη Σπιναλόγκα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της πληθυσμιακής της σύνθεσης, της πολιτιστικής της φυσιογνωμίας και της κοινωνικής της ταυτότητας. Με τη μεταφορά των λεπρών στη Σπιναλόγκα ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού αναχώρησε οριστικά από τη νησίδα. Το σχέδιο περιλάμβανε τον εκτόπισμά των μουσουλμανικών οικογενειών που κατοικούσαν στο νησί με την καταβολή μιας σχετικά χαμηλής αποζημίωσης. Αρχικά, αυτό το πλάνο παραλίγο να εγκαταλειφθεί εξαιτίας της άρνησης των μουσουλμανικών οικογενειών να εγκαταλείψουν τη Σπιναλόγκα, αλλά, τελικά, για λόγους κυρίως εθνικούς και οικονομικούς, η επιλογή της νησίδας ως τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου υπερίσχυσε των παραπόνων των μουσουλμάνων. Όπως καταγράφουν τα πρακτικά της Βουλής των Κρητών:
Η επιλογή του νησιού ως τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου συνάντησε αρχικά την άρνηση των τούρκικων οικογενειών που έμεναν μόνιμα στη Σπιναλόγκα, οι οποίες προέβησαν σε διάβημα διαμαρτυρίας εναντίον της υποχρεωτικής δέσμευσης των περιουσιών τους. Η δήμευση των οικιών και των περιουσιών της μουσουλμανικής κοινότητας θα συνοδεύονταν από τη έλευση των λεπρών στη Σπιναλόγκα, εγχείρημα το οποίο σύμφωνα με τους εμπνευστές του δε θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Εξαιτίας των αντιδράσεων των μουσουλμάνων η μεταφορά των λεπρών στη Σπιναλόγκα αποτράπηκε προσωρινά και εξετάστηκαν εναλλακτικά σχέδια που αφορούσαν κοντινά νησιά, όπως οι νησίδες Διονυσάδες.
Οι νησίδες Διονυσάδες είχαν τα επιπλέον πλεονεκτήματα ότι διέθεταν άφθονο τρεχούμενο νερό και ήταν τρεις στον αριθμό άρα θα υπήρχε και ταυτόχρονος χωρισμός των ανδρών από τις γυναίκες. Το πρόβλημα ήταν πως χρειαζόταν εξ ολοκλήρου οικοδόμηση κτιριακών συγκροτημάτων και κατοικιών και κρίθηκαν ως οικονομικά ασύμφορη λύση. Το αυξημένο οικονομικό κόστος ήταν η αιτία απόρριψης και άλλων τόπων (Κουφονήσια, Γραμβούσα και Ντία) ως εναλλακτικών χώρων ίδρυσης Λεπροκομείου. Τελικά, επικράτησε η άποψη ότι η απομάκρυνση των μουσουλμανικών οικογενειών επιβαλλόταν για λόγους δημόσιας ανάγκης. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε, η βουλή των κρητών βουλευτών αποφάσισε να εγκατασταθεί το Λεπροκομείο στο νησάκι Σπιναλόγκα.
Η απομάκρυνση του μουσουλμανικού στοιχείου, το φθηνό κόστος του εγχειρήματος εξαιτίας της ύπαρξης έτοιμων κατοικιών και η ανάγκη κοινωνικής απομόνωσης των ασθενών αποτέλεσαν συμπληρωματικούς λόγους επιλογής της Σπιναλόγκας ως τελικού τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου. Παράλληλα, ο ισχυρισμός ότι η λέπρα αποτελούσε μια υψηλά μεταδοτική ασθένεια με κληρονομικό χαρακτήρα που έχριζε αυστηρής απομόνωσης συγκρότησε ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της ίδρυσης Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα.

Συμπερασματικά, η ίδρυση του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας αποτέλεσε θεσμική πράξη επικύρωσης μιας κρατικής πολιτικής. Η δημιουργία του συνεισέφερε στην ανάδυση ενός ορθολογικού τρόπου αντιμετώπισης της ασθένειας, τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμικής πρότασης και επίσημης ρητορείας. Η νεωτερική αντίληψη της αποτελεσματικής εξάλειψης της ασθένειας μέσω του εγκλεισμού και της κοινωνικής απομόνωσης των φορέων της επικράτησε ως κυρίαρχη πρακτική συνυπάρχοντας με ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος. Η λέπρα αναδείχθηκε ως πρόβλημα- διακύβευμα της δημόσιας υγείας και πέρασε σταδιακά στην αρμοδιότητα της ιατρικής επιστήμης. Στο πλαίσιο αυτό συνυπήρχαν δυο επίπεδα πρακτικής αντιμετώπισης της ασθένειας:
(α) το επίπεδο της επίσημης ρητορείας και των κανονιστικών διαταγμάτων που αφορούσαν την ασθένεια και την ίδρυση του ‘κατάλληλου’ κοινωνικού θεσμού που θα την αντιμετώπιζε (Λεπροκομείο Σπιναλόγκας) και (β) το επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής αυτών των θεσμικών ρυθμίσεων, το οποίο φαίνεται ότι απέκλινε από τους καταρχήν ιδρυτικούς στόχους.
Η περίοδος της Κρητικής Πολιτείας (1903-1913)
Η ζωή των ασθενών δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια ποιότητα σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας. Την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του ιδρύματος (1903-1913), δηλαδή μέχρι την ενσωμάτωση της Κρήτης στην υπόλοιπη Ελλάδα, η υγειονομική κατάσταση των λεπρών και οι συνθήκες διαβίωσης, στέγασης, σίτισης και διατροφής ήταν εξαιρετικά υποβαθμισμένες. Μια λογοτεχνική περιγραφή επιβεβαιώνει την υπόθεση πως οι ασθενείς που εγκλείστηκαν στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας ήταν βασικά αναλφάβητοι Κρητικοί που προέρχονταν από τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα της υπαίθρου. Το παρακάτω απόσπασμα τονίζει πως οι συνθήκες ζωής των ασθενών ήταν εξαιρετικά προβληματικές και άσχημες:
Οι αστυνομικές αρχές συλλάμβαναν τους υπόπτους ασθενείς, οι οποίοι, έπειτα από μια γρήγορη και πολλές φορές πρόχειρη ιατρική εξέταση του Νομίατρου, οδηγούνταν σιδηροδέσμιοι ως κοινοί ποινικοί κρατούμενοι με τη συνοδεία αστυνομικών αρχών στην Πλάκα και από εκεί με βάρκα στη Σπιναλόγκα. Το παρακάτω απόσπασμα μας μεταφέρει μια λογοτεχνική εικόνα του τρόπου μεταγωγής των ασθενών στη Σπιναλόγκα:
Ύστερα από μερικές τυπικές διατυπώσεις και έγγραφα, ο επιστάτης του ιδρύματος τακτοποιούσε τους νεοφερμένους ασθενείς σε κάποιο από τα σπίτια του νησιού μαζί με τους υπόλοιπους λεπρούς που βρίσκονταν ήδη στη νησίδα. Το παρακάτω αυτοβιογραφικό απόσπασμα από το δικηγόρο Ρεμουντάκη14 τονίζει αυτές τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης:
Τα σπίτια δεν επαρκούσαν για όλους και πολύ συχνά οι ασθενείς ήταν υποχρεωμένοι να μένουν κατά ομάδες ή οικογένειες σε σπιτάκια που κανονικά χωρούσαν δυο με τρία άτομα. Τα σπιτάκια, συνήθως, είχαν συνολικά ένα δωμάτιο και οι λεπροί τα είχαν διαμορφώσει με τέτοιον τρόπο ώστε να ικανοποιούν τις ανάγκες διαβίωσης, μαγειρέματος και ύπνου. Τα σπιτάκια δε διέθεταν τουαλέτα ή άλλους βοηθητικούς χώρους και οι φυσικές ανάγκες λάμβαναν χώρα εκτός οικίας με αποτέλεσμα η δυσοσμία και η αποφορά να ήταν, κατά περιόδους, εξαιρετικά έντονη. Το παρακάτω απόσπασμα περιγράφει την κατάσταση που φαίνεται ότι επικρατούσε σχετικά με τις συνθήκες υγιεινής των ασθενών:
Μια άλλη αυτοβιογραφική περιγραφή είναι ακόμα πιο γλαφυρή:
Οι άσχημες συνθήκες υγιεινής εντείνονταν ακόμα περισσότερο εξαιτίας της έλλειψης τρεχούμενου νερού. Οι ασθενείς διαβιούσαν στο νησί χωρίς ιδιαίτερη ιατρική φροντίδα, νερό και άλλα απαραίτητα είδη πρώτης ανάγκης, όπως επιδέσμους, γάζες, τροφή κ.λπ. Η απουσία επιδέσμων ιατρικής περιποίησης, πόσιμου νερού και ιατροφαρμακευτικού υλικού ήταν μάλλον συχνό φαινόμενο για τους ασθενείς όπως τονίζεται στο παρακάτω απόσπασμα:
Κάποιοι από τους λεπρούς ψάρευαν παρόλο που απαγορευόταν η αλιεία σε απόσταση 200 μέτρων από την ακτή της νησίδας. Οι λεπροί, στους οποίους η ασθένεια δεν είχε προχωρήσει και δεν είχαν ακρωτηριασμένα άκρα, βοηθούσαν τους συνασθενείς τους σε ζητήματα πρακτικής διαχείρισης της καθημερινότητας, επικοινωνίας και συντροφιάς. Κατά τη διάρκεια της Κρητικής Πολιτείας, αναφέρονται συχνές προσπάθειες απόδρασης που κινητοποιούσαν ολόκληρο τον αστυνομικό μηχανισμό της περιοχής για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του λεπρού δραπέτη και την επιστροφή του στη Σπιναλόγκα και κάποιες απόπειρες αυτοκτονίας ιδίως από νεοφερμένους (Καταπότης 1933b: 73-77 & Καταπότης 1937:127-128).
Η περίοδος απο την Ενσωμάτωση μέχρι το τέλος της Κατοχής (1913 – 1944)
Μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας προσαρμόστηκε στο θεσμικό πλαίσιο για τη Δημόσια Υγεία του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Στην Ελλάδα, μέχρι τη δεκαετία του 1920, η πολιτική στο χώρο της υγείας φαίνεται ότι ήταν κυρίως αποτέλεσμα φιλανθρωπίας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η μεγάλη πρόκληση ήλθε με την άφιξη των προσφύγων μετά την ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο του 1922. Τις πρώτες δεκαετίες του 20~ αιώνα, η Ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να συγκροτήσει θεσμικό πλαίσιο και οργανωτικές αρχές που θα έβαζαν σε τάξη το ζήτημα της Δημόσιας Υγείας. Ο ΕΓ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος δημιούργησαν ένα πλήθος εξαθλιωμένων πολιτών. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες, όπως φτωχοί, επαίτες, ανάπηροι-θύματα πολέμου, ανήλικοι παραβάτες, πόρνες, αλκοολικοί, ψυχικά πάσχοντες, ορφανά και απροστάτευτα παιδιά, άστεγοι και γενικά μια πλειάδα ατόμων ανεπιθύμητων για το κράτος (Πλουμπίδης 1983:21-29, Κορασίδου 1992: 385-404 & Διάκος 1993: 314-335).

Στο πλαίσιο που αδρά σκιαγραφήθηκε παραπάνω, ξεκίνησαν κάποιες προσπάθειες βελτίωσης της κατάστασης και εκχώρησης της αρμοδιότητας των αποφάσεων που αφορούσαν το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας στην κεντρική διοίκηση και στην ιατρική επιστήμη. Στα τέλη τη δεκαετίας του 1910, η κυβέρνηση Βενιζέλου επισκεύασε κάποια από τα σπίτια του νησιού, αύξησε το μηνιαίο επίδομα των λεπρών, ξεκίνησε μια προσπάθεια να επιληφθεί του θέματος της λέπρας στην Κρήτη με ιατρικά και διοικητικά μέτρα και προτάσεις και συγκρότησε μια επιτροπή από διαπρεπείς ιατρούς καθηγητές (1918). Η επιτροπή πρότεινε μια σειρά από κανονιστικές ρυθμίσεις για τη βελτίωση της κατάστασης των λεπρών στη Σπιναλόγκα και για τη συνολική εξαφάνιση της λέπρας από την Κρήτη. Την επιτροπή αποτελούσαν οι καθηγητές Φωτεινός, Γεωργιάδης, Μαλανδρίνος και Αραβαντινός.
Σε αυτήν την κίνηση ανιχνεύονται κάποιες προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να εφαρμόσει μια ιατρικοκεντρική πολιτική, αναθέτοντας την αρμοδιότητα επίλυσης του ζητήματος της λέπρας στην κοινότητα των ντόπιων γιατρών. Μετά τις επιστολές του καθηγητή Φωτεινού και της επιτροπής Γεωργιάδη, Μαλανδρίνου και Αραβαντινού (1919), η επιλογή της νησίδας έγινε αντικείμενο προβληματισμού σε σημείο που προτάθηκε ρητά το κλείσιμο του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας και η μεταφορά του σε άλλο μέρος με την παράλληλη υιοθέτηση άλλων κριτηρίων απομόνωσης των λεπρών. Στη σχετική επιστολή (1919) οι καθηγητές έγραφαν μεταξύ άλλων:
Η επιτροπή των ιατρών, σε άλλες της επιστολές προς την ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών ή Υγιεινής, επεσήμανε την ακαταλληλότητα της νησίδας σημειώνοντας:
Σε άλλο σημείο της, η ίδια έκθεση-επιστολή πρότεινε ως βελτιωτικά μέτρα, σε περίπτωση μη μεταφοράς του Λεπροκομείου, τα παρακάτω:
Ο υπουργός Υγιεινής Ρακτιβάν με απαντητική του επιστολή, στις 20 Σεπτεμβρίου 1920,15 παρακαλούσε την τριμελή επιτροπή να μεταβεί στις Διονυσάδες και να επιθεωρήσει την καταλληλότητα της νησίδας για να μεταφερθεί το Λεπροκομείο από τη Σπιναλόγκα σε κάποιο άλλο πιο πρόσφορο μέρος (Καταπότης 1933b: 43). Τελικά, τόσο η μεταφορά του Λεπροκομείου από τη Σπιναλόγκα στις Διονυσάδες όσο και η δημιουργία Αντιλεπρικού κλινικού εργαστηρίου στην Πλάκα ματαιώθηκαν. Η παρουσία του Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα ως ανεπαρκούς κρατικού θεσμού κοινωνικής πρόνοιας και ιατρικού ελέγχου προβληματοποιήθηκε από μερικά άρθρα στον τοπικό τύπο της εποχής.
Τα συγκεκριμένα άρθρα δεν επέκριναν συνολικά το Λεπροκομείο ως θεσμό πρακτικής αντιμετώπισης της ασθένειας. Αντίθετα, διαφωνούσαν με τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν στη Σπιναλόγκα, κυρίως για ανθρωπιστικούς λόγους, οι οποίοι συνδέονταν με προτάγματα φιλανθρωπίας και ανθρώπινης υπόστασης των ασθενών. Η εφημερίδα Ελπίς σε κεντρικό της άρθρο, το οποίο υπέγραφε ο ιατρός Ν. Κεφαλογιάννης, σχολίαζε επικριτικά τις συνθήκες ζωής των λεπρών και αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν ανθρώπινα όντα να επιφυλάσσουν σε συνανθρώπους τους, που δεν ήταν εγκληματίες, αλλά ασθενείς και άτυχοι, τέτοια σκληρή και απάνθρωπη μεταχείριση, τέτοια αδικαιολόγητη σκληρότητα και εκδίκηση, τέτοια αδιαφορία και αναλγησία:
Η ίδια εφημερίδα, σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου από τον ίδιο ιατρό, σχολίαζε επιτιμητικά ότι το Λεπροκομείο αδυνατούσε να εκπληρώσει τόσο το φιλανθρωπικό όσο και το επιστημονικό του έργο. Προχωρούσε δε ακόμα παραπέρα θεωρώντας την ασθένεια άκρως μεταδοτική και επικίνδυνη και όχι μόνο κληρονομική όπως κάποιοι άλλοι ιατροί θεωρούσαν. Το άρθρο πρότεινε να ληφθούν επιπρόσθετα προφυλακτικά μέτρα διότι ακόμα και ένας ασθενής εκτός Λεπροκομείου αποτελούσε οιονεί σοβαρή εστία μόλυνσης και κινδύνου για ολόκληρο το χωριό ή την πόλη που κατοικούσε:
Το άρθρο υποστήριζε ότι μονάχα μια επισταμένη, συστηματική και συχνή ιατρική έρευνα θα μπορούσε να ανακαλύψει τους ασθενείς που βρίσκονταν στο πρώτο στάδιο της ασθένειας, οι οποίοι ήταν και οι πλέον επικίνδυνοι καθόσον δεν λάμβαναν καμία προφύλαξη και ήταν εν αγνοία τους οι πλέον μολυσματικοί. Παράλληλα, υποστήριζε το κλείσιμο του Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα και τη μεταφορά του, μαζί με την ταυτόχρονη μεταφορά όλων των ασθενών που η ιατρική αστυνομία θα ανακάλυπτε, σε ασφαλέστερες και μεγαλύτερες εγκαταστάσεις όπου οι αποδράσεις θα ήταν αδύνατες και η ιατρική επιστήμη κυρίαρχη και τόνιζε χαρακτηριστικά:
Μετά το 1921 έλαβαν χώρα κάποια βελτιωτικά έργα που όμως δε μετασχημάτισαν ριζικά την κατάσταση που επικρατούσε στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας. Απόρροια αυτής της άσχημης κατάστασης αποτέλεσε μια μαζική εξέγερση των ασθενών (1923), οι οποίοι απείλησαν ότι θα ξαναμπούν στην Κρήτη με ομαδικές εξόδους και αποδράσεις (Borne 1992: 108 & Grivel 2002: 57). Το ελληνικό κράτος σύστησε μια επιτροπή στην οποία ο διευθυντής της Σπιναλόγκας Μαυρικίδης μετέφερε τις απόψεις του για την κατάσταση (1923):
Αυτό που αναδεικνύεται από το παραπάνω απόσπασμα είναι πως η αντίληψη ότι η πλήρης απομόνωση των λεπρών από την υπόλοιπη κοινωνία για λόγους προστασίας θεωρήθηκε από τους αρμόδιους επιβεβλημένη και όχι απλά μια ασήμαντη παράμερος του συνολικότερου σχεδίου οριστικής εξάλειψης της νόσου. Οι εργασίες της επιτροπής κατέληξαν το 1925 στην ψήφιση ενός νομοθετικού διατάγματος,19 το οποίο απέβλεπε στη μετατροπή του νησιού σε τόπο παροχής νοσοκομειακής περίθαλψης και ιατρικής φροντίδας. Το διάταγμα δεν τροποποιούσε καμία από τις κανονιστικές ρυθμίσεις που ήδη ίσχυαν και φρόντιζε να υπενθυμίσει και να τονίσει μια σειρά από απαγορεύσεις, κυρώσεις και περιορισμούς στην επικοινωνία και στην κυκλοφορία των ασθενών.
Ο καθηγητής Ζεϋφάρτ, ένας Γερμανός ειδικός που προσκλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση για να προσφέρει τις γνώσεις του και να συνεισφέρει στην προσπάθεια ελέγχου του προβλήματος, περιέγραφε με τα μελανότερα χρώματα τις συνθήκες διαβίωσης στο Λεπροκομείο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του το 1925.0 Γερμανός γιατρός στηλίτευε τη λειτουργία του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας ως απομονωτηρίου και τόνιζε την ανάγκη της μετατροπής του σε θεραπευτήριο και όχι κολαστήριο ασθενών:
Ο Νομάρχης Λασιθίου (1927) ανέφερε στο Βενιζέλο σχετικά με την ακαταλληλότητα του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας:
Μια ανάλογη περιγραφή, η οποία επεσήμαινε το πρόβλημα των πρόχειρων διαγνώσεων της ασθένειας, της ομογενοποιητικής λογικής του Λεπροκομείου που δεν διαχώριζε τα ελαφριά από τα βαριά περιστατικά, των σεξουαλικών παρενοχλήσεων των γυναικών από τους άνδρες, την ανυπαρξία αστυνομικού ελέγχου, των αποδράσεων και των αυτοκτονιών, μετέφερε, το 1927, ο γάλλος ιατρός Κάρολος Νικόλ, διευθυντής του Ινστιτούτου Παστέρ της Τύνιδας. Ο καθηγητής Νικόλπρότεινε το κλείσιμο του ιδρύματος ως το μόνο ουσιαστικό και πρακτικά αποτελεσματικό μέσο βελτίωσης της κατάστασης των ασθενών:
Στο πλαίσιο της αντίληψης περί διαχωρισμού των ασθενών από τους υγιείς, ειδικότερα μετά το 1928, ξεκίνησαν κάποιες πιο αποτελεσματικές προσπάθειες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και ανεγέρθηκαν νέα κτίρια που όμως δεν λειτούργησαν πλήρως. Παράλληλα, επιχειρήθηκε μια προσπάθεια πλήρους ιατρικοποίησηςτου ζητήματος της λέπρας. Για παράδειγμα, η συζήτηση για την ανέγερση κλινικού και πειραματικού επιστημονικού εργαστηρίου για την καταπολέμηση της λέπρας στην κοινότητα Πλάκας, η οποία βρίσκεται απέναντι από τη Σπιναλόγκα, ξεκίνησε τη χρονική περίοδο 1928-1929. Το κλινικό εργαστήριο τελικά για λόγους ιατρικών σκοπιμοτήτων και πιέσεων από τις εύπορες οικογένειες των Αθηνών, οι οποίες διέθεταν ως μέλη τους άτομα που είχαν προσβληθεί από την ασθένεια και εξακολουθούσαν να διαμένουν εκτός Σπιναλόγκας, εγκαινιάστηκε στις 13 Απριλίου 1929 στην Αθήνα (Borne 1993: 150 & Ζερβογιάννης 1994b: 114-115).
Τη δεκαετία του 1930, η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να δημιουργήσει, σε συνεργασία με κάποια Αντιλεπρικά Ινστιτούτα του εξωτερικού, επιστημονικές επιτροπές από έλληνες και αλλοδαπούς επιστήμονες (δερματολόγους, αφροδισιολόγους, κ.λπ.), οι οποίοι θα διερευνούσαν κλινικά και εργαστηριακά τη λέπρα και θα οργάνωναν ένα Αντιλεπρικά κλινικό εργαστήριο στην κοινότητα της Πλάκας, απέναντι από τη Σπιναλόγκα. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Αντί γι αυτό δημιουργήθηκε το 1929 ο Αντιλεπρικός Σταθμός στην Αθήνα (Ζερβογιάννης 1994b: 114-115).
Οι συνθήκες ζωής, σίτισης, στέγασης και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και, κατά δεύτερο λόγο, οι συνθήκες υγειονομικής φροντίδας ή θεραπείας των ασθενών φαίνεται να ξεκίνησαν να βελτιώνονται ορατά μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Σε αυτές τις αλλαγές πιθανότατα συνέβαλλε ο ερχομός στο νησί του λεπρού δικηγόρου Ε. Ρεμουντάκη που με την βοήθεια κάποιων άλλων συνασθενών του κατάφερε να συμβάλλει στη συγκρότηση μιας πολιτικής κοινότητας με εκλογές, αντιπροσώπους και συνδικαλιστικά όργανα.
Το εγχείρημα της επικοινωνίας των λεπρών με τον ‘έξω κόσμο’ συμπορεύτηκε με την ταυτόχρονη προσπάθεια συγκρότησης μιας οιονεί κοινότητας με κοινή συνείδηση και αίσθηση του ‘ανήκειν και του αγωνίζεσθαΓ για συλλογικούς σκοπούς. Το ενδιαφέρον για την παρουσίαση ενός ‘φυσιολογικού’ εαυτού προς τους ‘έξω’ φαίνεται ότι επικράτησε ως μια από τις πρώτες προτεραιότητες της κοινότητας των ασθενών. Η τοπική εφημερίδα Ανατολή20 φιλοξένησε ευχαριστήριο άρθρο των ασθενών, υπογεγραμμένο από τον Ε. Ρεμουντάκη, ως προέδρου της Επιτροπής Λεπρών Σπιναλόγκας, οι οποίοι ευχαριστούσαν το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Λεπροκομείου και το Νομάρχη Λασιθίου για το ενδιαφέρον τους και την ακρόαση των αιτημάτων τους. Σε άλλο άρθρο στην ίδια εφημερίδα που υπογράφονταν από τον Ν. Μπαρούνη, μέλος της Επιτροπής Λεπρών Σπιναλόγκας, το μοτίβο ήταν ανάλογο:
Η εφημερίδα Ανατολή δημοσίευσε και άλλες ευχαριστήριες καταχωρήσεις, που τόνιζαν τη φιλάνθρωπη επίσκεψη της συζύγου του Νομάρχη, των στρατιωτικών και των αστυνομικών αρχών και την εκμάθηση της χρήσης ραδιόφωνου. Σε αυτές τις καταχωρήσεις, εντύπωση προκαλούσε η πληθώρα των επαινετικών σχολίων και των ευγενικών χαρακτηρισμών (« άφθαρτος ευγνωμοσύνη», «στοργικό κρατικό ενδιαφέρον») προς τις διοικητικές αρχές και η εμπιστοσύνη προς τους κρατικούς φορείς.22 Η έλευση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η ιταλογερμανική κατοχή ανέστρεψαν και σταμάτησαν τις προηγούμενες προσπάθειες. Το κυριότερο μέλημα των ασθενών φαίνεται ότι έγινε ξανά η φυσική επιβίωση και η προσαρμογή στις νέες συνθήκες.
Το επίδομα που λάμβαναν οι ασθενείς από την Ελληνική κυβέρνηση διακόπηκε, οι εμπορικές συναλλαγές με την ‘έξω’ κοινότητα σταμάτησαν ή πραγματοποιούνταν κυρίως σε είδος. Οι Ιταλοί επέδειξαν μια σχετικά μικρή ανοχή στους ασθενείς, οι οποίοι κολυμπώντας έβγαιναν απέναντι στην Πλάκα και ζητιάνευαν. Η κατάσταση ήταν αρκετά δύσκολη και οι ασθενείς διεκδίκησαν να συμπεριληφθούν στη δύναμη των στρατευμάτων κατοχής ώστε να εξασφαλίζουν τουλάχιστον την αναγκαία ποσότητα τροφής. Το αίτημα των ασθενών ικανοποιήθηκε αφού πρώτα προηγήθηκε η επίσκεψη Ιταλών και Ελλήνων αξιωματούχων στο νησί για να διερευνηθεί η κατάσταση (Ρεμουντάκης 1973:150-155 & Grivel 2002:74-76).
Με την έλευση των Γερμανών οι συνθήκες δυσκόλεψαν ακόμα περισσότερο. Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, ο υποσιτισμός των ασθενών ήταν διαρκής και κάποιοι από τους λεπρούς δεν άντεξαν και υπέκυψαν. Οι ασθενείς προσπάθησαν εκ νέου να διαπραγματευθούν με τις δυνάμεις κατοχής την ένταξη τους στη δύναμη των στρατευμάτων κατοχής για λόγους επιβίωσης. Αυτό τελικά το κατόρθωσαν μετά το Μάρτιο του 1943 και έτσι τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να επιβιώσουν (Ρεμουντάκης 1973:157, Zorbas 1999: 45 & Grivel 2002: 74-76).
Συμπερασματικά μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα (1913) υπήρξαν αλλαγές στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας (επιδιόρθωση ζημιών, προσθήκη και ανέγερση κτιρίων, αύξηση επιδομάτων, κ.λπ.). Αυτές οι αλλαγές κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της αύξησης της ιατρικής εξουσίας, αλλά δε φαίνεται να μετασχημάτισαν ριζικά την κατάσταση ιατρικής φροντίδας, διαβίωσης και σίτισης που επικρατούσε στην κοινότητα ασθενών. Την περίοδο 1913-1944, το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας εξακολουθούσε να κινείται περισσότερο στην κατεύθυνση του εγκλεισμού και της κοινωνικής απομόνωσης και λιγότερο στην κατεύθυνση παροχής σοβαρής ιατρικής φροντίδας και νοσηλευτικής αρωγής στους πάσχοντες. Καταβλήθηκαν προσπάθειες ενίσχυσης και βελτίωσης του ιδρύματος, κυρίως σε επίπεδο υποδομών και εγκαταστάσεων και διαφάνηκε μια συνολικότερη τάση προόδου σχετικά με το ζήτημα της διαβίωσης, αλλά όχι της θεραπείας. Οι διαδικασίες που ξεκίνησαν, στις οποίες οι ασθενείς είχαν ενεργό ρόλο από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ακυρώθηκαν από τον Πόλεμο και την Κατοχή.
Η περίοδος από την Απελευθέρωση μέχρι το κλείσιμο του Λεπροκομείου (1944-1957)
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 (1948-1949) και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η κατάσταση στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας άρχισε να βελτιώνεται στο επίπεδο των κτιριακών υποδομών, αλλά όχι στο επίπεδο παροχής ιατρικής φροντίδας και νοσοκομειακής περίθαλψης προς τους πάσχοντες. Η καταβολή του επιδόματος επανήλθε σταδιακά, έστω και αν η αξία του είχε μειωθεί δραματικά λόγω υψηλού πληθωρισμού. Έπειτα από προσπάθειες, τόσο της διοίκησης όσο και της κοινότητας ασθενών, έφθασαν στο νησί δύο ασθενοφόρα για τη μεταφορά των λεπρών σε νοσοκομεία της περιοχής και μια γεννήτρια για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (Grivel 2002: 76-78). Το 1948, χτίστηκαν δύο καινούργιες πτέρυγες για τη φιλοξενία των λεπρών και τα περιοριστικά μέτρα φαίνεται να χαλάρωσαν ελαφρώς αφού η φυλακή φιλοξενούσε κυρίως το σωματείο των λεπρών (Ζερβογιάννης 1995b: 83-93).
Η ζωή μέσα στην κοινότητα ασθενών έγινε κάπως καλύτερη από άποψη διαβίωσης και σίτισης, αλλά το μεγάλο πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει η θεραπεία και η ιατρική φροντίδα η οποία παρέμεινε ανεπαρκής όλα τα χρόνια λειτουργίας του ιδρύματος. Η διεύθυνση του Λεπροκομείου αποδέχτηκε το αίτημα των ασθενών να τους επιτρέψει να κατασκευάσουν μικρές βάρκες για να ψαρεύουν και να κάνουν λεμβοδρομίες γύρω από τη νησίδα (Ζερβογιάννης 1992:3-36 & Borne: 1993: 235). Οι βάρκες αυτές χρησιμοποιήθηκαν για νυχτερινές αποδράσεις, αλλά και για τη μυστική επικοινωνία με εκπροσώπους του τοπικού τύπου (Ζερβογιάννης 1992: 3-36 & Καταπότης 1993:11- 19).
Ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός στη ζωή της κοινότητας ασθενών Σπιναλόγκας υπήρξε η ανακάλυψη και η εφαρμογή των αντιλεπρικών φαρμάκων μετά το 1940 και η ουσιαστική εφαρμογή τους μετά τον Ιανουάριο του 1948, οπότε σταδιακά άρχισε και η χορήγηση εξιτηρίων στους δικαιούχους23 (Ζερβογιάννης 1992:3-36 & Borne: 1993:235). Η εκ νέου εξέταση κάποιων θεωρούμενων ως λεπρών, προκειμένου να χορηγηθούν εξιτήρια, αποκάλυψε ότι υπήρχαν άτομα που είτε είχαν εγκλειστεί κατά λάθος, χωρίς να έχουν ποτέ προσβληθεί από την ασθένεια, είτε υπήρχαν μετριοπαθή περιστατικά φυματιώδους μη μεταδοτικής λέπρας για τα οποία δεν υπήρχε λόγος απομόνωσης στο Λεπροκομείο.
Παρ’ όλες τις βελτιωτικές κινήσεις οι ασθενείς συνέχισαν να διαμαρτύρονται διεκδικώντας αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής, φάρμακα και θεραπευτική αγωγή. Από το Σεπτέμβριο του 1952, η ελληνική κυβέρνηση προώθησε τη σταδιακή κατάργηση όλων των Λεπροκομείων και Λωβοκομείων και αποφάσισε την ανέγερση ενός κεντρικού θεραπευτικού ιδρύματος κοντά στην Αθήνα, που θα συνεργαζόταν στενά με την Ιατρική Σχολή και στο οποίο θα διεξαγόταν επιστημονική έρευνα. Στις 20 Ιανουάριου 1953, τριάντα λεπροί εξεγέρθηκαν, άρπαξαν τη λέμβο υπηρεσίας και βγήκαν
στην Πλάκα για συναντήσουν τις αρχές και να εκθέσουν τα αιτήματα της κοινότητας ασθενών (Borne 1993:85). Ύστερα από διάφορες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, ο υπουργός Υγιεινής Πολυζωγόπουλος, με το νόμο 3369 Περί Μέτρων προς ΚαταποΠέμησιν της Λέπρας (23 Σεπτεμβρίου 1955), επέτρεψε την κατ’ οίκον νοσηλεία των ασθενών (Borne 1993:255- 256 & Grivel 2002: 84-86).
Το Μάρτιο του 1956, αντιπροσωπεία του Υπουργείου Υγιεινής, με επικεφαλής τον υπουργό Πολυζωγόπουλο και μέλη τους βουλευτές, τους Νομάρχες και τους Νομίατρους του νησιού, έφθασε στη Σπιναλόγκα. Στη νησίδα, αντιπροσωπεία ασθενών,24 με επικεφαλής τον Ε. Ρεμουντάκη, τους δήλωσε ότι το μοναδικό τους αίτημα ήταν να φύγουν από τη Σπιναλόγκα «ζωντανοίκαι πεθαμένοι» (Ρεμουντάκης 1973:163). Τελικά, τον Ιούλιο του 1957, οι τελευταίοι περίπου τριάντα λεπροί μεταφέρθηκαν υποχρεωτικά στον Αντιλεπρικό Σταθμό του τότε Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων -και νυν Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής Αγία Βαρβάρα στην Αθήνα-, όπου οι συνθήκες, τουλάχιστον αρχικά, δεν ήταν πολύ καλύτερες από τη Σπιναλόγκα (Borne 1993: 257 & Grivel 2002:101-102).
Συμπέρασμα
Οι οικονομικοί περιορισμοί που αντιμετώπιζε η νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία, σε συνδυασμό με τη σαφή πρόθεση χωρικής εκδίωξης των μουσουλμανικών οικογενειών και το αίτημα κοινωνικής απομόνωσης των λεπρών αποτέλεσαν τους κυριότερους λόγους επιλογής της Σπιναλόγκας ως τόπου εγκατάστασης του Λεπροκομείου. Το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας φαίνεται καταρχήν να σχετίζεται με την πρόθεση μιας ορθολογικής διαχείρισης του προβλήματος της λέπρας με τη μορφή κοινωνικής απομόνωσης και ελέγχου των φορέων της ασθένειας. Αυτή η διαχείριση πιθανότατα εγγράφηκε στο πλαίσιο της ανάδυσης μιας εκσυγχρονιστικής λογικής, όπως αυτή ανιχνεύεται αρχικά στη νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία και αργότερα στο νεώτερο Ελληνικό κράτος.
Παράλληλα, ανιχνεύεται μια απόσταση ανάμεσα στη μορφή, δηλαδή τις θεσμικές διακηρύξεις και το κανονιστικό πλαίσιο του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας, και στο περιεχόμενο, δηλαδή την καθημερινή ζωή της κοινότητας ασθενών. Όταν ιδρύθηκε το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας, για τους λόγους που συζητήσαμε νωρίτερα, φαίνεται ότι αποτελούσε, τουλάχιστον σε επίπεδο ιδρυτικών διακηρύξεων και προγραμματικής ρητορείας, ένα εγχείρημα εκσυγχρονιστικής και ιατρικοκεντρικής διαχείρισης της ασθένειας και των φορέων της που ήταν εναρμονισμένο με τους θεσμούς και τις πρακτικές που επικρατούσαν την ίδια περίοδο στην Ευρώπη.25
Στην πράξη το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας απείχε αρκετά από αυτά που συνέβαιναν στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ιδρύματα σε επίπεδο ιατρικής φροντίδας, νοσηλευτικής περίθαλψης, κλινικού πειραματισμού και συνθηκών διαβίωσης για τους ασθενείς. Το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλα τα χρόνια της λειτουργίας του. Συνολικά, μπορούμε να επισημάνουμε ότι, ενώ στο επίπεδο της θεωρίας και των προγραμματικών διακηρύξεων το ίδρυμα φαίνεται ότι αποτέλεσε ένα νεωτερικό θεσμικό μόρφωμα, στο επίπεδο της λειτουργίας συναντάμε όψεις τόσο παραδοσιακών όσο και νεώτερων αντιλήψεων για την ασθένεια και τους φορείς της. Αυτή η ενδιαφέρουσα συνύπαρξη, η οποία αποτυπώνεται περισσότερο έντονα μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1930, αλλά εξακολουθεί να ανιχνεύεται σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του, καθιστά το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας ένα ίδρυμα εγκλεισμού, το οποίο φαίνεται να συνδυάζει την κοινωνική απομόνωση, τον εξοβελισμό και τον στιγματισμό με τη δημιουργία μιας δημιουργικής κοινότητας ασθενών.
Στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας δημιουργήθηκε ένας ζωντανός κοινωνικός κόσμος ασθενών και ανιχνεύονται διαφορετικά επίπεδα τυπικών και άτυπων θεσμών (π.χ. εκκλησία, κράτος, αστυνομία, οικογένεια, κοινότητα ασθενών, κ.λπ.). Όπως αναδεικνύεται από την ανάλυση του εμπειρικού υλικού που μελετήσαμε, η καθημερινότητα των ασθενών φαίνεται να ήταν εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας της ιατρικής ανεπάρκειας, της έλλειψης φαρμάκων και της απουσίας νοσηλευτικής φροντίδας. Το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας φαίνεται ότι, τελικά, αποτέλεσε έναν κοινωνικό θεσμό στον οποίο κρυσταλλώθηκε, με εσωτερικές αντινομίες και αντιφάσεις, η διαδικασία σταδιακής εκχώρησης της αρμοδιότητας διαχείρισης της ασθένειας και των φορέων της από την εκκλησία και την παραδοσιακή κοινότητα στους κρατικούς ιδρυματικούς θεσμούς.
Το ίδρυμα αντιμετώπισης των λεπρών φαίνεται ότι αποτέλεσε κυρίως έναν τόπο-σύμβολο κοινωνικής απαξίωσης, απομόνωσης, ασθένειας, στιγματισμού, εγκλεισμού και κοινωνικής μνήμης. Στο εσωτερικό του δημιουργήθηκε μια οργανωμένη κοινότητα ασθενών που είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά το μισό αιώνα της λειτουργίας του. Αυτή η κοινότητα ασθενών, ειδικότερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ενεργοποιήθηκε περισσότερο και ξεκίνησε να διεκδικεί πιο δυναμικά και αποτελεσματικά αξιοπρεπείς συνθήκες ιατρικής φροντίδας, νοσηλευτικής αρωγής και καθημερινής διαβίωσης.
[1] «Η Σπιναλόγκα είνε βράχος ένυδρος και ξηρός, εντελώς ακατάλληλος ως Λεπροκομείον, του εν αυτώ σημερινού τοιούτου
[2] «Είναι ανάγκην εντόςτης πόλεως Σπιναλόγκας να ανεγερθή εν μικρόν νοσοκομείον με φαρμακείον και μικροβιολογικόν εργαστήριον. Το προσωπικόν δια την ιατρική περίθαλψην των200 περίπου λεπρών πρέπει τουλάχιστον να αποτελήται από δύο έως τρείς ιατρούς, εκ πέντε φυλάκων και πέντε νοσοκόμων. Ως πρώτον βήμα βελτιώσεως της κατάστασεως, είναι ανάγκη να διαρρυθμισθώσιν εκ των υπαρχόντων οικιών 1-2 δωμάτια τα οποία να χρησιμεύουν ως ιατρείον εξετάσεως των λεπρών και δια επιδέσεις και αλλαγάς των ασθενών τούτων. Επίσης είναι ανάγκη να εφοδιασθή με ένμικροσκόπιονκαι τα απολύτως αναγκαία αντιδραστήρια προς επιστημονικήν διάγνωσιντων εισαγομένων λεπρών και αποφυγήν ούτω διαγωστικών σφαλμάτων. Οι ιατροί του Λεπροκομείου κατά καιρούς να μεταβαίνουν εις Αθήνας να παρακολουθούντας προόδους της επιστήμης […] θεραπεία των λεπρών πρέπει να αρχίση και να εφοδιασθή
Βιβλιογραφία
Bonafe J. L., «The History of Leprosy», Acta Leprologica, V. 2,1985: 95-100.
Borne M., La Chimere Infectieuse, L’Aire, Vevey, 1993.
Bournova E., «Sante Publique et Corps Medical en Transition: Le Cas de la Crete au Debut du XXe Siecle», Annalesde Demographie Historique, 1996:119-136.
Browne S. G., «Some Aspects of the History of Leprosy», Social Medicine, V. 8,1975: 485-493.
Ehlers E., & Kanheim 0., «La Lepre en Crete», Lepra, Bibliotheca Internationalist, J.A. Barth, Leipzig, 1902.
Grivel Z., Η Νόσος τουΧάνσεν στην EdddSa και στην Κρήτη κατά τον 20° Αιώνα. ΨυχοκοικωνιοΑογικές Επιπτώσε^, Κ.ΕΠ.ΑΝ.ΕΛ., Άγιος Νικόλαος, 2002.
Irgens L. Μ. & Bjerkdal Τ., «Epidemiology of Leprosy in Norway: The History of the National Leprosy Registry of Norway from 1856 until Today», International Journal of Epidemiology, V. 2,1973: 81-89.
Lechtat M. F., «Epidemiology of Leprosy in the Last 100 Years», International Journal of Leprosy, V. 3,1973: 298-306.
Zorbas V., Spinalonga. The Isle of the Damned, Penguin, London, 1999.
Ανδριώτης 2002 Ανδριώτης N., ΠΤΙηθυσμοί και Οικισμοί της Ανατολικής Κρήτης (16°°-19°° Αιώνας, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2002.
Ανδριώτης Ν., ΠΤΙηθυσμός και Οικισμοί της Ανατολικής Κρήτης 16ος-19ος Αιώνας Βικαιλαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2006.
Βαρούχα Μ., «Ασθένεια, Αρωγή και Υγειονομική Πολιτική στο Ρέθυμνο του 19°u Αιώνα: Η Περίπτωση των Λεπρών», Κρητολογικά Γράμματα,Τ. 19, 2004: 87-137.
Δανδουλάκης Κ., Τα Δέκα Χρυσά Δουκάτα της Σπιναλόγκας, Άγιος Νικόλαος, 1993.
Ευαγγέλου X., «Η Λέπρα εν Ελλάδι», Αρχεία Υγιεινής, Τ. 1-6, Αθήνα, 1948:1-21.
Ζερβογιάννης Ν„ «Η Ιστορία της Σπιναλόγκα», Αμάλθεια, Τ. 23, τ. 90-93, (Ιαν.-Ιουν.) 1992: 3-36.
Ζερβογιάννης 1994b: 114-115 Ζερβογιάννης Ν„ «Η Ιστορία της Σπιναλόγκα», Τ. 25, τ. 100-101, (Ιουλ,-Δεκ.) 1994b: 103-120.
Ζερβογιάννης 1995b: 83-93 Ζερβογιάννης Ν., «Η Ιστορία της Σπιναλόγκα», Αμάλθεια, Τ. 26, τ. 104-105, (Ιουλ.-Δεκ.) 1995b: 83-93.
Καταπότης Μ., «Η Λέπρα εν Κρήτη», Μύσων, Τ. Β’, 1933b: 37-194.
Καταπότης Μ., «Δια την Ιστορίαν της Λέπρας εν Κρήτη», Μύσων, Τ. ΣΓ, 1937:127-128.
Καταπότης Γ„ «Ζωντανοί-νεκροί ήταν οι Λεπροί στη Σπιναλόγγα», Κρήτη, Τ. 201,1993:11-19.
Κορασίδου Μ., «Οι Φιλάνθρωποι Μιλούν για τους Φτωχούς», Ιστορικά, Τ. 17,1992:385-404.
Κορνάρος Θ., «AdVitam»,Σπιναλόγκα,Άτλας, Αθήνα, 1956.
Λιάκος Α., Εργασία και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1993.
Μοσχόβη Γ., Σπιναλόγκα, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 2005.
Μπουρνόβα Ε„ «Λεπροί και Λεπροκομείο» στο Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης (Επιμ.)., Ρέθυμνο 1898-1913. Από την Αυτονομία στηνΈνωση, Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης, Ρέθυμνο, 1998: 67-78.
Πεπονάκης Μ., «Εξισλαμισμοί και Επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899», Νέα Χριστιανική Κρήτη, Παράρτημα, 2, Ρέθυμνο, 1997.
Πλουμπίδης Δ., «Εισαγωγικά γύρω από την Εγκατάσταση της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα», Σύγχρονα Θέματα, Τ. 19 (Οκτ.- Δεκ.), 1983: 21-29.
Ρεμουντάκης Ε„ Αϊτός Χωρίς Φτερά, Ανέκδοτη Αυτοβιογραφία, Αθήνα, 1973.
Σαββάκης Μ., Εγκλεισμός, Στίγμα και Βιογραφικές Διαδρομές. 0 Θεσμός του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας και η Ασθένεια ως Βιωμένη Εμπειρία, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2006.
Σπανάκης Σ., Πόλεις και Χωριά της Κρήτης στο Πέρασμα των Αιώνων, Ηράκλειο, 1991.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.