Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ
σύναψις 07 [2007 – τόμος 03]
Έτος των «ηλικιωμένων ατόμων» είχε ανακηρυχθεί το 1999 από τον ΟΗΕ [17]. Η χρονιά εκείνη πέρασε, μαζί και ο 20ος αιώνας, όχι όμως και το ενδιαφέρον για το γήρας που κορυφώνεται καθώς οξύνονται τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα τα οποία θέτει η φυσιολογική γήρανση του πληθυσμού αλλά και η περιώνυμη νόσος Alzheimer. Στο γύρισμα του αιώνα, αυτό που φαινόταν να απασχολεί τις δυτικές κοινωνίες ήταν ο μεγάλος αριθμός «περιστατικών» που αναμενόταν να επιβαρύνει τα συστήματα υγείας, σε εποχή μάλιστα αύξησης του προσδόκιμου μέσου όρου ζωής. [2, 9, 23]. Διότι, εάν εκείνη την εποχή οι άνω των 60 ετών σε όλο τον κόσμο ανέρχονταν σε 580 εκατομμύρια, προβλεπόταν να υπερβούν τα 1000 εκατομμύρια στα επόμενα 20 χρόνια. Η αύξηση αυτή θα ξεπερνά το 70%, όταν η γενική αύξηση του πληθυσμού θα αγγίζει το 50%. Η ταχύτητα της δημογραφικής αυτής εξέλιξης είναι πρωτόγνωρη. Ενώ η Γαλλία για να διπλασιάσει τον πληθυσμό των γερόντων της από το 7% στο 14% χρειάστηκε 115 χρόνια, στις υπό ανάπτυξη χώρες (π.χ. Κίνα, Βραζιλία, Ταϋλάνδη), αυτό προβλέπεται να γίνει μέσα στα επόμενα 20 χρόνια [17]. Πρόσθετο, ήδη από 20ετίας, «πρόβλημα» οι άνω των 85 ετών «υπερήλικοι γέροντες» [5], οι οποίοι αρχίζουν να υπεραφθονούν στις αναπτυγμένες χώρες [17]. Εμφανέστατες, βέβαια, οι ανισότητες μεταξύ των χωρών: το 1999, οι 60ρηδες των αναπτυγμένων χωρών ήταν 19%, των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών ήταν 8% και των ελάχιστα αναπτυγμένων 5% (μέσος παγκόσμιος όρος 10%) ενώ η προβολή για το 2050 δίνει αντίστοιχα τα ποσοστά 33%, 21%, 12% (μέσος παγκόσμιος όρος 22%) [24].
Έχει όμως ηλικία το γήρας; Το ερώτημα δεν διαθέτει μόνο τις ρομαντικές του συμπαραδηλώσεις.
Όταν το ποσοστό των «γέρων» στη Γαλλία πέρασε από το 22% του 1911 στο 25,5% του 1921 τούτο θεωρήθηκε ως δείγμα γήρανσης του πληθυσμού. Οι εν λόγω στατιστικές χαρακτήριζαν, βέβαια, ως «γέρο» κάθε άτομο άνω των 50 ετών. Η ίδια αντίληψη δημιουργήθηκε και μεταπολεμικά, όταν μια άλλη σύγκριση διαπίστωνε ότι, μεταξύ 1931 και 1946, ο «γερασμένος πληθυσμός» είχε περάσει από το 11% στο 16%. τώρα όμως οι «γέροι» ορίζονταν με όριο την ηλικία των 60 ετών. Το πρόβλημα της πληθυσμιακής γήρανσης επανήλθε στη Γαλλία το 1978 όταν υπολόγισαν ότι οι άνω των 65 ετών θα φτάσουν το 2001 στο 13,8%. Οι στατιστικές αυτές επιδέχονται περισσότερες της μιας αναγνώσεις παρατηρεί ο Ηerve Le Bras: είτε μας δείχνουν ότι, ανάμεσα στο 1921 και το 2001, η αναλογία των «γέρων» …μειώνεται, είτε ότι το τμήμα της ζωής που προηγείται του γήρατος αυξάνει_ αν το γήρας αποτελεί μια ορισμένη περίοδο της ζωής πριν από τον θάνατο, αναπόφευκτα το ποσοστό των γέρων οφείλει να μειώνεται όταν αυξάνει ο προσδόκιμος χρόνος ζωής, διότι το τμήμα της ζωής που προηγείται του γήρατος επεκτείνεται [18]. Το καίριο σημείο βρίσκεται στο γεγονός ότι η ηλικία κατά την οποία θεωρείται κανείς «γέρος» ποικίλει με το πέρασμα του χρόνου. Από την εφημερίδα Εστία, η πριν από έναν αιώνα είδηση ότι «γηραιός κύριος, ετών 40, παρεσύρθη υπό αμάξης» [22].
Ούτως ή άλλως, η λεγόμενη τρίτη ηλικία δεν είναι μόνο βιολογικό φαινόμενο, όπως άλλωστε και η παιδική και η εφηβική ηλικία. Η διάκριση και η κατηγοριοποίησή τους είναι και κοινωνικά προσδιορισμένες και τούτο δεν είναι χωρίς συνέπειες. Oι παραδοσιακές κοινωνίες είναι κοινωνίες της συνέχειας· οι άνθρωποι παραδίδουν στα παιδιά τους αυτά που έλαβαν από τους γονείς τους. Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι κοινωνίες της καινοτομίας· οι άνθρωποι αποσκοπούν στη δημιουργία ενός διαφορετικού, καλύτερου, μέλλοντος από αυτό που παρέλαβαν. Στη πρώτη περίπτωση η τρίτη ηλικία είναι θεματοφύλακας και πρότυπο, στη δεύτερη είναι όριο για ξεπέρασμα κι ο ρόλος της περιορίζεται [1]. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, την εικόνα του καλοκάγαθου, χρήσιμου στην οικογένεια και την κοινωνία «γεροντάκου» άρχισε να αντικαθιστά, υπό την πίεση των νέων οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων, μια απόλυτα αρνητική εικόνα, που δεν αφορούσε μόνο το μη-παραγωγικό «γερασμένο» άτομο που έπρεπε να το θρέψουν και να το φροντίσουν, αλλά και ολόκληρο το «γερασμένο» Έθνος [4]. Ιδού ο τίτλος σχετικού, προ 8ετίας, ρεπορτάζ στις οικονομικές στήλες καθημερινής εφημερίδας: «Σύμφωνα με την Εurostat, τα επόμενα 30 χρόνια θα διπλασιαστούν οι ηλικιωμένοι. Γηροκομείον η Ευρώπη…»· κι ακολουθούσαν οι πληροφορίες ότι, σύμφωνα με «νεώτερα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 60 θα διπλασιαστεί τα επόμενα 30 χρόνια. Μέχρι το 2050, οι δημογραφικές μελέτες εκτιμούν ότι το 10% του πληθυσμού, όχι μόνο θα διανύει την περίοδο της “τρίτης ηλικίας” του αλλά και θα έχει ξεπεράσει τα 80 χρόνια ζωής του!». Κάτι τέτοιο θα ήταν «εξαιρετικά ευοίωνο στοιχείο», αν απομονώναμε τις «τεράστιες συνέπειες» που προκύπτουν από το «πλαίσιο των υφιστάμενων συστημάτων Κοινωνικής Πρόνοιας, της παράλληλης μείωσης των γεννήσεων κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και, γενικά, του περιορισμού του ενεργού πληθυσμού» [13]. Λίγο αργότερα μάλιστα, δημοσιεύτηκαν και τα στοιχεία αντίστοιχων ερευνών του ΕΚΚΕ στη χώρα μας. Κατά τη δημοσιογραφική τους προβολή θα τονιστεί ότι «Η Ελλάδα οδεύει προς το… γηροκομείο» [14]. Διότι, ενώ στις αρχές του αιώνα τα παιδιά ήταν το 38%, και οι άνω των 65 το 4%, τα ποσοστά αυτά έγιναν 19% και 14% το 1991. Επιπρόσθετα, αν η ανανέωση των γενεών εξασφαλίζεται με δείκτη γονιμότητας 2,1 τότε εύκολα εξηγείται η πρόβλεψη του ΟΟΣΑ ότι το 2020 οι άνω των 65 ετών ΄Έλληνες θα είναι ίσοι με το πλήθος των παιδιών κάτω των 15 (γύρω στο 17% η κάθε ομάδα), εφ’ όσον ο προαναφερθείς δείκτης ήταν μόλις 1,35 το 1993.
Οι αριθμοί αυτοί προβλημάτιζαν, προφανώς, για τις οικονομικές τους επιπτώσεις. Για παράδειγμα, το 2005 θα αρχίσουν να φτάνουν στη σύνταξη οι μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο γενιές, το γνωστό μεταπολεμικό «baby boom», όταν δηλαδή στις ευρωπαϊκές χώρες θα γενικεύεται, μάλλον, η δυσμενής αναλογία 2 προς 1 μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων [1]. Οι τελευταίοι της γενιάς αυτής θα συνταξιοδοτούνται το 2020, οπότε και θα γίνουν λίαν αισθητές οι οικονομικές επιπτώσεις [15]. Να προσθέσω ότι, εν έτει 2007, η προαναφερθείσα αναλογία έγινε δυσμενέστερη στη χώρα μας, όντας πλέον 1,75 : 1 [16]. Είναι προφανές, ότι οι βιο-στατιστικές αυτές επισημάνσεις κάνουν, βέβαια, πρόδηλο το πρόβλημα αλλά δεν (πρέπει να) υπεισέρχονται παρά ως ένας μόνο παράγοντας στα θέματα «θεραπείας», που είναι υπόθεση της οργανωμένης πολιτείας και της κοινωνίας των πολιτών.
Οι αριθμοί προβληματίζουν και για άλλους λόγους. Από την αρχή του αιώνα, ήδη, τόνιζαν τις «αρνητικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις της αυξημένης παρουσίας των ηλικιωμένων στους κόλπους ενός πληθυσμού», ενώ προς τα μέσα του αιώνα επανέρχονταν στον «πολιτικό, κοινωνικό και ψυχολογικό συντηρητισμό του γήρατος». Κι όλα αυτά εντός ενός πλαισίου με καθορισμένο τον ουδό εισόδου στο γήρας γύρω στα 60 χρόνια που κρατάει ως τις μέρες μας [4], έναν, όντως, λίαν ανθεκτικό όριο. Διότι, κατά τον Ιπποκράτη το γήρας άρχιζε στα 63 χρόνια_ στρογγύλεψε στα 60 αργότερα, με τον Αβικέννα [3]. Θα παραμείνει γύρω σ’ αυτόν τον αριθμό στους μετέπειτα αιώνες, παρά τις μικρές, κατά καιρούς, αποκλίσεις. Εκεί και το όριο της «παραγωγικότητας».
Ένας Αμερικανός νευρολόγος του τέλους του 19ου αιώνα βάλθηκε κάποτε να ανασκοπεί το έργο σημαντικών ανδρών για να καθορίσει τη νομική υπευθυνότητα της μεγάλης ηλικίας. Καταμετρούσε, λοιπόν, ως εξής το παραγόμενο στον κόσμο έργο: το 70% παράγεται πριν από τα 45 χρόνια και το 90% πριν από τα 50 [25]. Σημείο των καιρών, δύο πρόσφατα κύρια άρθρα στο American Journal of Geriatric Psychiatry αντιστέκονται στην περιθωριοποίηση του γήρατος, επικαλούμενα το έργο ονομαστών σοφών –από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα– και ποιητών σε μεγάλη ηλικία· γερασμένο σώμα δεν σημαίνει και γερασμένος εγκέφαλος, όσο για το λεγόμενο χάσμα των γενεών, που συζητήθηκε πολύ στο τέλος της δεκαετίας του ’60, φάνηκε πως ήταν περισσότερο ένα χάσμα εκπαίδευσης παρά ηλικίας [6, 7].
Η παράταση του μέσου όρου ζωής δεν έχει επιφέρει μέχρι στιγμής ουσιαστική μετατόπιση του ορίου του γήρατος αλλά είναι βέβαιον ότι οι περισσότεροι δεν είναι «γέροι» την ώρα της συνταξιοδότησης τους. Το 2040 οι 60άρηδες θα είναι το 30% του πληθυσμού. Πρόκειται για την κορυφή του προβλήματος για την οποία ο Patrice Βοurdelais προτείνει ευθέως την καθιέρωση μιας εξελικτικής ηλικίας εισόδου στο γήρας με βάση το ερώτημα: σε ποια ηλικία πρέπει να τοποθετείται ο ουδός του γήρατος ώστε να μην αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων εντός του γενικού πληθυσμού. Έτσι, εκκινώντας από τα 60 χρόνια το 1985, πρέπει να περάσουμε, λέει, στα 63 το 2005 και στα 70,4 το 2040 [4].
Προσοχή! Πρέπει να τονίσω ότι το συμπέρασμα δεν απευθύνεται στο Υπουργείο των Οικονομικών αλλά σε εκείνο του Πολιτισμού. Διότι ο λόγος είναι μεν πάντα για το γήρας, πλην όμως είναι, ακριβέστερα, λόγος για ένα «ενεργό, δραστήριο» γήρας [17], για ένα γήρας «επιτυχές» [21]· για ένα γήρας χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, με διατήρηση των φυσικών και γνωστικών ικανοτήτων καθώς και των κοινωνικών δραστηριοτήτων, εντός του οποίου μπορεί να αποκαλυφθεί ακόμα και η ενδιάθετη «καλλιτεχνική δημιουργικότητα» [11] του ατόμου που απελευθερώνεται μέσα σε συνθήκες αυτοεκτίμησης και αυτονομίας, καθώς όλα αυτά επιτρέπουν τις σχέσεις με τους άλλους και την αίσθηση ενός σκοπού, διευκολύνοντας έτσι και την καθημερινότητα. Απαραίτητη προϋπόθεση η απόρριψη των στερεότυπων ενός ιδιάζοντος ηλικιακού ρατσισμού και η ανάληψη σχετικών στρατηγικών που θα περιλαμβάνουν κυρίως ειδικές εκπαιδευτικές καμπάνιες και μεγαλύτερες ευκαιρίες για διαγενεακές συνδέσεις [20]. Αναφέρονται ήδη εργασίες που διαπιστώνουν ότι, εδώ και αρκετά χρόνια, οι μισοί περίπου 80ρηδες δεν πάσχουν από κάποια μακροχρόνια νόσο που να τους περιορίζει και δεν έχουν καμιά δυσκολία στις οικιακές τους ασχολίες [24].
Τα μεγέθη, βέβαια, δημιουργούν όχι μόνο προβλήματα αλλά και δύναμη_ ήδη κάποιοι αναφέρονται στη «ηλικιακή δύναμη» (age power) των «νέων γέρων» που αυξάνονται σε πλήθος και αναμένεται να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στην ιατρική κατά τον 21ο: από την ενεργητικότερη συμμετοχή τους στα θέματα υγείας που τους απασχολούν, την αναζήτηση του υγιούς γήρατος και των προληπτικών μέτρων που οδηγούν σ’ αυτό, μέχρι την εκμετάλλευση των νέων τεχνολογικών κατακτήσεων και την αντιμετώπιση του κόστους, ορίζοντας κατ’ αρχάς ένα βασικό επίπεδο ιατρικής φροντίδας, μέχρι και την απαίτηση για ακόμα μεγαλύτερη στροφή της ιατρικής εκπαίδευσης στην γηριατρική [10]. Ενδιαφέρουσα είναι και η αλλαγή των ερωτημάτων που διαπιστώνεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες, από το τι είναι το γήρας στο τι είναι δυνατόν με το γήρας, όχι παρά το γήρας αλλά χάριν αυτού, στη δημιουργικότητα δηλαδή την οποία για χρόνια αγνοούσε ή περιφρονούσε η κοινωνία [8].
Ίσως κάποτε να συζητηθεί ακόμα και η πρόσφατα προταθείσα –μεταξύ αστείου και σοβαρού– ριζοσπαστική επανεξέταση των κύκλων της ζωής: 30 χρόνια σπουδές, 30 χρόνια δουλειά και 30 χρόνια σύνταξη [12]. Εκτός κι αν αληθεύουν οι πληροφορίες [19] που μας θέλουν να φτάνουμε στα μέσα του αιώνα τα 125 χρόνια, οπότε το πρόβλημα γίνεται και …πάλι «πολύπλοκο», αν όχι βιολογικά, τουλάχιστον ψυχολογικά και κοινωνιολογικά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.