Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Yves Thoret
Ψυχίατρος, Πρόεδρος της
Société de l’ Évolution Psychiatrique (μέλους της WPA},
συν-πρόεδρος του κλάδου «Λογοτεχνία και Ψυχιατρική» της WPA

 

σύναψις 07  [2007 – τόμος 03]

O Οθέλλος, πέρα από τη ζήλια*

Ο Οθέλλος, από τις πλέον σύνθετες τραγωδίες Shakespeare, γραμμένη πριν από τέσσερις αιώνες (1604), αποτελεί και μια λίαν τυπική περίπτωση παρανοϊκής ψύχωσης με ζηλοτυπικό παραλήρημα πάθους που οδηγεί τον ασθενή (Οθέλλο) στον στραγγαλισμό της γυναίκας του και κατόπιν στην αυτοκτονία. Επέλεξα να αναφερθώ σε αυτή την ιστορία, γιατί ο συγγραφέας κάνει αρκετές νύξεις για το παρελθόν αυτού του ανατολικού τμήματος της Μεσογείου.

1. Η πλοκή

Θα θυμίσω εν συντομία την πλοκή, που είναι βέβαια ευρέως γνωστή στους θεατρόφιλους και τους φίλους του el canto. Στη Βενετία, ένας Μαυριτανός, ο Οθέλλος, φλερτάρει και κατόπιν παντρεύεται κρυφά τη Δεισδαιμόνα, παρά τη θέληση του πατέρα της. Ο Δούκας της Βενετίας στέλνει τον Οθέλλο να υπερασπιστεί την Κύπρο εναντίον των Τούρκων. Ο Οθέλλος παίρνει μαζί του τον νέο υπολοχαγό Κάσσιο, οπότε ο παλαιότερος αξιωματικός του, ο Ιάγος, ζηλεύει και μηχανορραφεί για την καταστροφή και των δυο τους. Στην Κύπρο, ο Τουρκικός στόλος πέφτει σε τρικυμία και καταστρέφεται. Το νεόνυμφο ζεύγος φθάνει θριαμβευτικά για το ταξίδι του μέλιτος στο κάστρο της Αμμοχώστου. Ο Ιάγος σχεδιάζει ανταρσία των στρατιωτών και ο Οθέλλος καθαιρεί τον Κάσιο από το αξίωμά του. Ο Ιάγος αρχίζει να υπαινίσσεται ότι η Δεισδαιμόνα μπορεί να έχει, ήδη, συνάψει ερωτική σχέση με τον Κάσιο και την ωθεί να συνηγορήσει για την αποκατάστασή του στο στράτευμα. Η Δεισδαιμόνα χάνει το πρώτο της δώρο που της είχε χαρίσει ο Οθέλλος, ένα μαντήλι. Ο Ιάγος θα το τοποθετήσει στο δωμάτιο του Κάσιου, κατόπιν θα αφήσει υπονοούμενα στον Οθέλλο ότι η Δεισδαιμόνα μπορεί να το έχει δώσει σε αυτον και θα κανονίσει μια συνομιλία της μαζί του, την οποία κρυφακούει ο Οθέλλος· η συνομιλία αναφέρεται στην ερωμένη του Κάσιου, τη Μπιάνκα, αλλά ο Ιάγος την κάνει να ακούγεται σαν να αφορά στη Δεισδαιμόνα. Έτσι, ο Οθέλλος έχει «τεκμηριωμένες» αποδείξεις ότι η Δεισδαιμόνα τον απάτησε με τον Κάσιο και του έδωσε το μαντήλι της. Γεμάτος οργή στραγγαλίζει τη Δεισδαιμόνα στο νυφικό τους κρεβάτι. Όταν η σύζυγος του Ιάγου Αιμιλία του αποδεικνύει ότι ήταν αθώα, ο Οθελλος αυτοκτονεί, ξεψυχώντας με ένα έσχατο φιλί στη νέα λευκή σύζυγό του.

2. Ένα έργο βασισμένο στην αμφιβολία

Θα περίμενε κανείς ότι οι κριτικοί θα θεωρούσαν το έργο αυτό ως μια πολύ τυπική περίπτωση παρανοϊκής ψύχωσης. Αντίθετα, όμως, εμμένουν στην εξαιρετική πολυπλοκότητα όλων των χαρακτήρων του έργου_ κάποιοι σχολιαστές, για παράδειγμα, κατηγορούν τον Ιάγο, ενώ άλλοι τον υπερασπίζονται. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο Shakespear ήταν εξαίρετος κλινικός. Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσω να δώσω μερικά παραδείγματα αυτής της υπερβολικής αμφιβολίας που εμπνέει την ατμόσφαιρα μιας τραγωδίας για τη ζηλοτυπία.

3. Τα τρία στάδια της ζήλιας κατά τον Freud

Αναφερόμενος σε αυτό το έργο, ο Freud γράφει το 1922 ένα άρθρο για τη ζήλια όπου περιγράφει τρία στάδια: τη φυσιολογική, την προβλητική και την παρανοϊκή ζήλια.

3-1. Φυσιολογικό επίπεδο ζήλιας 

Όλοι μας νιώθουμε ζήλια όταν κάποιος αντίζηλος αρπάζει ένα αγαπημένο μας αντικείμενο που έτσι χάνουμε. Υποφέρουμε από αυτοϋποτίμηση και από τον εξευτελισμό της απάτης· αναβιώνουμε οιδιπόδειες συγκρούσεις και αδελφικές αντιζηλίες. Αυτή η εμπειρία αποτελεί τυπικό θέμα κωμωδιών, όπως στις Εύθυμες κυράδες του Ουίνσδορ.

3-2. Προβλητική ζήλεια

Όταν κάποιος παντρεύεται οφείλει να παραμείνει πιστός, κάτι που μπορεί να είναι πολύ δύσκολο. Όταν μετά την τρικυμία, ο Οθέλλος ξανασυναντά στην Κύπρο τη σύζυγο που κατέκτησε, αναφέρεται στην έξαρση χαράς που βιώνει, σαν να αντιμετώπιζε το θάνατο:

 

«Ω χάρμα της ψυχής μου!

Αν μετά κάθε μπόρα έρχονται τέτοιες κάλμες,

οι άνεμοι ας φυσούν ως να ξυπνήσει ο θάνατος!

Μ’ αγώνα ας καβαλάει το πλοίο βουνά από θάλασσα

ψηλά σαν Όλυμπους και πάλι να

   βουλιάζει

τόσο βαθιά όσο ’ναι ο Άδης απ’ τα ουράνια!

Αν ήταν τώρα εδώ να πέθαινα, θα πέθαινα

υπερευτυχισμένος. τι φοβάμαι πως

ένιωσε τόσο απόλυτη χαρά η ψυχή μου

που άλλη μακαριότητα σαν τούτη δε

θ’ ακολουθήσει στο άγνωστο το πεπρωμένο»

   [Β, 1: σ. 53] *

Αλλά, παρατηρεί ο Ιάγος, όπως η θυελλώδης θάλασσα, έτσι και η ένταση της επιθυμίας μπορεί να ελαττωθεί: Όταν το αίμα γίνει ανόρεχτο από τη ερωτική πράξη, χρειάζεται για να ξαναβάλει φωτιά και να δώσει στον χορτασμό καινούργια όρεξη, εράσμιο πρόσωπο, συμπαθητική ηλικία, τρόπους και κάλλη. Που σ’ όλα αυτά ο Μαύρος είναι λειψός. [Β,1, σ. 54-55]

      Αυτή η απογοήτευση ενέχει υψηλό κίνδυνο, ειδικά στον κεραυνοβόλο έρωτα: Βάλε με το νου σου με πόση ορμή πρωταγάπησε τον Μαύρο [Β, 1, σ. 54]. Μόλις αρχίσει να υποπτεύεται ότι η γυναίκα του τον απατά, ο Οθέλλος μετανιώνει που παντρεύτηκε: Γιατί να παντρευτώ; [Γ, 3, σ. 88]

      Όταν κανείς αντιστέκεται τόσο έντονα στην επιθυμία του να διαπράξει μοιχεία και την καταστέλλει, ένας καλός μηχανισμός άμυνας είναι η προβολή αυτής της απιστίας στον ή τη σύντροφό του. Καθώς η Δεισδαιμόνα ξεντύνεται για την τελευταία νύχτα της, τραγουδά για την Αιμιλία το διάσημο άσμα για την ιτιά, που μια προδομένη γυναίκα με το όνομα Μπάρμπαρα, υπηρέτρια της μητέρας της Δεισδαιμόνας, τραγουδούσε κλαίγοντας μέχρι το θάνατό της. Μπορούμε να σημειώσουμε εδώ ότι το όνομά της «Μπάρμπαρα», είναι συγγενές με το όνομα της κοινότητας των Μαυριτανών, «Βάρβαροι» ή «Βέρβεροι» της Βόρειας Αφρικής.

 

«Είχε η μητέρα μου μια κόρη που τη λέγαν 

Βαρβάρα. είχε αγαπήσει κι ο καλός της έπαθε

και την παράτησε. τραγούδαγε την Ιτιά,

παλιό τραγούδι, που όμως έλεγε τη μοίρα της.

μ’ αυτό ξεψύχησε. αυτό το τραγούδι απόψε

δεν φεύγει από το νου μου. Τίποτε δε θα ’θελα,

παρά να πάω να γείρω πλάι το κεφάλι μου

να τραγουδάω σαν την καημένη τη Βαρβάρα».

   [Δ, 3, σ 131]

Ο Freud παραθέτει τους ακόλουθους στίχους του τραγουδιού αυτού: Του είπα είσαι ψεύτης κι αυτός λέει «και τι;» / Όλοι, όλοι, ετιά, ετιά, ετιά,/ Γελάω ’γω γυναίκες, γέλα άντρες εσύ. [Δ, 3, σ. 132]. Παρατηρεί ακόμα ότι, σε αυτό το στάδιο της ζήλιας, το υποκείμενο υποπτεύεται πως ο/η σύντροφός του έχει την ίδια επιθυμία για απιστία_ αυτή η καχύποπτη στάση οδηγεί το υποκείμενο να εκλαμβάνει ως εξόφθαλμη απόδειξη απιστίας ελάσσονες συμπεριφορές γοητείας «αυτά τα ελάχιστα βήματα προς την απιστία» όπως τα ονομάζει ο Freud. 

      Ο Οθέλλος αρχίζει να αμφισβητεί την αθωότητα της γυναίκας του εξαιτίας της χάρης της, σε μια δυναμική μετάθεσης ευθυνών:

«[…] Άλλαξέ με μ’ έναν τράγο

αν της ψυχής μου την υπόθεση τη ρίξω

σε κούφια αερομαντέματα τέτοια που εσύ

φαντάζεσαι. Δε θα με πιάσει η ζήλια αν πουν

πως η γυναίκα μου ειν’ ωραία, πως τρώει καλά,

θέλει παρέα, κουβεντιάζει,

   τραγουδάει,

παίζει, χορεύει ωραία. […]».

[Γ, 3, σ 86]

Αλλά, προειδοποιεί ο Freud, όπως και στον Οθέλλο, αυτή η αναπτυσσόμενη ζήλια μπορεί να ολισθήσει με αυξανόμενη ταχύτητα σε έναν κατήφορο χωρίς δυνατότητα να ανακοπεί ή να αναστραφεί η πορεία της. Αυτή η μονόδρομη πορεία οδηγεί τον ζηλότυπο σε μια σχεδόν παραληρητική πεποίθηση, γράφει ο Freud. Ο Οθέλλος εκφράζει αυτό το επικίνδυνο μονοπάτι ως ναύτης που έχει μάθει να υπολογίζει κάποιους κινδύνους στη θάλασσα:

«ΙΑΓΟΣ

Υπομόνεψε λέω. Μπορεί ν’ αλλάξει η ιδέα σου.

ΟΘΕΛΟΣ

Ποτέ, Ιάγο. Καθώς της Μαύρης Θάλασσας

το παγωμένο ρέμα και η αναγκασμένη ορμή

φυρονεριά πισώστρεφη ποτέ δεν ξέρει,

παρά τραβάει συνέχεια για την Προποντίδα

και τον Ελλήσποντο, έτσι οι ματωμένες σκέψεις μου,

με το ίδιο βίαιο βήμα, πίσω τους ποτέ

δε θα κοιτάξουν, πια ποτέ δε θα ξεπέσουν

στην πρόστυχη αγάπη, ώσπου

   απλωτός πλατύς

ο γδικιωμός τις καταπιεί».

[Γ, 3, σ. 87]

3-3. Η παρανοϊκή ζήλια

Πλησιάζουμε τώρα το τρίτο βήμα της ζήλιας· τελεσίδικα παρανοϊκό, όταν τα αντικείμενα τέτοιων φαντασιώσεων έχουν το ίδιο φύλο με τον ασθενή. Ο Freud γράφει: «η παρανοϊκή ζήλια απορρέει από μια ομοφυλοφιλία χολωμένη και πικραμένη και διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει πλήρη θέση μεταξύ των μειζόνων κλασσικών μοτίβων παράνοιας». Ανακαλεί τη διάσημη συνταγή που έχει στηθεί για να ερμηνεύσει την παρανοϊκή ζήλια: «δεν είμαι εγώ αυτός που τον αγαπάει, είναι αυτή που τον αγαπάει». Αυτό μπορεί να συμβαίνει εξαιτίας ναρκισσιστικής ευθραυστότητας, σαν αυτή που εκφράζει ο Οθέλλος:

 

«Υπέροχη ύπαρξη! Να κολαστεί η ψυχή μου,

αν δε σ’ αγαπάω! Κι άμα δε σ’ αγαπάω

χάος ξανάρχεται».

[Γ, 3, σ. 82]

Αυτός είναι ο αδύναμος κρίκος που οδηγεί τον άνδρα σε μισογυνική απέχθεια και αηδία με την πρώτη ένδειξη απογοήτευσης, ακόμη και όταν ο άνδρας καλείται από τη γυναίκα σε σεξουαλική συνεύρεση.

      Κορύφωση αυτής της ομοφυλοφιλικής παλινδρόμησης αποτελεί η σκηνή όπου ο Οθέλλος και ο Ιάγος, γονατισμένοι, ορκίζονται κατανυκτικά να θυσιάσουν τη Δεισδαιμόνα και τον Κάσιο:

«[…] έτσι οι ματωμένες σκέψεις μου,

με το ίδιο βίαιο βήμα, πίσω τους ποτέ

δε θα κοιτάξουν, πια ποτέ δε θα

   ξεπέσουν

στην πρόστυχη αγάπη, ώσπου

   απλωτός πλατύς

ο γδικιωμός τις καταπιεί».

[Γ,3, σελ. 97]

 

Έχοντας πει αυτά, όπως σε κάποια ιερή θυσία ή σε τελετουργία εξορκισμού, ο Οθέλλος γονατίζει και ορκίζεται να πραγματοποιήσει την εκδίκησή του:

 

«[Γονατίζει] Μα τον μαρμάρινο ουρανό και μα το σέβας

Σ’ όρκο ιερό χρεώνω εδώ τα λόγια μου».

   [Γ,3, σελ. 97]

Την ίδια στιγμή ο Ιάγος γονατίζει επίσης δίπλα του και προσχωρεί στα σχέδια του Οθέλλου:

«Μη σηκωθείς ακόμα.

Μάρτυρες να ’στε εσείς ψηλά πάντα αναμμένα

φώτα, εσείς στοιχεία που μας

   περιβάλλετε,

να ’σαστε μάρτυρες, εδώ ο Ιάγος βάζει

του νου του την αξία, το χέρι, την

   καρδιά του,

στη δούλεψη του πληγωμένου

   Οθέλου! Ας

διατάξει και καημό θα το ’χω να

   υπακούσω

για πράξη ματωμένη οποιαδήποτε.

ΟΘΕΛΟΣ

Καλόδεχτη η αγάπη σου».

[Γ,3, σ. 97-98]

Στο έργο, η ίδια διαδικασία αποδίδει εξαιρετική σημασία στην απώλεια του μαντηλιού της Δεισδαιμόνας. Όταν ο Ιάγος επιτέλους έχει στην κατοχή του το μαντήλι, το πρώτο δώρο του Οθέλλου σε αυτήν, συνάμα δε, και το τελευταίο δώρο που είχε πάρει ο ίδιος από την μητέρα του στο νεκροκρέβατό της, ο Ιάγος είναι σίγουρος ότι θα πείσει τον Οθέλλο για το κεράτωμά του:

«Στου Κάσιου το κατάλυμα

θα χάσω τούτο το μαντήλι για να το ’βρει αυτός.

μπορεί ένα τίποτα, ελαφρό σαν αέρας, για έναν

ζηλιάρη να ’ναι βεβαίωση στέρεη σαν απόδειξη

Απ’ την Αγία γραφή».

[Γ, 3, σ. 92]

Όταν ο Laurence Olivier υποδύθηκε τον Οθέλλο το 1964, έδωσε έμφαση στην καταπιεσμένη ομοφυλοφιλική επιθυμία μεταξύ Ιάγου και Οθέλλου, έχοντας επηρεαστεί από μία συζήτησή του με τον Ernst Jones, ο οποίος είχε αναφέρει αυτή την φροϋδική ερμηνεία του πάθους του Ιάγου για τον Οθέλλο.

      Ο Freud αναγνώριζε δύο κύρια είδη ανδρικής ομοφυλοφιλίας, τη ναρκισιστική και την οιδιπόδεια.

  • Στο πρώτο είδος, το υποκείμενο έχει πολύ έντονη καθήλωση στη μητέρα του και ταυτίζεται έντονα με αυτήν· όταν χάσει την παρουσία της μητέρας του, πρέπει να επιτύχει την ταύτισή του με αυτήν και να προσελκύσει γύρω του μικρά αγόρια, όπως ήταν ο ίδιος ο αγαπημένος γιος της μητέρας του. Μπορούμε να θεωρήσουμε τον Οθέλλο παράδειγμα αυτού του είδους. Το τελευταίο δώρο της μητέρας του, το μαντήλι, είναι το κύριο φετίχ του.
Το Βενετσιάνικο φρούριο της Αμμοχώστου.
Το Βενετσιάνικο φρούριο της Αμμοχώστου.

«[…] το μαντήλι αυτό μια γύφτισσα

το ’δωσε στη μητέρα μου. ’ταν μάγισσα κι ήξερε

να διαβάζει τις σκέψεις όλες των ανθρώπων.

της είπε, όσο θα το ’χε, θα την έκανε

ελκυστική και θα ’χε πάντα τον πατέρα μου

δεμένον στην αγάπη της, μ’ αν το ’χανε ή

το χάριζε, το μάτι του πατέρα μου θα την

αηδίαζε κι οι πόθοι του θα κυνηγούσαν

καινούργιους έρωτες. Πεθαίνοντας εκείνη

μου το ’δωσε και μου ’πε, αν ποτέ η μοίρα

μου χάριζε γυναίκα, να της το ’δινα. Έτσι

κι έκαμα. και τον νου σου, έχε το

   ακριβό

σαν τα μάτια σου. αν το χάσεις ή το δώσεις,

θα ’ταν ο μεγαλύτερος χαμός του κόσμου».

   [Γ, 4, σ. 101]

Μπορούμε να θεωρήσουμε αυτό το μαντήλι ως την ετερόφιλη libido, αλλά, όταν αυτή χάνεται ή κάποια στιγμή ικανοποιείται, ένα άλλο συναίσθημα αποστροφής, απαρέσκειας μπορεί να υποκαταστήσει την προηγούμενη επιθυμία και να διαλύσει τον συζυγικό δεσμό. Ο Οθέλλος προειδοποιεί τη Δεισδαιμόνα να μη το χάσει ούτε και να το χαρίσει, διότι : «αν το χάσεις ή το δώσεις, / θα ’ταν ο μεγαλύτερος χαμός του κόσμου».

      Η ίδια η αγγλική λέξη handkerchief [μαντήλι] αντηχεί μαγικά μέσα στο κείμενο της τραγωδίας. Γνωρίζουμε ότι η λέξη kerchief  σημαίνει στα αγγλικά τον κεφαλόδεσμο, τον σκούφο. Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη φωνολογία της λέξης handker-chief διαιρώντας την σε τρία τμήματα: «hand»-«ker»-«chief»: Hand – το χέρι, chief – τον επι-κεφαλής, την κεφαλή, αλλά το μεσαίο τμήμα –ker– της λέξης μπορεί να ερμηνευθεί φωνητικά ως η γαλλική λέξη coeur που σημαίνει καρδιά, όπως στον Richard Coeur-de-lion [τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο], που δεν είναι παρά η επίκληση του έρωτα, της καρδιάς που φλέγεται από έρωτα. Όλα αυτά  μπορεί να συνδεθούν με τη μαγική παρασκευή αυτού του μαντηλιού: υφασμένο από μια Σίβυλλα με προφητική και υπομονετική εργασία, όπως στο ναό των Δελφών, φτιαγμένο από μετάξι ιερών μεταξοσκώληκων, σύμβολα αναπαραγωγής, και, τελικά, βαμμένο «μ’ αίμα από μούμιας κόρης την καρδιά», όπως θα πει πιο κάτω ο Οθέλλος.

 

«Αλήθεια, έχει η ύφανση του μάγια. μια σίβυλλα,

που ’χε μετρήσει στη ζωή διακόσιους γύρους

του ήλιου, το ’χει στην προφητική μανία της

κεντήσει. τα μεταξοσκούληκα που βγάλαν

το νήμα του είχαν αγιαστεί και το ’χαν βάψει

μ’ αίμα από μούμιας κόρης την

   καρδιά».

   [Γ, 4, σ. 101]

Το μαντήλι-φυλαχτό που δίνει στον Οθέλλο η μητέρα του όταν πεθαίνει είναι σα να του λέει να εμπιστεύεται καλύτερα την καρδιά μιας μεγαλύτερης γυναίκας και να δυσπιστεί προς τις νέες, γιατί απ’ τη νεανική τους καρδιά φτιάχτηκε μια παγερή-πηχτή ουσία που θυμίζει την ανερμάτιστη και την, μετά χαράς, άπιστη καρδιά τους. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς πώς αυτές οι Αιγύπτιες μάγισσες κατόρθωσαν να αποκτήσουν αίμα από την καρδιά μιας κόρης, αν όχι με δολοφονία. Έτσι, ίσως, επιβεβαιώνονται οι κατηγορίες του πατέρα της Δεισδαιμόνας ότι ο Οθέλλος χρησιμοποίησε μαγεία, δόλια ξόρκια, για να αποπλανήσει και να κλέψει την κόρη του.

  • Ο Freud περιγράφει μια ακόμη μορφή ανδρικής ομοφυλοφιλίας· την αποπλάνηση από τον πατέρα σε έναν αρνητικό οιδιπόδειο σχηματισμό. Η μορφή αυτή μπορεί να εξηγεί την έλξη του Ιάγου για τον Οθέλλο, τον αρχηγό του, το λαμπρό, θαρραλέο, ανδρείο, ικανό και πιστό στρατηγό Οθέλλο.

Οι κριτικοί δίνουν έμφαση στο μίσος του Ιάγου για το Μαυριτανό, αλλά η πλοκή δείχνει επίσης μια αυξανόμενα οικεία σχέση, μια ένωση μεταξύ Ιάγου και Οθέλλου, η οποία κορυφώνεται με τον ιερό όρκο τους να θυσιάσουν τη Δεισδαιμόνα και τον Κάσιο. Με αυτό το απόκοσμο και αποκρυφιστικό ξόρκι, το ζεύγος Ιάγου-Οθέλλου ορκίζεται να εκδικηθεί για την προσβολή που έγινε στον απατημένο σύζυγο.

4. Κριτική των χαρακτήρων του έργου

Όταν ο Shakespeare αναφέρει την πόλη της Βενετίας, υπάρχει πάντα μια κρίση, ένα δικαστήριο, μια δίκη. Υπενθυμίζουμε τη μακρά σκηνή της δίκης, στην αυλή του Δούκα στον Έμπορο της Βενετίας, όταν η Τζέσικα κλέβεται και ο Σάιλωκ απαιτεί μια λίβρα σάρκας του Αντόνιο. Στον Οθέλλο, ο Δούκας  απορρίπτει την κατηγορία του πατέρα της Δεισδαιμόνας εναντίον του Οθέλλου, αλλά η σύγκρουση μεταξύ του Οθέλλου και της γυναίκας του παίρνει γρήγορα τραγικές διαστάσεις όταν οι Βενετοί πρεσβευτές επανέρχονται στην Κύπρο, το νησί της Αφροδίτης.

      Θα αναφέρω πολύ σύντομα κάποια σχόλια για τους τρεις κύριους χαρακτήρες του έργου, τον Ιάγο, τη Δεισδαιμόνα και τον Οθέλλο.

4-1 Ιάγος

Γιατί είναι τόσο σκληρός αυτός που υποκινεί τον Οθέλλο; Ο Coleridge θεωρούσε ότι η κακεντρέχειά του δεν έχει κίνητρο. Η Janet Adelman παρουσίασε μια κλαϊνική ανάλυση της  κακοήθειας του Ιάγου, η οποία αποτελεί μείζονα συμβολή στη μελέτη του χαρακτήρα του. Περιγράφει τη συμπεριφορά του ως υποκινούμενη από φθόνο έναντι του Οθέλλου, από μια δυναμική προσανατολισμένη στην καταστροφή του καλού αντικειμένου –στο πρόσωπο του θύματός του και στον ίδιο του τον εαυτό–, μέχρι να μην μπορεί να εκφράσει τίποτε περισσότερο από σιωπή, όταν η Δεισδαιμόνα, ο Οθέλλος και η σύζυγός του Αιμιλία είναι πλέον νεκροί.

      Προς υπεράσπισή του, ένας συνήγορος θα μπορούσε να επικαλεστεί διαφορετικά κίνητρα που δικαιολογούν την επιθυμία του για εκδίκηση, όπως σημειώνει ο Joel Fineman:

  • την μνησικακία και την απογοήτευση για την προαγωγή του Κάσιου, που τον παρέκαμψε,
  • τον αγχογόνο ομοφυλοφιλικό φθόνο του για την «καθημερινή ομορφιά» της ζωής του Κάσιου, ο οποίος εκφράζεται σε ένα όνειρο σεξουαλικής επαφής μαζί του,
  • την απελπισμένη του αγάπη για τη Δεισδαιμόνα,
  • και, κυρίως, τις υπόνοιές του ότι τόσο ο Οθέλλος όσο και ο Κάσιος είχαν ερωτική σχέση με τη σύζυγό του Αιμιλία..

«[…] διότι υποπτεύω πως ο λάγνος Μαύρος

σαλτάρισε στη θέση μου κι αυτή η ιδέα

σαν δηλητήριο τρώει τα μέσα μου και τίποτα

ποτέ δε θα ευχαριστήσει την ψυχή μου

αν δεν πατσίσουμε: γυναίκα για γυναίκα.

Είτε, αν δεν πιάσει αυτό, θα τονε ρίξω τέλος

σε ζήλια τόσο δυνατή που  ο νους να μη μπορεί

να τη γιάνει […]».

[Β, 1, 57]

Υποψιάζεται επίσης ότι και ο Κάσιος μπορεί να φόρεσε το «σκούφο του ύπνου» του μαζί της. Όταν η Αιμιλία ανακαλύπτει τη βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ Οθέλλου και Δεισδαιμόνας, του υπενθυμίζει την εποχή που οι ίδιοι είχαν αποτελέσει θύματα μιας συκοφαντικής φήμης:

«Ανάθεμά τους! Κάποιος τέτοιος μάγκας θα ήταν

που σου αναποδογύρισε τον νου και σ’ έκανε

να υποψιαστείς κι εμένα με τον Μαύρο».

   [Δ, 2, 125]

Μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τη φράση του Ιάγου «δεν είμαι αυτός που είμαι» ως «δεν είμαι αυτός που λένε ότι είμαι, ένας κερατάς». Κι όταν ο Ιάγος περιγράφει την αφόρητη δυστυχία και ντροπή να θεωρείται κερατάς κάποιος, δίνει έμφαση στα μεικτά συναισθήματα ντροπής, μίσους και αγάπης, κι αυτό μπορεί να είναι η ουσία του τραγικού:

«Να φυλαχτείς, κύριέ μου, από τη ζήλια.

είναι η πρασινομάτα λάμια που

   χλευάζει

τη σάρκα που την τρέφει. ο

   απατημένος ζει μακάριος,

που βέβαιος για τη μοίρα του δεν αγαπάει αυτόν

που τον αδίκησε. όμως, ω, τι

   κολασμένες

στιγμές μετράει όποιος λατρεύει ενώ αμφιβάλλει.

υποψιάζεται, ενώ με πάθος αγαπάει!»

[Γ, 3, σ. 85-86]

Για εκδίκηση, ο Ιάγος ποτίζει με  τόση χολή τον Οθέλλο που πετυχαίνει να τον οδηγήσει να ανταλλάξει τη σύζυγό του Δεισδαιμόνα με το φίλο του Ιάγο, κινδυνεύοντας να τρελαθεί –κάτι που ο Freud αναφέρει ως ναρκισσιστική homosexual desire turned to sour«χολωμένη ομοφυλοφιλική επιθυμία»:

«Θα μου ’χει ο μαύρος χάρη, αγάπη, ανταμοιβή […]

Ώσπου να τον δω να τρελαθεί».

[Β, 1, σ. 57]

Για τον Keneth Branagh, ο οποίος ετοιμάζει μια ταινία για τον Οθέλλο, αυτή η διάσταση της συμπεριφοράς του Ιάγου φαίνεται αρκετά σημαντική.

4-2. Δεισδαιμόνα

Την ονόμασε έτσι ο πατέρας της από την ελληνική λέξη «δυσδαίμων», που σημαίνει «άτυχος», όπως αναφέρεται στην ιστορία του Cinthio, που αποτέλεσε την κύρια πηγή του έργου.  Αναπόφευκτα σκέφτεται κανείς ότι το όνομα αναφέρεται σε κάποιο δαιμονικό πλάσμα, σε έναν διάβολο, παρά την αθωότητά της. Ο Οθέλλος, όμως, ακόμη κι όταν την χτυπά μπροστά στους ευγενείς Βενετούς και το θείο της, την αποκαλεί «Διάβολε» (4.1 : 432), όχι «Δαίμονα».

4-3. Οθέλλος

Γιατί είναι τόσο εύπιστος στα δηλητηριώδη λόγια του Ιάγου; Ο Joel Fineman τον θεωρεί ταυτόχρονα γεμάτο από περηφάνια και τραγικά κενό. Το έργο αποκαλύπτει την αλήθεια του λάθους του, του μεγαλειώδους εαυτού του –κατά την περιγραφή του Heinz Kohut–, που είναι ανίκανος να μοιραστεί μια «ταπεινή αγάπη» με τη γυναίκα του. Το έργο ανοίγει με τη μυστηριώδη φράση του Ιάγου: «δεν είμαι αυτός που είμαι» [Α,1, σ. 19], ή «[…] αν εγώ ήμουνα ο Μαύρος, δε θα ήμουν Ιάγος» [Α, 1, σ. 19]. Και κλείνει με τον Οθέλλο να εκφράζει τη μεταμέλεια, την απελπισία και την απώλεια του εαυτού του: «Αυτός που ήταν ο Οθέλος, εδώ είμαι» [Ε, 2, σ. 154].

      Ο Joel Fineman ερμηνεύει το όνομα «Οθέλλος», που επινόησε ο Shakespeare για το Μαυριτανό. Θεωρεί ότι συνδέεται με το ελληνικό ρήμα «Ο-θέλω» που σημαίνει επιθυμία, απαίτηση, πόθο, θέληση, στον ενεστώτα αλλά και στον αόριστο. «Επιθυμώ», αλλά και «ε-πιθυμούσα», αν πριν από το «θέλω» προστεθεί ένα ε[ψιλον]. Αυτό το φιλολογικό επιχείρημα μας υπενθυμίζει ότι η ζήλια αναβιώνει έντονα τα πιο αρχαϊκά συναισθήματα και συγκρούσεις της παιδικής μας ηλικίας. Το παρελθόν κατακλύζει σκληρά το παρόν, όπως ένας στρατός εισβολής ή ένα ποτάμι που πλημμυρίζει.

4-4. Το μαντήλι

Αυτό το μικρό κομμάτι ύφασμα αποτελεί το θεμέλιο της πλοκής.  Ήταν το πρώτο δώρο του Οθέλλου στη Δεισδαιμόνα, αλλά της θυμίζει από πού προέρχεται:

«[…] το μαντήλι αυτό μια γύφτισσα

το ’δωσε στη μητέρα μου. ’ταν

   μάγισσα κι ήξερε

να διαβάζει τις σκέψεις όλες των ανθρώπων.»

   [Γ, 4, σ. 101].

Κι αυτή ήταν σαν και μας, ή ό,τι προσπαθούμε να είμαστε, …ως ψυχίατροι, αλλά η κατασκευή του μαντηλιού ήταν μαγική:

«[…] μια Σίβυλλα,

που ’χε μετρήσει στη ζωή διακόσιους γύρους

του ήλιου, το ’χει στην προφητική μανία της

κεντήσει. τα μεταξοσκούληκα που βγάλαν

το νήμα του είχαν αγιαστεί και το ’χαν βάψει

μ’ αίμα από μούμιας κόρης την

   καρδιά.»

   [Γ, 4, σ. 101]

Με ποιο δραματικό γεγονός μπορούμε να συσχετίσουμε αυτό το έργο, που γράφτηκε και παρουσιάστηκε το 1604; Δε βρήκα τίποτε για το 1404 [πριν από 200 χρόνια]  αλλά, εάν διπλασιάσουμε το στοίχημα –σαν ζηλιάρηδες τζογαδόροι–,  βρίσκουμε ότι το 1204 έγινε η λεηλασία του Βυζαντίου από τους Βενετούς και την 4η Σταυροφορία.

* Shakespeare’s Othello, beyond jealousy , Ανακοίνωση στο 1st Eastern European Psychiatric Congress. Θεσσαλονίκη 21-23 Σεπτεμβρίου 2007.

* Τα απόσπάσματα της τραγωδίας έχουν ληφθεί από το: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Οθέλος, Μετάφραση Βαίλη Ρώτα. Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1997

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Shakespeare W. Othello, the Moor of Venice. Ed. By Neill M. Oxford Word’s Classics; Oxford, New York, The Oxford Shakepeare, Oxford University Press, 2006.
  2. Shakespeare W. Othello. French transl. by Bonnefoy Y. Paris, Gallimard, Folio-théâtre, 2001.
  3. Shakespeare W. Othello. Ed. By Honigmann EAJ. 3rd.ed. London, Arden Shakespeare, 1997.
  4. Shakespeare W. Othello. Tr.fr. M. Déprats, présentation de G. Venet. In Shakespeare W. Tragédies, vol II. Paris, Gallimard, Bibliothèque de la Pléïade, 2002.
  5. Freud S. De quelques mécanismes névrotiques dans la jalousie, la paranoïa et l’homosexualité. [1922]. Ιn Freud S. _uvres complètes, psychanalyse. Vol XVI. Paris, PUF, 1991, 85-97.
  6. Green O. Othello, une tragédie de la conversion. In Green A. Un œil en trop, le complexe d’_dipe dans la tragédie. Paris, Minuit, 1969, 109-164.
  7. Adelman J. Iago’s Alter Ego. Shakespeare Quarterly, 1997, 48, 2, 125-144.
  8. Rosenberg M. In defense of Iago. Shakespeare Quarterly, 1955, 6, 2, 145-158.
  9. Neill M. Unproper beds : race, adulterery and the Hideous in Othello. Shakespeare Quarterly, 1989, 40, 4, 383-412.
  10. McDonald R. Othello, Thorello and the problem of the Foolish Hero. Shakespeare Quarterly, 1979, 30, 1, 51-67.
  11. Cook A.J. The design of Desdemona : doubt raised and resolved. Shakespeare’s Studies, 1980, 13, 187-196.
  12. Adamson WD. Unpinned or undone ? Desdemona’s critics and the problem of sexual innocence. Shakespeare’s Studies, 1980, 13, 169-186.
  13. Stoll EE. Slander in Drama. Shakespeare Quarterly, 1953, 4, 4, 433-450.
  14. Fineman J. the sound of “ O” in Othello. The real of the tragedy of desire>. In Fineman J. (ed) The subjectivity effect in Western Literary tradition. Cambridge (Mass.), London, The MIT Press, an October book, 1991, 143-164.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.