Γιώργος Νικολαίδης
Ψυχίατρος, Διευθυντής του Τμήματος “Οικογενειακών Σχέσεων”
στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Αθήνα
σύναψις 05 [2007]
Εισαγωγή
Υπάρχει κάτι παράξενο στις θεωρητικές προσεγγίσεις σχετικά με τα συναισθήματα: φαίνεται ότι αποτελούν το κατ’ εξοχήν είδος διανοητικής κατάστασης που οι διάφοροι μελετητές (φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, νευροεπιστήμονες κ.ά.) αρνούνται, ευκολότερα από οποιοδήποτε άλλο, ότι καν υπάρχει! Χαρακτηριστικά, μια συλλογή φιλοσοφικών άρθρων της αναλυτικής παράδοσης του 1980 δηλώνει απερίφραστα ότι «τα συναισθήματα δεν αποτελούν φυσικό είδος» [23], Είκοσι χρόνια αργότερα, μια άλλη εισαγωγή ενός άλλου βιβλίου, γραμμένου από έναν εκ των πλέον επιφανών φιλοσόφων της νόησης, ισχυρίζεται αναλόγως: «τα συναισθήματα είναι ένα είδος ψυχολογικού συμβάντος που αυθαίρετα ορίζεται ως είδος» [14]. Ακόμα και νευροεπιστήμονες, των οποίων η σκέψη χαρακτηρίζεται έντονα από φιλοσοφική αναζήτηση, δεν διστάζουν να ισχυριστούν ότι οι συναισθηματικές καταστάσεις, που μπορούν να ταυτοποιηθούν με συγκεκριμένους νευρο-φυσιολογικούς μηχανισμούς, δεν είναι -αυστηρά μιλώντας- συναισθήματα [19]. Φυσικά, αυτές δεν είναι οι μόνες προσεγγίσεις του θέματος. Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει: τα συναισθήματα φαίνεται να αναπαριστούν ένα πεδίο αυξημένης δυσκολίας στην προσέγγιση από πλευράς θεωρίας.

Ταυτόχρονα, ακόμα και οι προ-θεωρητικές γλωσσικές ή διαισθητικές προδιαθέσεις σχετικά με τα συναισθήματα μπορεί να είναι άκρως παραπλανητικές. Έτσι, π.χ. στις περισσότερες εκ των λατινογενών γλωσσών οι σήμερα χρησιμοποιούμενες λέξεις για τα «συναισθήματα» (“emotions” ή τα αντίστοιχό της σε άλλες γλώσσες) χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για να υποδηλώσουν ισχυρά και έντονα “passions” («πάθη»), ενώ σήμερα οι χρήσεις αυτές έχουν πλήρως αντιστραφεί (3). Όλα τα παραπάνω έχουν ίσως συντελέσει ώστε το θέμα των συναισθημάτων να μην είναι πολύ δημοφιλές στην σύγχρονη φιλοσοφική συζήτηση, σε αντίθεση με την παλαιότερη φιλοσοφική παράδοση όπου μια σειρά φιλοσόφων, από τον Πλάτωνα έως τον Descartes, από τον Hume έως τον Locke, και από τον Αριστοτέλη έως τον Spinoza και τον Kant, είχαν ως θεμελιώδες συστατικό των θεωρήσεών τους τις θέσεις τους σχετικά με την φύση των συναισθημάτων. Κι ακόμα, οι περισσότεροι από τους φιλοσόφους παλαιότερων περιόδων αποπειράθηκαν να δώσουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα της διαντίδρασης των συναισθημάτων με τις λοιπές διανοητικές καταστάσεις (όπως οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες, η ορθολογική σκέψη, αλλά και λειτουργίες όπως η αντίληψη κ.ο.κ.). Τα σημεία συζήτησης, μετατοπίστηκαν, ωστόσο, με βάση τα δεδομένα της βιολογίας, της φυσιολογίας, της ανθρωπολογίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας, ιδιαίτερα μετά το τέλος του 19ου και τις απαρχές του 20ου αιώνα. Σε αυτό το σημείωμα, λοιπόν, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε μια σειρά από προσεγγίσεις που διαμορφώθηκαν αυτό ακριβώς το χρονικό διάστημα και που ακόμα παίζουν καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες αντιλήψεις για τα συναισθήματα.
Κλασικές ΒιοΑογικές-ΦυσιοΑογικές και Φιλοσοφικές προσεγγίσεις:
Σε ένα από τα βιβλία του [7], το 1872, ο C. Darwin, πρότεινε για πρώτη φορά την εκδοχή ότι τα συναισθήματα μπορεί να είναι αποτέλεσμα της εξελικτικής ιστορίας του ανθρώπινου βιολογικού είδους. Το κίνητρο του Δαρβίνου για την συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν η αντιπαράθεσή του με τους Βρετανούς θεολόγους που ισχυρίζονταν ότι ο θεός έδωσε στον άνθρωπο τα δεδομένα μέλη του σώματός του για να μπορέσει να εκφράσει έτσι τα συναισθήματά του. Ο Δαρβίνος, λοιπόν, για να ανασκευάσει αυτή την κριτική στην γενική εξελικτική του θεωρία, παρουσίασε μια ενδελεχή παράθεση στοιχείων (που σήμερα θα κατατάσσονταν στα ευρήματα της πειραματικής εθνολογίας, της ανθρωπολογίας ή της ψυχολογίας) από διάφορες γεωγραφικές περιοχές της γης, με βάση τα οποία, αποδεικνυόταν ότι τουλάχιστον κάποια από τα γνωστά συναισθήματα απαντιόνταν σε όλα τα μήκη και πλάτη του γνωστού κόσμου. Τα συναισθήματα αυτά απαντιόνταν σε μια μεγάλη ποικιλία από κουλτούρες, αναγνωρίζονταν από τους ανθρώπους σε διάφορες φυλές ως ενδεικτικά μιας δεδομένης συναισθηματικής κατάστασης και μπορούσαν να συσχετιστούν με συγκεκριμένα μοντέλα συμπεριφοράς κάποιων ζώων, μοντέλα που αναπαριστούσαν πρότυπα αντίδρασης σε δεδομένες καταστάσεις. Ως εκ τούτων -σύμφωνα, πάντα, με τον Δαρβίνο- τα συναισθήματα θα μπορούσαν καλύτερα να εξηγηθούν ως παράγωγα της διαδικασίας φυσικής επιλογής που αρχικά αποσκοπούσαν στην επιτυχή διαχείριση κινδύνων, ευκαιριών ή άλλων ζωτικών στοιχείων της επιβίωσης του είδους. Παρόλα αυτά, από το ίδιο το κείμενο του Δαρβίνου, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο το κατά πόσο ο συγγραφέας αναφέρεται στα συναισθήματα καθαυτά ή στην έκφρασή τους [141. Εξάλλου, παραμένει ακόμα αρκετά συγκεχυμένο το κατά πόσον ο συγγραφέας της «Εξέλιξης των Ειδών» θεωρούσε πως τα συναισθήματα είχαν κάποτε μια ορισμένη αξία προσαρμογής στο φυσικό περιβάλλον που δεν την έχουν πια, ή αν ακόμα εξακολουθούν να αποτελούν εξελικτικό πλεονέκτημα. Επίσης, στο συγκεκριμένο σύγγραμμα, αναδύεται και η προσέγγιση ότι τα συναισθήματα μπορεί μεν να έχουν χάσει την αρχική τους εξελικτική αξία, αλλά να απέκτησαν μια δευτερογενή (κοινωνική) εξελικτική αξία που ευθύνεται και για την αναπαραγωγή τους μέχρι σήμερα. Αυτή η τελευταία προσέγγιση φαίνεται να επηρέασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την σχετική συζήτηση μέχρι σήμερα. Στο δε πεδίο της εθνολογίας, η διαδικασία αυτή μετασχηματισμού της εξελικτικής αξίας μιας κατάστασης αναφέρεται συχνά με τον όρο «τελετουργικοποίηση» (“ιϊ- tualization”).
Ο διακεκριμένος φυσιολόγος W. James, κινούμενος σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση, υποστήριξε, στα 1884, ότι τα συναισθήματα δεν είναι τίποτα παραπάνω από σωματικά συμβάντα: ο φυσιολογικός ερεθισμός του σώματος που τα συνιστά ερμηνεύεται από το υποκείμενο ως μια ιδιαίτερη κατάσταση πραγμάτων που χαρακτηρίζεται ως συναίσθημα ενός ορισμένου είδους. Κατά την προσέγγιση αυτή, κάθε γνωσιακό συστατικό ενός συγκεκριμένου συναισθήματος είναι επουσιώδες: οι γνωσίες που συνοδεύουν τα συναισθήματα είναι κάτι που επισυμβαίνει εκ των υστέρων και αποδίδεται δευτερογενώς σε αυτά ως αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης της βιολογικής διαταραχής του σώματος [151. Αυτή η άποψη, βέβαια, στηρίχτηκε πολύ στην πιθανή (την εποχή εκείνη) εκδοχή της βιολογικής ειδικότητας των διαφόρων συναισθημάτων. Και τούτο γιατί, αν οι γνωσίες που αποδίδονται σε κάθε ιδιαίτερο είδος συναισθημάτων διαφέρουν, τότε φαινόταν εύλογο ότι θα έπρεπε να διαφέρουν και οι καταστάσεις σωματικής-βιολογικής αναστάτωσης που δίνουν το έναυσμα για αυτές τις γνωσίες (δίνοντας, τοιουτοτρόπως, διαφορετικά ερεθίσματα για γνωστικές ακολουθίες σε κάθε συγκεκριμένο συναίσθημα). Η άποψη, βέβαια, αυτή του James ήταν απόρροια της γενικότερης αντίληψής του για το πρόβλημα σώματος-πνεύματος και την πολύ έντονη, στην εποχή του, διαμάχη για τις οικουμενικές κατηγορίες (τα περιβόητα “universals”). Όπως ο ίδιος σημειώνει με μοναδική ακρίβεια, «η δημοφιλής άποψη ότι οι εμπειρίες είναι πηγαίες και δίνονται στο υποκείμενο ως καθαρά εσωτερικά γεγονότα είναι πολύ πρόχειρη και εσφαλμένη και… η αμφισημία των εμπειριών αυτών τονίζει ακριβώς την κεντρική μου θέση ότι, δηλαδή, η υποκειμενικότητα και η αντικειμενικότητα είναι ζητήματα που δεν αφορούν αυθεντικούς και εγγενείς χαρακτήρες μιας εμπειρίας, αλλά της όποιας ταξινόμησής της. Οι ταξινομήσεις αυτές, εξαρτώνται αποκλειστικά από τους προσωρινούς μας σκοπούς» [16].
Ένας επίσης πολύ γνωστός φυσιολόγος του πρώτου μισού του 20°u αιώνα, ο W.B. Cannon, αντιπαρατέθηκε έντονα με τις αντιλήψεις του W. James. Αυτός, υποστήριξε ότι τα συναισθήματα δεν μπορεί να ταυτοποιηθούν αποκλειστικά με σωματικά συμβάντα. Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, ο Cannon πραγματοποίησε μια σειρά πειραμάτων που κατέτειναν στην απόδειξη της θέσης ότι ο σωματικός-φυσιολογικός ερεθισμός του σώματος που είναι παρών στις συναισθηματικές καταστάσεις δεν παρουσιάζει ειδικότητα σε σχέση με το συγκεκριμένο είδος συναισθήματος που συνοδεύει. Εν πολλοίς, οι σωματικές διαταραχές είναι μη-ειδικές και επισυμβαίνουν σε όλα τα είδη των συναισθημάτων. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη αυτή, εκείνο που χαρακτηρίζει ένα είδος συναισθήματος δεν μπορεί να είναι το όποιο κοινό βιολογικό υπόβαθρο που κατά τον Cannon συνοδεύει όλα ανεξαιρέτως τα συναισθήματα. Μετά την δημοσίευση των πειραμάτων του Cannon, τα οποία και για μερικές δεκαετίες θεωρούνται υπεράνω κριτικής, το ενδιαφέρον των μελετητών μεταφέρθηκε κύρια στο (γνωσιακό) περιεχόμενο των συναισθημάτων, το οποίο και θεωρήθηκε επί σειρά ετών το αποκλειστικό χαρακτηριστικό τους που αποκαλύπτει και την αληθινή τους φύση.
Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η αντιπαράθεση για την φύση των συναισθημάτων, δεν βρήκε αμέτοχους τους κύριους θεωρητικούς των μεγάλων ρευμάτων σκέψης της ψυχολογίας που συγκροτούνται επίσης την ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή στις απαρχές του 20ου αιώνα. Ο S. Freud, για παράδειγμα, προσπάθησε να παρουσιάσει μια σειρά από ερμηνευτικές προτάσεις για συγκεκριμένες πια συναισθηματικές καταστάσεις, όπως το άγχος, η μελαγχολία ή οι φοβίες, με βάση την γενική του θεωρητική κατασκευή της ασυνείδητης ψυχικής δραστηριότητας. Έτσι, για τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης, όλα τα παραπάνω συναισθήματα, είναι υποδηλωτικά ασυνείδητων υποκείμενων μηχανισμών, αλλά και φαινομενικά αφανών αντικειμένων. Αυτή η υπόθεση εργασίας, ότι, δηλαδή, σε μια σειρά διανοητικές καταστάσεις που φαινομενικά απουσιάζει το αντικείμενο (π.χ. η μελαγχολία), αυτό υφίσταται, αλλά έχει απωθηθεί δια μέσου ασυνείδητων μηχανισμών, παρείχε την βάση για την διατύπωση μιας σειράς εξειδικευμένων ερμηνειών για πληθώρα συναισθηματικών καταστάσεων, τα ελλείποντά τους αντικείμενα και τους ασυνείδητους μηχανισμούς απώθησης των τελευταίων. Επίσης, έδωσε το έναυσμα για την διατύπωση θεωρητικών προτάσεων σχετικά με τους μηχανισμούς και τις ασυνείδητες ψυχοσυγκρούσεις που συντελούν στην νευρωσική επανεμφάνιση είτε του συναισθηματικού φορτίου είτε και των ψυχικών αντικειμένων καθαυτών υπό την μορφή συμπτώματος [32, 33], Το πιο πρωτότυπο, όμως, στην θεωρητική συνεισφορά του Freud υπήρξε ότι, αν και ο ίδιος ήταν βαθύτατα υλιστής (θα μπορούσε, μάλιστα, σε κάποια κείμενά του να χαρακτηριστεί και αναγωγιστής), η θεωρία που επεξεργάστηκε για τα συναισθήματα βασίστηκε ουσιαστικά στην πεποίθησή του για την πραγματικότητα της υπόστασης των ψυχικών φαινομένων. Κάτι τέτοιο, στην σκέψη του ίδιου του Freud, έγινε δυνατό ακριβώς λόγω της βαθιάς υλιστικής του στάσης: παρότι ο ίδιος φαίνεται να πίστευε ότι η νευρο-φυσιολογική ταυτοποίηση των μηχανισμών, που περιέγραφε για τα ψυχικά φαινόμενα, αναμενόταν ταυτοχρόνως, πίστευε ότι το επίπεδο ανάπτυξης της φυσιολογίας στην εποχή του ήταν τέτοιο που θα έπρεπε ο ίδιος να περιοριστεί στην φαινομενολογία του ψυχικού κόσμου, αφήνοντας την αιτιολογική ερμηνευτική ως αντικείμενο μελλοντικών ερευνών. Δεδομένου δε ότι τα συναισθήματα – που αποτέλεσαν, άλλωστε, και κύριο πεδίο ενασχόλησής του- όχι μόνο αφ’ εαυτού τους, αλλά και ως συστατικό των περισσότερων διανοητικών καταστάσεων του ανθρώπου, ΡΗΜΑ????η Φροϋδική σκέψη άφησε μια παρακαταθήκη, εκτός των άλλων, και μιας πρωτότυπης επιστημολογίας του ψυχικού κόσμου που χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτήν την βαθιά υλιστική φαινομενολογία.
Παράλληλα, καθώς ο συμπεριφορισμός μεσουρανούσε στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, διατυπώθηκαν, στο πεδίο της ψυχολογίας και της φιλοσοφίας της νόησης, μια σειρά τελείως διαφορετικών προσεγγίσεων για την φύση των συναισθημάτων. Ένας από τους πλέον επιφανείς θεωρητικούς του θεωρητικού και επιστημολογικού συμπεριφορισμού, ο G. Ryle, στο περιβόητο βιβλίο του The Concept of the Mind [26], ισχυρίστηκε ότι τα συναισθήματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ακολουθίες γεγονότων που μπορούν να ταυτοποιηθούν με συγκεκριμένες
συμπεριφορικές αντιδράσεις. Έτσι, πάντα σύμφωνα με τον Ryle, τα συναισθήματα είναι απλώς αναμνήσεις ακολουθιών στιγμιαίων γεγονότων που αποτελούσαν πρότυπα συμπεριφορικών αντιδράσεων σε συγκεκριμένα ερεθίσματα. Αυτές οι ακολουθίες στιγμιαίων γεγονότων μέσω μιας συσχέτισης μεταξύ τους και μεταξύ των ερεθισμάτων που τα προκάλεσαν, αναγνωρίζονται από το υποκείμενο ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο συμβάν. Εκ των υστέρων, το αναγνωριζόμενο αυτό ως ενιαίο συμβάν τιτλοφορείται ως κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα και αναγνωρίζεται αυθόρμητα ως τέτοιο. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα: είναι απλώς ένα «πακέτο» μνημονικού υλικού που έχει υποβληθεί σε μια διαδικασία σύνδεσης των επιμέρους μερών του.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στην ίδια γραμμή προσέγγισης, δηλαδή της ταύτισης των συναισθημάτων με τις συμπεριφορικές τους εκφράσεις, διατυπώθηκαν μια σειρά περαιτέρω αναλύσεις είτε στο χώρο της φιλοσοφίας είτε στο χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας. Έτσι, π.χ. ο L. Wittgenstein, στο γνωστό του βιβλίο, του 1953, Philosophical Investigations, αναπτύσσει μια εκδοχή για τη φιλοσοφική θεμελίωση της φύσης των συναισθημάτων που είναι βαθιά επηρεασμένη από τον συμπεριφορισμό και τις απόψεις του Ryle. Ένα ακόμα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο υπαρξιστής φιλόσοφος J.P. Sarte, ο οποίος, προσπαθώντας να συνδυάσει τις θεωρητικές αφετηρίες του συμπεριφορισμού και του Δαρβινισμού, υποστήριξε, το 1939, ότι τα συναισθήματα είναι εκούσιες στρατηγικές επιβίωσης, τρόποι αντιμετώπισης ενός σκληρού και δύσκολου κόσμου [26/27], Η αρχειακή αυτή, τοποθέτηση ωστόσο, έδωσε το έναυσμα για την διατύπωση απόψεων από μεταγενέστερους μελετητές, οι οποίοι αντιμετώπισαν τα συναισθήματα ως συλλήβδην αποτελέσματα μιας παραπλανητικής και υπολογιστικής στάσης ζωής, θέση που δέχθηκε πληθώρα έντονων κριτικών [33],
Μεταγενέστερες Φιλοσοφικές και Ψυχολογικές Προσεγγίσεις:
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, έχει διατυπωθεί μια σειρά από αποκλίνουσες μεταξύ τους θέσεις σχετικά με την φύση των συναισθημάτων. Σε μερικές, μάλιστα, περιστάσεις, οι διάφορες προσεγγίσεις φαίνεται να αποπειρώνται να απαντήσουν τελείως διαφορετικά ερωτήματα η μία σε σχέση με την άλλη. Επίσης, συχνά παρατηρείται το φαινόμενο της σύμμειξης ερωτημάτων διαφόρων επιστημονικών πεδίων (π.χ. της ψυχολογίας ή της νευρο-επιστήμης) με τα φιλοσοφικά ερωτήματα. Έτσι, η ταξινομημένη παρουσίαση του συνόλου των αντιλήψεων είναι έργο δυσχερές και παρουσιάζει διάφορα ανοικτά ερωτήματα ομαδοποίησης των εκφραζόμενων απόψεων. Μερικές από τις συνήθεις ομαδοποιήσεις περιλαμβάνουν προσεγγίσεις όπως εκείνη των προτασιακών δεδομένων (pro- positional attitude approach), της συμπεριφορικής-Αειτουργιστικής (behaviourist-functionalist approach) της νευροβιολογικής ( neurobiological and appraisal approaches), τις προσεγγίσεις «συνδρόμου» ή τις προσεγγίσεις ολοκλήρου του σώματος (syndrome and whole-body approaches ) και την προσέγγιση των αισθημάτων (feeling approach).
Από μια πλευρά, θα ήταν ίσως ορθότερο να πει κανείς ότι κάθε μελετητής στον τομέα αυτό συνιστά μια ξεχωριστή «σχολή» προσέγγισης, καθώς δεν λείπουν οι διαφορές ακόμα και από παραπλήσιες θεωρήσεις. Ωστόσο, για λόγους εποπτικούς, θα παρουσιαστούν παρακάτω οι επικρατούσες αντιλήψεις ταξινομημένες σε τρία κύρια ρεύματα σκέψης: (α) το γνωσιακό, (β) ΤΟ αισθητικό και το (γ) νεύρο βιολογικό.
Η πρώτη ομάδα θεωρητικών, που κυριάρχησαν στην διεθνή βιβλιογραφία, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 70 και των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’80, απαρτίζεται από ένα φάσμα αντιλήψεων που χαρακτηρίζονται συλλήβδην είτε ως γνωσιακές (cognitive approach) είτε ως προτασιακές (propositional attitude approach) είτε ως αναφορικές (intentional approach) είτε ως κρίσεως (judgment approach). Οι πιο γνωστοί συγγραφείς αυτού του ρεύματος είναι ο R. Solomon και ο R. Nash (η ιδιαίτερη άποψη του οποίου αναφέρεται κάποιες φορές ως «Νέα Γνωσιακή προσέγγιση» [18]).

Στην τυπική της εκδοχή, η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα μπορούν σε τελική ανάλυση να αναχθούν σε μια ακολουθία γνωσιών, προτάσεων επιθυμίας ή πεποίθησης (belief-desire propositions) [8]. Καθώς δε συνεχίζουν οι υποστηρικτές της αναφορικής εκδοχής της γνωσιακής προσέγγισης, οι προτάσεις αυτές έχουν αναφορικότητα (intentionality), υπό την έννοια που απέδωσε στον όρο αυτό ο Brentano, τα συναισθήματα είναι εν πολλοίς και αυτά γνωσίες με αναφορά σε κάποιο αντικείμενο (πραγματικό, φανταστικό ή ακόμα και προτασιακό) και εκφράζουν μια ιδιαίτερη συναισθηματική στάση του υποκειμένου σε σχέση με το αντικείμενο αυτό. Στα όρια του παραπάνω θεωρητικού πλαισίου, μια σειρά μελετητών υποστήριξαν επεξηγηματικές εκδοχές για τα συναισθήματα που δίνουν περισσότερη ή λιγότερη έμφαση είτε στον προτασιακό (αναγωγή σε προτασιακά δεδομένα) είτε στον αναφορικό (ύπαρξη αντικειμένου) χαρακτήρα των συναισθημάτων. Τα πρωτοτυπικά παραδείγματα της προσέγγισης αυτής είναι συναισθήματα όπως ο φόβος: φοβόμαστε κάτι στη βάση της πεποίθησης ότι είναι επικίνδυνο, της επιθυμίας να μην προκληθεί βλάβη στο υποκείμενο ή σε άλλα προσφιλή του πρόσωπα ή πράγματα κ,ο.κ. Αντιθέτως, όμως υπάρχουν άλλα συναισθήματα που, φαινομενικά, τουλάχιστον, δεν επιδέχονται αντικείμενο. Τέτοια συναισθήματα, για παράδειγμα, η μελαγχολία ή άλλες «διαθέσεις» (“moods”), που δεν είναι εύκολο να αναχθούν ούτε σε κρίσεις σχετικά με κάτι, ούτε σε προτάσεις που μπορεί να έχουν ένα κάποιο αντικείμενο. Οι θεωρητικοί της γνωσιακής-αναφορικής προσέγγισης έχουν επιχειρήσει να υπερβούν το πρόβλημα αυτό, υποθέτοντας ότι κάθε τέτοια συναισθηματική κατάσταση είτε μπορεί να αναλυθεί σε ένα αριθμό διακριτών γνωσιών προτασιακού χαρακτήρα είτε μπορεί να επιδέχεται ένα αντικείμενο που είναι, ωστόσο, φαινομενικά αφανές. Αυτή η θέση, είχε σημαντικές επιπτώσεις και στην κλινική ψυχολογία: έτσι, π.χ. η γνωσιακή ψυχοθεραπεία στηρίζεται στην θεμελιακή παραδοχή πως διαθέσεις όπως η κατάθλιψη μπορούν σε τελική ανάλυση να αναχθούν στην περιβόητη «τριάδα» αρνητικών κρίσεων για τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον Π). Φυσικά, αυτή η θεώρηση δεν έμεινε άμοιρη κριτικής ούτε ως θεωρητική σύλληψη ούτε ως εφαρμογή στην κλινική πράξη (για το κατά πόσο, δηλαδή, η καταθλιπτική διάθεση μπορεί να αναχθεί απολύτως σε μια τέτοια τριάδα γνωσιών). Ωστόσο, η χρήση του θεωρητικού πλαισίου της γνωσιακής προσέγγισης δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της γνωσιακής ψυχοθεραπείας. Έτσι, σήμερα, είναι ευρέως γνωστός ο μεγάλος θαυμασμός που ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης, S. Freud, έτρεφε στο έργο του Brentano για την αναφορικότητα των προτασιακών δεδομένων, αλλά και γενικότερα για τις αντιλήψεις του τελευταίου για τον ανθρώπινο ψυχισμό [301. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, ο Freud, σε κάποια τουλάχιστον από τα έργα του, φαίνεται να ταυτοποιεί συναισθηματικές καταστάσεις, όπως η μελαγχολία, με καταστάσεις όπως το πένθος ή την αντίδραση που ακολουθεί την απώλεια ενός προσφιλούς αντικειμένου, υποστηρίζοντας τη θέση ότι συμπτώματα όπως η κατάθλιψη μπορούν να αναχθούν τελικά σε ασυνείδητη αντίδραση πένθους σε σχέση με κάποιο αντικείμενο. Αυτή η κατεύθυνση της σκέψης του Freud (σε σχέση με την μελαγχολία ως πένθος, τον ασυνείδητο θρήνο για την απώλεια του Πρωταρχικού Αντικειμένου κ.λ.π.1, αναπτύχθηκε περαιτέρω στο πλαίσιο των διαφόρων εκδοχών της λεγάμενης Αγγλοσαξονικής ψυχαναλυτικής σχολής, με κύριους εκφραστές τους Μ. Klein [33], D.W. Winnicott, W. Bion, κ.ά.).
Παρόλη, όμως, την διάδοση των προσεγγίσεων αυτών, τα προβλήματα δεν λείπουν στην γενίκευση της καθολικής θέσης ότι όλα τα συναισθήματα έχουν ένα δυνητικό αντικείμενο. Και τούτο γιατί κάποια τουλάχιστον από αυτά όχι μόνο δεν φαίνεται να μπορούν να έχουν ένα εμφανές αντικείμενο, αλλά επιπρόσθετα, η ιδιότητά τους αυτή φαίνεται να είναι χαρακτηριστική και συστατική του ορισμού τους. Τέτοια συναισθήματα, όπως η ανησυχία ή το άγχος, χαρακτηρίζονται από την άγνοια του υποκειμένου για ορισμένα στοιχεία του πραγματικού κόσμου, για παράδειγμα, κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση ανησυχίας επειδή ακριβώς δεν ξέρει κάτι. Η απάντηση της σχολής αυτής της αναφορικότητας των συναισθημάτων σε αυτό το σημείο είναι ότι, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορούν να υποτεθούν μια σειρά γνωσιών είτε συνειδητών είτε όχι, οι οποίες, για παράδειγμα, μπορούν να ανάγουν το ελεύθερο ή διάχυτο άγχος σε μια ακολουθία πεποιθήσεων για τον κόσμο στο παρόν ή στο μέλλον συνδυαζόμενες με μια άλλη τέτοια ακολουθία επιθυμιών για το τι το υποκείμενο θα ήθελε και τι δεν θα ήθελε να συμβεί.
Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, λόγω ακριβώς των δυσκολιών της προσέγγισης αυτής, οι θεωρητικοί της τείνουν μάλλον να υιοθετούν τις επονομαζόμενες «υβριδικές υποθέσεις», όπου επιχειρείται η σύμμειξη της παραδοσιακής γνωσιακής οπτικής με άλλα στοιχεία ανάλογα με τις αφετηρίες του κάθε μελετητή, συνηθέστερα δε με στοιχεία νευρο-βιολογίας. Για παράδειγμα, η προσέγγιση του w. Lyons, που μερικές φορές αναφέρεται ως «αιτιακή- αξιολογική υπόθεση», υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα μπορούν να ερμηνευθούν ως νευρο-φυσιολογικές διεργασίες προκαλούμενες από κάποια αξιολογική κρίση του υποκειμένου [171. Ένας άλλος γνωστός θεωρητικός αυτής της προσέγγισης είναι ο R. Da Sousa, ο οποίος υποστηρίζει μια σύνθετη θέση που επιχειρεί να συνδυάσει την παραδοσιακή αντίληψη της γνωσιακής παράδοσης με δεδομένα της νευρο-επιστήμης και ισχυρές επιρροές από την κοινωνική θεωρία του δομισμού [21. Ανεξάρτητα, πάντως, από τα δυσεπίλυτα προβλήματα της γνωσιακής προσέγγισης, η μεγάλη συνεισφορά της (αυτό στην περίπτωση του Da Sousa είναι πολύ χαρακτηριστικό) είναι ότι επεξεργάστηκε μια σειρά αναλυτικών επιχειρημάτων ανασκευής των αντιλήψεων που αντιμετώπιζε τα συναισθήματα ως θεμελιωδώς παράλογα (ή, εν πάσει περιπτώσει, εκτός ορθολογιστικού πλαισίου). Η επιχειρηματολογία αυτή, σε συνδυασμό με τα δεδομένα της εμπειρικής έρευνας διαφόρων επιστημονικών κλάδων (εξελικτική βιολογία, ανθρωπολογία, ψυχολογία κ.λ.π.1, έχουν συντελέσει στην ριζική ανατροπή παλαιότερων απόψεων που θεωρούσαν τα συναισθήματα ως «βαρίδι» της ευθυκρισίας και του πρακτικού λόγου, στην αντιδιαμετρική θέση πως τα συναισθήματα είναι αναγκαία συνθήκη της καθημερινής ικανότητας λήψης αποφάσεων του ανθρωπίνου είδους [12].
Μια άλλη προσέγγιση, που κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των γνωσιακών, είναι η αισθαντική με γνωστότερο υποστηρικτή τον D. Pugmire. Σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, που σε πολλά σημεία θυμίζει έντονα την προβληματική του Τ. Nagel στο πεδίο της Φιλοσοφίας της Νόησης για τα qualia, τα συναισθήματα μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα ως αισθανόμενες εμπειρίες που προσιδιάζουν στις αισθήσεις. Η επιχειρηματολογία αυτής της οπτικής εκτυλίσσεται ως εξής [21]:
Σε αντίθεση δε με άλλους θεωρητικούς (όπως, π.χ. οι συμπεριφοριστές) που διατείνονται ότι τα συναισθήματα είναι αυθαίρετες θεωρητικές κατασκευές, οι οπαδοί αυτής της προσέγγισης στηρίζονται ουσιωδώς στην παραδοχή της αλήθειας (facticity) της πραγματικής ύπαρξης των συναισθημάτων. Φυσικά, μια τέτοια παραδοχή κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι, ενώ, παράλληλα, δημιουργεί μια σειρά άλλων προβλημάτων. Έτσι, για παράδειγμα, η άποψη αυτή.
υποκρύπτει την θέση πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αναθεώρησης των εγγενών προκειμένων της ψυχολογίας του κοινού νου (Folk Psychology) από εμπειρικά επιστημονικά δεδομένα του παρόντος ή του μέλλοντος (αφού ό,τι αυθόρμητα φαίνεται ορθό με βάση τον κοινό νου, ενπροκειμένω η αυθεντικότητα των συναισθημάτων, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί λάθος). Κάτι τέτοιο, όμως, παρά την πληθώρα σχολιασμού, επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων στην παγκόσμια σχετική γραμματεία, παραμένει κατά κάποιον τρόπο αυτοεκπληρούμενη προφητεία ή λήψη του ζητουμένου αφού, εν τέλει, προϋποθέτει εξαρχής πως τα συμπεράσματα των εγγενών μας ιδεών για τα συναισθήματα δεν μπορούν να διαψευστούν, για να καταλήξει στο περίπου ταυτόσημο συμπέρασμα πως το διακριτικό χαρακτηριστικό των συναισθημάτων είναι η πηγαιότητά τους.
Μια άλλη προσέγγιση του ζητήματος, με ρίζες στη σχετική συζήτηση του 19°u και των αρχών του 20 αιώνα, είναι η επονομαζόμενη νευρο-φυσιολογική προσέγγιση, θα πρέπει, ωστόσο, να τονισθεί, για να μην δημιουργούνται παρερμηνείες, ότι η πλειοψηφία των παλαιότερων ή σύγχρονων συγγραφέων της αντίληψης αυτής δεν αποκλείει καθόλου την διαντίδραση των νευρο-βιολογικών παραγόντων με κοινωνικούς, πλαισιακούς, καταστασιακούς ή άλλους παράγοντες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων επιρροών είναι η ισχυρή παρουσία εξελικτικών ερμηνειών στα θεωρητικά σχήματα που προτείνονται από μελετητές αυτής της προσέγγισης. Ερμηνειών που επιστρατεύονται συνήθως για να εξηγήσουν την εξελικτική επιλογή των όποιων νευρο-φυσιολογικών μηχανισμών που είναι υπεύθυνοι για την κάθε συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση στο ανθρώπινο είδος. Η δε έντονη παρουσία εμπειρικών δεδομένων ή επιστημονικών υποθέσεων εργασίας στις θεωρητικές εξηγήσεις και στις αναλύσεις αυτής της προσέγγισης είναι δικαιολογημένη στο βαθμό που οι περισσότεροι των μελετητών είναι μάλλον φιλοσοφικά ευαισθητοποιημένοι νευρο-επιστήμονες, ψυχολόγοι ή φυσιολόγοι, παρά επιστημονικά ενημερωμένοι φιλόσοφοι. Έχει, λοιπόν, κάποια σημασία να δούμε πώς εξελίχθηκε η ερευνητική αναζήτηση ταυτόχρονα και παράλληλα με την διαμόρφωση των βασικών θέσεων της νευρο-φυσιολογικής προσέγγισης των συναισθημάτων.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, για πολλές δεκαετίες, τα πειράματα του Cannon θεωρήθηκαν ως υπεράνω κριτικής. Έτσι, ο όποιος φιλοσοφικός αναστοχασμός πάνω στα συναισθήματα ελάμβανε χώρα με δεδομένη την μη- ειδικότητα των φυσιολογικών διεργασιών που τα συνοδεύουν. Ως εκ τούτου, οι φυσιολογικές αυτές διεργασίες έτειναν να θεωρούνται ως μάλλον περιφερικά στοιχεία των συναισθημάτων που ως τέτοια αδυνατούσαν να ταυτοποιηθούν με την ουσία τους. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’60, όμως, δυο ψυχολόγοι, οι S. Schachter και J. Singer, διατύπωσαν την – ριζικά αντίθετη – θέση πως κάποια τουλάχιστον από τα συναισθήματα μπορούν να ταυτοποιηθούν με ειδικές φυσιολογικές καταστάσεις ή μοντέλα συμπεριφορικών αντιδράσεων (ή συνδυασμό των δυο αυτών). Σύμφωνα με τους Schachter και Singer, ο ειδικός συνδυασμός φυσιολογίας και συμπεριφοράς αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση ώστε μια συγκεκριμένη κατάσταση να ταξινομηθεί ως κάποιο δεδομένο συναίσθημα. Ακολουθώντας, μάλιστα, την θεωρητική παράδοση του James, υποστήριξαν ότι αυτός ο ειδικός κάθε συγκεκριμένου συναισθήματος συνδυασμός φυσιολογίας και συμπεριφοράς αναγνωρίζεται ως ένα όλον εκ των υστέρων και, εν συνεχεία, νοηματοδοτείται σε σχέση με τα σχετικά κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία εκλύεται, υφιστάμενος περαιτέρω τροποποιήσεις με βάση τις κοινωνικές νόρμες, τις διαδικασίες μάθησης κ.ο.κ. Αυτή δε η δευτερογενής διαδικασία της «ταμπελοποίησης» («labelling») θεωρήθηκε ως εμπεριέχουσα για κάθε συγκεκριμένο συναίσθημα των συμπεριφορών εκείνων που ανάλογα με το είδος του συναισθήματος είναι οι κατάλληλες για την βελτιστοποίηση της επικοινωνίας του υποκειμένου με τους άλλους μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Με βάση το παραπάνω θεωρητικό πλαίσιο, οι Schachter και Singer, αλλά και άλλοι σύγχρονοί τους και μεταγενέστεροι ερευνητές, σχέδιασαν σειρά πειραματικών διατάξεων με βάση τις οποίες απεδείχθη ότι το αποδιδόμενο νόημα και οι νευρο-φυσιολογικές διεργασίες κάθε συναισθήματος μπορούν να διαχωριστούν σε συνθήκες εργαστηρίου (28). Παρόλο που τα πειράματα αυτά δέχθηκαν σφοδρή κριτική, τα αποτελέσματά τους είχαν τεράστιο αντίκτυπο. Καθώς, μάλιστα, βαθμιαία και οι γνώσεις της νευρο-ανατομίας και νευρο-φυσιολογίας, αλλά και οι πειραματικές τεχνικές εξελίχθηκαν, κατέστη δυνατή η περαιτέρω συσχέτιση όχι απλά περιφερικών φυσιολογικών διεργασιών, αλλά συγκεκριμένων πια νευρο- βιοχημικών εγκεφαλικών διαδικασιών και συγκεκριμένων συναισθημάτων.
Όλα αυτά συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη της αρχικής αφετηρίας περί μη-ειδικότητας της σωματικής αντίδρασης στα συναισθήματα. Συνετέλεσαν, όμως, ακόμα και στη διασάφηση του ερωτήματος κατά πόσον υπάρχουν «βασικά» ή «θεμελιώδη» συναισθήματα, απότοκος των οποίων είναι η πλειάδα συναισθηματικών καταστάσεων που απαντώνται στις διαφορετικές κοινωνίες, πολιτισμικές παραδόσεις κ.λ.π. Αυτά τα «θεμελιώδη» συναισθήματα άρχισαν σταδιακά να ταυτίζονται με συγκεκριμένες πια βιοχημικές αντιδράσεις στον εγκέφαλο με όρους όχι απλής περιφερικής φυσιολογίας, αλλά ηλεκτροχημικών αντιδράσεων μεταξύ των απολήξεων των νευρικών κυττάρων. Οδηγός παράσταση σε όλο αυτό το εγχείρημα ανίχνευσης των θεμελιωδών συναισθημάτων του ανθρωπίνου είδους υπήρξε η αναζήτηση ενός συνθετικού επεξηγηματικού πλαισίου που θα παρείχε απαντήσεις τόσο στα ερωτήματα της ταυτότητάς τους όσο και στα ερωτήματα της εξελικτικής επιλογής τους. Ένα σημαντικό βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε από πολύ-πολιτισμικά πειράματα [10] δυο ψυχολόγων της επονομαζόμενης «συναισθηματικής» προσέγγισης («affect» approach), των Ρ. Ekman και w.v. Friesen, τα οποία και κατέληξαν στην ταυτοποίηση έξι, τουλάχιστον, «βασικών» συναισθημάτων (ή εφτά σε κάποιες πειραματικές διατάξεις), ήτοι της έκπληξης, της χαράς, της θλίψης, του φόβου, του θυμού και της αποστροφής (με αμφίβολα αποτελέσματα για την οικουμενικότητα του συναισθήματος της περιφρόνησης). Τα πειράματα αυτά περιελάμβαναν μεταξύ άλλων και οπτική αναγνώριση των συναισθηματικών αυτών καταστάσεων από άτομα ανήκοντα σε διαφορετικές και απομονωμένες φυλές διάσπαρτες ανά την υφήλιο. Κάποιοι νευρο-επιστήμονες, αντέκρουσαν τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών, επιχειρηματολογώντας υπέρ του ότι τα παραπάνω αποτελούν περισσότερο διαντιδράσεις ολόκληρου του ανθρωπίνου σώματος σε δεδομένα ερεθίσματα παρά συναισθήματα και ότι πρόκειται μάλλον για σύνθετα αντανακλαστικά που επιλέγηκαν λόγω κάποιων εξελικτικών πλεονεκτημάτων. Ο J. Panksepp, στα πρώιμα γραπτά του, φαίνεται να είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός συγγραφέας αυτής της οπτικής που πιθανότατα προσέβλεπε στην ταυτοποίηση συγκεκριμένων εγκεφαλικών βιοχημικών οδών με συγκεκριμένα συναισθήματα. Σε αυτά δε τα πρώιμα κείμενά του, ο Panksepp υποστήριξε την ύπαρξη επαρκών εμπειρικών δεδομένων για την ταυτοποίηση τεσσάρων, τουλάχιστον, τέτοιων βιοχημικών οδών που είναι υπεύθυνες για την έκλυση συναισθηματικών αντιδράσεων και που εδράζονται στον υποθάλαμο. Αυτές οι οδοί φαίνεται πως ενεργοποιούνται σε καταστάσεις προσμονής, φόβου, οργής και πανικού (19). Ωστόσο, καθώς το ερευνητικό του έργο προχωρούσε, ο Panksepp αναθεώρησε τις αρχικές του θέσεις, υποστηρίζοντας πιο σύνθετους νευρο- βιολογικούς μηχανισμούς, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τις πλέον περίπλοκες συναισθηματικές ανθρώπινες αντιδράσεις (κοινωνικοί δεσμοί – μητρική φροντίδα κ,ο.κ.) 120). Φυσικά, αυτός ο αναπροσανατολισμόςτου συγκεκριμένου νευροεπιστήμονα δεν είναι άσχετος με τις γενικότερες θεωρητικές του προτιμήσεις και πιο ειδικά με την προσπάθειά του να επεξεργαστεί μια θεωρία βιολογικής βάσης για την φαινομενολογία της ψυχαναλυτικής θεωρίας.
Ένας άλλος διακεκριμένος νευρο-επιστήμονας, ο A. Damasio, πρότεινε μια διαφορετική ερμηνευτική για τα συναισθήματα, βασιζόμενος στα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας στο πεδίο αυτό [5,6). Μολονότι και αυτός άλλαξε την θεώρησή του κατά την διαδρομή των ερευνών του (στα πρώιμα γραπτά του φαίνεται να υποστηρίζει ένα ιδιότυπο εκλεκτικό μείγμα αντιλήψεων, ενώ στα όψιμα κείμενά του φαίνεται να υιοθετεί μια θέση που επιχειρεί να συνδυάσει νευρο-βιολογικές και αισθαντικές προσεγγίσεις), οι απόψεις του έγιναν ευρύτερα γνωστές και δημοφιλείς. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο Damasio υποστηρίζει ότι και σε φαινομενολογικό και σε νευρο-βιολογικό επίπεδο θα πρέπει να διαχωριστούν (α) τα βασικά ή πρωτογενή συναισθήματα (τα οποία ταυτίζονται με εκείνα που αναδεικνύει η σχετική εμπειρική έρευνα), (β) τα δευτερογενή συναισθήματα (τα οποία είναι «κοινωνικά εκλυόμενα»), (γ) τα συναισθήματα «υποβάθρου» (” ground”emotions) (τα οποία ορίζονται ως στιγμιαίες συναισθηματικές στάσεις που επηρεάζουν καθολικά τις γνωσιακές διεργασίες ενός ατόμου) και οι διαθέσεις [moods] (οι οποίες είναι εμμένοντα ισχυρά συναισθήματα «υποβάθρου», τα οποία παραμένουν ανεπηρέαστα από τα συνήθη ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος ή του περιεχομένου των γνωσιακών διεργασιών του υποκειμένου). Ο Damasio υποστηρίζει, ακόμη, ότι τα συναισθήματα είναι θεμελιακό συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης συνείδησης, κάτι που προσεγγίζει παλαιότερες φιλοσοφικές θεωρήσεις για την φύση των συναισθημάτων και της συνείδησης [22,25). Επίσης, ο ίδιος συγγραφέας, ανέπτυξε ένα σύνθετο σύστημα
ταξινόμησης των αντιδράσεων ενός οργανισμού σε εξωτερικά περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Η συστηματική αυτή βασίστηκε στις σχετικές συνθήκες που εκλύουν τη συγκεκριμένη αντίδραση, τις ανατομικές και φυσιολογικές σχέσεις των ενεργοποιούμενων μηχανισμών και τα πιθανά εξελικτικά πλεονεκτήματα που δυνητικά εξασφαλίζει η αρτιότητα των μηχανισμών αυτών σε έναν οργανισμό, όταν αυτός βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συγκεκριμένες εκλυτικές καταστάσεις [6], Με βάση και τα παραπάνω εισηγήθηκε μια ακόμα διάκριση ανάμεσα σε ία) απλώς συναισθήματα ( mere emotions), τα οποία ταυτίζονται με τις σχετικές νευρο-φυσιολογικές διεργασίες, και (β) συναισθήματα
(feelings), τα οποία αποτελούν την υποκειμενική εμπειρία ή αλλιώς την «αίσθηση» των σωματικών αντιδράσεων και των καταστάσεων που τις προκαλούν και (γ) συνειδητά εμβιούμενα συναισθήματα (consciously realized feelings), τα οποία είναι η συνειδητοποίηση των συναισθημάτων. Παρόλα αυτά, δεν είναι πολύ καθαρό τι ακριβώς είναι για τον Damasio τα συναισθήματα της δεύτερης παραπάνω κατηγορίας. Γιατί, αν, για παράδειγμα, είναι κάποιο «ποιοτικό» – υποκειμενικό συστατικό στοιχείο της βιούμενης εμπειρίας, τότε όλη η κριτική που έχει ασκηθεί στις απόψεις του Pugmire ισχύει ωσαύτως και για τον Damasio.

Αν, πάλι, αυτό που εννοείται είναι κάποιο ειδικό είδος γνώσης, μια σειρά προτάσεων εντελώς υποκειμενικών και ιδιωτικών, τότε η κριτική που άσκησε ο R. Wollheim στον S. Hampshire, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’50 [31], επίσης ισχύει: δεν μπορεί να υπάρχουν ιδιωτικές προτάσεις, ούτε ιδιωτικά είδη γνώσης – ακόμα κι αν αφήσει κανείς στην άκρη τις θεωρητικές διαμάχες σχετικά με την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα, την αλήθεια και τις θεωρήσεις της, κάθε είδος γνώσης ως τέτοιο θα πρέπει εγγενώς να μπορεί να υποβληθεί σε δημόσια κριτική και συζήτηση. Υπάρχουν, φυσικά, και μια σειρά άλλων προβλημάτων σχετικά με τις αντιλήψεις του Damasio, ειδικά όσον αφορά στον τρόπο που φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις εξελικτικές εξηγήσεις. Έτσι, για παράδειγμα, φαίνεται ότι στην οπτική του, κατά κάποιον τρόπο και σε τελική ανάλυση, το καλό και το κακό εξομοιώνονται με την επιβίωση και την εξαφάνιση αντίστοιχα. Αυτό, με την σειρά του, φαίνεται λιγότερο πιθανό για δυο λόγους κυρίως. Αφενός γιατί η έννοια του κακού δεν έχει παραμείνει στατική διαχρονικά και ως τέτοια έχει προσλάβει μια σειρά από επιπρόσθετες σημασίες και στην καθημερινή και στην θεωρητική χρήση της [24], Αφετέρου δε γιατί η επιθυμία έχει συνδεθεί είτε σε μια σειρά από κουλτούρες [9] είτε σε μια σειρά από θεωρητικές προσεγγίσεις για τον θάνατο και την απώλεια, γεγονός που δεν συνάδει με την επιχειρούμενη ταυτοποίησή τους με το μανιχαϊστικό αντίποδα της αναπαραγωγής. Σε κάθε, μάλιστα, περίπτωση είναι μάλλον προβληματική η εισαγωγή τέτοιων ηθικού χαρακτήρα κρίσεων στο εννοιολογικό στερέωμα της Δαρβινικής εξήγησης που στηρίζεται θεμελιωδώς στην τυχαιότητα της εξελικτικής διαδικασίας.
Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κινείται η προσέγγιση του Ρ. Griffiths, ο οποίος, εμφανώς επηρεασμένος από την «συναισθηματική» προσέγγιση («affect» approach) του Ρ. Ekman, αρνείται την υποκειμενική αυθεντία της αντίληψης των συναισθημάτων. Η βασική του θέση είναι πως τα συναισθήματα αποτελούν μια ανομοιογενή ομάδα φαινομένων, τα οποία και ταξινομήθηκαν ομοθυμαδόν σε διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους για διαφορετικούς λόγους από τις διάφορες γλωσσικές κοινότητες των ανθρώπων [13], Η οπτική αυτή προτείνει την εγκατάλειψη, λοιπόν, των αυθόρμητων ιδεών που μπορεί να έχουμε για την φύση των συναισθημάτων και τη στήριξη των σχετικών συλλογισμών αποκλειστικά στα ευρήματα εμπειρικών ερευνών δι-επιστημονικού χαρακτήρα (περιλαμβάνοντας δεδομένα και νευροεπιστημονικά και συγκριτικά-ανθρωπολογικά και εξελικτικά-βιολογικά και πειραματικά ψυχολογικά). Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, θα πρέπει κανείς να είναι έτοιμος να εξαλείψει κάποιο από τα συναισθήματα που θεωρεί πρωτογενώς ως υπαρκτό αν και εφόσον η εμπειρική έρευνα δεν επαληθεύσει ότι αντιστοιχεί σε κάτι σαν «φυσικό είδος» («natural kind»), να συγχωνεύσει κάποια φαινομενικά διακριτά που μπορεί να αποδειχθούν ταυτόσημα ή ακόμα και να αποδεχθεί ότι τα συναισθήματα ως κατηγορία μπορεί να μην διαθέτουν τίποτα κοινό μεταξύ τους και οφείλουν να (επανα)ταξινομηθούν είτε κατά μικρότερες ομάδες είτε μαζί με άλλες νοητικές καταστάσεις. Παρά το γεγονός δε ότι η οπτική του είναι στενά δεμένη με την εξελικτική θεωρία, ο ίδιος σπεύδει να προειδοποιήσει ότι δεν είναι δυνατόν να γίνεται «Ψυχολογία a priori» και ότι, συχνά, οι επικαλούμενες εξελικτικές εξηγήσεις στον χώρο της ψυχολογίας θυμίζουν μάλλον «ιστοριούλες» («just so stories») παρά επιστημονικές υποθέσεις εργασίας. Η συνεισφορά του Griffiths αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον δεδομένου ότι τα συναισθήματα υπήρξαν για αυτόν το κατ’ εξοχήν πεδίο εμβάθυνσης της ίδιας της εξελικτικής θεωρίας. Συγκεκριμένα, με βάση τα συμπεράσματά του από την μελέτη των συναισθημάτων, αλλά και από άλλες αντίστοιχες περιστάσεις στην βιολογία, υποστηρίζει ότι οι ανθρώπινες δεξιότητες που μπορούν να ερμηνευθούν εξελικτικά δεν θα πρέπει κατ’ ανάγκην να θεωρούνται ούτε οικουμενικές ούτε αυστηρά μιλώντας έμφυτες. Κι αυτό γιατί
Στο παραπάνω πλαίσιο, οι ειδικές αντιδράσεις που αποκαλούνται συναισθήματα θα πρέπει να νοηθούν ως ταχύτατες διεργασίες προκαταρκτικής επεξεργασίας πληροφορίας και προετοιμασίας της ανάλογης αντίδρασης του υποκειμένου σε καταστάσεις που ενέχουν σημασία για αυτό. Ως τέτοιες, οι αντιδράσεις αυτές υπήρξαν πιο αποτελεσματικές από τις άλλες εναλλακτικές οδούς προς τον ίδιο στόχο (π.χ. ορθολογική σκέψη, κρίση κ.λ.π.) εξ ου και επιλέχθηκαν αρχικά εξελικτικά. Διατηρήθηκαν δε στην συνέχεια για την αξία τους στην επικοινωνία των ατόμων των ανθρωπίνων κοινοτήτων. Άρα, τα συναισθήματα, σύμφωνα με τον Griffiths, ουδόλως θα πρέπει να θεωρούνται ανορθολογικά ή παράλογα, αφού αποτελούν μια αποτελεσματική οδό των γνωσιακών διαδικασιών του ανθρωπίνου είδους, αποτελώντας, έτσι, συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου ορθολογισμού.
Επίλογος
Οι πλέον σύγχρονες προσεγγίσεις για την φύση των συναισθημάτων, που βαθμιαία αρχίζουν να αναπτύσσονται, προσανατολίζονται σε διάφορες κατευθύνσεις. Έτσι, άλλες έρευνες τονίζουν την ανομοιογένεια των συναισθημάτων ως κατηγορίας, υποστηρίζοντας την θεωρία του «φάσματος» στο ένα άκρο του οποίου βρίσκονται τα πλέον «γνωσιακά» ή «προτασιακά» συναισθήματα και στο άλλο οι διαθέσεις, με την πλειοψηφία των γνωστών συναισθημάτων να βρίσκονται σε μια ανάμεικτη, ενδιάμεση θέση [291. Άλλοι, πάλι, μελετητές, όπως ο G. Rey, εξέχον θεωρητικός της φιλοσοφικής θεώρησης του Ψυχο-φανκσιοναλισμού και του Υπολογιστικού-Αναπαραστατικού Λειτουργισμού, υπογραμμίζουν πως αυτός ακριβώς ο ενδιάμεσος χαρακτήρας των συναισθημάτων τα καθιστά πρωτοτυπική περίπτωση μελέτης νοητικής κατάστασης που δεν μπορεί να αποδοθεί αμιγώς υπολογιστικά, αλλά χρήζει οπωσδήποτε, για να ορισθεί επαρκώς, και βιολογικούς προσδιορισμούς με αναγκαστική αναφορά στην φυσιολογία του ανθρωπίνου είδους [22], Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και άλλοι ερευνητές, τονίζοντας, όμως, την ανεπάρκεια της όποιας υπολογιστικής εκδοχής για τα συναισθήματα (4). Τα συμπεράσματα αυτά, όμως, εκτός των άλλων, θέτουν σε σοβαρή αμφισβήτηση και την – κυρίαρχη τις τελευταίες δεκαετίες στην Φιλοσοφία της Νόησης – θεώρηση του Λειτουργισμού (ή Φανκσιοναλισμού), καθώς η εσωτερική της αντίφαση ανάμεσα σε μια «σοβινιστική» (αποκλειστική για το ανθρώπινο είδος) και μια «υπερφιλελεύθερη» (πλουραλιστική, τόσο που να αποδίδει διανόηση σε άψυχα αντικείμενα) εκδοχή της στο πεδίο των συναισθημάτων γίνεται μάλλον ανυπέρβλητη.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση και της σχετικής έρευνας εξελισσόμενης, αυτά που φαίνεται να αποτελούν σήμερα κοινό τόπο όσον αφορά στα συναισθήματα είναι:
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.