Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κώστας Πόταγας
Λέκτορας Νευρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

σύναψις 07  [2007 – τόμος 03]

Ο Charcot και η «Φωτογραφική Εικονογραφία» της Salpêtrière

      Ο Jean-Martin Charcot γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου του 1825 στο Παρίσι. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα αδέλφια μιας εργατικής οικογένειας αμαξοποιών. Το 1844 γράφεται στην Ιατρική, είναι ο μόνος από τα αδέλφια που θα σπουδάσει. Η επιλογή που του πρόσφερε ο πατέρας του έφθανε μέχρι και τη Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς το εξαιρετικό του ταλέντο στη ζωγραφική είχε φανεί από την παιδική του ηλικία. Υποστηρίζει τη διδακτορική του διατριβή το 1853, με θέμα την πρωτογενή μορφή του χρόνιου αρθρικού ρευματισμού (Études pour servir à l’histoire de l’affection décrite sous le nom de goutte asthénique primitive, nodosités des jointures, rhumatisme articulaire chronique (forme primitive)). Το 1856 παίρνει τον επίζηλο τίτλο του «Γιατρού των Νοσοκομείων».

      Εκείνη περίπου την εποχή γνωρίζει τον Guillaume Benjamin Duchenne, γνωστότερο ως Duchenne de Boulogne, ο οποίος είχε ανακαλύψει τη δυνατότητα ερεθισμού των μυών μέσω του ηλεκτρικού ρεύματος και έχει ήδη δημοσιεύσει το L’analyse électro-physiologique de l’expression des passions, που περιέχει σχετικές φωτογραφίες, αλλά και ένα φωτογραφικό άλμπουμ που απεικονίζει διάφορες παθολογικές καταστάσεις (1862). Αρχικά, ο Charcot τον συμβουλεύεται για την περιγραφή και την ταξινόμηση των τρόμων στα νοσήματα του θυρεοειδούς. Η επίδραση της περίεργης αυτής φυσιογνωμίας επάνω του θα είναι διπλή. Αφενός του εμπνέει το ενδιαφέρον για μια κατηγορία νόσων που αφορούν το νευρικό σύστημα και που ο Charcot θα συστηματοποιήσει αργότερα σε «νευρολογία» και αφετέρου τον κάνει να αντιληφθεί το ενδιαφέρον που μπορεί να έχει η φωτογραφία για τη μελέτη της ιατρικής γενικότερα και διάφορων φευγαλέων παθολογικών καταστάσεων που χαρακτηρίζουν τη νευρολογία ειδικότερα. Από το 1861 αναλαμβάνει τη διεύθυνση ενός τμήματος του παραμελημένου Hospice de la vieillesse-femmes στη Salpêtrière. Ο Charcot αποκαλύπτει τις δυνατότητες του μικροσκοπίου στον Duchenne, ο οποίος παθιάζεται με την ιστολογία και ανακαλύπτει τη «φωτοαυτογραφική» μέθοδο (méthode photoautographique) ή αυτογραφία σε μέταλλο και πέτρα (auto-graphie sur métal et pierre) και πραγματοποιεί τις «φωτομικροσκοπικές» εικόνες του νευρικού συστήματος (figures photomicrosco-piques du système nerveux).

      Πριν από τον Charcot, οι νόσοι του εγκεφάλου αντιμετωπίζονταν μέσα στη σύγχυση μιας κλινικής ασάφειας όπου περιγράφονταν, ανάκατα, η αιμορραγία και η εγκεφαλική μαλάκυνση, η εγκεφαλίτιδα, η υδροκεφαλία, η ατροφία, η υπερτροφία και οι όγκοι του εγκεφάλου. Για τον νωτιαίο μυελό υπήρχε μια θολή παθολογία που προέκυπτε από τους τραυματισμούς, τις εκχυμώσεις, τη συμφόρηση και τη νωτιαία αποπληξία. Κάτω από τον γενικό τίτλο των νευρώσεων χωρούσαν η χορεία, η επιληψία και ο τέτανος. Το τεράστιο και σκόρπιο έργο του Duchenne θα αποτελέσει μια βάση για να οργανώσει τη νευρολογία ο Charcot.

      Το 1862, μαζί με τον Vulpian, διευκρινίζει τους χαρακτήρες της τρομώδους παράλυσης, στην οποία ο ίδιος ο Charcot θα δώσει το όνομα «νόσος του Parkinson». Το 1863-1864, με τον μαθητή του Bouchard, παρατηρεί τα μικροσκοπικά ανευρυσμάτια της αιμορραγικής εγκεφαλικής βλάβης. Το 1865 περιγράφει την επώδυνη παραπληγία των καρκινοπαθών και, κυρίως, αρχίζει να περιχαρακώνει την οντότητα της πλαγίας μυατροφικής σκλήρυνσης που θα πάρει αργότερα το όνομά του. Την επόμενη χρονιά, πάλι με τον Vulpian, περιγράφει τη σκλήρυνση κατά πλάκας, την οποία ταυτοποιεί χάρη στην ακριβή γνώση των διαφόρων τρόμων που είχε ταξινομήσει και διαχωρίσει χάρη στον Duchenne. Το 1867, αρχίζει τα κλινικά του μαθήματα επάνω στις νόσους των ηλικιωμένων και παρουσιάζει εικόνες της μαλάκυνσης του εγκεφάλου. Το 1868-1869 περιγράφει τις ταμπετικές αρθροπάθειες. Το 1870, αρχίζει να εργάζεται επάνω στις αφασίες και τις εγκεφαλικές εντοπίσεις. Τότε περιγράφει με ακρίβεια την «ανατομοκλινική» του μέθοδο που «έχει σαν αρχή της την μεθοδική και ακριβή παρατήρηση των συμπτωμάτων που παρουσιάζει ένας ασθενής, τη μελέτη κατόπιν, μετά τον θάνατο, της έδρας των παρατηρούμενων βλαβών, την επανάληψη των μελετών σε έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, την μεταξύ τους αντιπαράθεση, ώστε να καθοριστεί η αληθινή έδρα των βλαβών που έχουν σαν συνέπεια τα καθορισμένα σύνδρομα». Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της μεθόδου, ο Charcot βεβαιώνει πως «ο εγκέφαλος δεν αποτελεί ένα ομοιογενές όργανο, αλλά έναν συνδυασμό διαφορετικών πεδίων με διακριτές λειτουργίες». Ο Charcot ενδιαφέρεται συνεπώς για μια ιατρική του εγκεφάλου, περισσότερο από ό,τι για μια εντοπιστική θεωρία της λειτουργίας του ψυχικού κόσμου.

      Η πρώτη έδρα Νευρολογίας στον κόσμο θα δημιουργηθεί χάριν του Charcot, στην Salpêtrière, το 1882. Στο θάνατό του, ολόκληρη η νευρική παθολογία θα έχει προσεκτικά ταξινομηθεί μέσα στα κουτάκια ενός πλαισίου που θα παραμείνει σε ισχύ για πάρα πολύ καιρό.

      Η συνάντηση του Charcot με την υστερία, την οποία ο ίδιος και οι μαθητές του περιγράφουν, αναλύουν και σχολιάζουν, δεν εξηγεί γιατί αυτός ο «νευρολόγος» ενεπλάκη σε τέτοιο βαθμό σε αυτή τη «νεύρωση». Όπως οι περισσότεροι από τους «μη ψυχιάτρους» προκατόχους του, θα μπορούσε να μην ενδιαφερθεί γι’ αυτούς τους αρρώστους, στα όρια της τρέλας. Οπωσδήποτε, η ακρίβειά του και η ταξινομική επιμονή που τον χαρακτηρίζουν θα βρουν πεδίο στο διαχωρισμό της υστερίας και της επιληψίας, «πραγμάτων διαφορετικών, όπως ο αρθρικός ρευματισμός και η ποδάγρα». Οι ιδιότητες αυτές του χαρακτήρα του, ως κίνητρο, γίνονται φανερές και στον πρόλογο που θα γράψει για το έργο που βασίζεται στη διατριβή του μαθητή του – και εξαίρετου ζωγράφου – Paul Richer: Études cliniques sur l’hysteroépilepsie ou grande hystérie avec cent cinq figures intercalées dans le texte et neuf gravures à l’eau forte. Στο κείμενο αυτό ο Charcot υποστηρίζει πως, αντίθετα από τα διδασκόμενα, η υστερία «δεν είναι ένας Πρωτέας που εμφανίζεται με χίλια πρόσωπα από τα οποία κανένα δεν μπορεί να συλληφθεί, μια ετερόκλιτη νόσος που αποτελείται από παράξενα φαινόμενα, άσχετα μεταξύ τους, ολοένα μεταβαλλόμενα, απρόσιτα κατά συνέπεια στην ανάλυση, που δεν θα μπορέσει ποτέ να υποταχθεί σε μεθοδική διερεύνηση». Αντίθετα: η υστερία «είναι δυνατόν να συστηματοποιηθεί». Σωστό ή λάθος, αυτή είναι η φιλοδοξία του Charcot, και ως αρωγό αυτής της φιλοδοξίας χρησιμοποιεί την εικονογραφία.

      Ορισμένες σκέψεις του Charcot έχουν ενδιαφέρον για το θέμα μας: «Όταν κληρονόμησα αυτή την κλινική από τον κ. Delassiauve υπήρξα αμέσως μάρτυρας αυτών των κρίσεων υστεροεπιληψίας (…) σκεφτόμουν πώς είναι δυνατόν αυτά τα πράγματα να μην υπάρχουν στα βιβλία; Τι θα έπρεπε να κάνει κανείς αν ήθελε να τα περιγράψει [όπως είναι] στη φύση; Δεν έβλεπα παρά μόνο σύγχυση και η αδυναμία που με περιόριζε μου προκαλούσε έναν κάποιον εκνευρισμό, όταν, μια μέρα σκέφτηκα: μα είναι πάντα το ίδιο πράγμα. Κατέληξα τότε στο συμπέρασμα πως υπήρχε εδώ μια ιδιαίτερη νόσος, η hysteria major».1 Περιγράφει έτσι τις φάσεις της υστερικής κρίσης, την πρώτη περίοδο ή επιληπτοειδή, με όλους τους χαρακτήρες της επιληπτικής κρίσης –όπου μπερδεύονται τονικός σπασμός και κλονικές κινήσεις, αναστροφή των βολβών και απώλεια συνείδησης–, τη δεύτερη περίοδο των συστροφών με μεγάλης διάρκειας «κλοουνισμό», παράλογες, απρόβλεπτες, στάσεις, τετανική στάση ή οπισθότονο, συνήθως με δυνατές κραυγές, την τρίτη περίοδο των στάσεων πάθους ή «πλαστικών στάσεων», χαρούμενων ή θλιμμένων και, τέλος, την τέταρτη, τελική, περίοδο ή μετα-υστεροεπιληπτική, μερικές φορές με κράμπες, αλλά κυρίως με παραληρηματική λογόρροια, ψευδαισθήσεις ή απρόβλεπτες πράξεις. Η «μεγάλη κρίση» διαρκεί περίπου ένα τέταρτο, με διάφορους βαθμούς και παραλλαγές επιληπτοειδείς, δαιμονιακές, παραληρηματικές ή εκστατικές. «Ορίστε η αλήθεια, δεν έχω τη συνήθεια να ανακοινώνω πράγματα που δεν είναι πειραματικά αποδείξιμα. Έχω ως αρχή μου να μη παίρνω υπόψη μου τη θεωρία και να αφήνω κατά μέρος όλες τις προκαταλήψεις (…) Πρέπει να παίρνει κανείς τα πράγματα όπως είναι (…) Η υστεροεπιληψία δεν υπάρχει μόνο στην Γαλλία, ούτε μόνο στη Salpêtrière. Δεν την κατασκεύασα με τη δύναμη της θελήσεώς μου (…) Θα ήταν πράγματι υπέροχο να μπορούσα έτσι να δημιουργώ ασθένειες, ανάλογα με τη διάθεσή μου και τη φαντασία μου. Στην πραγματικότητα όμως δεν είμαι εδώ παρά απολύτως και μόνο ο φωτογράφος. Καταγράφω αυτό που βλέπω και μου είναι πάρα πολύ εύκολο να αποδείξω πως δεν είναι μόνο στη Salpêtrière που συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Κατ’ αρχάς οι διηγήσεις των δαιμονισμένων του Μεσαίωνα είναι γεμάτες από αυτά». Στο θέμα των δαιμονισμένων θα επανέλθει αργότερα, όταν θα δημοσιεύσει με τον Paul Richer το βιβλίο Les Démoniaques dans l’art, για την ώρα όμως αναθέτει τη φωτογράφηση των υστερικών του στον Regnard.

      Ο Duchenne θα παίξει το ρόλο του κρίκου ανάμεσα στη νευρολογία και τη φωτογραφία. Ήδη από το 1852 έγραφε: «Ο ικανότερος καλλιτέχνης δεν θα ήταν σε θέση μέσω της γκραβούρας να αποδώσει ακριβώς το ανάγλυφο που επιτρέπει να διαγνώσουμε την ασθένεια. Μόνο η φωτογραφία, με τη θαυμαστή τεχνική της, μπορεί να δείξει τη φύση όπως την παρατηρούμε στις παθολογικές εκδηλώσεις». Συστάσεις που δεν λησμονεί ο Charcot. Θα του δοθεί η ευκαιρία να μελετήσει ένα πλήθος σημειώσεων του Duchenne de Boulogne που συχνά συνοδεύονται από φωτογραφίες, φωτογραφικές αναπαραγωγές σε επιστρωμένο χαρτί, διαστάσεων 9 ως 11 εκατοστών. Γνωρίζει ακόμη τις δαγκεροτυπίες του Donne, ενός γιατρού που το 1840 είχε πάρει λήψεις μιας νεκρής. Δεν υπάρχει ωστόσο ένδειξη κάποιας φωτογραφικής δραστηριότητας στη Salpêtrière πριν από το 1878, παρά την παρουσία και του Charcot και του Duchenne και τις εκεί συναντήσεις τους, ήδη από το 1862.

      Παράλληλα, ο Bourneville, μαθητής του Charcot, εκδίδει (με τους Rengade και Montmeja) το Revue Photographique des Hôpitaux. Ξεκινά από το 1868 και θα συνεχίσει να εκδίδεται έως το 1876 (από το 1873 ως Revue Médico-Photographique des Hôpitaux). Επρόκειτο για τη συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, μιας έκδοσης που είχε ξεκινήσει έναν χρόνο πριν το 1868, στο πλαίσιο της δραστηριότητας του Νοσοκομείου Saint-Louis με τον τίτλο La Clinique Photographique de l’Hôpital Saint-Louis.

      Ενώ ο Bourneville συνεργαζόταν ακόμη με το Revue Photographique des Hôpitaux είχε την ιδέα να βάλει να φωτογραφίζουν τους επιληπτικούς και υστερικούς ασθενείς που έβλεπε κανείς συχνά σε κρίση αν επισκεπτόταν τακτικά τις κλινικές της Salpêtrière. Αρχικά, απευθύνονταν σε έναν εξωτερικό φωτογράφο, προσπάθεια που συνήθως απέβαινε άκαρπη: «Συχνά, όταν ο φωτογράφος εμφανιζόταν, όλα είχαν τελειώσει. Για να πετύχουμε το στόχο που κυνηγούσαμε θα έπρεπε να έχουμε στη διάθεσή μας ανά πάσα στιγμή, στην ίδια τη Salpêtrière, έναν άνθρωπο που θα γνώριζε τη φωτογραφία και που θα ήταν αρκετά αφοσιωμένος για να είναι έτοιμος, κάθε φορά που οι περιστάσεις το απαιτούσαν, να απαντήσει στην κλίση μας». Αυτός ο άνθρωπος ήταν αρχικά ο Regnard που ήρθε στη Salpêtrière ως ειδικευόμενος («εσωτερικός») του Charcot. Με την επίμονη ενθάρρυνση του Charcot, ο Bourneville και ο Regnard εκδίδουν τις κλινικές τους εργασίες, τις περιγραφές που είχαν συλλέξει στους θαλάμους, εικονογραφημένες από τις φωτογραφίες του Regnard. Η Iconographie Photo-graphique de la Salpêtrière («Φωτογραφική Εικονογραφία της Salpêtrière») πρωτοκυκλοφορεί το 1876 ως συνέχεια του Revue médico-photographique des hôpitaux. Ο πρώτος τόμος της μοιάζει πολύ ερασιτεχνικός: οι φωτογραφίες είναι κολλημένες. Ο Regnard χρησιμοποιεί πλάκες υγρού κολλοδίου.2 Στον δεύτερο τόμο, που εκδίδεται το 1878, η παρουσίαση βελτιώνεται αισθητά αφού ο Regnard χρησιμοποιεί «μια φωτογραφική τεχνική που δίνει εκτυπώσεις εμφανισμένες με τυπογραφικό μελάνι και κατά συνέπεια μη αλλοιώσιμες».

      Η Iconographie θα εκδίδεται με συγγραφείς τους Bourneville και Regnard έως το 1880. Θα ξανακυκλοφορήσει, από το 1888 έως το 1914, ως Nouvelle Iconographie de la Salpêtrière – υπό την εποπτεία του Charcot μέχρι το θάνατό του – με συγγραφείς τον Albert Londe, τον Paul Richer και τον Gilles de la Tourette. Θα γνωρίσει πολλές επανεκδόσεις στη Γαλλία και στο εξωτερικό αυξάνοντας τη φήμη της Salpêtrière και το γόητρο του Charcot. Μπροστά στην επιτυχία της Iconographie, ο κ. Michel Mohring, Διευθυντής της Assistance Publique (οργανισμού στον οποίον ανήκουν τα νοσοκομεία του Παρισιού), θα απελευθερώσει κονδύλια ώστε στα εργαστήρια του Charcot να προσαρτηθεί ένα πραγματικό φωτογραφικό στούντιο. Πρόκειται για το πρώτο εργαστήριο φωτογραφίας των Νοσοκομείων του Παρισιού, με διευθυντή, από το 1882, τον Albert Londe, ένα σημαντικό όνομα στην ιστορία της φωτογραφίας γενικότερα, εφευρέτη μιας φωτο-ηλεκτρικής μηχανής και συγγραφέα ενός διάσημου εγχειριδίου με τίτλο La Photographie Médicale. Ο Londe θα εγκαταλείψει το υγρό κολλόδιο για μια τεχνική που χρησιμοποιεί ζελατίνη βρωμιούχου αργύρου με πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Η κλινική του Charcot γίνεται το «Εργαστήριο Πειραμάτων της Salpêtrière».

      Η αναπτυσσόμενη ακόμη νευρολογία παίζει έτσι έναν σημαντικό ρόλο στη γέννηση της ειδικότητας αυτής που συνιστούν οι ιατρικές εφαρμογές της φωτογραφίας. Η φωτογραφία εγκαθίσταται στη Salpêtrière, χάρη στον Charcot, με έναν τριπλό στόχο: εργαλείο παρατήρησης, εργαλείο διδασκαλίας και μνήμη της κλινικής.

1 Οι απαρχές της κλινικής νευρολογίας θα συμπέσουν με την εφεύρεση της πρώτης πρακτικά εφαρμόσιμης τεχνικής στη φωτογραφία, της τεχνικής του υγρού κολλοδίου που πρωτοχρησιμοποίησε ο F.S. Archer το 1851.

2 Ας επισημάνουμε εδώ την αναλυτική περιγραφή της στιγμής της «γέννησης» μιας νοσολογικής οντότητας, μιας «αρρώστιας», από τον ίδιο τον γεννήτορά της.

3 Οι απαρχές της κλινικής νευρολογίας θα συμπέσουν με την εφεύρεση της πρώτης πρακτικά εφαρμόσιμης τεχνικής στη φωτογραφία, της τεχνικής του υγρού κολλοδίου που πρωτοχρησιμοποίησε ο

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michel Bonduelle, Domini-que Laplane, André Perret. J.-M. Charcot. Points de Repères. Sanofi. Χ. Ημ.

Philippe Ricou, Véronique Leroux-Hugon, Jacques Poirier. La Bibliothèque Charcot à la Salpêtrière. Pradel. Paris, 1993.

La Leçon de Charcot. Voyage dans une toile. Exposition organisée au Musée de l’Assistance Publique de Paris, 17 Septembre – 31 Décem-bre 1986.

Wanda Bannour. J.-M. Charcot et l’hystérie. Métailié, Paris, 1992.

Jean Thuillier. Monsieur Charcot de la Salpêtrière. Robert Laffont, Paris, 1993.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.