Χριστίνα Ανδρέου
Διδάκτωρ Ψυχιατρικής και Επιστημονική Συνεργάτης της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του Α.Π.Θ.
σύναψις 06 [2007 – τόμος 03]
Ως πλαίσιο μιας έκφρασης μπορεί να οριστεί κάθε τι που είναι διαθέσιμο στη συνείδηση χωρίς να αποτελεί τμήμα της ίδιας της έκφρασης, όντας όμως απαραίτητο για την ερμηνεία της.1 Κατ’ ανάλογο τρόπο, στο πεδίο της επεξεργασίας πληροφοριών, το πλαίσιο αντιστοιχεί σε όλες τις πληροφορίες του περιβάλλοντος που μεσολαβούν την απάντηση ενός υποκειμένου σε ένα γεγονός-στόχο, εκτός από την πληροφορία που ενυπάρχει μέσα στο ίδιο το γεγονός-στόχο.2,3 Τέτοιου είδους πληροφορίες μπορεί να περιλαμβάνουν τις γενικές οδηγίες που δίνονται πριν από την εκτέλεση μιας δοκιμασίας ή το προϊόν της επεξεργασίας μιας σειράς ερεθισμάτων που έχουν προηγηθεί (π.χ. μίας πρότασης). Για παράδειγμα, το άτομο που εκτελεί μια γνωστική δοκιμασία πρέπει να συγκρατήσει ένα σύνολο οδηγιών –με άλλα λόγια να κατασκευάσει μια εσωτερική αναπαράσταση του πλαισίου της δοκιμασίας, έτσι ώστε να αναγνωρίσει τα ερεθίσματα που είναι σχετικά, αυτά δηλαδή που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να οδηγηθεί σε μια κατάλληλη συμπεριφορική απάντηση.
Παρόλο που οι πληροφορίες πλαισίου είναι σημαντικές για την εκτέλεση σχεδόν όλων των γνωστικών δοκιμασιών (εφόσον το άτομο πρέπει πάντα να συγκρατεί τουλάχιστον ένα σύνολο οδηγιών στη μνήμη), ο ρόλος τους γίνεται κρίσιμος όταν μια μαθημένη ή αυτόματη απάντηση χρειάζεται να κατασταλεί προς όφελος μιας άλλης, περισσότερο κατάλληλης. Επιπλέον, οι πληροφορίες που αποθηκεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να διατηρηθούν «on line» για όσο χρόνο απαιτεί η εκτέλεση της δοκιμασίας. Έτσι, γίνεται εμφανές ότι η επεξεργασία των πληροφοριών πλαισίου σχετίζεται ιδιαίτερα με δύο γνωστικές λειτουργίες: τη συμπεριφορική αναστολή και την «εργαζόμενη μνήμη». Εάν υπάρχει ανταγωνισμός για την απάντηση, κατά τρόπο ώστε να χρειάζεται να υπερκεραστεί μια έντονη, μαθημένη τάση, η μονάδα του πλαισίου παίζει ανασταλτικό ρόλο. Αντίθετα, όταν υπάρχει καθυστέρηση μεταξύ του ερεθίσματος και της απάντησης, η μονάδα αναλαμβάνει ρόλο εργαζόμενης μνήμης.3,4

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την επεξήγηση των ανωτέρω αποτελεί μια παραλλαγή της δοκιμασίας διατηρούμενης προσοχής ΑΧ-Continuous Performance Test (ΑΧ-CPT). Κατά τη δοκιμασία αυτή παρουσιάζονται διαδοχικά γράμματα, και δίνεται στο άτομο η οδηγία να «απαντά» (πατώντας ένα κουμπί) σε ένα συγκεκριμένο γράμμα-στόχο (Χ), μόνο όμως όταν αυτό ακολουθεί ένα συγκεκριμένο σήμα (cue)-πλαίσιο (το γράμμα Α). Η συχνότητα εμφάνισης ακολουθιών-στόχων (ΑΧ) είναι υψηλή (70%), δημιουργώντας έτσι στο άτομο (α) εξέχουσα τάση απάντησης όταν βλέπει το γράμμα Χ και (β)
προσδοκία απάντησης όταν βλέπει το γράμμα Α.
Σε τέτοιου είδους δοκιμασίες, η απόδοση εξαρτάται από τη μετατροπή του σήματος-πλαισίου (Α ή Β) σε μια αναπαράσταση (την αναπαράσταση πλαισίου) που εμπεριέχει πληροφορίες ως προς τις συνέπειες του σήματος για την μελλοντική αξιολόγηση του γράμματος-στόχου και την απάντηση. Για παράδειγμα, όταν εμφανίζεται το σήμα Β, η αναπαράστασή του με τη φωνολογική μορφή του γράμματος («βήτα») ή τη μορφή άρθρωσης [/v/] δεν είναι επαρκής για την απάντηση_ αυτό που απαιτείται είναι η ερμηνεία του σήματος Β ως ένδειξης ότι δε θα πρέπει να υπάρξει απάντηση στόχου στο γράμμα που θα ακολουθήσει, ακόμη κι αν αυτό είναι το Χ. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η επεξεργασία του πλαισίου μπορεί να αξιολογηθεί από την επίδοση σε δύο τύπους ακολουθιών-μη στόχων, τα ΒΧ και τα ΑΥ. Στις ακολουθίες ΒΧ, το πλαίσιο απαιτείται για να αναστείλει την εξέχουσα τάση απάντησης στο Χ· στις ακολουθίες ΑΥ αντίθετα, το πλαίσιο δημιουργεί την προσδοκία ότι θα εμφανιστεί ένα Χ, δημιουργώντας έτσι μια τάση προς «εσφαλμένο συναγερμό» (false alarm). Έτσι, εάν υπάρχει δυσλειτουργία στην επεξεργασία των πληροφοριών πλαισίου, αυτή θα εκδηλωθεί ως αύξηση των λαθών τύπου ΒΧ, ενώ τα λάθη τύπου ΑΥ δεν θα επηρεαστούν –ενδεχομένως μάλιστα να μειωθούν.5
Πρέπει να τονιστεί ότι η θεώρηση της έννοιας του πλαισίου μπορεί να διαφέρει αρκετά μεταξύ διαφορετικών συγγραφέων: σε αντίθεση με τον ανωτέρω ορισμό του ως πληροφοριών που παρέχονται από τα προηγηθέντα συμβάντα και διατηρούνται στην εργαζόμενη μνήμη, για άλλους η έννοια του πλαισίου περιλαμβάνει και επιδράσεις των περιβαλλόντων ερεθισμάτων στην αντίληψη. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, το πλαίσιο (η δομή του περιβάλλοντος) παίζει ουσιαστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο τα «τοπικά» στοιχεία του ερεθίσματος οργανώνονται σε σύνολα με συνάφεια ή «μορφές».6 Για παράδειγμα, στην παρακάτω εικόνα, το πλαίσιο (οι ακρινοί δηλαδή χαρακτήρες) καθορίζουν την επεξεργασία του κεντρικού χαρακτήρα, κατά τρόπο ώστε πάνω αριστερά π.χ. αυτός να ταυτοποιείται ως γράμμα («όμικρον») ενώ δεξιά ως αριθμός («μηδέν»).

Μια ενοποιημένη άποψη προτείνει ότι, από μια ποικιλία ερεθισμάτων εντός του «δεκτικού πεδίου» του επεξεργαστή, το «πλαίσιο» χρησιμοποιείται για να ενισχύσει επιλεκτικά την μετάδοση μόνο όσων πληροφοριών βρίσκονται σε συνάφεια με αυτό. Σε επίπεδο νευρώνων, το πλαίσιο θεωρείται ότι επηρεάζει την ένταση και το (συγ)χρονισμό των νευρωνικών σημάτων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι σχετικές πληροφορίες καθίστανται περισσότερο εκσεσημασμένες ή λιγότερο διφορούμενες και ομαδοποιούνται μαζί με άλλα παρόμοια σήματα.7
Υποστηρίζεται σήμερα ότι αρκετά από τα γνωστικά ελλείμματα που παρατηρούνται στη σχιζοφρένεια μπορεί να σχετίζονται με διαταραχή ενός και μοναδικού, αλλά με σημαντικές συνέπειες για τη συνολική γνωστική ικανότητα, μηχανισμού: την αναπαράσταση και διατήρηση των πληροφοριών «πλαισίου».2
Η υπόθεση περί δυσλειτουργίας στη χρήση των πληροφοριών πλαισίου στη σχιζοφρένεια δεν είναι νέα: Αν ανατρέξει κανείς στις κλασικές προσεγγίσεις της σχιζοφρένειας, θα διαπιστώσει ότι όλες εμπεριείχαν, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα, την έννοια του πλαισίου –ως χάλαση ειρμού (Bleuler), ως παθολογική δημιουργία συσχετίσεων μεταξύ συμπτωματικά μόνο συνυπαρχουσών εντυπώσεων (Schneider) ή ως απόσχιση των μεμονωμένων αντιληπτικών στοιχείων από το φυσικό τους πλαίσιο (Matussek).3
Η διαταραχή των πληροφοριών πλαισίου όμως δεν συνάγεται μόνο από κλινικές παρατηρήσεις, αλλά και από τις επιδόσεις των ασθενών με σχιζοφρένεια σε ποικίλες γνωστικές δοκιμασίες. Πράγματι, διαταραχή στην επεξεργασία των πληροφοριών πλαισίου σε ασθενείς με σχιζοφρένεια έχει αναδειχθεί με πληθώρα ερευνητικών παραδειγμάτων που καλύπτουν τις έννοιες τόσο του «αντιληπτικού», όσο και του «γνωσιακού» πλαισίου· τόσο συμπεριφορικές, όσο και νευροφυσιολογικές μελέτες αναδεικνύουν ένα αρκετά συγκεκριμένο έλλειμμα των ασθενών με σχιζοφρένεια σε καταστάσεις που εξαρτώνται από το πλαίσιο. Το εύρος των ευρημάτων που μπορούν να υπαχθούν στο συγκεκριμένο μοντέλο είναι ανεξάντλητο, περιλαμβάνοντας από διαταραχές οπτικής αντίληψης μέχρι διαταραχές θεωρίας του νου και έλλειψη λανθάνουσας αναστολής στη σχιζοφρένεια.3,6 Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι η έννοια του «πλαισίου» μπορεί να συμπεριλάβει πολλά από τα γνωστικά ελλείμματα που παρατηρούνται στη σχιζοφρένεια σε έναν κοινό παρονομαστή. Αυτό αποτελεί σημαντικό προτέρημα για μια θεωρία που επιχειρεί να ερμηνεύσει μια τόσο ετερογενή νόσο, δεν είναι όμως το μοναδικό: Το μοντέλο των διαταραχών στην επεξεργασία των πληροφοριών πλαισίου εμφανίζει και άλλα σημαντικά πλεονεκτήματα:
Σημαντικό πλεονέκτημα της υπόθεσης των διαταραχών του πλαισίου στη σχιζοφρένεια είναι ότι η συγκεκριμένη διαταραχή εμφανίζεται αρκετά ειδική: παρόμοια ελλείμματα δεν εμφανίζονται σε ασθενείς με συναισθηματικές διαταραχές χωρίς ψυχωτικές εκδηλώσεις,17,18 ενώ δεν παρατηρούνται (ή απαντώνται παροδικά μόνο) σε ασθενείς με μη-σχιζοφρενικές ψυχώσεις.9,11
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.