Άννα Πόταγα
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Αθήνα
σύναψις 06 [2007 – τόμος 03]
Studies in History and Philosophy of Biological and Biomedical Sciences
Elsevier, 2004, 35, 219-436
Special Issue: The brain in a vat
* Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος
Πριν από τρία περίπου χρόνια το περιοδικό Studies in History and Philosophy of Biological and Biomedical Sciences αφιέρωσε ένα τεύχος του (2004, 35, 219-436) στο θέμα «εγκέφαλος στη γυάλα» (Brain in a vat). Το ειδικό αυτό τεύχος προέκυψε από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε η Cathy Gere, ερευνήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, με το οποίο αναζητούσε ένα θέμα που ακόμη δεν είχε μελετηθεί επαρκώς και παρέμενε μετέωρο, καταλήγοντας υπαινικτικά στο ερώτημα, αν κάποιος γνώριζε πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αναλυτική φιλοσοφία το νοητικό πείραμα «εγκέφαλος στη γυάλα». Η τεράστια ανταπόκριση στο τελευταίο αυτό ερώτημα στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας για την έκδοση αυτού του ειδικού τεύχους, με τα12 άρθρα τα οποία προσεγγίζουν το θέμα του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» από διάφορες οπτικές γωνίες, ανάλογα με την ειδικότητα του αρθρογράφου. Όπως εκτίθεται στη συνέχεια, η Φιλοσοφία, με την ποικιλία των τομέων της, η Ιστορία και η Λογοτεχνία, με προεξάρχουσα αυτήν της επιστημονικής φαντασίας, η Επιστήμη, ειδικότερα η νευροεπιστήμη, οι Καλές Τέχνες, κάθε μια τους και όλες μαζί, συμβάλλουν στη σφαιρική θεώρηση του θέματος του ειδικού αυτού τεύχους.
Φυσικά όλοι οι αρθρογράφοι εντόπισαν το νοητικό πείραμα «εγκέφαλος στη γυάλα» στο βιβλίο Reason truth and history (1981) του Hilary Putnam, του γνωστού φιλοσόφου του Harvard, που το είχε σχεδιάσει σαν παράδειγμα αυτοαναίρεσης του σκεπτικισμού,1 αλλά και σαν απάντηση στην ανάλογη ιδέα του «εμφυαλωμένου εγκεφάλου» που ο Daniel Dennett είχε χιουμοριστικά αναπτύξει στο κείμενό του Where am I? (1979), διερωτώμενος πρώτα για τη φύση της ταυτότητας, υπαινισσόμενος κατόπιν για τη συμβατότητα εγκεφάλου και ηλεκτρονικής τεχνολογίας και προκαλώντας, τέλος, τον προβληματισμό για τη διάκριση μεταξύ μηχανικού και ανθρώπινου, ή για την κατάρριψή της.

Charlie Gere
The technologies and politics of delusion: an interview with artist Rod Dickinson
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 333-349
Συνθήκες μεσολάβησης και πλάνης, ανάλογες με εκείνες του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου», αναδεικνύονται, στη συνέντευξη του Charlie Gere με τον καλλιτέχνη Rod Dickinson, ως κεντρικά θέματα στο έργο του καλλιτέχνη που περιστρέφεται γύρω από μηχανισμούς κοινωνικού και πληροφοριακού ελέγχου και θέματα πλύσης εγκεφάλου, αλήθειας, και γνώσης. Ιδιαίτερος στόχος του τα μαζικά μέσα πληροφόρησης και κεντρικό το ερώτημα αν η αντικειμενική αλήθεια είναι εφικτή. Παραδειγματική ως ανατομή της σύγχρονης κατάστασης, η αναφορά στο άρθρο του Baudrillard: «Ο πόλεμος του Κόλπου δε συνέβη».
Στην ίδια γραμμή και η τέχνη του Dickinson. Έργα του, όπως «Κύκλοι Συγκομιδής» (Crop circles) κυριολεκτικά παριστάνουν τον τρόπο πληροφόρησης ως συγκομιδή και διασπορά μεταποιημένης πληροφορίας. Αναπαραστάσεις προβληματικών καταστάσεων, όπως το πείραμα «Υπακοή στην αυθεντία» του ψυχολόγου Stanley Milgram, στην ουσία το ίδιο αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος, του «Αέρινου Αργαλειού», από το βιβλίο «Εικονογραφήσεις Τρέλας» (Illustrations of Madness) του φύλακα John Haslam, φανταστικό γράφημα τροφίμου του ψυχιατρείου Bethlem Royal Hospital στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, υποτιθέμενο παραστατικό της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου έγκλειστου στο νοσοκομείο. Όλα εστιάζονται ιδιαίτερα στην περίεργη σχέση μεταξύ πλασματικού και πραγματικού, στην περίεργη σχέση μεταξύ παραφροσύνης και πλύσης εγκεφάλου, πολιτικής ραδιουργίας, πραγματικών γεγονότων και παραισθησιακών παραληρημάτων.
Όλα τα συγκεκριμένα γεγονότα, από τα οποία γρήγορα αποστασιοποιείται ο καλλιτέχνης, προκαλούν το ενδιαφέρον του ως εγγενές πολιτιστικό φαινόμενο, στο βαθμό που το είδος τους περιτρέχει και διατρέχει κάθε εποχή και τόπο, και τα χρησιμοποιεί ως αφορμές για να επισημάνει τη σύγχρονη γενικευμένη και θεσμοθετημένη παράνοια, εντοπίζοντας και περιγράφοντας τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί. Τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα χαρακτηρίζονται, συμπεραίνει, από τεχνουργία και στρωματοποιημένα πλασματικά στοιχεία, ώστε η αλήθεια τους αναγκαστικά να αναζητείται στην πλασματική τους βάση, στην πλασματική εκδοχή γύρω από την οποία στήνονται.
Η καθολική επιθυμία αυθεντικότητας σ’ έναν κόσμο όπου κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν μπορεί κατά συνέπεια να ικανοποιηθεί μόνο μέσω του μη αυθεντικού, μόνο μέσω αναπαραστάσεων ή μέσω συστημάτων πεποιθήσεων που στήνουν έναν ολόκληρο ιστό γνώσης γύρω από κάτι. Οι ιστορικές στιγμές, διαμεσολαβημένες από τεχνουργήματα, η «υπερπραγματικότητα» του Umberto Εco (Πίστη στην Απομίμηση, Faith in fakes), ο οποίος αναφέρεται ακριβώς επειδή ξεδιπλώνει την έννοιά της στο έπακρόν ξεπερνώντας και αυτήν την σύλληψή της από τον Βaudrillard, είναι που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για την έσχατη σύλληψη της αυθεντίας μέσω προσομοίωσης. Όσο πιο στημένη τόσο πιο αξιόπιστα επιτυγχάνεται η σύλληψη της πραγματικότητας. Η έννοια της καθαρότητας, έννοια απολύτως φτιαχτή, απλώς εξυπηρετεί να εμφανίζεται ως τέτοια.
Έτσι, όλα τα έργα του καλλιτέχνη αναφέρονται σε τρόπους με τους οποίους κατασκευάζονται τα είδη νοητικής ανταπόκρισης στον κόσμο μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, περιβάλλοντα και τρόπους κατασκευής της αλήθειας, ειδικότερα το ιστορικό είδος αλήθειας. Η παραστατική πλευρά της γνώσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η έγνοια του για ιδέες και πρότυπα που την εξυπηρετούν απόλυτα κατανοητή, αφού το ερώτημα γνώσης της πραγματικότητας και η αμφισβήτηση της δημοσιογραφίας –του κατ’ εξοχήν, υποτίθεται, τομέα της πληροφόρησης, στην οποία παραχωρείται αφηγηματικός, όχι πληροφοριακός, ρόλος, δεδομένου του ανυπόστατου των πληροφοριών που μεταδίδει– εμπνέουν την καλλιτεχνική του δημιουργία.
Ta 12 άρθρα του αφιερώματος είναι τα ακόλουθα:
a) Cathy Gere. The brain in a vat (219-225), b) Mark Sprevak, Christina McLeish. Magic, semantics and Putnam’s vat brain (227-236), c) J.J.C. Smart. The brain in the vat and the question of metaphysical realism (237-247), d) Neil C. Manson. Brains, vats, and neurally-controlled animats (249-268), e) Fred Boting. Extrimatrix (269-286), f) Dani Cavallaro. The brain in a vat in cyberpunk: the persistence of the flesh (287-305), g) John Tresch. In a solitary place: Raymond Roussel’s brain and the Frensh cult of unreason (307-332), h) Charlie Gere. The technologies and politics of delusion: an interview with artist Rod Dickinson (333-349), i) Charlie Gere. Brains-in-vats, giant brains and world brains: the brain as metaphor in digital culture (351-366). j) Anne Beaulieu. From brainbank to database: the informational turn in the study of the brain (367-390), k) Brouwyn Parry. Technologies of immortality: the brain on ice (391-413), l) Cathy Gere, Thought in a vat: thinking through Annie Cattrell (415-436).
Η παρουσίαση των άρθρων εδώ δεν ακολουθεί τη σειρά με την οποία έχουν δημοσιευτεί.
Brouwyn Parry
Technologies of immortality: the brain on ice
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 391-413
Στις τεχνολογίες αθανασίας μας παραπέμπει το άρθρο του Bronwyn Parry από το King’ s College, Cambridge, ο οποίος δεν μας ξεναγεί μόνο στις απίθανες πρακτικές και πεποιθήσεις των κρυονιστών. Στις «γραφικές» πρακτικές τους αντιπαραθέτει τις σοβαρές εξελίξεις της κρυογενετικής, τεχνικές κατάψυξης, κρυοδιατήρηση, μεταμόσχευση, νανοτεχνολογίες, όλες τεχνικές αλτρουϊστικής έμπνευσης, καθώς στοχεύουν στην παράταση και βελτίωση της ποιότητας της ζωής συνανθρώπων, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ίσως και η παράταση ατομικής ζωής των ήδη νεκρών δωρητών, στις οποίες εξάλλου βασίζονται και προσβλέπουν στις περαιτέρω εξελίξεις τους για την αναβίωση των κατεψυγμένων σωμάτων και οι ίδιοι οι κρυονιστές.
Anne Beaulieu
From brainbank to database: the informational turn in the study of the brain
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35, 367-390
Στο θετικό πρόσωπο της τεχνολογίας και τη συμβολή της στην ανάπτυξη ιδιαίτερα της νευροεπιστήμης εστιάζει το άρθρο της: «From brainbank to database: the informa-tional turn in the study of the brain» (Από την τράπεζα εγκεφάλων στη βάση δεδομένων: η πληροφοριακή στροφή στη μελέτη του εγκεφάλου) η Anne Beaulieu από το Τμήμα Δικτυακής Έρευνας και Ψηφιακής Πληροφορίας στο Εθνικό Ινστιτούτο Επιστημονικών Πληροφοριών του Amsterdam.
Με αφορμή το σενάριο του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου» της αναλυτικής φιλοσοφίας και με δεδομένα τα δύο διακριτά είδη του κλασικού αυτού σεναρίου, ανθρώπινου εγκεφάλου και τεχνολογίας, η Beaulieu παρακολουθεί –αντιπαραθέτοντας τις δύο επιστημονικές συλλεκτικές πρακτικές– τη συλλογή νεκρών εγκεφάλων και τη σύνταξη ψηφιακών ατλάντων ζωντανών εγκεφάλων, καθώς και την εξέλιξη της σχέσης τους σ’ ένα μόρφωμα που έγινε δυνατόν με την συντελεσθείσα πληροφοριακή στροφή της επιστημονικής έρευνας και τις ανατρεπτικές επιπτώσεις σε συλλογές, θεσμούς, ιδρύματα, ερευνητικές πρακτικές.
Πρωταγωνιστή της νέας στροφής και ανταγωνιστή του «νωπού» εγκεφάλου ανέδειξε η ανάπτυξη νέων απεικονιστικών τεχνολογιών, τεχνολογικών και υπολογιστικών εργαλείων, πληροφορικής και ηλεκτρονικών δικτυώσεων, τον εικονικό εγκέφαλο, δηλαδή την πληθώρα δεδομένων από ζωντανούς εγκεφάλους μέσω σαρωτή (scanner) που εξετόπισαν τα σπάνια και πολύτιμα νεκρά δείγματα εγκεφάλου, και τον προήγαγαν σε ψηφιακό ερευνητικό αντικείμενο που, μαζί με τον δικτυακό πλέον χαρακτήρα της έρευνας, αποτελούν τις δυο δυναμικές του νέου μορφώματος.
Σπουδαιότερες και από την παρουσία νέων πληροφοριακών και επικοινωνιακών τεχνολογιών, την πεμπτουσία δηλαδή του εικονικού εγκεφάλου, είναι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο τύπων συλλογών εγκεφάλου που ασκούνται μέσα στο πλαίσιο του αστερισμού αυτού. Ιστοί μετατρέπονται σε σαρώσεις (scans) και σαρώσεις σε ιστούς. Τομές εγκεφάλου μετατρέπονται σε ψηφιακούς άτλαντες εγκεφάλου, ενώ σαρώσεις χρησιμοποιούνται για τη σύνδεση μικροσκοπικού υλικού.
Στο επίκεντρο της επιστημονικής ερευνητικής πρακτικής «νωπός» και «εικονικός» εγκέφαλος ως επιστημικά αντικείμενα χρησιμεύουν ως πρότυπα για να διαφοροποιούν τις ιδιαιτερότητες του άλλου και να φωτίζουν πλευρές που αλλιώς θα παρέμεναν αθέατες. Αντίθεση και υπόμνηση συνάμα της φυσικότητας των επιστημονικών αντικειμένων αποτελεί ο «νωπός» εγκέφαλος στο εργαστήριο παθολογίας (συμπεριλαμβανομένων και των ψηφιακών), ενώ στον καθοριστικό, για τη μελέτη, ρόλο των χαρακτηριστικών του υλικού κάθε συλλογής παραπέμπουν οι συγκεκριμένες στην ανατομική μελέτη εγκεφάλου απαιτήσεις κάθε συλλογής.
Αποφασιστικός στον ελκυσμό «νωπού» εγκεφάλου και πληροφοριακής-επικοινωνιακής τεχνολογίας (ΙCT) και ο ρόλος της βιολογικής στροφής που συντελέστηκε με την απόρριψη της μεταφορικής έννοιας του εγκεφάλου ως «λογισμικό» στη γνωσιακή ψυχολογία που καθιστούσε περιττή την παρουσία σκληρού, υλικού, υποστρώματος (hardware), ιδέα που υποβάλλει και το πείραμα του Dennett, καθώς υπαινίσσεται τη δυνατότητα μεταφοράς του περιεχομένου του εγκεφάλου σε υπολογιστή, και την επεξεργασία του να υπερβαίνει το υλικό υπόστρωμα. Με την ολοκληρωμένη προσέγγιση –λαμβάνοντας υπόψη «λογισμικό» και σκληρό υπόβαθρο–, δηλαδή τη βιολογική στροφή που πολλοί ερευνητές υιοθέτησαν επωφελούμενοι συνάμα από τις δυνατότητες των υπολογιστικών προσεγγίσεων, ο «νωπός» εγκέφαλος της γνωσιακής νευροεπιστήμης ενσωματώνεται στην τεχνολογική και πληροφορική επιστήμη μέσω της ψηφιακής χώρας, χωρίς εκτομή (αφαίρεση από το σώμα) και σύνδεση του σε συσκευή, αποφέροντας, όντως, εντυπωσιακά αποτελέσματα: αλληλενίσχυση υλικότητας και εικονικότητας, πληροφοριοποίηση του υλικού, στήριξη της βιολογικής υλικότητας του εγκεφάλου στον εικονικό εγκέφαλο και εξύφανση σπουδαίων δεσμών μεταξύ νευροεπιστήμης, βιοϊατρικών επιστημών και επιστημών του εγκεφάλου.
Σημαντικές οι επιδράσεις της πληροφοριακής στροφής και στην επιστημονική έρευνα καθεαυτή: αλληλεπίδραση μεταξύ τεχνολογιών, αλληλεπίδραση χρήσης τεχνολογιών και παραγόμενης γνώσης και χρήσεών της, σε σημείο που να καθορίζεται ακόμη και το τι μπορεί να γνωσθεί, τα ίδια τα επιστημικά πρότυπα να ανασκευάζονται και φιλοδοξίες να αναπροσαρμόζονται, και αυτός ο χαρακτήρας των πειραμάτων να διαμορφώνεται από δεδομένα σε διαδικασία μάλλον εξερεύνησης και ανακάλυψης παρά σε υποθέσεις. Ανατροπή δηλαδή των τρόπων παραγωγής γνώσης, όπως και των επιστημολογικών προβλημάτων. Σύγχρονο επιστημολογικό πρόβλημα, η «διείσδυση» τεχνολογίας στη σύσταση των αντικειμένων αντί της θεωρητικής φόρτισης των παρατηρήσεων που βάραινε φιλοσοφικά την επιστημονική πρακτική του χθες.
Οι επιπτώσεις της πληροφοριακής στροφής με κοινωνιολογικούς όρους εστιάζονται στα είδη σκηνικού όπου εξελίσσεται η επιστημονική εργασία, με τον δικτυακό χαρακτήρα τους: μετατόπιση όλο και περισσότερων παραδοσιακών λειτουργιών του εργαστηρίου σε βάσεις δεδομένων, λίστες ηλεκτρονικής συζήτησης ή ιστοσελίδες. Μεταφορά αρμοδιοτήτων των παραδοσιακών επιστημονικών περιοδικών, δηλαδή επικοινωνία, διάδοση και διατήρηση ευρημάτων και γνώσης, στα ηλεκτρονικών δίκτυα ή αλλοίωσή τους σε περίπτωση στενής σύνδεσής των ίδιων με καταθέσεις δεδομένων. Απρόβλεπτες βέβαια και οι συνέπειες από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων δικτύων, π.χ. ως προς τις πρακτικές δημοσίευσης ή τις παραδοσιακές ηθικές προσταγές για την προστασία των ασθενών.
Με τη δεύτερη δυναμική της πληροφοριακής στροφής, τον δικτυακό της χαρακτήρα, ενισχύεται σημαντικά και η διεπιστημονική έρευνα γύρω από ειδικά προβλήματα, καθώς εξελίξεις σε γειτονικούς τομείς μπορούν να δημιουργήσουν νέες συνδέσεις στα δίκτυα. (Ο τομέας της ταξονομίας π.χ. περιέλαβε τη βιοπληροφορική μέσω της γενετικής).
Εξάλλου η διαχείριση του νέου πληθωρικού, σε αντίθεση με το ισχνό πληροφοριακό υλικό των δειγμάτων μεταθανάτιου εγκεφάλου, ψηφιακού ερευνητικού υλικού αποτελεί ήδη πρόκληση για την ψηφιακή βιομηχανία, τόσο αναφορικά με τη διαχείριση των δεδομένων όσο και την οπτικοποίησή τους, η οποία, παρεμπιπτόντως, εξυμνείται σαν κοινό πεδίο, σημείο συνάντησης, σύνδεσμος δεδομένων και ανθρώπων, χωρίς τον οποίον μεγάλες ποσότητες δεδομένων θα παρέμεναν μη ανιχνεύσιμες. Η οπτικοποίηση αυτή των δεδομένων που βασίζεται σε υψηλές υπολογιστικές και δικτυακές τεχνολογίες και αποτελεί σχετικά νέα διάσταση σχεδόν σε όλους τους τομείς κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για «οπτική γνώση», πολύ περισσότερο που είναι και αναγκαία για τη μεταξύ επιστημόνων και μη ειδικών συνεννόηση.
Ταχεία πρόοδος στην καλή ποιότητα, από κάθε άποψη, του εγκεφάλου ως πληροφοριακού αντικειμένου για μελέτη συνεπάγεται και ταυτόχρονο επηρεασμό των πρακτικών των μελετητών και αυξανόμενη συμβολή από τον τομέα της νευροπληροφορικής.
Το αυξανόμενο μέγεθος των ψηφιακών συνόλων δεδομένων αυξάνει και το ενδιαφέρον για εργαλεία και δεξιότητες για το χειρισμό της αυξανόμενης ποσότητας πληροφοριών. Νέες μέθοδοι ρύθμισης των αποκτημένων δεδομένων και εξεζητημένες δεξιότητες για τον χειρισμό και ανάλυση των πληροφοριών διαμορφώνουν δεόντως τη σύσταση των ερευνητικών ομάδων.
Την τεχνολογική πρόοδο συνοδεύουν αναγκαστικά υποχρεώσεις και δεξιότητες, πέραν του τεχνολογικού χαρακτήρα, δεδομένων των νέων σχέσεων ανταλλαγής και της απαιτούμενης κοινωνιολογικής στροφής σχετικά με τη συμμετοχή στα δεδομένα. Επίσης, επίβλεψη, έλεγχος, και διαχείριση έχουν ταυτοποιηθεί ως πολιτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις πληροφοριακών και επικοινωνιακών τεχνολογιών στην παραγωγή γνώσης. Πιο ειδικά, με το δικτυακό χαρακτήρα της πληροφορικής επιστήμης συνδέονται θέματα πολιτικά όπως η «πρόσβαση» στις πηγές δεδομένων και οι ανησυχίες σχετικά με την αυξανόμενη κυκλοφορία δυνητικά ευαίσθητων δεδομένων Και αυτά μαζί με όλα τα άλλα αποτελούν επίσης πλευρές ενός αναπτυσσόμενου μορφώματος τεχνολογίας και ερευνητικών πρακτικών, που επαναδιαμορφώνουν προσδοκίες σχετικά με το πώς μπορούμε να γνωρίζουμε και τι μπορούμε να γνωρίζουμε.
Παρακολουθώντας στη συνέχεια την ιστορία και την εξέλιξη, με τη διαδοχή διαφόρων περιόδων με τα διαφορετικά σκεπτικά και σχέσεις με την επιστημονική έρευνα και παιδεία του 350χρονου θεσμού των συλλογών ανατομικού υλικού από τον 17ο αιώνα, όσο και του νέου θεσμού των βάσεων και τραπεζών δεδομένων, έμφαση δίνεται στη διαφοροποίηση όσο και τη σχέση τους με τις συλλογές των νευροπαθολογικών εργαστηρίων.
Ο θεσμός των συλλογών εγκεφάλου, «νωπού» ή εικονικού, αρχίζει με την αναζήτηση και απόκτηση «εγκεφάλων», με εμφανείς διαφορές στον τρόπο απόκτησης, συντελεστές, ψυχολογικούς παράγοντες, κοινωνικούς και ηθικούς φραγμούς και επιταγές, και ιδιαίτερα γνωρίσματα που τα καθιστούν πολύτιμα ερευνητικά αντικείμενα.
Παρά τις διαφορές αυτές, κλειδί της αξίας και των δυο συλλογών αποτελεί το ανθρώπινο περιεχόμενό τους.
Στη μοναδικότητα των ανθρώπινων παθολογιών προσανατολίζονται οι συλλογές «νωπών» εγκεφάλων – μοναδικές πηγές, αναγκαίες για την πλήρη κατανόηση ασθενειών όπως το Αλσχαϊμερ ή την πολλαπλή σκλήρυνση, ανάγκη που άλλα ζωικά και χρήσιμα πρότυπα αδυνατούν να ικανοποιήσουν. Τη μοναδικότητα των ανθρώπων ως προς τις γνωσιακές λειτουργικές ικανότητές τους στη ζωντανή λειτουργική κατάσταση του εγκεφάλου επιδιώκουν και οι συλλογές εικονικού εγκεφάλου –η μελέτη του εγκεφάλου σε σχέση με τη γλώσσα ή κάποιες μορφές μνήμης είναι δυνατόν να διεξαχθεί, υποστηρίζεται, σε ζώντες λειτουργούντες ανθρώπινους εγκεφάλους με τις απεικονιστικές τεχνολογίες– οπότε αυτονόητος και ο προσανατολισμός των συλλογών απεικονίσεων (scans) προς φυσιολογικούς εγκεφάλους. Αυτοί άλλωστε είναι και ο στόχος της γνωσιακής ψυχολογίας στην αναζήτηση της ανθρώπινης αντιπροσωπευτικότητας, στην αναζήτηση του ανθρώπινου «μέσου εγκεφάλου». Τον ανθρώπινο «εγκέφαλο» και δη τον «υγιή εγκέφαλο», αναζητούν γνωσιακοί, νευροψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες.
Στο ερευνητικό αυτό ρεύμα, η έννοια του «μέσου εγκεφάλου» χρησιμοποιείται ως πρότυπο για τον αντιπροσωπευτικό εγκέφαλο, και ο τρόπος παραγωγής του είναι στατιστικός. Μεγάλος αριθμός απεικονίσεων συγκεκριμένου τόπου αναφοράς δίνει τον μέσον όρο και αυτόματα και μαθηματικά παράγεται ο «μέσος εγκέφαλος».
Από τον «μέσο εγκέφαλο», από την αντιπροσωπευτικότητα, τον «εγκέφαλο» γενικά, γρήγορα οι απεικονίσεις συνέβαλαν και στην προβολή της διαφορετικότητας.
Παρότι η μεμονωμένη απεικόνιση γίνεται ενδιαφέρον αντικείμενο μόνο με την ενσωμάτωσή της σε μια βάση απεικονιστικών δεδομένων (scans), όπου μπορεί να συγκριθεί και να αξιολογηθεί, παρότι ο υπό μελέτη εικονικός εγκέφαλος υπάρχει μόνο αναφορικά με σύνολα και γνωρίσματα στατιστικής σημασίας, παρότι η σχέση του με όλα τα δείγματα μιας συλλογής είναι που κάνει πολύτιμη, αυτή καθεαυτή μια απεικόνιση εγκεφάλου οδήγησε και οδηγεί[ποιο απ’ όλα;] στην αναζήτηση και εντοπισμό της διαφορετικότητας, και σε τελευταία ανάλυση της ατομικότητας, καθώς τα θέματα ταυτότητας άπτονται ευρύτερα με την συλλογική έννοια της ανθρώπινης ταυτότητας.
Η ύπαρξη διαφοράς στους ανθρώπινους εγκεφάλους ήταν γνωστή. άγνωστη, όμως, παρέμενε ως προς τις ιδιαιτερότητές της, με την έννοια ότι δεν είχε «μετρηθεί επακριβώς». Ειδικά ως προς την ειδικότητα του ημισφαιρίου και σε σχέση με την δεξιοχειρία ή αριστεροχειρία, γνώση βασισμένη σε νευροψυχολογικές δοκιμές και μεταθανάτια εξέταση χειρουργικών και εγκεφαλικών περιπτώσεων (stroke) ασθενών, η διαφορά ήταν γνωστή. Οι ατομικές διαφορές, αν και καυτό θέμα για τους νευροχειρουργούς, δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο θέμα της ανατομικής έρευνας, παρά τις κάποιες έρευνες μεταξύ ειδών, και την αναζήτηση ορατών δεικτών νοημοσύνης και φυλετικών διαφορών που γρήγορα πέρασαν στο περιθώριο. Έτσι η διαφορετικότητα μεγέθους, σχήματος και σχετικής οργάνωσης του εγκεφάλου συνέχιζε να αποτελεί εμπόδιο σχεδόν αξεπέραστο στη μελέτη της εγκεφαλικής ανατομίας.
Ωστόσο, η δυνατότητα σύνδεσης της δομικής διαφορετικότητας του εγκεφάλου με τη λειτουργική διαφορετικότητα συνεχώς εκφραζόταν ρητά αλλά απόμενε να γίνει βεβαιότητα. Με τη βοήθεια της νευροαπεικόνησης και την ψηφιακή διαχείρισή της, η έρευνα στο θέμα των ατομικών δομικών διαφορών έγινε εφικτή και η αναζήτηση ανατομικής κατεύθυνσης στη λειτουργική αξιολόγησή τους, δηλαδή ο συνδυασμός λειτουργίας και δομής, έγινε σημαντικό πεδίο έρευνας. Ιδιαίτερα, η διαφορετικότητα του ανθρώπινου φλοιού ανήκει στην κατεύθυνση έρευνας που έχει συνδεθεί στενά με τις απεικονιστικές συλλογές και αποτελεί πλέον ένα ερευνητικό θέμα καθεαυτό, καθώς ευθύνεται για πολλές από τις διαφορές στη συμπεριφορά που ορίζει την ανθρώπινη ατομικότητα. Έτσι, η διαφορά για παράδειγμα των προτύπων σε έλικες και αύλακες –ατομικά ανατομικά γνωρίσματα όπως τα δαχτυλικά αποτυπώματα– δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο, όσο μέσο διάκρισης νευρωνικών κατατομών σχετικών με διατομικές διαφορές σε γνωσιακές, κινητικές και αντιληπτικές ικανότητες.
Το ευαίσθητο αυτό θέμα της σχέσης ατομικών λειτουργικών διαφορών και διαφορών σε φλοιϊκές δομές, που μπορεί πλέον να εντοπισθεί με τη βοήθεια εφαρμογών λειτουργικής απεικόνισης και του εξεζητημένου πληροφοριακού οπλοστασίου, κάνει τη μελέτη της διαφορετικότητας ένα παγιωμένο πλέον ρεύμα στη νευροανατομία.
Διαφορετικά είδη ψηφιακών ατλάντων, δηλαδή υπάρχουσες απεικονιστικές συλλογές διαφορετικής χωροταξικής τυποποίησης, εξελίσσονταν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 80, αλλά το θέμα της διαφορετικότητας απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν η διαχείριση τέτοιου μεγάλου αριθμού (scans) κατέστη δυνατή μέσα από αυτό που έμελλε να εξελιχθεί σε γνωσιακή νευροεπιστήμη.
Βασική για τις αναδυόμενες νευροεπιστημονικές όψεις του εγκεφάλου και την οργάνωση της έρευνας είναι και η έννοια του δικτύου. Δίκτυα μέσα στον εγκέφαλο αποτελούν τρόπο ανάγνωσης λειτουργιών, γονιδιακών και περιβαλλοντικών δράσεων, με σκοπό έναν ολοκληρωμένο απολογισμό του εαυτού. Όταν τεχνολογίες νευρωνικών δικτύων χρησιμοποιούνται για την εξερεύνηση πολυδιάστατων δεδομένων του εγκεφάλου, η μεταφορά της έννοιας του δικτύου φαίνεται να αναδιπλώνεται προς τα πίσω, προς τον εαυτόν.
Τέλος, η αλήθεια είναι ότι οι εγκεφαλικές απεικονίσεις αποτελούν έναν απρόσμενο πλούτο, ανιχνεύσιμο μέσω αλγορίθμων επεξεργασίας, αυτοματοποιημένης ανάλυσης, και μεταμόρφωσής τους από ακατέργαστες σαρώσεις σε σχηματοποιημένα, ετικετικοποιημένα, τυποποιημένα και αναλύσιμα δεδομένα, μετατρέψιμα από πλαίσια σε «πρότυπα», και όλα αυτά είναι δυνατά χάρη στην ψηφιακή φύση τους που καθιστά τους άτλαντές τους ανεξάντλητες πηγές για τη νευροανατομία, και πηγή άγχους με την υβριδική τους φύση για τους ερευνητές τους.
Συγκρίσεις «νωπού» και εικονικού εγκεφάλου έδειξαν τον εικονικό εγκέφαλο ως ένα εύπλαστο αντικείμενο με διαφορετικό χαρακτήρα από το στερεό και βιολογικά θεμελιακό «νωπό» εγκέφαλο των τραπεζών εγκεφάλου. Ταυτόχρονα αντικείμενο και παράσταση, επιστημικό αντικείμενο και δεδομένο, ακατέργαστο υλικό και πρότυπο ως αντικείμενο έρευνας, ο εικονικός εγκέφαλος προσφέρεται ως πληροφοριακό αντικείμενο για διαφορετικά σύνολα χειρισμών που επεκτείνουν, εκλεπτύνουν, και υπερβαίνουν τους ατομικούς του παράγοντες. Στη σειρά των μεταμορφώσεων αυτών, η πρωτότυπη σάρωση χάνεται και επεκτείνεται, έτσι οι συλλογές εικονικών εγκεφάλων επιτυγχάνουν έναν ιδιάζοντα συνδυασμό λειτουργιών με τρόπο που δεν μπορεί να το κάνει η συλλογή δειγμάτων.
Ωστόσο, αξίζει να τονισθεί ότι επειδή στο ψηφιακό πληροφοριακό σκηνικό, όπως αυτό του άτλαντος εγκεφάλου, οι μετασχηματισμοί δεδομένων είναι αλγοριθμικοί και πιθανοκρατούμενοι, ο ελκυσμός μεταξύ μεμονωμένης περίπτωσης και τάξης φαινομένων υπό μελέτην μπορεί να διατηρηθεί κατά τρόπο που είναι αδύνατο χωρίς σημαντική υπολογιστική υποστήριξη. Οι προοπτικές ψηφιοποίησης τονίζουν τη δυνατότητα μετάθεσης του αντικειμένου σε πολλαπλά στρώματα ανάλυσης και διατήρησης της ακεραιότητάς του ως μοναδικής. Σε περιπτώσεις που ασχολούνται με σώματα ή άτομα, τα αντικείμενα παραμένουν μοναδικά με την έννοια ότι είναι δεμένα με μοναδικούς ατομικούς εαυτούς. Η ιδιαίτερη αυτή δυνατότητα εγγραφής της ατομικότητας σε μια επιστημονική παράσταση δεν είναι μόνο αδύνατη σε μεταθανάτιες μελέτες, αλλά και ενδεικτική της ειδικής μορφής του φαινομένου της βιοκοινωνικότητας (αναφορά στον ανθρωπολόγο Paul Rabinow σε σχέση με τις γενετικές τεχνολογίες).
Από την άλλη μεριά, το κοινό χωρικό πλαίσιο που παρέχουν οι άτλαντες αντισταθμίζει τις ατομικές διαφορές στις δομές εγκεφάλου, και κάνει τους άτλαντες εγκεφάλου φυσικές πύλες για την πλοήγηση σε μεγάλου βεληνεκούς νευροεπιστημονικά δεδομένα και στην οπτικοποίησή τους. Εξάλλου, η ίδια η μεταφορική χρήση του «χάρτη» και του «δικτύου» στον εικονικό εγκέφαλο υπαινίσσονται την πτύχωση και τη συνθετότητα του εγκεφάλου, καθώς και τη δυνατότητα διαχείρισής του από τις υπερεξεζητημένες υπολογιστικές τεχνολογίες.
Ο εστιασμός στο επίπεδο αυτό έχει το πλεονέκτημα να κάνει απτή την υλικότητα μιας πρακτικής που μεταμφιέζεται συχνά με ένδυμα διαφανές και αόρατο. Το παράδοξο μη απτών σωμάτων, πλην όμως δυναμένων να συλληφθούν σε μοριακή λεπτομέρεια, μπορεί να είναι κοινός τόπος ενός πληροφοριακού κόσμου και να δικαιολογεί τη ρήση του ιστορικού της επιστήμης, Hans-Joerg Rhein-berger, που παραθέτει η αρθρογράφος: η επιχείρηση «σύγχρονη επιστήμη» αντλεί τη δύναμή της από τους παράδοξους παραστατικούς τόπους της.
Cathy Gere
Thought in a vat: thinking through Annie Cattrell
Stud Hist Phil Biol & Biomed Sci, 2004, 35415-436
Στο θέμα του εντοπισμού των νοητικών λειτουργιών εστιάζεται και η συνέντευξη της εκδότριας του παρόντος ειδικού τεύχους Cathy Gere με την γλύπτρια Annie Cattrell, η οποία συμμετείχε σε ένα ομαδικό πρόγραμμα: Art with the brain in mind για να διερευνήσει μέσω της τέχνης της το αιώνιο πρόβλημα «σχέσης μεταξύ εγκεφάλου και σώματος και εγκεφάλου με τον εξωτερικό κόσμο», δημιουργώντας ένα έργο συναφές με τις νευροεπιστήμες, εκθέτοντάς το μαζί με κάποιο τεχνούργημα της επιλογής της μέσα από την ιστορία της έρευνας του εγκεφάλου.
Το κεντρικό ερώτημα του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου»: τι συνδέει τον εσωτερικό μας κόσμο με τον κόσμο «εκεί έξω», ενέπνευσε και τη δική της θεματική. Ανάμεσα στα αξιοπερίεργα που τελικά απετέλεσαν την ομαδική έκθεση του προγράμματος, τα έργα της Cattrell «Όραση» και «Ακοή» διακρίνονταν με την απλή κομψότητά τους, κομψότητα που αποσιωπούσε την συνθετότητα της τεχνολογίας που τα έφερε στο φως, όπως απεικόνιση λειτουργικής μαγνητικής αντήχησης (fMRI), ψηφιακή τομογραφία (Computerized tomography), πρωτοστοιχείωση (prototyping) κ.ά.
Η γλύπτρια πειθάρχησε στις περίπλοκες σειρές παρεμβάσεων, σμικρύνσεις και χειρισμούς με τους οποίους η δράση του εγκεφάλου αφήνει ίχνη –και μάλιστα ίχνη προσωπικά, όσο και τα δακτυλικά αποτυπώματα, όχι καλούπια (όπως στη φρενολογία), ενδεικτικά της μοναδικότητας του προσώπου όσο και της φυσικότητας της σκέψης– για να δημιουργήσει έγκυρα και αισθητικά γλυπτά, ανασύροντάς τα από τις εξεζητημένες, θορυβώδεις συχνά διαδικασίες που απαιτήθηκαν για να πραγματοποιηθούν. Η διαδικασία ήταν διαδικασία τεμαχισμού και επακόλουθης επανολοκλήρωσης, και εξαφάνιση κάθε ίχνους μοντάζ.
Από ψηφιακά μετατρέπονται σε τρισδιάστατα δεδομένα, σε στερεή ρητίνη στο χρώμα του ήλεκτρου, συναρμολογούνται και ενσωματώνονται με την πρωτότυπη σειρά των απεικονίσεων (scans) μέσα σε διαυγές μέσον –διαφανείς κύβους ακρυλικής ρητίνης– για να μας μεταδώσουν με τη διάφανη ομορφιά τους, τα φωτεινά αυτά τεχνουργήματα, οπτικοποιημένη τη δραστηριότητα του ζωντανού ανθρώπινου εγκεφάλου, κάτι που μοιάζει με σκέψη. Η διαύγεια των λεπτεπίλεπτων μορφών ήλεκτρου προικίζει την γαλήνη τους, όχι τόσο με αίσθηση στερεότητας, όσο με μια μυστηριωδώς συλληφθείσα φευγαλέα κίνηση. Αναδίδουν τόσο την περιπλοκότητα όσο και το αιθέριον της φλόγας, του παγιδευμένου στον πάγο ηλεκτρισμού, την ίδια τη σύλληψη της σκέψης.
Τα γλυπτά αυτά αποπνέουν βαθείς στοχασμούς πάνω στο πρόβλημα του «εγκέφαλου στη γυάλα». Πάνω απ’ όλα, η προσβάσιμη μορφή της «εμφιαλωμένης σκέψης» εκφράζει την ιδέα εντοπισμού της λειτουργίας του εγκεφάλου: την ιδέα ότι διαφορετικά μέρη των εγκεφαλικών ημισφαιρίων εκπληρώνουν διαφορετικούς ρόλους. Ασυζητητί ο εντοπισμός των νοητικών λειτουργιών είναι ο πιο σπουδαίος, μεταξύ των άλλων θεωρητικών εξελίξεων στις νευροεπιστήμες, για το σενάριο του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου», δεδομένου ότι η σκεπτικιστική λογική του νοητικού πειράματος βασίζεται, όπως σωστά παρατηρεί και η αρθρογράφος, πάνω στην προϋπόθεση ότι οι λειτουργίες του εγκεφάλου είναι εντοπισμένες σε τέτοιο βαθμό λεπτομέρειας, ώστε ο επιστήμων, ερεθίζοντας τις σωστές περιοχές στην κατάλληλη σειρά, να παράγει πλήρη κλίμακα των ενεργειών συνειδητής εμπειρίας. Ο φιλοσοφικά «εμφιαλωμένος εγκέφαλος» –η επαναδιατύπωση με τεχνολογικούς όρους του ερωτήματος που κάποτε ετίθετο φυσικαλιστικά από τα όνειρα και, μετά, υπερφυσικά από δαίμονες – δεν είναι παρά μια φανταστική έκβαση του προγράμματος νευρωνικής χαρτογράφησης.
Στο ερώτημα που γεννάται στην αρθρογράφο, τι ώθησε την γλύπτρια σε αυτήν την παραδειγματική παραπομπή στην υλικότητα της σκέψης, και τι απήχηση μπορεί να έχει η θεωρία εντοπισμού των λειτουργιών του εγκεφάλου για κάποιον που δεν είναι ούτε νευροεπιστήμων ούτε φιλόσοφος του εγκεφάλου, η ίδια η συνέντευξη με την γλύπτρια και η περιήγηση σε παλαιότερα έργα της, δείχνει πώς ο εντοπισμός της λειτουργίας του εγκεφάλου της έδωσε απαντήσεις σε μια πλειάδα ερωτήσεων που την απασχόλησαν από τότε που ήταν εσωτερική καλλιτέχνης σε ψυχιατρική κλινική στις αρχές της δεκαετίας του 90. Η ανάμιξή της με την θεωρία εντοπισμού μας θυμίζει ότι, παρά την αύρα της παράνοιας και της νοσηρότητας του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου», η θεωρία αυτή αποτελεί μια λογική έκβαση της επιχείρησης νευρωνικής χαρτογράφησης, εργασίας που όντως διεξάγεται σε κλινικό σκηνικό, αφιερωμένο στην ανακούφιση από την οδύνη και στην εξάλειψη του στίγματος και έχει μια μακρά εξελικτική πορεία, ξεκινώντας από άσυλα και φρενοκομεία, με τις ρίζες της να φθάνουν στη φρενολογία του 1860, με προεξάρχοντα τα ονόματα των John Huglings Jackson και Paul Broca στο Λονδίνο και το Παρίσι αντίστοιχα, που ενέπνευσαν πειράματα σε εγκεφάλους ζώων και ανθρώπων (David Ferrier 1874, Roberts Bartholow Ohio 1874) που αργότερα βελτιώθηκαν. Αποφασιστικά, ωστόσο, πειράματα φλοιϊκής διέγερσης, βασική προϋπόθεση για την επαναφορά του σκεπτικιστικού δαίμονα με τεχνοεπιστημονικό ιδίωμα, διεξήχθησαν στα τέλη του 1920, όταν ο καναδός νευρολόγος Wilder Penfield και οι συνάδελφοί του από το Πανεπιστήμιο McGill, ανέπτυξαν μια διαδικασία ηλεκτρικής φλοιϊκής διέγερσης χειρουργούμενων επιληπτικών ασθενών –η επιληψία πάντα απετέλεσε την υποδειγματική παθολογία για μελέτες εντοπισμού λειτουργιών– σημειώνοντας τις αναφερόμενες αντιδράσεις τους.
Η σύντομη χρονολογική περιήγηση μερικών υποδειγματικών αντικειμένων της εντοπιστικής θεωρίας με κορύφωση τις τεχνικές εγκεφαλικής χαρτογράφησης, γνωστές ως «διαδικασία Μόντρεαλ» (Montreal procedure) του Wilder Penfield και την «ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου» (electrical stimulation of the brain) του José Délgado από το Yale, που προϋποθέτουν επακριβώς το σενάριο «εμφιάλωσης του εγκεφάλου», μας συνδέει και με το παλαιότερο έργο της Cattrell, το «χειρουργείον» (operating theater), εκτεθειμένο στο Μουσείο Ψυχιατρικής Crichton στο Dumfries, που εκφράζει την κριτική της για το νευροχειρουργικό ζήλο, προϋπόθεση και εξέλιξη της επιχείρησης φλοιϊκής χαρτογράφησης, για να επισημανθεί ότι η υπερβολή της επιστημονικής φαντασίας του νοητικού πειράματος του «εγκεφάλου στη γυάλα» δεν απέχει και πολύ από τις επιτυχίες και αποτυχίες των νευροεπιστημονικών επεμβάσεων της πραγματικής ζωής, αλλά μάλλον αποτελεί συνέχεια μερικών από τις πιο δυσδιάκριτες φαντασίες, υπερβολές και υπεκφυγές της ίδιας της θεραπευτικής επιχείρησης.
Το «χειρουργείο» της γλύπτριας, μακριά από τις υπερβολές και τις επιστημονικές φαντασίες μας, στρέφει στην έγνοια της για την οδύνη των ψυχιατρικών ασθενών και στα άσυλα και τα ψυχιατρεία όπου οι φρενοβλαβείς υφίσταντο κάποια αγωγή, όντας ταυτόχρονα και το πειραματικό υλικό για την εκκολαπτόμενη νευροεπιστήμη. Το έργο της, στην πραγματικότητα ένα σκηνικό χειρουργείου με τα λεπτά χειρουργικά εργαλεία και το χειρουργικό τραπέζι, εκθέτει το ενδιαφέρον της για την υλικότητα του εγκεφάλου στην οποία δίνεται μια πιο σαφής ηθική διάσταση. «Χειρουργείο» είναι το εύγλωττο σχόλιο της για τους κινδύνους και τις υπερβολές του ίδιου υλιστικού παραδείγματος που ταυτόχρονα προσφέρει ελπίδα και κατανόηση στους ψυχιατρικούς ασθενείς, θυμίζοντας ότι η θεωρία εντοπισμού και, κατ’ επέκταση, ο «εμφιαλωμένος εγκέφαλος» είναι αποτέλεσμα ενός και ημίσεος αιώνα εργασίας, μελέτης και ανακούφισης της οδύνης πραγματικών ανθρώπων.
Η αναφορά στις σπουδές και τη σταδιοδρομία της γλύπτριας και κυρίως την εμπειρία της ως εσωτερική καλλιτέχνης στην ψυχιατρική κλινική του Εδιμβούργου, δείχνει πόσο η τύχη των χρόνιων ψυχασθενών επηρέασε και συνέβαλε στην αναδιαμόρφωση της δουλειάς της, με εμμονή στη διαφάνεια: την ιδέα πως μπορεί κανείς να βλέπει μέσα στα πράγματα χωρίς να μπορεί να τα αγγίξει, να αναλύει παρατηρώντας μέσα στο μικροσκόπιο, μέσα από έναν φακό, μέσα από μια βιτρίνα. Εκτός από αισθητικό μέσον, το γυαλί της θυμίζει διαγράμματα, υποδείγματα, επιστημονικούς τρόπους παρατήρησης, και κάνει την προσπάθειά της να εξωτερικεύσει υλοποιώντας το εσώτατο αισθητή σα σκέψη. [;] Εκεί και έτσι, εμπνευσμένα από αυτήν την ιδέα άρχισαν όλα και τέτοια έργα της είναι το «νευρικό σύστημα», η «capacity».
Αλλά τα ερωτηματικά που είχε από την εμπειρία της δουλειάς σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ιδιαίτερα στο ψυχιατρείο του Εδιμβούργου, μπόρεσαν να απαντηθούν μόνο θεωρώντας το νου ως υποστηριζόμενο από τον φυσικό εγκέφαλο που είναι και αυτός ευάλωτος σε βλάβες και ασθένειες, ακριβώς όπως και το υπόλοιπο σώμα δηλαδή με τη φυσικαλιστική εξήγηση της διανοητικής λειτουργίας που κέρδιζε έδαφος και λαϊκή απήχηση με την ευρεία δημοσιοποίηση των τεχνικών σάρωσης του εγκεφάλου. Εάν ο εγκέφαλος δεν ήταν παρά προέκταση του σώματος, η ψυχιατρική ασθένεια μπορούσε να κατανοηθεί ως σωματική ασθένεια και βλάβη, να σβήσει το σύνορο μεταξύ φυσικής και διανοητικής ασθένειας και να εξαλείψει το στίγμα που κουβαλάει η τελευταία επάνω της. Έτσι, το θέμα του εντοπισμού, το ερώτημα για το τι σημαίνει «φυσικότητα» της συνείδησης, με τοπικότητα και συγκεκριμένο τόπο κατοικίας, συγκέντρωσε όλο το ενδιαφέρον της. Οι υπεύθυνες για διαφορετικά συναισθήματα –κατάθλιψη, φόβο, θυμό– περιοχές του εγκεφάλου έμοιαζαν, όντως, σα φυσική κατοίκηση. Η δραστηριότητα του εγκεφάλου της φάνηκε τόσο φυσική όσο ο ιδρώτας ή οι παλμοί της καρδιάς. Στη συνέχεια, η συνεργασία της με τον νευροεπιστήμονα του Πανεπιστημίου του Οξφορντ δρ. Morten Kringelbach και τους τεχνικούς και κλινικούς του Oxford Center for Functional Magnetic Resonance Imaging of the Brain, κίνησε το ενδιαφέρον της για τα πειράματα σάρωσης του εγκεφάλου και της επέτρεψε πρόσβαση για πρώτη φορά σε απεικονίσεις (scans) του οπτικού και ακουστικού φλοιού στα οποία βασίζονται τα έργα «Όραση» και «Ακοή», (πραγματοποιημένα με τη βοήθεια και χορηγία της εταιρίας 3D Systems, Hobarts Ltd, και σε συνεργασία με τους Δρς. S. Smith και M.Lythgoe, αλλά εμπνευσμένα από τη διαμονή της στο Εδιμβούργο).
Στα δύο έργα «Ακοή» και «Όραση» προστέθηκαν και άλλα τρία, «Οσμή» «Αφή» και «Γεύση», για να συμπληρωθεί η σειρά «Αίσθηση» αλλοιώνοντας και τις συνεπαγωγές των έργων αυτών για το σενάριο του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου».
Ενώ οι λειτουργίες όρασης και ακοής φαίνεται να μας συνδέουν λίγο πολύ άμεσα με τον εξωτερικό κόσμο, οι άλλες αισθήσεις μοιάζουν να διαμεσολαβούνται, σε μεγαλύτερο βαθμό, στις επαφές με τον κόσμο από το σώμα[;], όπως υπαινίσσονται και οι ογκώδεις και ασύμμετρες μορφές ήλεκτρου για αυτές τις αισθητηριακές λειτουργίες. Η «Όσφρηση» ανακυκλώνεται έρποντας σε ολόκληρο τον εγκέφαλο, πιο πολύ εσωτερικό όργανο, απέχει πολύ από την αιθέρια, όμοια με φλόγα, μορφή της «Όρασης». Η «Αφή» περιορισμένη σχεδόν απόλυτα στο δεξί ημισφαίριο, καταλαμβάνει και μεγάλη λωρίδα από τον δεξί μετωπιαίο λοβό, ενώ μια σειρά διακριτών ζωνών κατέχει και η «Γεύση». Τα τρία πρόσθετα κομμάτια που παρουσιάζουν την σκέψη ως πολύ περισσότερο ενσώματη υπόθεση, γίνονται αφορμή για υπόμνηση της θριαμβευτικής, υπό μορφή «συστήματος εξαρτημάτων», επανόδου των «παρασιτικών μελών για τον πολιτισμένο εργάτη», στο αρχικό όραμα της ασώματης σκέψης του φυσικού J. D. Bernal, καθώς ο «εμφιαλωμένος εγκέφαλος» –γεννημένος στη φουτουριστική εργασία του το 1929– κατέληξε να χρειάζεται περισσότερα πρόσθετα μηχανικά εξαρτήματα για να διατηρηθεί ζωντανό, με γνώση άξια να την έχει. Το ίδιο απατηλό αποδείχθηκε, με τα αποτελέσματα των Penfield και Delgado, και το όνειρο αθανασίας, απώτερο στόχο του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου».
Αλλά και απέναντι στα «μέγιστα δείγματα υπόσχεσης επιτυχούς διάγνωσης και θεραπείας πολλών μεγάλων ασθενειών του εγκεφάλου που έχει δώσει το δόγμα εντοπισμού λειτουργίας στον εγκεφαλικό φλοιό ζώων και ανθρώπου…» (Andriezen, 1894), που βεβαίωνε, ήδη το 1890, παθολόγος του πιο προοδευτικού φρενοκομείου της Αγγλίας, γρήγορα ορθώθηκε το φάσμα ελέγχου του εγκεφάλου, ανάλογο με εκείνο του σεναρίου του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου». Έτσι, παράλληλα με το επιστημολογικό αίνιγμα, γέννημα του ίδιου εφιάλτη του εγκεφάλου στη γυάλα, απότοκο του θεραπευτικού ονείρου αυτή τη φορά, είναι και το ηθικό παράδοξο που ταλαντεύεται από την αναζήτηση της αθανασίας στον φόβο του απόλυτου ελέγχου του εγκεφάλου, το δίλημμα εάν στην προσπάθειά τους να μας απαλλάξουν από την οδύνη, το στίγμα, και αυτόν ακόμη τον θάνατο, οι νευροεπιστήμες θα μας απογυμνώσουν από κάθε ψευδαίσθηση ελευθερίας.
Το 1971, μέσα από τις σελίδες των New York Times, εκφράζονταν τα αισθήματα που προκαλούσαν οι υπερβολές που περιέβαλαν το επιστημονικό έργο και ενέπνεαν μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας (Terminal man Michael Crichton, 1970) ως εξής: «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα επόμενα χρόνια θα φέρουν μια τρομακτική γκάμα εξεζητημένων τεχνικών που θα κάνουν τα ανθρώπινα όντα να ενεργούν σύμφωνα με τη θέληση του ψυχοτεχνολόγου».
Στην προσπάθεια να ξεφουσκώσει μερικές από τις φοβερές υπόνοιες πληθώρας υστερικών τίτλων, που διάφορα επιστημονικά κείμενα και ιδιαίτερα το βιβλίο «Φυσικός έλεγχος του νου: προς μια ψυχοπολιτισμένη κοινωνία» (1969) του Delgado, είχαν προκαλέσει, ο συμπεριφεριολόγος ψυχολόγος Elliot Valenstein δημοσίευσε το 1973 το δικό του βιβλίο «Έλεγχος εγκεφάλου» για να διασκεδάσει τους «μη πραγματικούς φόβους για τον εξουσιαστικό έλεγχο που θα μπορούσε να κερδισθεί με τις νέες τεχνικές» όσο και να σβήσει τις επίσης «μη ρεαλιστικές ελπίδες ότι βασικά κοινωνικά προβλήματα θα μπορούσαν να λυθούν με αυτές».
Από μη ρεαλιστικούς φόβους είχαν αρχίσει να κατέχονται, από τα μέσα προς το τέλος του 70, και οι αναλυτικοί φιλόσοφοι και να τρέφουν προσδοκίες γύρω από το έργο των Delgado και Penfield. Τον Δεκέμβριο του 1976, εκφωνώντας τον προεδρικό χαιρετισμό στο Ανατολικό Τμήμα της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρίας με θέμα «Πραγματισμός και Λογική» (Realism and Reason) ο Hilary Putnam αναφέρθηκε περιφρονητικά σε εκείνους τους «μεταφυσικούς ρεαλιστές» που υποθέτουν «ότι όλοι εμείς μπορεί να είμαστε εγκέφαλοι σε γυάλα». Την ίδια εποχή ο Robert Nozick δούλευε τις «Φιλοσοφικές εξηγήσεις» του, όπου άνοιγε το κεφάλαιο «Γνώση και σκεπτικισμός» με το ερώτημα «δεν θα μπορούσατε να πλέετε μέσα σε μια δεξαμενή ενώ υπερψυχολόγοι ερεθίζουν ηλεκτροχημικά τον εγκέφαλό σας για να παράγουν ακριβώς τις ίδιες εμπειρίες που έχετε τώρα;» Το 1979, ο Daniel Dennett δημοσίευε την πρώτη έκδοση του Brainstorms, το τελευταίο κεφάλαιο του οποίου περιέγραφε με κάποιες λεπτομέρειες ένα εμπνευσμένο από τον Delgado νοητικό πείραμα κατά το οποίο ο εγκέφαλος αφαιρείται και «κάθε δίαυλος εισροής και εκροής κατεστραμμένος αποκαθίσταται με ζεύγος μίνι ραδιο-διαδεκτών, έναν προσαρτημένον ακριβώς στον εγκέφαλο και τον άλλον στη ρίζα του αποκομμένου νεύρου μέσα στο άδειο κρανίο».
Η κατάρριψη του σκεπτικισμού του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου» που ακολούθησε από τον Putnam στο πρώτο κεφάλαιο του Λογική, αλήθεια, και ιστορία μπορεί να θεωρηθεί από τις πιο σταθερές αντιδράσεις στο θόρυβο γύρω από τις ηλεκτρικές διεγέρσεις του εγκεφάλου, και με τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα, εμπειρικά εναρμονισμένος και ο ίδιος ο Delgado συχνά επαναλάμβανε, ότι ο εγκέφαλος δεν μπορούσε να λειτουργεί εν απουσία αισθητηριακών ερεθισμών και τόνιζε: «Ο εγκέφαλος δεν αρκεί για να παράγει νοητικά φαινόμενα. Ο εγκέφαλος είναι μόνον ενεργός οργανωτής συναλλαγών με στοιχεία από το περιβάλλον που μεταδίδονται στο άτομο από αισθητήριους δέκτες και διαύλους. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση, η υποδοχή εξωεγκεφαλικών παραγόντων – η εμπειρία της ζωής– είναι βασική για την εμφάνιση του νου, είναι βασικός όρος για τη νοητική ανάπτυξη».
Η αρθρογράφος καταλήγει με τη διαπίστωση του John Tresch, ότι το νοητικό πείραμα του «εμφιαλωμένου εγκεφάλου», που ο αμερικανός φιλόσοφος χρησιμοποίησε για να καταρρίψει τον μεταφυσικό ρεαλισμό, στην ουσία βασίζεται σε μια αντίφαση: αμφιβολία για τον εξωτερικό κόσμο που πρέπει να συμβιώσει με την πίστη στην επιστημονική εφεύρεση και τη λογική. Υπό τη σημαία του αντισκεπτικισμού ο «εμφιαλωμένος εγκέφαλος» δημιουργεί μια πρόσθετη δυσκολία: με την αποδοχή του ως φυσικά δυνατού αλλά λογικά αδύνατου, απορρίπτει τον επιστημονικό ρεαλισμό, την ίδια δηλαδή την προϋπόθεση για τη σύλληψη της ιδέας του –ενδεικτική των εντάσεων του εικοστού αιώνα, πονοκέφαλο της ολονέν ισχυροποιούμενης τεχνοκρατίας στην προσπάθειά της να συμβιβάσει τον πλουραλισμό.
1 Στο κεφάλαιο «brain in a vat» (σελ 1-21), ο Putnam προτείνει να φανταστούμε την περίπτωση ενός τρελού επιστήμονα ο οποίος εισέρχεται μια νύχτα στο δωμάτιό σας, σας ναρκώνει για να σας απαγάγει και να σας μεταφέρει στο εργαστήριό του. Εκεί σας αφαιρεί τον εγκέφαλο που τον τοποθετεί σε μια γυάλα, όπου υπάρχουν οι αναγκαίες φυσιολογικές συνθήκες που τον κρατούν ζωντανό. Κατόπιν τον συνδέει με ισχυρό υπολογιστή, ικανό να του στέλνει νευρικά ερεθίσματα που μιμούνται τις πληροφορίες τις οποίες στέλνει το σώμα στον εγκέφαλο, ένα είδος εικονικής πραγματικότητας δηλαδή. Με τον τρόπο αυτό, κάθε είδους «ψευδαισθητική αντίληψη» μπορεί να εισαχθεί στον εγκέφαλο που βρίσκεται σε μια γυάλα, απομονωμένος από το σώμα. Με το φανταστικό αυτό πείραμα ο Putnam θέτει, χωρίς να το υποστηρίζει, το κλασικό πρόβλημα του σκεπτικισμού για κάθε μορφή γνώσης.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.