Παναγιώτης Οικονόμου
Ψυχολόγος. Αθήνα
σύναψις 07 [2007 – τόμος 03]
Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες σύνδεσης ψυχολογικών και νευρολογικών δεδομένων με σκοπό την ανάδειξη ενός αιτιολογικού σχήματος για τη δυσλειτουργία του εγκεφάλου στις ψυχώσεις. Η σχιζοφρένεια και το πώς σχετίζεται με δυσλειτουργίες των εγκεφαλικών κέντρων της κίνησης, της μνήμης και των Θεωριών του Νου είναι το περιεχόμενο του άρθρου αυτού. Ανθολογούνται τρεις διαφορετικές θεωρίες για την ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας και καταδεικνύεται πώς, παρά τις διαφορές τους, μπορούν να συνδεθούν σε ένα κοινό εξηγητικό πλαίσιο. Θα γίνει αναφορά στην πρώτη θεωρία του Frith για τη σχιζοφρένεια και τα κέντρα κίνησης του εγκεφάλου και πώς αυτή συνδέθηκε με τη θεωρία του Hemsley στην πρόταση της Gray. Τέλος, θα παρουσιαστεί η δεύτερη θεωρία του Frith που συμπεριλαμβάνει τις Θεωρίες του Νου εμπλουτίζοντας την αρχική του οπτική με νέα δεδομένα.

1. Προς μια θεωρία της κίνησης για την σχιζοφρένεια
Η θεωρία του Frith ασχολείται με την έννοια της δράσης και την αντιπροσώπευσή της στον εγκέφαλο. Ο ερευνητής χρησιμοποιεί τη λέξη action στα γραπτά του την οποία εμείς εδώ μεταφράζουμε ως δράση. Φυσικά, κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου περνά από τα κέντρα κίνησης του εγκεφάλου και έτσι ο ερευνητής μεταθέτει το ενδιαφέρον του σε αυτά τα κέντρα για να ερμηνεύσει το σχεδιασμό μιας δράσης από το άτομο. Υποθέτει πως στο κινητικό σύστημα του ανθρώπου, όταν αυτό οργανώνει μια κίνηση, υφίστανται και τρέχουν παράλληλα και ταυτόχρονα δύο μηχανισμοί:
Ο δεύτερος αυτός μηχανισμός λειτουργεί σαν ένα μόνιτορ της κίνησής του που διαρκώς επιβλέπει την εκτελούμενη κίνηση και χαρίζει στο άτομο την επίγνωση της κίνησής του. Το εσωτερικό αυτό μόνιτορ πληροφορεί τη συνειδητότητα του ατόμου για τα ακόλουθα:
Το άτομο καταλαβαίνει αν η κίνησή του είναι σωστή από τα τελικά της αποτελέσματα συγκρίνοντας τους αρχικούς στόχους της κίνησης με εκείνο που τελικά πέτυχε. Παίρνει ανατροφοδότηση από το μηχανισμό αυτό ώστε να επαναλάβει την κίνηση αν δεν ήταν σωστή και να κάνει κάποια άλλη ή να οργανώσει μια νέα πιο πετυχημένη κατανοώντας τι πήγε λάθος στην προηγούμενη. Ο μηχανισμός αυτός της αναπαράστασης πληροφορεί τον εγκέφαλο για τις κινήσεις που πρόκειται να κάνει και πώς να τις κάνει.
Για παράδειγμα, αν στόχος ενός ατόμου είναι να πιάσει ένα ποτήρι, πρώτα πρέπει να αναπαραστήσει την κίνηση αυτή νοητικά και μετά να την κάνει. Η νοητική αναπαράσταση είναι η ακόλουθη:
Μετά την εσωτερική αυτή αναπαράσταση της πράξης μου ο εγκέφαλός δίνει εντολή στις αντίστοιχες περιοχές να κάνουν μια κίνηση για να πιάσει το χέρι του ατόμου το ποτήρι.
Φαίνεται πως εδώ εμπλέκονται ο εξωπλάγιος προμετωπιαίος φλοιός (dorsolateral prefrontal cortex), σχετικά με την αναπαράσταση της κίνησης και την εκτέλεσή της, η συμπληρωματική κινητική περιοχή, σχετικά με τη σειρά και την αλληλουχία των κινήσεων, ο βρεγματικός λοβός, σχετικά με τον προσανατολισμό στο χώρο, η παραϊπποκάμπιος έλικα και ο ιππόκαμπος σχετικά με τη σύγκριση ανάμεσα στα αποτελέσματα της κίνησης και στους αρχικούς στόχους.
Σύμφωνα με τον ερευνητή υφίσταται ένα είδος μόνιτορ που επιβλέπει όλη αυτή τη διαδικασία αν εκτελείται σωστά, δηλαδή αν η εκτελούμενη κίνηση ταιριάζει με την αναπαράστασή της. Το μόνιτορ αυτό έχει το ρόλο της πληροφόρησης του ατόμου για τους σκοπούς του και τις συνέπειες των κινήσεών του. Χωρίς αυτό προκύπτουν προβλήματα στην συνειδητοποίηση των εκούσιων κινήσεών και αυξημένα λάθη καθώς δεν μπορεί το άτομο να διορθώσει μια κίνηση προς τον τελικό της στόχο εφόσον δε γνωρίζει τι αρχικά είχε σχεδιαστεί να γίνει. Υπάρχει, δηλαδή, ένα έλλειμμα εσωτερικής επίγνωσης των προθέσεων του ατόμου να κάνει κάτι, καθώς και στο πώς οργάνωσε τη δράση του να το κάνει, παραμένοντας απλώς θεατής των πράξεών του.

Για τον Frith, το εσωτερικό αυτό μόνιτορ, που υποθέτει ότι υπάρχει, λειτουργεί σε ένα μετα-αναπαραστασιακό, όπως το ονομάζει, επίπεδο. Είναι σε ένα επίπεδο αναπαράστασης επέκεινα των δύο άλλων αναπαραστάσεων, της αρχικής αναπαράστασης μιας κίνησης και της εκτελούμενης τελικά κίνησης, χαρίζοντας στο άτομο την ικανότητα να μπορεί να συντονίζει και συνταιριάζει και τις δυο μαζί σε μια κίνηση, που αντιπροσωπεύει τελικά την τελική συνείδηση της πράξης του.
Ουσιαστικά χωρίζει την κίνηση σε τρία μέρη:
*
Τι σχέση έχουν όλα αυτά όμως με τη σχιζοφρένεια; Για τον Frith, κάποια από τα θετικά συμπτώματα της ψύχωσης ερμηνεύονται ως προβλήματα στην αυτεπίγνωση του ασθενούς για τις πράξεις του. Πιο συγκεκριμένα, παραληρητικές ιδέες επιβολής σκέψεων στο μυαλό του ασθενούς από ξένες δυνάμεις, ιδέες ελέγχου, όπου ο ασθενής νομίζει ότι τον εξαναγκάζουν άλλοι να κάνει πράγματα, και ακουστικές ψευδαισθήσεις προκύπτουν από προβλήματα στο εσωτερικό μόνιτορ του ατόμου που περιγράφηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα να χάνει την ικανότητά του να έχει επίγνωση των προθέσεών του και να προβαίνει σε πράξεις που στο τέλος δε μπορεί να τις αποδώσει στον εαυτό του, εφόσον δεν έχει επίγνωση ότι αυτός ο ίδιος τις σχεδίασε. Ενώ λοιπόν αρχικά έχει την πρόθεση να κάνει κάτι, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κίνησης χάνεται η επίγνωση της αρχικής πρόθεσης κι έτσι, στο τέλος, βλέπει τα αποτελέσματα της πράξης του χωρίς να κατανοεί ότι ήταν δική του ενέργεια, με συνέπεια να ψάχνει σε αλλότριους φορείς να την αποδώσει. Για παράδειγμα, στις ακουστικές ψευδαισθήσεις, η αρχική εμπρόθετη ενέργεια είναι ο εσωτερικός μονόλογος. Όμως το άτομο χάνει την επαφή με τις προθέσεις του να σκεφτεί κάτι σιωπηρά, με αποτέλεσμα να ακούει μια φωνή μέσα στο μυαλό του που δε ξέρει τίνος είναι και γι αυτό την αποδίδει σε κάποιον ξένο, π.χ. ακούω την Παναγία να μου λέει ότι πρέπει να κάνω…
Στην περίπτωση των ιδεών ελέγχου, η αρχική πρόθεση του ατόμου, π.χ. να κινήσει το πόδι του πάνω κάτω χάνεται και το άτομο παρατηρεί το πόδι του να κινείται χωρίς να έχει επίγνωση ότι το ίδιο την σχεδίασε αυτή την ενέργεια. Αποτέλεσμα είναι να αποδίδει την κίνηση του ποδιού του σε κάποιον άλλο, π.χ. ο σατανάς κινεί το πόδι μου πάνω κάτω. Με το ίδιο σκεπτικό, οι ιδέες αναφοράς προκύπτουν από την πρόθεση του ατόμου να εστιάσει σε ένα ερέθισμα την προσοχή του, όμως το άτομο χάνει την πρόθεση αυτή με αποτέλεσμα να επικεντρώνεται σε διάφορα άσχετα ερεθίσματα και να καταλήγει σε αυθαίρετα συμπεράσματα.

Για τον Frith, η σχιζοφρένεια είναι μια ασθένεια της αυτεπίγνωσης. Το άτομο δεν μπορεί να βρει τον φορέα των πράξεών του. Κι έτσι, τις αποδίδει σε ξένες δυνάμεις. Παρατηρεί αλλαγές στο περιβάλλον του ως αποτέλεσμα κάποιων ενεργειών που δε μπορεί να τις αποδώσει στον εαυτό του, καθώς δεν έχει επίγνωση ότι ο ίδιος τις σχεδίασε. Με τον τρόπο αυτό προκύπτουν τα θετικά συμπτώματα. Τα αρνητικά συμπτώματα προκύπτουν και αυτά σε σχέση με την κίνηση, όμως με διαφορετικό τρόπο.
Για τον Frith υπάρχουν δύο οδοί κίνησης:
Τα αρνητικά συμπτώματα για τον Frith προκύπτουν επειδή ο ασθενής δε μπορεί να ξεκινήσει μια νέα κίνηση διότι δεν δημιουργεί εσωτερικά στόχους και σχέδια παρά κινείται από τα εξωτερικά μόνο ερεθίσματα. Ο ασθενής με θετικά συμπτώματα έχει εσωτερικές αναπαραστάσεις στόχων και σχεδίων, ενώ ο ασθενής με αρνητικά όχι. γι’ αυτό είναι αποσυρμένος και παθητικός.
Η πρώτη οδός κίνησης, αυτή της εμπρόθετης κίνησης, ενεργοποιείται ως εξής: Το άτομο έχει ένα στόχο ή σχέδιο να εκτελέσει. Τότε, λαμβάνει πληροφορίες από την μακρύχρονη μνήμη για το πώς θα το οργανώσει διαμορφώνοντας την κίνησή του ώστε να πετύχει το σκοπό του και έτσι μετά προχωρά στην κίνησή του.
Στη δεύτερη οδό, από ένα εξωτερικό ερέθισμα ορμώμενο το άτομο συμβουλεύεται την μακρύχρονη μνήμη του για το πώς πρέπει να απαντήσει σε αυτό κι έτσι οργανώνει την κίνησή του. Το μόνιτορ έχει το ρόλο της ανίχνευσης διαφορών ανάμεσα στις προθέσεις και τις πράξεις επιτρέποντας γρήγορη διόρθωση των λαθών, καθώς και της διατήρησης του διαχωρισμού της βουλητικής εσωτερικώς πρόθεσης από το εξωτερικό περιβάλλον προερχόμενα ερεθίσματα. Στην παραγωγή των θετικών συμπτωμάτων ευθύνεται η διαταραχή στη σύνδεση του εσωτερικού μόνιτορ με τις βουλητικές προθέσεις που δημιουργούνται εσωτερικά στο άτομο, ενώ στα αρνητικά, ευθύνεται η ανυπαρξία αυτών των προθέσεων εσωτερικά στο άτομο. Προβληματικές διασυνδέσεις ανάμεσα στον προμετωπιαίο φλοιό και τα βασικά γάγγλια εμπλέκονται στη δημιουργία των αρνητικών συμπτωμάτων. Η διαταραχή στο εσωτερικό μόνιτορ των βουλητικών κινήσεων που γεννά τα θετικά συμπτώματα εμπλέκει τις συνδέσεις μεταξύ προμετωπιαίου φλοιού και ιππόκαμπου διαμέσου της παραϊπποκάμπιου έλικας και της έλικας του προσαγωγίου.
Με τις θεωρίες του για την κίνηση, ο Frith εστιάζει την αιτοπαθογένια της σχιζοφρένειας στο κινητικό μέρος του εγκεφάλου και όχι στα σχετικά με την αντίληψη μέρη, όπως πολλοί πίστευαν λόγω των πολλών συμπτωμάτων με διαταραχές της αντίληψης που εκδηλώνονται στη νόσο αυτή. Ευρήματα από απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου ασθενών που λαμβάνουν αντιψυχωτικά δείχνουν πως, με τα φάρμακα αυτά, ο εγκέφαλος τους λειτουργεί καλύτερα στους προμετωπιαίους λοβούς, ενώ διαταράσσεται σε ψυχωτική κρίση. Ακόμη, μεταθανάτιες έρευνες σε εγκεφάλους ασθενών πιστοποιούν την ύπαρξη ελαττωμένων διασυνδέσεων μεταξύ προμετωπιαίου φλοιού και ιππόκαμπου, καθώς και προμετωπιαίου φλοιού και βρεγματικού λοβού. Επίσης, πολλές μελέτες δείχνουν συρρίκνωση του ιπποκάμπου στους σχιζοφρενείς. Πειράματα της γνωστικής ψυχολογίας σε σχιζοφρενείς δείχνουν προβλήματα στην απόκριση σε ερεθίσματα παρά στην αντίληψη των ερεθισμάτων, υποδεικνύοντας κι αυτά το ρόλο των κινητικών κέντρων παρά των αντιληπτικών στη διαταραχή.
2. Η συμβολή της γνωστικής ψυχολογίας στη σχιζοφρένεια
Από την πλευρά της γνωστικής ψυχολογίας, έρευνες δείχνουν ότι οι σχιζοφρενείς έχουν προβλήματα στη σύνθεση των ερεθισμάτων από το περιβάλλον με εμπειρίες αποθηκευμένες στη μακρύχρονη μνήμη. Ο Hemsley θεωρεί πως υφίσταται μια εξασθένιση των συνδέσεων μεταξύ των εισερχομένων πληροφοριών και της επίδρασης των αποθηκευμένων μνημών στην τρέχουσα αντιληπτική εμπειρία στη σχιζοφρένεια. Οι αποθηκευμένες εμπειρίες στη μακρύχρονη μνήμη δημιουργούν ένα ρυθμιστικό μηχανισμό με τον οποίο το άτομο αποκρίνεται στα νέα ερεθίσματα. Έτσι, κάθε φορά που έρχεται κανείς σε επαφή με μια νέα κατάσταση, για να την αντιμετωπίσει ανιχνεύει στη μνήμη του περιστάσεις που ομοιάζουν με αυτή και δίνει τις κατάλληλες απαντήσεις. Στο σημείο αυτό υφίσταται μία σύγκριση μεταξύ νέων ερεθισμάτων και όμοιων παρελθουσών εμπειριών που έχουν σωρευτεί στη μνήμη και δημιούργησαν προκαταλήψεις σχετικά με την απόκριση του ατόμου στις νέες πληροφορίες. Αυτό είναι ένας απαραίτητος μηχανισμός, ο οποίος έτσι εξοικονομεί γνωστικούς πόρους για την επεξεργασία των νέων πληροφοριών με κατάλληλο τρόπο και προετοιμάζει το γνωστικό σύστημα να αποκριθεί –χωρίς να ξοδεύει πολύ ενέργεια στην αναζήτηση– στη μνήμη όλων των πιθανών του εμπειριών για να αποφασίσει πώς θα δράσει. Έτσι, η επιλεκτική προσοχή δεν υπερφορτώνεται και με σχετικές και με μη σχετικές με τις νέες πληροφορίες μνήμες τις οποίες πρέπει να επεξεργαστεί.
Η φυσιολογική διαδικασία στην απόκριση σε νέα ερεθίσματα εμπλέκει την εύρεση στη μνήμη μόνο των σχετικών με αυτές εμπειριών μέσω ρυθμιστικών κανόνων απόκρισης και την αναστολή της εισβολής στη συνείδηση των υπόλοιπων μνημών που δεν είναι σχετικές. Με τον τρόπο αυτό η συνειδητή απόκριση σε νέα ερεθίσματα προστατεύεται μέσω του μηχανισμού αυτού της αναστολής από την παρείσδυση μη σχετικών μνημών που θα δημιουργούσαν τελικά μια υπερφόρτωση της εκτελεστικής λειτουργίας και θα οδηγούσαν σε κατάρρευση το γνωστικό σύστημα που έχει περιορισμένες ικανότητες επεξεργασίας πληροφοριών. Ο Hemsley υποθέτει πως στη σχιζοφρένεια ο μηχανισμός αυτός είναι το κύριο πρόβλημα, με απότοκο ο ασθενής να αποκρίνεται στα εισερχόμενα ερεθίσματα με παράλογο τρόπο, αφού το γνωστικό του σύστημα υπερφορτώνεται από σχετικές και από ακατάλληλες μνήμες και εκεί χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα. Τότε, το άτομο αντιδρά με ψευδαισθήσεις που είναι η παρείσφρηση στη συνείδηση ακατάλληλων μνημών που το άτομο εκλαμβάνει ως ξένες καθώς ο μηχανισμός αυτεπίγνωσης έχει κι αυτός καταρρεύσει.
Το 1961, οι ΜcGhie & Chapman υποστηρίζουν πως, στη σχιζοφρένεια, η πρωταρχική δυσλειτουργία είναι μια έκπτωση στις ανασταλτικές και επιλεκτικές διαδικασίες της προσοχής. Ο Cutting έχει υποστηρίζει πως τα πρώτα στάδια στη σχιζοφρένεια μπορούν να ιδωθούν σαν πρόβλημα της Gestalt αντίληψης που είναι η βάση της παραληρητικής αντίληψης. Όντως, πολλοί ασθενείς περιγράφουν την συνειδητή τους εμπειρία διασπασμένη σε πολλά κομμάτια που μεταξύ τους δεν έχουν νοηματική σχέση. Αδυνατούν να συνθέσουν το χρόνο και το χώρο στους οποίους έλαβε χώρα η αντίληψη ενός γεγονότος και τα γεγονότα μοιάζουν διασπασμένα καθώς δεν διαμορφώνουν ένα gestalt της όλης εμπειρίας. Οι περισσότεροι ειδικοί στην καθημερινή κλινική εμπειρία βλέπουν ασθενείς που δεν μπορούν να απαρτιώσουν τις επιμέρους πληροφορίες που λαμβάνουν. Στη φυσιολογική διαδικασία αντίληψης το γνωστικό σύστημα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα gestalt όλων των διαθέσιμων πληροφοριών και να τις συνδέσει με όμοιες καταστάσεις από τη μνήμη του. Οι σχιζοφρενείς αποτυγχάνουν να διαμορφώσουν κατάλληλες προκαταλήψεις απαντήσεων σε νέα γεγονότα –κανόνες δηλαδή που θα ρυθμίζουν τις απαντήσεις σε ερεθίσματα σύμφωνα με τις αποθηκευμένες γνώσεις και εμπειρίες στη μακρόχρονη μνήμη τους– ώστε το περιορισμένων δυνατοτήτων σύστημα προσοχής να μην επεξεργάζεται κάθε φορά μεγάλο όγκο πληροφοριών χρησιμοποιώντας πολλές πλεονασματικές πληροφορίες που στην ουσία δεν του χρειάζονται. Τούτο συμβαίνει διότι δεν μπορεί να διαχωρίσει τις σχετικές απο τις ακατάλληλες πληροφορίες, αφού δεν μπορεί να τις συνδέσει με τις κατάλληλες μνήμες του από την μακρύχρονη μνήμη και δεν έχει διαθέσιμους έτοιμους τρόπους (patterns) κατάλληλων αποκρίσεων, με συνέπεια να απαιτείται από την προσοχή να τις επεξεργαστεί όλες.

Αυτό έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι το σύστημα επιλεκτικής προσοχής του, καθώς δεν μπορεί να αποφασίσει ποιες πληροφορίες του χρειάζονται και ποιες όχι, μιας και η σύνδεση με τις κατάλληλες παρελθούσες μνήμες έχει παραβλαφθεί, δεν αναστέλλει την εισβολή στην επίγνωση των ακατάλληλων πληροφοριών. Έτσι, ο ασθενής βιώνει τον κόσμο γύρω του χωρίς νόημα και απαρτιζόμενο από αποσπασμένες εμπειρίες που δεν έχουν κάποια σύνδεση μεταξύ τους. Κοντολογίς, η πλεονασματική πληροφορία αναστέλλεται για να μειωθούν οι απαιτήσεις επεξεργασίας σε ένα περιορισμένο σύστημα όπως αυτό της προσοχής. Με τον τρόπο αυτό μάλιστα επιτυγχάνεται και η μετατροπή της εκούσιας προσοχής σε μια διαδικασία αυτόματη μέσω της εξάσκησης. O Posner διακρίνει την αυτόματη διαδικασία που δεν εγείρει την επίγνωση από τη συνειδητή προσοχή που εμπλέκει την επίγνωση και συνδέεται άμεσα με την επιλογή των κατάλληλων ερεθισμάτων για βαθύτερη επεξεργασία και αναστολή των μη σχετικών ερεθισμάτων και μνημών στη συνείδηση.
Στη σχιζοφρένεια υφίσταται εξασθένιση αυτού του ανασταλτικού μηχανισμού που παίζει κορυφαίο ρόλο στην συνειδητή προσοχή. Συνεπώς, η εξασθένιση της επίδρασης χωροχρονικών ρυθμιστικών κανόνων από τη μακρύχρονη μνήμη στην αντίληψη και της επίδρασης αντίθετα του μνημονικού υλικού, που βρίσκεται κάτω από τον ουδό της επίγνωσης σ’ αυτή, επιφέρει συμπτώματα διαταραχών της αντίληψης και αποδιοργάνωσης, όπως αυτά που παρατηρούνται στην ψύχωση, δηλαδή ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, ανακοπή της σκέψης και του λόγου, ιδεοφυγή, λογόρροια και παραισθήσεις. Με λίγα λόγια, ερεθίσματα που οι φυσιολογικοί τα επεξεργάζονται αυτόματα, γιατί άμεσα συνδέονται με τις κατάλληλες μνήμες, οι ψυχωσικοί και αργούν να τα επεξεργαστούν και δεν τα συνδέουν με τις κατάλληλες μνήμες, με απόρροια αυτές να παρεισδύουν στη συνείδησή τους και να εμφανίζουν τα γνωστά συμπτώματα. Τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος καταλήγουν με τον τρόπο αυτό να μοιάζουν αδόμητα και σιβυλλικά.
Οι ψευδαισθήσεις, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναφοράς, εξηγούνται ως η εισβολή στη συνείδηση μνημών και παρελθουσών εμπειριών που στους φυσιολογικούς αναστέλλονται. Ο ασθενής χάνει τη δυνατότητα σύνδεσης των τωρινών του εμπειριών με τις παλιές και η αντίληψη δεσμεύεται από τυχαίες λεπτομέρειες του περιβάλλοντος. Το άτομο συνδέει αυτές τις τυχαίες αντιλήψεις σε μια ενότητα με νόημα μόνο και μόνο λόγω της τυχαίας χωροχρονικής τους σύμπτωσης, εφόσον δεν έχει επίδραση από την μακρόχρονη μνήμη για να αποφασίσει αν και στο παρελθόν ο συνδυασμός των αντιλήψεων που έχει εκείνη τη στιγμή ισχύει με βάση τα κριτήρια της πραγματικότητας. Αυτός είναι ο μηχανισμός δημιουργίας των ιδεών αναφοράς.
Πώς γίνεται αυτό; Οι άνθρωποι δημιουργούν λογικά συμπεράσματα προκειμένου να κρίνουν την αιτιότητα μεταξύ δύο γεγονότων. Στη διαδικασία αυτή ρόλο παίζει η χωροχρονική σύμπτωση δύο γεγονότων που αποθηκεύεται στη μνήμη δημιουργώντας ένα εξηγητικό μοντέλο. Επανειλημμένη έκθεση σ’ αυτό δημιουργεί μια κατάσταση μάθησης αυτής της αιτιακής σχέσης ανάμεσα στα δυο γεγονότα. Έτσι, το άτομο δημιουργεί ένα μοντέλο εξήγησης της αιτιότητας όταν το Χ εμφανίζεται μαζί με το Υ και όχι στην απουσία του Υ. Τότε, αυτά τα δυο γεγονότα συνδέονται σε σχέση αίτιου-αιτιατού και αποθηκεύονται στη μνήμη. Μετά, όταν το άτομο έρχεται σε επαφή με το Χ περιμένει το Υ να εμφανιστεί, διότι ανασύρει από τη μνήμη του αυτόν το συνδυασμό και αναστέλλει όλους τους άλλους από τη συνείδησή του, π.χ. το Χ να εμφανιστεί χωρίς το Υ. Η σύνδεση Χ-Υ λειτουργεί στην αντίληψη σαν ένας ρυθμιστικός κανόνας αυτόματα και το άτομο δε χρειάζεται να ψάξει σε όλη τη μνήμη του για να βρει σε ποιο συνδυασμό γεγονότων αντιστοιχεί η εμφάνιση του Χ. Έχει έτοιμη την απόκριση Χ-Υ, δημιουργώντας μια γνωστική προκατάληψη στην αντίληψη και μια προσδοκία.
Στη σχιζοφρένεια όμως υφίσταται εξασθένιση μεταξύ αυτών των ρυθμιστικών κανόνων που δημιουργούν προσδοκίες και προκαταλήψεις και το άτομο δε μπορεί να κρίνει με ποιο αιτιακό γεγονός συνδέεται η εμφάνιση του Χ. Πρέπει να υπερφορτώσει το περιορισμένης ικανότητας σύστημα επιλεκτικής προσοχής και να εξετάσει όλες τις περιπτώσεις με τις οποίες το Χ συνδέεται ή όχι με κάτι. Αυτό καταλήγει στο λεγόμενο «πήδημα συμπερασμάτων», όπου το άτομο κάνει αυθαίρετα συμπεράσματα, μη βασισμένα στην πραγματικότητα –γνωστό στη σχιζοφρένεια ως «σαλάτα ιδεών»– το οποίο συχνά καταλήγει στη λογόρροια, καθώς στη συνείδηση του ατόμου περνούν εμπειρίες άσχετες με το παρόν ερέθισμα, αφού το άτομο δεν μπορεί να αναστείλει την παρείσδυσή τους στη συνείδηση.
Όταν αυτό συνδυαστεί με το γεγονός ότι –καθώς δεν συνδέει τα παρόντα ερεθίσματα γρήγορα και αυτόματα με εκείνα που ταιριάζουν από τη μνήμη του– η αντίληψή του δεσμεύεται από όσα συμβαίνουν στο παρόν και μόνο, όπως προειπώθηκε, τότε, στην προσπάθεια του ο ασθενής να βγάλει νόημα για τον κόσμο γύρω του, συνδέει τα γεγονότα μόνο και μόνο από την απλή συνύπαρξή τους χωροχρονικά, καταλήγοντας τελικά σε ιδέες αναφοράς. Εφαρμόζοντας το θεώρημα του Bayes σε μια μελέτη πιθανών συμπερασμών, οι Hemsley & Garety κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι σχιζοφρενείς όντως χρειάζονται λιγότερες πληροφορίες για να πάρουν μια απόφαση, κάτι που ερμηνεύουν ότι αντανακλά την κυρίαρχη επίδραση του άμεσου περιβάλλοντος στη δημιουργία συμπερασμάτων σε αντίθεση με την ισχνή επίδραση της προηγούμενης γνώσης.
Όσον αφορά στα αρνητικά συμπτώματα, όπως πτωχός λόγος, κοινωνική απομόνωση, απόσυρση, αβουλία και πτώση του δείκτη νοημοσύνης, αυτά αντανακλούν προσαρμοστικές στρατηγικές του ασθενούς ώστε να αντιμετωπίσει τη γνωστική του δυσλειτουργία. Το άτομο δεν μπορεί να επεξεργαστεί πληροφορίες και γι’ αυτό δεν εμπλέκεται σε δραστηριότητες επικοινωνίας που του προσφέρουν πλήθος ερεθισμάτων και πληροφοριών που αδυνατεί να επεξεργαστεί. Στη σχιζοφρένεια, με το πέρασμα των χρόνων, παρατηρείται μια υπολειμματική κατάσταση όπου δεν προεξάρχουν τα θετικά συμπτώματα αλλά τα αρνητικά και τα αποδιοργανωτικά. Προφανώς, η διαρκής έκπτωση της λειτουργικότητας προκύπτει από τη διαρκώς μεγαλύτερη εκφύλιση του μηχανισμού επίδρασης των ρυθμιστικών κανόνων της μακρόχρονης μνήμης στην αντίληψη, ενώ η μείωση των θετικών συμπτωμάτων στη δράση των φαρμάκων αφενός και στην απόσυρση από την εμπλοκή σε δραστηριότητες που ενεργοποιούν αυτό τον μηχανισμό αφετέρου.
Νευρολογικές ενδείξεις, που υποστηρίζουν το μοντέλο αυτό, σχετίζονται με την παθολογική λειτουργία του μεταιχμιακού συστήματος και του ιππόκαμπου, ο οποίος, σύμφωνα με τον Hemsley, μπορεί να παίζει το ρόλο της σύνδεσης ενός νέου πλαισίου-ερεθίσματος με ένα αντίστοιχο ερέθισμα και απάντηση στην μακρόχρονη μνήμη.
3. Το Μοντέλο της Gray
Η Gray προσπάθησε να συνδέσει νευροψυχολογικά τις θεωρίες του Frith (την πρώτη συγκεκριμένα, πριν συμπεριλάβει στην οπτική του τις Θεωρίες του Νου) και του Hemsley. Σε σχετικό άρθρο (Gray et al.,1991) γίνεται συγκερασμός των παραπάνω δύο θεωριών και υποστηρίζεται ο ρόλος του ιππόκαμπου στη σύγκριση των πραγματικών με τα προσδοκώμενα ερεθίσματα. Αν υπάρξει ακαταλληλότητα στη σύνδεσή τους, αυξάνει η προσοχή στο εισιόν ερέθισμα Ατέλεια στο σύστημα αυτό μπορεί να συσχετίζεται με εξασθένιση της επίδρασης ρυθμιστικών κανόνων της αντίληψης στην επεξεργασία νέων ερεθισμάτων. Η ίδια ερευνήτρια προσπαθεί να συνδέσει τις ανωμαλίες στη ντοπαμινεργική δραστηριότητα με την παθολογία του κροταφικού λοβού στη σχιζοφρένεια και, επιπρόσθετα, με τα προβλήματα στην επεξεργασία πληροφοριών που κρύβονται πίσω από τα συμπτώματα. Το μοντέλο αυτό δίνει έμφαση στις προβολές του συστήματος διάφραγμα-ιππόκαμπος διαμέσου υποθέματος ιπποκάμπου (subiculum) στον επικλινή πυρήνα (nucleus accumbens) και τις διασυνδέσεις τους με την ανιούσα ντοπαμινεργική οδό. Με όρους ψυχολογίας, το μοντέλο εστιάζεται στην φυσιολογική σύνθεση των αποθηκευμένων στη μνήμη διαρκείας ρυθμιστικών κανόνων και τη σύνδεσή τους (α) με τα νέα ερεθίσματα που γίνονται αντιληπτά, (β) με τα εκτελούμενα κινητικά προγράμματα και (γ) τον έλεγχο της αντιληπτικής διαδικασίας. Πρόκειται για μοντέλο που, όπως είπαμε, συνθέτει τα δύο προηγούμενα των Frith και Hemsley. Το μοντέλο αυτό αναγνωρίζει ένα ρόλο μηχανισμού σύγκρισης και επίβλεψης (monitoring of action) της κίνησης στα παραπάνω νευρολογικά συστήματα.
Ψυχολογικά η Gray το περιγράφει ως εξής:
iii. Χρησιμοποιεί από τη μνήμη διαρκείας πληροφορίες που περιγράφουν αποθηκευμένους ρυθμιστικούς κανόνες απόκρισης στα ερεθίσματα –το σύστημα που περιγράφει ο Hemsley.
vii. Αν υπάρχει συμφωνία προσδοκώμενων και πραγματικών στόχων προχωρά από το βήμα α στο βήμα ζ και εκτελεί την ενέργεια που αποφάσισε.
viii. Αν υπάρχει ασυμφωνία, σταματά την ενέργεια για να πάρει περισσότερες πληροφορίες και να λύσει τις αιτίες της ασυμφωνίας.
Το μοντέλο αυτό αρχικά προτάθηκε για το άγχος και το βάρος έπεφτε στο βήμα δ και τις συνέπειές του. Στη σχιζοφρένεια, το βάρος πέφτει και στο μηχανισμό επίβλεψης, ιδιαίτερα στην παραγωγή προβλέψεων που εξαρτάται από τους παρελθόντες ρυθμιστικούς κανόνες οι οποίοι υπάρχουν στη μνήμη και στο κινητικό πρόγραμμα (βουλητικές προθέσεις).
Νευροψυχολογικά, η λειτουργία σύγκρισης εστιάζεται στην περιοχή του υποθέματος ιπποκάμπου, που λαμβάνει επεξεργασμένες αντιληπτικές περιγραφές των ερεθισμάτων από τον ενδορινικό φλοιό και επίσης λαμβάνει πληροφορίες από όλες τις συνειρμικές περιοχές των αισθήσεων του φλοιού. Οι προβλέψεις δημιουργούνται στο κύκλωμα του Papez και αλληλεπιδρούν με τις κινητικές περιοχές για να εκτελέσουν ή να σταματήσουν ένα κινητικό πρόγραμμα. Ο προμετωπιαίος φλοιός παρέχει πληροφορίες στο σύστημα σύγκρισης σχετικά με το εκτελούμενο κινητικό πρόγραμμα μέσω των προβολών του στον ενδορινικό φλοιό και την έλικα του προσαγωγίου που είναι τμήμα του κυκλώματος του Papez. Το σύστημα αυτό ταιριάζει με τις γνωστές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο των σχιζοφρενών στον ιπποκάμπιο σχηματισμό και την ανιούσα ντοπαμινεργική οδό.
Το ενδιαφέρον στο μοντέλο αυτό είναι πως συνθέτει τα δύο προηγούμενα και προτείνει σύνδεση με τη νευροφυσιολογία των δύο συστημάτων που προτείνουν οι Frith και ο Hemsley. Ταυτόχρονα, προβλήματα στο σύστημα αυτό και στις δομές του έχουν αναφερθεί τόσο από ανατομικές μελέτες σε εγκεφάλους σχιζοφρενών όσο και με τη χρήση PET. Η νευροφυσιλογική του λειτουργία φαίνεται πως, όντως, τροποποιείται με τη χρήση αντιψυχωτικών, καθώς αυξημένη ντοπαμινεργική δραστηριότητα, στη ανιούσα ντοπαμινεργική οδό, όπως συμβαίνει συνήθως στην οξεία φάση της σχιζοφρένειας ή μετά τη λήψη αμφεταμινών, προκαλεί ανωμαλίες στη λειτουργία των συστημάτων αυτών. Ενδεχομένως, το γλουταμινικό οξύ να παίζει κι αυτό κάποιο ρόλο στην αυξημένη ντοπαμινεργική δραστηριότητα στις περιοχές αυτές. Τελικά, στο μοντέλο της Gray γίνεται συγκερασμός ανάμεσα στα δύο προηγούμενα και στη νευροφυσιολογία των προτεινόμενων συστημάτων σε συνδυασμό με την παθοφυσιολογία της σχιζοφρένειας. Και τα τρία μοντέλα εστιάζουν στο ρόλο του ιπποκάμπιου σχηματισμού και του κινητικού συστήματος, όπως αυτό ενεργοποιείται μέσα από δραστηριοποίηση στις περιοχές των βασικών γαγγλίων, του ραβδωτού σώματος και του προμετωπιαίου φλοιού, τονίζοντας τις μεταξύ τους διασυνδέσεις και την δράση τους παράλληλα ή και σειριακά.
3.1 Σύνοψη και Σύνθεση των μοντέλων των Frith, Hemsley και Gray
Συνοψίζοντας το μοντέλο μπορούμε να πούμε πως νευροψυχολογικά λειτουργεί ως εξής:
Α) Το σύστημα του κερκοφόρου πυρήνα, λόγω των συνδέσεών του με αισθητηριακές και κινητικές περιοχές, κωδικοποιεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε βήματος σε ένα κινητικό πρόγραμμα π.χ. την επόμενη λέξη σε μια πρόταση.
Β) Το σύστημα του επικλινή πυρήνα, λειτουργώντας επάλληλα με το σύστημα του κερκοφόρου πυρήνα, επιτρέπει τη μετάβαση από το ένα βήμα στο άλλο σε ένα κινητικό πρόγραμμα.
Γ) Η δημιουργία της ακολουθίας των βημάτων σε ένα κινητικό πρόγραμμα και ακολούθως η εκτέλεσή του χρησιμοποιούν τις προβολές στον κερκοφόρο πυρήνα από την αμυγδαλή.
Δ) Το σύστημα ραβδωτό σώμα-ιππόκαμπος ευθύνεται για τον έλεγχο: αν το πραγματικό αποτέλεσμα ενός από τα βήματα σε ένα κινητικό πρόγραμμα συμφωνεί με το σχεδιασθέν αποτέλεσμα. Αυτό φτάνει στον κερκοφόρο πυρήνα μέσω προβολών από το υπόθεμα ιπποκάμπου.
Ε) Η δραστηριοποίηση του κερκοφόρου πυρήνα, του επικλινή πυρήνα και του συστήματος ραβδωτό σώμα-ιππόκαμπος συντονίζεται και από τον προμετωπιαίο φλοιό και τις διασυνδέσεις του αντίστοιχα με το φλοιϊκό μέρος του κερκοφόρου πυρήνα και τα άνω διδύμια, τον κερκοφόρο πυρήνα και τον μεσοραχιαίο θάλαμο και την αμυγδαλή και τέλος τον ενδορινικό φλοιό και την έλικα του προσαγωγίου.
ΣΤ) Η διατήρηση του pattern της δραστηριοποίησης στο υποσύνολο νευρώνων του ραβδωτού, του θαλάμου και των φλοιϊκών νευρώνων που επανορθώνουν τα αποτελέσματα ενός βήματος στο κινητικό πρόγραμμα από τη δραστηριοποίηση του βρόχου 1 επανατροφοδότησης του συστήματος κερκοφόρου πυρήνα και επικλινή πυρήνα (φλοιός-θάλαμος-φλοιός) και του βρόχου 3 στο ίδιο σύστημα (ραβδωτό-ωχρά σφαίρα-καλύπτρα-ραβδωτό), συμβαίνει μαζί με επαναδραστηριοποίηση στο πλευρικό μέρος του ραβδωτού. [λείπει το ρήμα της προηγουμένης κύριας πρότασης] Αυτά τα patterns δραστηριοποίησης περιοδικά διακόπτονται από ντοπαμινεργική δραστηριότητα στο ραβδωτό με την ολοκλήρωση του επανατροφοδοτικού βρόχου 3.
Ζ) Η διάρκεια ενός βήματος στο κινητικό πρόγραμμα βασίζεται στο κερκοφόρο πυρήνα και τον επικλινή στους βρόχους επανατροφοδότησης 1&3.
Η) Ο συγχρονισμός του κινητικού προγράμματος συντονίζεται από το σύστημα επίβλεψης (monitor) ραβδωτό-ιππόκαμπος και από το σύστημα κινητικού προγραμματισμού των βασικών γαγγλίων.
Θ) Το σύστημα επικλινής και κερκοφόρος πυρήνας παίζουν ρόλο στην οργάνωση συμπεριφορικών απαντήσεων σε νέα ερεθίσματα και στον έλεγχο των απαντήσεων αυτών σε σχέση με το κινητικό πρόγραμμα, που δημιουργείται από τα inputs του υποθέματος ιπποκάμπου στον επικλινή πυρήνα.
Το μοντέλο αυτό είναι από τα κραταιά στην νευροψυχολογία της σχιζοφρένειας και γίνεται αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας από τους συγγραφείς και τους συνεργάτες τους στη Μεγάλη Βρετανία. Οι Gray& Hemsley το επεξεργάζονται στο τμήμα ψυχολογίας του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του King’s College και ο Frith στο U.C.L. στο Λονδίνο. Μελέτες του μοντέλου μπορούν να γίνουν και σε ζώα και σε φυσιολογικά άτομα ύστερα από χρήση αμφεταμινών.
Οι πρώτες απόψεις του Frith για τη σχιζοφρένεια εδράστηκαν πάνω στην έννοια της δράσης και στο output γενικά των πληροφοριών από τα κέντρα κίνησης του εγκεφάλου. Ακολούθως, ο ερευνητής αναζήτησε τον εμπλουτισμό του μοντέλου του πάνω στις Θεωρίες του Νου. Αφορμή γι’ αυτή τη στροφή στάθηκαν οι έρευνες για τον αυτισμό. Μία διαδεδομένη θεωρία για τον αυτισμό είναι η θεωρία της Uta Frith, η οποία υποστηρίζει ότι το πρόβλημα των ατόμων με αυτισμό βασίζεται σε ανεπάρκεια ωρίμανσης και λειτουργίας των εγκεφαλικών κέντρων που σχετίζονται με τις Θεωρίες του Νου. Συνοπτικά, η θεωρία αυτή υποστηρίζει πως οι άνθρωποι με αυτισμό είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους και δεν αντιδρούν στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, διότι δεν καταλαβαίνουν την πρόθεση των άλλων να επικοινωνήσουν μαζί τους. Δεν μπορούν να αναπαραστήσουν νοητικά τις προθέσεις των ανθρώπους γύρω τους να επικοινωνήσουν μαζί τους και γι’ αυτό δεν αντιδρούν.
Ο Frith διαπιστώνει κάποια κοινά σημεία ανάμεσα στον αυτισμό και τη σχιζοφρένεια. Η απόσυρση, η αβουλία, η συναισθηματική επιπέδωση και γενικά τα αρνητικά συμπτώματα, μοιάζουν με το κλείσιμο στον εαυτό των ατόμων με αυτισμό. Αυτό τον ώθησε στην εφαρμογή της θεωρίας σχετικά με την ανεπάρκεια ωρίμανσης και λειτουργίας των εγκεφαλικών κέντρων που σχετίζονται με τις Θεωρίες του Νου και στη σχιζοφρένεια. Ταυτόχρονα, μπόρεσε και για τα θετικά συμπτώματα της νόσου να δώσει ένα εξηγητικό πλαίσιο μέσα από τις Θεωρίες του Νου.
Οι Θεωρίες του Νου αναφέρονται στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την νοητική κατάσταση των άλλων με όρους προθέσεων, γνώσεων, πεποιθήσεων και συγκινήσεων που έχουν οι άλλοι. Πολλά από τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας μπορούν να γίνουν κατανοητά σαν διαταραχές των διαδικασιών που κρύβονται πίσω από τις Θεωρίες του Νου, όπως η ικανότητα αναπαράστασης προθέσεων, γνώσεων, πεποιθήσεων και συγκινήσεων των άλλων ανθρώπων. Ασθενείς με παραληρητικές ιδέες αναφοράς και δίωξης μπορούν να αναπαραστήσουν νοητικά ότι οι άλλοι έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις και προθέσεις από τους ίδιους, αλλά έχουν δυσκολία να συναγάγουν ποιο είναι το περιεχόμενο αυτών των προθέσεων και πεποιθήσεων, με αποτέλεσμα να αποδίδουν λανθασμένες προθέσεις στους άλλους. Ασθενείς με ακουστικές ψευδαισθήσεις και παραλήρημα ελέγχου δεν μπορούν να διαχωρίσουν μεταξύ αναπαραστάσεων των πεποιθήσεων και των προθέσεων των άλλων και των δικών τους, καθώς και των αναπαραστάσεων των άμεσα αντιληπτών γεγονότων, με συνέπεια να συγχέουν τις αναπαραστάσεις των δικών τους προθέσεων με των άλλων και να τις αντιλαμβάνονται σαν επιβολή εξωτερικών δυνάμεων, π.χ. ο Σατανάς, που ελέγχει και κατευθύνει τις πράξεις τους ή τους μιλά δίνοντάς τους εντολές. Ασθενείς με αβουλία και απόσυρση δεν μπορούν πλέον να αναπαραστήσουν τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις, τις δικές τους και των άλλων. Ακόμη, όντας ανίκανοι να αναπαραστήσουν τους στόχους τους, έχουν πρόβλημα με τις αυθόρμητες βουλητικές ενέργειες και γι’ αυτό επιδεικνύουν στερεότυπη και από εξωτερικά ερεθίσματα κατευθυνόμενη συμπεριφορά.
Είναι γνωστό από μελέτες εγκεφαλικών βλαβών ότι η επιτυχημένη κοινωνική επικοινωνία στηρίζεται κυρίως στους άθικτους μετωπιαίους και κροταφικούς λοβούς. Σύμφωνα με τον Frith, η αναπαράσταση των πεποιθήσεων απαιτεί αλληλεπίδραση μεταξύ των οπίσθιων δομών του εγκεφάλου και του μετωπιαίου φλοιού. Οι οπίσθιες περιοχές αναφέρονται στα φλοιϊκά συστήματα του εγκεφάλου που δημιουργούν αντιληπτικές αναπαραστάσεις, π.χ. έξω βρέχει, και η αλληλεπίδραση με τον μετωπιαίο φλοιό επιτρέπει την επίγνωση (awareness) της αντίληψης, δηλαδή το «γνωρίζω» ότι έξω βρέχει, και την αποτύπωση των αναπαραστάσεων σαν πεποιθήσεις κάποιου ατόμου, π.χ. «Ο Γιώργος πιστεύει» ότι έξω βρέχει. Τα συμπτώματα –θετικά, αρνητικά, αποδιοργανωτικά– της σχιζοφρένειας είναι αποτέλεσμα των ανωμαλιών στην αλληλεπίδραση και τη νευροανατομική διασύνδεση και κατ’ επέκταση νευροφυσιολογική λειτουργία του μετωπιαίου φλοιού με τις οπίσθιες αντιληπτικές περιοχές που οδηγεί στα προβλήματα στις Θεωρίες του Νου.
Η σχετική με τον αυτισμό έρευνα, ιδιαίτερα από την Uta Frith, κατέδειξε πως τα αυτιστικά παιδιά έχουν πρόβλημα στις Θεωρίες του Νου. Αυτές οι έρευνες κατέληξαν στην υπόθεση της ύπαρξης ενός εξειδικευμένου νοητικού επεξεργαστή (module) μέσα στον εγκέφαλο, ειδικά για τις Θεωρίες του Νου. Στα αυτιστικά παιδιά, ένα από τα κύρια προβλήματα σχετίζεται περισσότερο με το πραγματολογικό κομμάτι της γλώσσας παρά με τη σύνταξη και τη σημασιολογία. Πολλές γλωσσολογικές μελέτες έχουν υποστηρίξει ότι η επιτυχημένη επικοινωνία, δηλαδή η πραγματολογία της γλώσσας, εξαρτάται από τις συναγωγές των εμπλεκόμενων στην επικοινωνία σχετικά με τα πιστεύω και τις προθέσεις που έχει ο ένας για τον άλλο. Πτυχές του λόγου, όπως η μεταφορά και η ειρωνεία, αποτελούν παραδείγματα όπου το νόημα του μηνύματος δεν συνάγεται απλά από την έκφραση των λέξεων (αποκωδικοποίηση), αλλά από τις προθέσεις του ομιλούντα. Έρευνες (Happé 1991) έδειξαν ότι η ικανότητα κατανόησης της μεταφοράς και της ειρωνείας συνδέεται στενά με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων θεωρίας του νου, στα οποία τα αυτιστικά παιδιά έχουν τεράστιο πρόβλημα, όπως και στην κατανόηση αυτών των πλευρών της γλώσσας.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σχιζοφρένεια; Παραλληλίζοντας την αυτιστική απομόνωση, τις δυσκολίες στην επικοινωνία και την έλλειψη συμβολικού παιχνιδιού στον αυτισμό, με συμπτώματα των χρόνιων σχιζοφρενών, όπως η κοινωνική απόσυρση, η φτώχεια του λόγου και η στερεοτυπική συμπεριφορά, ο Frith προτείνει ότι αυτά οφείλονται σε προβλήματα στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν τις Θεωρίες του Νου. Για παράδειγμα, οι γλωσσικές δυσκολίες στη σχιζοφρένεια σχετίζονται με την πραγματολογία του λόγου παρά με το συντακτικό ή τη σημασιολογία. Ακόμη φαίνεται πως υπάρχουν ομοιότητες στον αυτισμό και την σχιζοφρένεια στην αποτυχία σε τεστ που σχετίζονται με λειτουργίες των μετωπιαίων περιοχών παρά των οπίσθιων (Rumsey & Hamburger (1988), Shallice, Burgess & Frith 1991). Ο Frith υποστηρίζει ότι οι διαφορές ανάμεσα στον αυτισμό και τη σχιζοφρένεια είναι ανάλογες με εκείνες που παρουσιάζονται σε διαταραχές που αποκτώνται νωρίς και αργά στην ηλικία και θεωρεί ότι οι δύο αυτές διαταραχές μοιάζουν μεταξύ τους, έχοντας ως κοινό παρανομαστή την ίδια δυσλειτουργία στη θεωρία του νου. Σε μια έρευνα, (Pilowsky and Bassett, 1980) ζήτησαν από σχιζοφρενείς να περιγράψουν φωτογραφίες ανθρώπων. Αντίθετα από τους υγιείς, οι ψυχωτικοί επέμειναν στην περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης παρά της νοητικής κατάστασης των ατόμων. Το ίδιο έδειξαν και άλλες έρευνες (Βodlakova, Hemsley and Mumford 1974 και Allen 1984) σε ασθενείς με κύρια συμπτώματα τα αρνητικά. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι σχιζοφρενικοί ασθενείς αποτυγχάνουν να κατανοήσουν τη νοητική κατάσταση των άλλων. Το γεγονός ότι παρουσιάζουν ταυτόχρονα και επιπέδωση του συναισθήματος ενδεχομένως σημαίνει ότι δεν έχουν επίγνωση ούτε των δικών τους νοητικών καταστάσεων, προθέσεων και στόχων. Ένα άτομο που δεν έχει τέτοια επίγνωση μπορεί να είναι υποταγμένο σε κάθε περιβαλλοντική επίδραση και να επιδεικνύει κατευθυνόμενη από εξωτερικά ερεθίσματα κίνηση (stimulus driven action).
Από πολλές μελέτες της γλώσσας στη σχιζοφρένεια προκύπτει ότι είναι ένα πρόβλημα έκφρασης και όχι κατανόησης. Λεπτομερέστερες έρευνες δείχνουν έλλειψη αναφορικών αντωνυμιών και μετοχών στο λόγο των σχιζοφρενών. Αυτό σημαίνει ότι οι ασθενείς συμπεραίνουν ότι δε χρειάζεται να εξηγήσουν στον ακροατή πτυχές μιας ιστορίας, όπως το σε ποιον και σε τι αναφέρονται, θεωρώντας ότι ο ακροατής το γνωρίζει ήδη, όπως ακριβώς το ξέρουν αυτοί. Με άλλα λόγια, ο ασθενής πιστεύει ότι μοιράζεται μια κοινή γνώση με τον ακροατή. Δεν μπορεί δηλαδή να μπει στη θέση του ακροατή, στη νοητική του κατάσταση με συνέπεια να μην δίνει επαρκείς εξηγήσεις. Αυτό δείχνει έλλειψη κατανόησης των θεωριών του νου. Γι’ αυτήν την αιτία, ο λόγος των ψυχωτικών πολλές φορές φαίνεται ακατανόητος στον ακροατή.
Η εμφανής διαφορά σχιζοφρένειας και αυτισμού είναι ότι οι σχιζοφρενείς έχουν περάσει μια περίοδο φυσιολογικής κατανόησης των Θεωριών του Νου. Γι’ αυτό και μπορούν να επικοινωνήσουν με τους άλλους. Ωστόσο, επειδή έχει παραβλαφτεί η ικανότητά τους στις Θεωρίες του Νου, αυτό γίνεται με παράλογο τρόπο μέσα από τα θετικά συμπτώματα. Βγάζουν δηλαδή κάποια συμπεράσματα για τη νοητική κατάσταση τη δική τους και των άλλων, αλλά αυτά είναι τις περισσότερες φορές λανθασμένα. Το παραλήρημα σχετίζεται με λανθασμένα συμπεράσματα για τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων. Ασθενείς με ιδέες δίωξης συμπεραίνουν ότι οι άλλοι έχουν κακές προθέσεις γι’ αυτούς, ενώ ασθενείς με ιδέες αναφοράς λανθασμένα συμπεραίνουν ότι κάτι που συμβαίνει στον έξω κόσμο αναφέρεται σε αυτούς. Στη φυσιολογική κατάσταση, στην επικοινωνία με τον άλλο, εύκολα συνήθως καταλαβαίνουμε τι νιώθει ο άλλος για εμάς, τι σκέφτεται και τι προθέσεις έχει απέναντί μας. Αυτό το καταλαβαίνουμε με άμεσο τρόπο λόγω των Θεωριών του Νου. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να συνάγουν τέτοια συμπεράσματα για τους άλλους, τους φαίνονται οι άλλοι σαν «παγωμένοι ηθοποιοί» χωρίς αληθινά συναισθήματα (αποπραγματοποίηση). Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να νομίζουν ότι οι άλλοι έχουν αντικατασταθεί από ρομπότ ή εξωγήινους (Capgras syndrome). Στην περίπτωση που δεν μπορούμε να έχουμε επίγνωση των δικών μας νοητικών καταστάσεων θα αισθανόμασταν τους εαυτούς μας μη πραγματικούς (αποπροσωποποίηση). Αν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε τις προθέσεις των άλλων μπορεί να συμπεράνουμε ότι μας παίζουν παιχνίδια και εσκεμμένα μας εξαπατούν για να κερδίσουν κάτι (ιδέες δίωξης). Ο Frith, λοιπόν, υποστηρίζει ότι συγκεκριμένα παραληρήματα μπορούν να εξηγηθούν σαν απόρροια της εξασθένισης της ικανότητας να καταλαβαίνει το άτομο τις προθέσεις, τα πιστεύω και τις συγκινήσεις των άλλων. Αυτό υποδεικνύει διαταραχή στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν το module των Θεωριών του Νου.
Έχοντας μια Θεωρία του Νου μπορούμε να αναπαριστούμε προτάσεις όπως «Ο Γιώργος πιστεύει πως έξω βρέχει». Ο Leslie (1987) έχει υποστηρίξει πως η βασική απαίτηση για την αναπαράσταση αυτή είναι ένας μηχανισμός «αποσύνδεσης» (decoupling) του περιεχομένου της πρότασης από την πραγματικότητα. Αυτή η αποσύνδεση είναι απαραίτητη επειδή ένα βασικό χαρακτηριστικό τέτοιων προτάσεων είναι ότι το περιεχόμενό τους μπορεί να είναι είτε αληθινό είτε ψεύτικο και σε αυτό διαφέρουν ριζικά από την αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αποσύνδεση τέτοιου είδους αναπαρίσταται συμβατικά με εισαγωγικά στη γλωσσολογία. Ο Frith προτείνει ότι στη σχιζοφρένεια αυτή η διαδικασία χάνεται, με συνέπεια αφενός το περιεχόμενο (βρέχει) να αποκόπτεται από την υπόλοιπη πρόταση (Ο Γιώργος πιστεύει ότι…) και αφετέρου το περιεχόμενο να γίνεται αντιληπτό σαν αληθινή αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου παρά σαν πίστη κάποιου. Επειδή τα πιστεύω και η πραγματικότητα συχνά δεν ταιριάζουν αυτό μπορεί να καταστεί πολύ συγχυτικό.
Πιο συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεων που αφορούν στην παρούσα κατάσταση του εξωτερικού κόσμου, δεν σχετίζονται απαραίτητα με αυτή. Μπορεί δηλαδή να την αναπαριστούν αληθώς ή ψευδώς, γι’ αυτό και μια πρόταση κρίνεται ως ψευδής ή αληθής ανάλογα με την αντιστοιχία της στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ας θεωρήσουμε ότι ένα άτομο ενδιαφέρεται πάρα πολύ να μάθει τι πιστεύουν οι φίλοι του γι’ αυτόν. Αυτό οδηγεί σε προτάσεις του τύπου «Ο Γιώργος πιστεύει ότι “ο Πάνος τρώει πολύ”». Αν το περιεχόμενο αυτής της πρότασης αποκοπεί, τότε θα έμενε στο νου του Πάνου η ασύνδετη δήλωση «Ο Πάνος τρώει πολύ». Ο Frith υποστηρίζει ότι είναι αυτές οι «ελευθέρως επιπλέουσες» στο νου αναπαραστάσεις που γίνονται η προέλευση εμπειριών όπως οι ψευδαισθήσεις τρίτου προσώπου. Η ακριβής φύση της εμπειρίας εξαρτάται από την πρόταση από την οποία το περιεχόμενο έχει αποκοπεί. Για παράδειγμα οι άμεσες προθέσεις του ασθενούς (Θέλω «να φτιάξω ένα τσάι») γίνονται αντιληπτές δυνητικά σαν φωνές που προστάζουν το άτομο να κάνει κάτι.
Παθολογικές εμπειρίες που προκύπτουν όταν το περιεχόμενο μιας πρότασης αποκόπτεται από την εξωτερική πραγματικότητα και το φορέα της –το άτομο δηλαδή που δημιούργησε την πρόταση– καταλήγουν στα εξής: Όταν στις φυσιολογικές προτάσεις: «Ξέρω πως “το αυτοκίνητό μου είναι χαλασμένο”», «Σκοπεύω να “φτιάξω ένα τσάι”», «Ο Γιώργος πιστεύει “ότι ο Πάνος τρώει πολύ”», αποκόπτεται το περιεχόμενό τους, τότε στο νου του ατόμου υπάρχει η ελευθέρως «επιπλέουσα αναπαράσταση»: “το αυτοκίνητο είναι χαλασμένο”, “φτιάξε ένα τσάι”, “ο Πάνος τρώει πολύ” και καταλήγουν αντίστοιχα στις παθολογικές εμπειρίες επιβολής της σκέψης, ιδεών ελέγχου και τρίτου προσώπου ψευδαισθήσεων. Αποτυχία αυτού του μηχανισμού αποσύνδεσης μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή στο να μην είναι ικανός να διαφοροποιήσει τη νοητική κατάσταση, τη δική του και των άλλων.
Επανερχόμενοι στην πρώτη θεωρία του Frith, όπου είχε προτείνει σα μηχανισμό δημιουργίας των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας ένα ελάττωμα στον μηχανισμό επίβλεψης της δράσης (monitoring of action) που περιγράφηκε στις προηγούμενες παραγράφους. Ο μηχανισμός αυτός στηρίζεται πάνω στην ικανότητα κάποιος να έχει επίγνωση των προθέσεών του. Για παράδειγμα, αν κάποιος δε μπορεί να επιβλέψει μέσω αυτού του μηχανισμού τις προθέσεις του σχετικά με το λόγο, δε θα ξέρει τι πρόκειται να πει μέχρι τη στιγμή που θα το έχει ήδη πει. Η αποτυχία σε αυτό το μηχανισμό επίβλεψης είναι συνέπεια της ανικανότητας αναπαράστασης της νοητικής του κατάστασης και των προθέσεών του. Με λίγα λόγια, επειδή το άτομο έχει ελλείμματα στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς των Θεωριών του Νου δεν μπορεί να αναπαραστήσει νοητικά τις προθέσεις του και να τις διαφοροποιήσει από τις προθέσεις των άλλων. Ακολούθως, προβαίνει σε μια δράση για την οποία όμως δεν έχει εσωτερική αναπαράσταση της πρόθεσής του να την κάνει. Τελικά αναζητά το φορέα της δράσης αυτής και επειδή δεν μπορεί να την αποδώσει στον εαυτό του, την αποδίδει σε εξωτερικούς παράγοντες, καταλήγοντας σε παραληρηματικές και ψευδαισθητικές πίστεις και εμπειρίες. Στο σημείο τούτο, ο ερευνητής αποπειράται να «παντρέψει» την πρώτη του θεωρία με τις Θεωρίες του Νου.
Αναπτυξιακά, στην ηλικία των 18 μηνών, τα νήπια αναπτύσσουν επίγνωση των στόχων τους, της στοχοκατευθυνόμενης συμπεριφοράς, εξαιτίας της δημιουργίας αναπαράστασης της πράξης στο νου τους. Πριν από αυτό το στάδιο, τα νήπια έχουν στόχους, αλλά όχι επίγνωσή τους. Σαν συνέπεια προκύπτει αυτό που ο Piaget ονομάζει κυκλικές αντιδράσεις, όπου το νήπιο κάνει επαναλαμβανόμενες κινήσεις, ακόμη κι αν αυτές δεν εξυπηρετούν τους στόχους τους. Μόνον όταν αποκτήσουν επίγνωση των στόχων τους μπορούν να ξεφύγουν από αυτές τις κυκλικές αντιδράσεις. Χωρίς επίγνωση των στόχων τους τα νήπια δεν περιμένουν ικανοποίηση της σχεδιαζόμενης πράξης και γι’ αυτό δε νιώθουν επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό συμβαίνει κατά τη διάρκεια του δευτέρου χρόνου, όπου μάλιστα κάνουν σχόλια για τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες τους και πρωτοεμφανίζεται η λέξη «θέλω» και γενικά οι λέξεις που έχουν σχέση με τη συνειδητή βούληση και πρόθεση. Στην ηλικία τριών έως πέντε ετών, τα παιδιά όχι μόνο μπορούν να έχουν επίγνωση των στόχων τους, αλλά και των προθέσεων τους. Χωρίς αυτήν την επίγνωση δεν θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν ανάμεσα στις εμπρόθετες αντιδράσεις και τις τυχαίες. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν αν το χτύπημα με ένα σφυρί στην επιγονατίδα και η αντανακλαστική κίνηση που θα δημιουργούσε θα προήρχετο αυτόματα ή με συνειδητή προσπάθεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, σε μικρότερη ηλικία, τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν αν βρήκαν ένα γλυκό μέσα στο κουτί από τύχη ή με σχέδιο. Για τον Frith, μπορούν να αναλυθούν τρία στάδια ανάπτυξης στη θεωρία του νου:
Αυτά τα στάδια μπορούν να αντιστοιχιστούν με τα σχιζοφρενικά συμπτώματα ως εξής:
Για τις Θεωρίες του Νου υπάρχουν μελέτες που ερευνούν τον εγκέφαλο οι οποίοι μπορούν να συσχετιστούν με μελέτες για το πώς ο εγκέφαλος οργανώνει την κοινωνική αλληλεπίδραση. Σύμφωνα με την Brothers (1990), η κοινωνική νόηση (social cognition) στηρίζεται στις Θεωρίες του Νου και αποτελείται από τρία μέρη: (α) την αντίληψη προσώπου, (β) την αντίληψη συγκινήσεων, (γ) την εμπλοκή σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
Περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στις δραστηριότητες αυτές είναι, κατά τη συγγραφέα, μια περιοχή στην ανώτερη κροταφική αύλακα, εξειδικευμένη για την αναγνώριση προσώπων. Αν και δεν υπάρχουν σαφή επιχειρήματα για το ρόλο αυτής της περιοχής σε αυτή τη λειτουργία, είναι γνωστό ότι οι νευρώνες της εξειδικεύονται στην ανίχνευση της κατεύθυνσης του βλέμματος, κάτι που είναι σημαντικό για τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αφού το βλέμμα χρησιμοποιείται στο διάλογο. Ακόμη, προτείνει την αμυγδαλή για την επεξεργασία των συγκινήσεων, κάτι το οποίο συνάδει με έρευνες στα ζώα όπου η αμυγδαλή εμπλέκεται στην απόδοση συναισθηματικής αξίας σε ένα αντικείμενο, καθώς επίσης και στα συναισθήματα του φόβου και του θυμού. Στους ανθρώπους, η αμυγδαλή λειτουργεί, τρόπον τινά, σαν επεξεργαστής της συναισθηματικής εμπειρίας. Επίσης, ο ρόλος του μετωπιαίου φλοιού, ιδιαίτερα του οσφρητικού, παίζει ρόλο στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Επομένως, το σύστημα μετωπιαίος φλοιός, αμυγδαλή, ανώτερη κροταφική αύλακα παίζει ρόλο στην κοινωνική νόηση.
Οι βουλητικές κινήσεις, που περιγράφηκαν στη θεωρία του Frith προηγουμένως, εμπλέκουν επίσης το μετωπιαίο φλοιό, ο οποίος συνδέεται με την κροταφική αύλακα και την παραϊπποκάμπιο έλικα. Από τις μελέτες αυτές, ο ερευνητής υποστηρίζει ότι υπάρχει μια γενική χαρτογράφηση τέτοιου είδους ανάμεσα στο μετωπιαίο φλοιό και τις μετα-αναπαραστάσεις που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Οι λειτουργίες των προθέσεων επίγνωσης και συναισθήματος μπορεί να συνδέονται με διαφορετικά τμήματα του μετωπιαίου φλοιού, ενώ το περιεχόμενο των προτάσεων δημιουργείται στις ίδιες φλοιϊκές περιοχές σαν πρωταρχική αναπαράσταση αυτής της γνώσης. Επομένως, ακούγοντας μια λέξη και έχοντας την πρόθεση να την πεις και τα δυο εμπλέκουν την περιοχή του Wernicke, αλλά η πρόθεση απαιτεί αλληλεπίδραση με τον μετωπιαίο φλοιό. Αυτές οι παλίνδρομες διασυνδέσεις υποστηρίζουν το γνωσιακό μηχανισμό της μετα-αναπαράστασης. Σύμφωνα με τη θεωρία, αποσυνδέσεις μεταξύ του μετωπιαίου φλοιού και των οπίσθιων περιοχών, αν είναι πολύ διευρυμένες, δημιουργούν αρνητικά συμπτώματα και ο ασθενής συμπεριφέρεται σα να έχει μετωπιαία βλάβη, ενώ, εάν είναι λιγότερο, προκαλούν θετικά συμπτώματα.
Επίλογος
Στο άρθρο αυτό παρουσιάστηκαν τρεις θεωρίες που επιχειρούν να συνθέσουν το παζλ της σχιζοφρένειας, της πιο μυστηριώδους, αναφορικά με την αιτιολογία της, ψυχικής διαταραχής. Ταυτόχρονα, παρουσιάζεται η εξέλιξη της νευροψυχολογικής σκέψης πάνω στη διαταραχή αυτή. Σίγουρα και τα τρία μοντέλα που αναφέρθηκαν έχουν αδυναμίες, ωστόσο, εκφράζουν την ανάγκη για σύνθεση όλων των επιμέρους ευρημάτων, ώστε να φωτιστεί ποια ή, μάλλον, ποιες είναι οι πλευρές της εγκεφαλικής λειτουργίας που διαταράσσονται τόσο σοβαρά σε αυτή τη νόσο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Allen, H. A., (1984). Positive and negative symptoms and the thematic organization of schizophrenic speech, British journal of psychiatry, 144, 611-617.
Anderson, D.N., (1988). The delusion of inanimate doubles: Implications for understanding the Capgras phenomenon. British journal of psychiatry, 153, 694-699.
Βodlakova, V., Hemsley, D., and Mumford, S. J. (1974). Psychological variables and flattening of affect. British journal of medical psychology, 47, 227-234.
Brennan, J. H., & Hemsley, D. R. (1984). Illusory correlations in paranoid and non-paranoid Schizoprenia, British journal of clinical psychology, 23,225-226.
Collicut, J. R., & Hemsley, D. R., Schizophrenia : A disruption of the stream of thought. IN: The Neuropsychology of Schizophrenia. Lawrence Erlbaum Associates Publishers, Hove, UK.
David, S. A., Cutting, J. C., The Neuropsychology of Schizoprenia. Lawrence Erlbaum Associates Publishers, Hove, UK.
Frith, C. D., (1999). The Cognitive Neuropsychology of Schizophrenia. Psychology press, UK.
Frith, C. D., Done, J. D., (1988). Towards a neuropsychology of schizophrenia. British Journal of Psychiatry, 153, 437-443.
Frith, C, D., Done, J. D., (1989). Experiences of alien control in schizophrenia reflect a disorder in central monitoring of action. Psychological Medicine, 19, 359-363.
Frith, U., (1989). Autism. Explaining the enigma. Oxford: Blackwell.
Garety, P., Hemsley, D. R., Wessely, S. (1991). Reasoning in deluded schizophrenic and paranoid patients. Journal of nervous and mental disease, 179, 194-201.
Gray, J. A., Feldon, J., Rawlins, J. N. P., Hemsley, D. R. & Smith, A. D., (1991). The Neuropsychology of schizophrenia, Behavior and brain sciences, 14, 1-84.
Happe, F., (1991). Theory of mind and communication in autism. Phd thesis. U.C.L.
Hemsley, D. R, & Garety, P. A., (1986). The formation and maintenance of delusions: A Bayesian analysis. British Journal of Psychiatry, 149-, 51-56.
Leslie, A. M., (1987). Pretense and representation: The origins of theory of mind. Psychological Review, 94, 412-426.
ΜcGhie, A., & Chapman, J., (1961). Disorders of attention and perception in early Schizophrenia. British journal of medicine and psychology, 34, 103-115.
Pilowsky, Ι. and Bassett, D., (1980). Schizophrenia and response to facial emotions. Comprehensive Psychiatry, 21, 236-244.
Posner, M., (1982). Cumulative development of attentional theory. American Psychologist, 37, 168-179.
Premack, D., & Woodruff, G., (1978). Does the chimpanzee have a theory of mind? , Behavioral and brain sciences, 4, 515-526.
Rumsey, J. M, & Hamburger, S. D., (1988).Neuropsychological findings in high-functioning men with infantile autism, residual state. Journal of clinical and experimental neuropsychology, 10, 201-221.
Shallice, T, Burgess, P., & Frith, C. D., (1991). Can the neuropsychological case-study approach be applied to schizophrenia?,
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.