Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος,
Νοσοκομειακός Ψυχίατρος (ASM 13),
Ψυχαναλυτής (SPP)

σύναψις 08  [2007 – τόμος 04]

Χρονικότητα, αχρονικότητα και αιωνιότητα στους ιδρυματοποιημένους ψυχωτικούς ασθενείς*

Μετάφραση: Πέτρος Πετρίκης, Θανάσης Καράβατος

Εισαγωγή

Αν και η έννοια του χώρου μελετήθηκε εκτενώς στην ψυχαναλυτική ψυχοπαθολογία, παρέχοντας μάλιστα και έννοιες που εντάχθηκαν στη τρέχουσα χρήση –π.χ.  ο μεταβατικός χώρος του Winnicott ή ο αναλυτικός χώρος, αντικείμενο της προβληματικής του Vidermann–, δεν συνέβη το ίδιο με την έννοια του χρόνου. Οι ψυχαναλυτές απέφυγαν να διαπραγματευτούν θεωρητικά την έννοια του χρόνου μας, όπως μας θύμισε σε πρόσφατη διάλεξή του ο André Green (2007). Οι καιροί, βέβαια, αλλάζουν και τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μία αρκετά εντυπωσιακή παραγωγή ενδιαφερόντων θεωρητικών έργων σχετικά με τον χρόνο και την χρονικότητα. Έτσι, θα επικεντρωθώ στην χρονικότητα [1]** του νοσηλευόμενου χρόνιου ψυχωτικού ασθενούς.

Μερικές έννοιες – σημεία αναφοράς

Ο Freud μας κληροδότησε έναν θεωρητικό στοχασμό σε διαρκή εξέλιξη, κάποια σημαντικά σημεία της οποίας τονίστηκαν ιδιαίτερα στην προσπάθεια να περιοδολογηθεί και ενοποιηθεί εννοιολογικά το έργο του. Τέτοια σημεία είναι, για παράδειγμα, η πρώτη τοπική σε αντίθεση με την δεύτερη ή η πρώτη θεωρία των ενορμήσεων σε αντίθεση με την δεύτερη. Είναι απολύτως θεμιτό να ακολουθήσει κανείς τον δρόμο τον οποίο κατέδειξε ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Εντούτοις, όταν εγκύψουμε σε ένα, ελάχιστα επεξεργασμένο από τον Freud, νοητικό αντικείμενο, όπως ο χρόνος, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσουμε το ιδιαίτερα υψηλό στοχαστικό επίπεδο που απαιτείται για τον εννοιολογικό χειρισμό των προβλημάτων που θέτει η κλινική. Όταν λέω στοχαστικό δεν το κάνω για να υποβαθμίσω την επιστημολογική αξία των επιμέρους ιδεών. Πράγματι, μια θεωρητικά επεξεργασμένη έννοια διαφυλάσσει την συνάφειά της στο εσωτερικό ενός θεωρητικού συστήματος ενώ μία στοιχειώδης ιδεα κρατάει εκείνη την εφήμερη, την φευγαλέα θέση που από τη γέννησή της συνδέεται με την κλινική και υποτάσσεται στην τάση μιας, λίγο ή πολύ, πετυχημένης θεωρητικής ενσωμάτωσης. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ας πάρουμε τρεις θεωρητικούς στοχασμούς μέσα από το μωσαϊκό των μηχανισμών της χρονικότητας (Green, 2007) που αναδείχθηκαν από τον Freud σε τρεις σημαντικές χρονικές στιγμές.

  1. Κατ’ αρχάς, στο Σχεδίασμα επιστημονικής ψυχολογίας (1895), ο Freud εισάγει την έννοια της ψυχικής αναψηλάφησης σε δεύτερο χρόνο. Πρόκειται βέβαια για την έννοια του «εκ των υστέρων» [2]. Σ’ αυτήν την ημιτελή θεωρητικοποίηση που σηματοδοτεί τη ρήξη με το θεωρητικό πλαίσιο και την θεραπευτική πρακτική των Μελετών σχετικά με την υστερία, ο Freud εισάγει πολλές ιδέες, συμπυκνωμένες στην έννοια του «εκ των υστέρων». Η γένεση ενός συμπτώματος πειθαρχεί σε έναν καθορισμό που διαφεύγει της ευθύγραμμης λογικής και η κατασκευή της μνήμης περιλαμβάνει έναν μηχανισμό που ονομάζει απώθηση, από όπου προκύπτει ένα φαινόμενο καθυστέρησης το οποίο χαρακτηρίζει ως «εκ των υστέρων». Η πολυπλοκότητα της παραγωγής ενός συμπτώματος (ψυχική αναψηλάφηση) δεν μπορεί παρά να ακολουθεί νόμους σύνθετους, μη ευθύγραμμους, που αφορούν τη βιολογία, τη μνήμη και το χρόνο (σε δύο φάσεις, με καθυστέρηση). Ας παρατηρήσουμε τη θεωρητική δύναμη του Σχεδιάσματος που επιχειρεί να συλλάβει τα αινίγματα της κλινικής κι ας μείνουμε μαζί με τον Freud σ’ αυτή την εννοιολογική ένταση.
  2. Ακολούθως, 16 χρόνια μετά, η ανάγκη να αρθρωθούν οι πρωτογενείς και οι δευτερογενείς μηχανισμοί, καθώς και να τονιστεί η υπεροχή της αρχής της πραγματικότητας επί της αρχής της ευχαρίστησης, θα οδηγήσουν τον Freud (1911) στη μελέτη της έννοιας της καθυστέρησης υπό τη μορφή μιας αναστολής της πράξης, σαν μια προθεσμία. Η πράξη αναβάλλεται για αργότερα. Αυτή η καθυστέρηση μεταξύ ερεθίσματος και πράξης θα δώσει τη δυνατότητα στην ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας να γίνει ο χρόνος και ο χώρος όπου θα γεννηθεί η αναπαράσταση που θα διαμορφωθεί περαιτέρω σε συνειδητή σκέψη. Ας παρατηρήσουμε εκ νέου αυτή τη δύναμη που το παιδί, από νήπιο, σκηνοθετεί. Στην ιδέα της «απομάκρυνσης της πράξης» ξαναβρίσκουμε το «εκ των υστέρων» υπό άλλη μορφή. Ο Freud δίνει μια γενετική ιδέα που εμπνέει τις σύγχρονες έρευνες (Ciccone & Mellier, 2007), έστω κι αν μερικές φορές εγκλωβίζει τη σκέψη σε μία εννοιολογική διαδικασία αποκομμένη από τη συνολική θεωρητικοποίηση.
  3. Τέλος, ανάμεσα στο Πέραν της αρχής της ευχαρίστησης (1920) και το Σημείωση στο μαγικό σημειωματάριο (1925), ο Freud αναδιαμορφώνει την σκέψη του. Ο καταναγκασμός της επανάληψης απαιτεί τον προβληματισμό γύρω από την έννοια του τραύματος και ο Freud εισάγει την έννοια του αλεξιδιεγερτικού συστήματος (pare-excitations). Χρησιμοποιεί την εικόνα του μαγικού σημειωματάριου για να αποδώσει τη διάκριση ανάμεσα στο σύστημα «αντίληψη-συνείδηση» και το σύστημα «μνήμη». Η λειτουργία του αλεξιδιεγερτικού συστήματος είναι να μειώσει την ένταση των εξωτερικών ερεθισμάτων που επιχειρούν να διαρρήξουν το σύστημα «αντίληψη-συνείδηση». Η έννοια του χρόνου μόλις αγγίζεται προς το τέλος του άρθρου για το μαγικό σημειωματάριο ως περιοδική επένδυση της πραγματικότητας. Πράγματι, ο Freud θεωρεί πως το σύστημα «αντίληψη-συνείδηση» επενδύει περιοδικά την πραγματικότητα κι ύστερα προσθέτει: «Υπέθετα επιπλέον ότι αυτός ο ασυνεχής τρόπος εργασίας του συστήματος «αντίληψη-συνείδηση» βρίσκεται πίσω από την αναπαράσταση του χρόνου» (σελ. 143).

      Η τελευταία φράση αναπτύσσει την ιδέα, που ο Freud είχε προωθήσει το 1920 θεωρώντας την σκοτεινή,  σύμφωνα με την οποία η ασυνεχής λειτουργία του συστήματος «αντίληψη-συνείδηση» ήταν ένα αλεξιδιεγερτικό σύστημα (σελ.239). Το σύστημα αυτό («αντίληψη-συνείδηση») ανιχνεύει το περιβάλλον και εν συνεχεία αποσύρεται, μειώνοντας τα ρηξισθενή ερεθίσματα. Μια περιοδικότητα λοιπόν. Και ιδού ο ψυχικός χρόνος, που γίνεται αντιληπτός ως εξέλιξη αυτής της περιοδικότητας και μέρος του αλεξιδιεγερτικού συστήματος. Χρόνος που θεσπίζεται μαζί με την ανάπτυξη της αρχής της πραγματικότητας. Χρόνος που δεν αντιστοιχεί απολύτως στην καντιανή θεωρητική έννοια του a priori [3]. Στο μεταξύ, η φροϋδική σκέψη μας είχε κληροδοτήσει με αινιγματικές διατυπώσεις σχετικά με τον χρόνο: «Οι ασυνείδητες διαδικασίες είναι αχρονικές, δηλαδή δεν διατάσσονται χρονικά, δεν τροποποιούνται κατά την ροή του χρόνου, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τον χρόνο, ο οποίος συνδέεται με την εργασία του συστήματος της συνείδησης» (σελ.226) [4]. Το ασυνείδητο, όπως ορίστηκε στην θεωρητικοποίση του 1915, αγνοεί την αντίφαση, την άρνηση, το χρόνο και το θάνατο.

Ηρακλής Παπαϊωάννου, Αύλιος χώρος, 2003***
Ηρακλής Παπαϊωάννου, Αύλιος χώρος, 2003***

      Αυτές οι μεταψυχολογικές θέσεις περιγράφουν μια σημαντική στιγμή της φροϋδικής σκέψης. Έχοντας προκύψει από το χώρο της μεταβιβαστικής νεύρωσης περιγράφουν φαινόμενα που παρατηρούνται κατά τη θεραπεία. Από την άποψη αυτή, το ασυνείδητο μπορεί να θεωρηθεί ως ο χώρος της αναλυτικής εργασίας [5]. Το ασυνείδητο είναι λοιπόν ένας χώρος (εξω-χωρικός και εξω-χρονικός ως προς την εργασία του συνειδητού. Παραταύτα, οι περιορισμοί της πρώτης τοπικής επέβαλαν, μετά το 1920, την αναδιατύπωση των θεωρητικών προσπαθειών. Ο Freud μελετά το κύκλωμα των ενορμητικών κινήσεων που απαιτούν εργασία για να γίνουν αναπαραστάσιμες. Με αυτή την εργασία συνδέονται μέσα από τη ρυθμικότητα της ενόρμησης η οποία, το επαναλαμβάνουμε, δεν γνωρίζει αλεξιδιεγερτικά συστήματα [6]. Προτείνω την ιδέα μιας αναλογίας μεταξύ της ρυθμικότητας των ενορμητικών κινήσεων και της ασυνεχούς περιοδικότητας της επένδυσης της πραγματικότητας. Είναι πιθανόν ότι αυτή η διασταύρωση της συνεχούς ρυθμικότητας με την ασυνεχή περιοδικότητας μπορεί να γίνει προοδευτικά, κατά την ανάπτυξή της, η χρονικότητα· η χρονικότητα που γνωρίζουμε από τα βιολογικά ρολόγια και αυτή που συλλαμβάνουμε ως παράμετρο της συνειδητής σκέψης.

      Η ψυχαναλυτική σκέψη έχει ως πηγή θεωρητικοποίησης το πλαίσιο της θεραπείας και φυσικά τη νεύρωση μεταβίβασης. Είναι αυτή που επανενεργοποιεί την ακολουθία ενός άλλοτε και ενός αλλού στο «εδώ και τώρα» (hic και nunc) της συνεδρίας. Πρόκειται για ιστορούσα χρονοποίηση που αφηγείται σχετικά με τις φιγούρες της παιδικής ηλικίας. Μια χρονικότητα υποκειμενική και υποκειμενικοποιούσα, στο μέτρο που το υποκείμενο προκύπτει σταθερά, επανεγγράφοντας την ιστορία του. Μια συνεχής ικανότητα ενσωμάτωσης του καινούργιου, της ανακάλυψης, της έκπληξης. «Εκεί όπου Αυτό ήταν πρέπει να έρθει το Εγώ».

      Με τους χρόνιους ιδρυματοποιημένους ψυχωτικούς, όμως, έχουμε το δικαίωμα να προσφύγουμε σ’ αυτές τις ωραίες διατυπώσεις; Με ποια χρονικότητα έχουμε να κάνουμε εδώ; Εμφανώς μ’ένα χρόνο αμετάβλητο, κολλημένο σ’ ένα παρόν ρευστό, θα μας διδάξει ο Binswanger μιλώντας για την μελαγχολία. Οι επεξεργασίες του Minkowski (1933) προτείνουν την παγωμένη χρονικότητα των σχιζοφρενών, με βάση την τρέχουσα εμπειρική παρατήρηση των προσώπων στα οποία αδυνατούμε να προσδιορίσουμε την ηλικία. Αυτή η χρονικότητα έχει τα χαρακτηριστικά ενός κερματισμού των διαστάσεων που αποτελούν την ενότητα και την ροή που ο νευρωσικός γνωρίζει.

      Όλα συμβαίνουν ως η εγγραφή των συμβάντων, η μνήμη που ορίζουμε ως παρελθόν, να μη δημιουργεί ιστορία και ακόμη λιγότερο την αυτοβιογραφική διάσταση της αφήγησης. Όσο για το μέλλον γίνεται αντιληπτό κατά τρόπο χρηστικό [7]. Ο σχιζοφρενής κερματίζει τον χρόνο, επιτιθέμενος στις συνδέσεις (Bion). Επίσης, τα ουσιώδη σημεία αναφοράς για την συγκρότηση της υπεροχής της αρχής της πραγματικότητας επί της αρχής της ευχαρίστησης / απαρέσκειας –ο χώρος, ο χρόνος, η αιτιότητα– λειτουργούν σύμφωνα με παράδοξα σχήματα προκειμένου να ανταποκριθούν στις εμπειρίες της ζωής. Είναι προβληματικό το πέρασμα των ιχνών εγχάραξης, των μη μεταβολισμένων συμβάντων (στοιχεία β του Bion) στο σύμπαν της εικονικότητας των συνδεδεμένων, και άρα δυνάμενων να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας, αναπαραστάσεων (στοιχεία α του Bion). Θα επιχειρήσω να επανέλθω στις σχέσεις θεωρίας και κλινικής για να ξαναβρούμε την ικανότητά μας να θέτουμε μία προβληματική που να αφορά την χρονικότητα του χρόνιου ψυχωτικού, μέσα από την αφήγηση κάποιων στιγμιότυπων από την πορεία της Camille.

Η Ιστορία της Camille

Η Camille είναι ορφανή εξαιτίας του πολέμου που μεγάλωσε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Στα τέλη της εφηβείας της, το 1958, ετέθη σε ακούσια νοσηλεία μετά την εκδήλωση μιας «bouffée délirante» με διέγερση [«παραληρητική πνοή», ανάλογο του «βραχέως ψυχωτικού επεισοδίου» των νέων ταξινομικών συστημάτων]. Ετέθη η διάγνωση της σχιζοφρένειας και αντιμετωπίστηκε με νευροληπτικά που επέφεραν ύφεση των συμπτωμάτων. Γρήγορα εκδήλωσε απάθεια προς το περιβάλλον κι αυτή η σιωπηρή απόσυρση, μετά το θόρυβο του πρώτου επεισοδίου, επέβαλε στους θεράποντες τη σκέψη μιας ηβηφρενικής εξέλιξης. Στη γνωμάτευση του πέρατος της πρώτης χρονιάς νοσηλείας χαρακτηρίστηκε ως ανίατη με τα υπάρχοντα τότε θεραπευτικά μέσα. Οι συχνές συναντήσεις, τα καινούργια νευροληπτικά και οι θεραπείες της ιδρυματικής ψυχοθεραπείας, τύπου εργοθεραπείας, σε τίποτε δεν τροποποίησαν την διάγνωση και ακόμη λιγότερο την πρόγνωση του ανίατου που επαναλαμβανόταν από χρονιά σε χρονιά, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Με τίμημα τη χρονιότητα, η Camille έγινε μια από τις πιο ήρεμες ασθενείς στην πτέρυγα των εργαζομένων. Μια ιστορία χωρίς ιστορίες, χωρίς δυνατότητα ανακατασκευής ενός παρελθόντος και, ακόμη λιγότερο, ενατένισης ενός μέλλοντος. Βρέθηκε, λοιπόν, έτσι περιορισμένη στην αιωνιότητα του ασυλικού παρόντος που την συνέθεταν οι επαναλαμβανόμενες λήψεις της φαρμακευτικής αγωγής (το γιατρικό της, ας πούμε) πρωί, μεσημέρι, 4 η ώρα, απόγευμα, τα γεύματα τρεις φορές τη μέρα, η εργοθεραπεία και οι άλλες νοσοκομειακές ασχολίες και, τέλος, μια ετήσια συνέντευξη για την αναγκαία γνωμάτευση. Ρυθμοί τελετουργικοί, παντού.

      Με την άφιξη ενός νέου διευθυντή, υπέρμαχου της θεσμικής ψυχιατρικής (psychiatrie institutionelle), καταργήθηκαν κάποιες από τις λεγόμενες «ασυλικές» συμπεριφορές των νοσηλευτών. Έτσι, «ανοίχτηκαν οι πόρτες και αφέθηκαν κλειστά τα γράμματα» (που ανοίγονταν ως τότε, όπως στις φυλακές). Το άσυλο γινόταν ψυχιατρικό νοσοκομείο αλλά η χρόνια ψύχωση παρέμενε ανθεκτική στην αλλαγή. Ήρεμη στα όρια της απάθειας, επιφυλακτική, συνεσταλμένη στην επαφή και εκπληκτικά νέα στο πρόσωπο, η Camille ζούσε στο νοσοκομείο μια ήσυχη, ιδρυματοποιημένη ζωή.

      Η θεραπεία με νευροληπτικά βραδείας αποδέσμευσης που άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 έγινε καλά ανεκτή και κανένα θετικό σύμπτωμα δεν είχε εμφανιστεί εδώ και καιρό. Είχε δημιουργήσει φιλίες με άλλους ασθενείς και συμμετείχε στον εβδομαδιαίο τους περίπατο στο Εμπορικό Κέντρο της γειτονιάς. Για καιρό ήταν η μασκότ της πτέρυγας. Αυτά τα χαρακτηριστικά την κατέστησαν υποψήφια για το νέο θεραπευτικό εργαλείο εκείνης της εποχής: το «θεραπευτικό διαμέρισμα».

Ηρακλής Παπαϊωάννου, Πρώην θάλαμος ασθενών, 2003
Ηρακλής Παπαϊωάννου, Πρώην θάλαμος ασθενών, 2003

      Τότε εντάχθηκα κι εγώ ως ένας κρίκος στη σειρά των ψυχιάτρων που αντιμετώπιζαν τη χρόνια ψύχωση, κυρίως μέσα από την προσπάθεια εξόδου των ιδρυματοποιημένων ασθενών από το νοσοκομείο. Η θέση της ως «μασκότ» είχε ελαφρώς υπερεπενδυθεί λόγω της χωρικής μετακίνησης, χωρίς, όμως, να έχει αλλάξει ποιοτικά. Το πρόγραμμα του θεραπευτικού διαμερίσματος είχε αρχίσει με σύνεση και η  Camille ήταν η μόνη που παρέμενε ήρεμη, όχι βέβαια αδιάφορη στη διέγερση του χώρου, ούτε όμως και συμμετέχουσα.

      Ζούσε από τότε σ’ ένα θεραπευτικό διαμέρισμα. Οι συχνές μας επισκέψεις εκεί μας καθησύχαζαν για την καλή εμφάνιση του διαμερίσματος όπου έμεναν τρεις ασθενείς, επιλεγμένοι λόγω της καλής τους συνεργασίας. Πρόσεχα, έτσι, τα σημάδια της επένδυσης της ομάδας ή του γιατρού. Λίγα πράγματα, από τον τόνο της φωνής, το ενδιαφέρον του ασθενή για την υγεία του γιατρού, μέχρι την προσοχή στις αλλαγές της διαρρύθμισης του χώρου. Ήμουν προσεχτικός στις πιθανές ενδείξεις κάποιων κινήσεων να ανοίξει μια μη νευρωσική μεταβίβαση που θα μπορούσα να συλλέξω στο χώρο. Τίποτα προς αυτήν την κατεύθυνση. Το ακριβώς αντίθετο: η Camille παρέμενε ίδια κι απαράλλακτη.

      Σε θεωρητικό επίπεδο, η χρονιότητα, ο παγωμένος χρόνος, ήταν για μένα μια επουλωτική εκδήλωση της ναρκισσιστικής αιμορραγίας. Κάποιες έννοιες όπως το πάγωμα (Racomier), ο παγετός (Resnik) ή, ακόμη, η φετιχοποίηση (Kestenberg, Oury) ενθάρρυναν τη θεωρητική αναζήτηση που απέτρεπε την αποεπένδυση και την αποθάρρυνση. Ενημερωμένος από το θαυμάσιο άρθρο του Μ. L. Roux (1998) σχετικά με τον αφηγηματικό χρόνο, μπορώ εκ των υστέρων να θυμηθώ ότι υπήρχε μια ιδιαιτερότητα στη χρήση του χρόνου της διήγησης: έλειπε η χρήση του παρατατικού, δηλαδή η ανοιχτή αφηγηματική διάσταση. Σα να υπήρχαν οι τρεις διστάσεις του χρόνου αλλά χωρίς τη μεταξύ τους σύνδεση, χωρίς αυτή τη ροή που σηματοδοτεί το ζωντανό χρόνο με το πέρασμα από τη μια του διάσταση στην άλλη.

      Στο ψυχοπαθολογικό επίπεδο, η προσοχή μας στράφηκε στο αμετάβλητο της εμφάνισης και στη χλιαρή προσήλωση της Camille στο πρόγραμμα. Προσέξαμε την εμφάνιση νέων συνηθειών στην καθημερινή ζωή· τη ρουτίνα μέσα στην οποία ένας ρυθμός μετατρέπεται αργά-αργά σε αποστεωμένη τελετουργία. Τα ψώνια, τα γεύματα, οι περίπατοι, εν τέλει μια αργή, μονότονη ζωή. Τα δύο αυτά στοιχεία είναι σημαντικά. Η μονοτονία παρέχει τη βεβαιότητα της συνάντησης με το ταυτόσημο.

      Οι μέρες περνούν χωρίς έκπληξη γιατί οι ψυχωτικοί δεν αγαπούν τις εκπλήξεις, συνώνυμες του νεωτερισμού και του κινδύνου. Η μονότονη επανάληψη δίνει μια αίσθηση ασφάλειας με τίμημα τον αυτιστικό εγκλεισμό εκτός κόσμου. Η χρονικότητα παίρνει τότε τον χαρακτήρα αχρονικότητας, γίνεται μια διάσταση εκτός χρόνου, στη διάστασή του ως ψυχοσυναλλαγή και μοίρασμα με τον άλλον, τουλάχιστον.

      Για το λόγο αυτό ορίσαμε μια μακρόχρονη προετοιμασία· ένα χρονικό διάστημα για να αναζητήσουμε τη συνάντηση με την ψυχική λειτουργικότητα της Camille. Χρόνος αναγκαίος για την προσαρμογή του δικού μας ρυθμού κατανόησης στον ρυθμό της ψυχικής εργασίας του χρόνιου ασθενούς. Μπορούμε να διατυπώσουμε εδώ την υπόθεση μιας συναρμογής των δύο ετερογενών ρυθμών. Διαδικασία που μπορούμε να την συγκρίνουμε, λίγο τραβηγμένα, με την συνάντηση κατά την διάρκεια της ψυχανάλυσης των δύο ειδών ψυχικής εργασίας που επικαλείται ο Freud στις Κατασκευές στην ψυχανάλυση (1937, σελ. 273) δηλαδή αυτήν του αναλυτή που προτείνει μια κατασκευή και αυτήν του αναλύοντος που την οικειοποιείται στους συνειρμούς του.

      Η βραδύτητα καθορίζει αυτήν την χρονικότητα που εμφανίζεται στον παρατηρητή ως αμετάβλητη, ως ένας ακινητοποιημένος χρόνος. Είναι κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει σε λάθη εξ αιτίας των ψυχαναλυτικών μας προϋποθέσεων που πιστοποιούν μια, κυριαρχούμενη από «το ασυνείδητο που δε γνωρίζει χρόνο», παλινδρόμηση· να μας οδηγήσει δηλαδή σε υποθέσεις, όπως είναι η σκέψη ότι στην ψυχική λειτουργία του χρόνιου ασθενούς καταργείται ο χρόνος.

      Αυτή η παραδοχή δε μου φαίνεται γόνιμη υπόθεση. Σκέφτομαι αντιθέτως –και το προτείνω προς μελέτη–, ότι πρόκειται για μια ακραία επιβράδυνση του χρόνου, όπως αυτή που προκαλείται από τα ακραία φαινόμενα: παγετώνες ή κάλυψη από λάβα μετά από ηφαιστειακή έκρηξη. Η ανακάλυψη των παλαιολιθικών νωπογραφιών μπορεί να μας δώσει μια εικόνα αυτής της επιβράδυνσης. Ανακαλύπτουμε ζωγραφιές αναλλοίωτες, χιλιετίες μετά την παραγωγή τους. Ζωγραφιές που αν τις εκθέσουμε απότομα στο φως εξαφανίζονται. Πρέπει όμως να κατανοήσουμε ότι όλα συμβαίνουν σα να επιβραδύνονται οι κανονικές διεργασίες αλλαγής. Γιατί, αν αληθεύει ότι ο παγετώνας επιτρέπει μια διατήρηση που δεν ήταν σκόπιμη, είναι εξίσου αληθές ότι αυτά τα ανθρώπινα έργα έχουν υποστεί αλλαγές με εξαιρετικά βραδύτερο ρυθμό παρά αν είχαν εκτεθεί στο φως και τις συνήθεις θερμοκρασίες [8]. Αυτή η αναλογία με βοήθησε στην κατανόηση και την αντιμετώπιση των χρόνιων καταστάσεων.

      Όλα συμβαίνουν ως εάν ο χρόνος –παράμετρος της αρχής της πραγματικότητας και μέρος του αλεξιδιεγερτικού συστήματος– να κυλούσε με εξαιρετικά χαμηλή ταχύτητα, επιβραδύνοντας σε ακραίο βαθμό την επεξεργασία της «πραγματικότητας». Αυτήν ακριβώς που, ενώ υποτίθεται πως τη χάνει ο ψυχωτικός, στην πραγματικότητα την αντιμετωπίζει διαφορετικά, την επεξεργάζεται εκ νέου, μέχρι του σημείου να την αναδιοργανώνει (παραλήρημα), να την τροποποιεί για να γίνει βιώσιμη. Η καθαρά φροϋδική ιδέα ότι η ψυχωτική λειτουργία περιλαμβάνει την απώλεια της πραγματικότητας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε μια δυσλειτουργία, που δεν αφορά μόνο την ψυχική πραγματικότητα (μη αναπαραστασιμότητα), αλλά θίγει, επίσης, την αντίληψη, τροποποιώντας την περιοδικότητα του συστήματος «αντίληψη-συνείδηση». Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ένα αλεξιδιεγερτικό σύστημα σκαρηφευμένο [9] ως αυτιστικό κέλυφος που προστατεύει από το αίσθημα μιας απειλητικής για το Εγώ ρήξης. Το αποτέλεσμα θα ήταν ένα είδος ακραίας επιβράδυνσης της σχέσης με την πραγματικότητα που θα προκαλούσε τη βραδύτητα και τη μονοτονία για τις οποίες έγινε λόγος. Οι ιδρυματοποιημένοι ψυχωτικοί δίνουν την αίσθηση ότι αναβάλλουν την πράξη στο διηνεκές. Όσο οι παραληρούντες ψυχωτικοί φαίνεται να βρίσκονται διαρκώς εν δράσει, άλλο τόσο «ο χρόνος των χρόνιων» είναι χρόνος μιας δράσης που δεν τελεσφορεί ποτέ, εξού και η ακινησία στο χώρο που  γίνεται αντιληπτή ως κλινοφιλία.

      Η σχιζοφρενική παθολογία είναι η πλέον επιρρεπής στο σκαρήφευμα των αμυνών της ή στo «κλείδωμα» της σχάσης, υπό την έννοια που ο Racamier δίνει στον όρο. Πράγματι, εάν η σχιζοφρένεια σημαίνει την αποτυχία συγκρότησης μιας νέο-πραγματικότητας, που δεν καταλήγει στο παραληρητικό σενάριο της παράνοιας, πρέπει να φανταστούμε ένα είδος σισύφειου πεπρωμένου που προσπαθεί, αποτυγχάνει και ξαναρχίζει. Ιδού, λοιπόν, η αιωνιότητα στην οποία είναι καταδικασμένη η ψυχική εργασία του σχιζοφρενή: έκθεση στις διωκτικές απειλές από τη ρήξη της πραγματικότητας, αμυντικές απόπειρες που αποτυγχάνουν, προβληματική επεξεργασία που σκαρηφεύει ένα κέλυφος στη θέση του αλεξιδιεγερτικού συστήματος, επανάληψη της διαδικασίας. Μερικές φορές η μόνη έξοδος μπροστά σ’ αυτή την κόλαση είναι η καταστροφικότητα: επίθεση στις σχέσεις, επίθεση στην ροή της χρονικότητας [10], επίθεση ενάντια στα αντικείμενα της επιθυμίας και τέλος, βέβαια, η έμπρακτη καταστροφικότητα.

      Φαίνεται προφανές ότι για να επιβιώσει αυτό το ψυχικό όργανο αναγκάζεται να επιβραδύνει αυτόν τον απειλητικό χρόνο, εξού η μονότονη επανάληψη της καθημερινότητας που παρατηρούμε στα άσυλα: αυτές οι μικροζωές των ασθενών μας που γνωρίζουμε και που δημιουργήσαμε με την Camille στο θεραπευτικό διαμέρισμα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, θα μπορούσαμε ακόμα και να προσάψουμε στους εαυτούς μας ότι δημιουργήσαμε «μικρά άσυλα» στη θέση των μεγάλων συγκεντρώσεων. Αν όμως δεν προσαρμοζόμαστε σ αυτόν τον ρυθμό αφομοίωσης της νεωτερικότητας, αν δεν καταφέρουμε να αντέξουμε και, επίσης, να υποστούμε αυτόν τον αργό ρυθμό, εκθέτουμε τον χρόνιο ασθενή στην αδυναμία αφομοίωσης, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην αποδιοργάνωση, στη χειρότερη.

Η Κρίση

Η εξωνοσοκομειακή αντιμετώπιση της Camille συνεχιζόταν, με κίνδυνο πάντα να  ξαναπέσει σε μια θεραπευτική ρουτίνα, ανάλογη μ’ εκείνη που περιέγραψα για την ιδρυματική θεραπεία. Ήρθε όμως ένα εξωτερικό γεγονός να τροποποιήσει τα πράγματα.

      Η υπομονετική κοινωνική εργασία, συνδυασμένη με την αργή και αποσπασματική ανακατασκευή της βιογραφίας της Camille επέτρεψε την ανακάλυψη ενός αδερφού της στις ΗΠΑ. Πράγματι, η οικογένεια της Camille είχε υποστεί τα βάσανα των ναζιστικών διώξεων. Κατά ένα μέρος εξολοθρεύτηκε, ένα άλλο τμήμα της εξορίστηκε. Ο θεραπευτικός άξονας τροποποιήθηκε. Ο «χαμένος αδερφός» φάνηκε ενθουσιασμένος στην ιδέα να ξαναβρεί την αδερφή του. Ένα πρώτο ταξίδι επέτρεψε να ξανασμίξουν τα δύο αδέρφια και να διατυπωθεί η προοπτική να την πάρει μαζί του. Ένας κάποιος συναισθηματισμός κινητοποίησε τα πνεύματα και ενθάρρυνε την προσχώρηση της ομάδας σ’ αυτό το σχέδιο, ενώ η αντίστοιχη στάση της Camille ήταν χαλαρή. Η πραγματοποίηση της μετανάστευσης στις ΗΠΑ εξαρτιόταν από μια αυστηρή νομοθεσία. Πρέπει να θυμίσουμε ότι οι αμερικάνικες αρχές δεν δίνουν βίζα σε ψυχικά πάσχοντες! Η Camille, όμως, είχε εξέλθει από το νοσοκομείο. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε κλινικώς οριστικά θεραπευμένη και άρα υποψήφια για βίζα, πολύ περισσότερο που υπολογίζαμε και σε μια κάποια συμπάθεια εκ μέρους των διοικητικών υπηρεσιών μπροστά στην ιστορία μιας οικογένειας που ξαναβρέθηκε.

      Έτσι, η Camille παρασύρθηκε σ’ αυτόν τον ενθουσιώδη στρόβιλο, το δε γεγονός πως δεν συμμεριζόταν και η ίδια τον ενθουσιασμό αυτόν αποδόθηκε στην συναισθηματική αμβλύτητα της χρονιότητας! Οι συνεδρίες επικεντρώθηκαν στο να ενθαρρύνουν την αλλαγή ζωής και στην ιδέα μιας προοδευτικής προσαρμογής τόσο στα νέα δεδομένα της κοινωνικής ζωής όσο και στην προσδοκία μιας νέας ζωής.

      Την ημέρα της αίτησης για βίζα ήμασταν γαλήνιοι, αν και φοβόμασταν την γραφειοκρατική ακαμψία εκ μέρους των υπηρεσιών της πρεσβείας. Τότε, λοιπόν, η Camille εκδήλωσε ένα διωκτικό παραλήρημα με ακουστικο-λεκτικές ψευδαισθήσεις. Ήταν η ίδια κλινική εικόνα του 1958, χωρίς τη διέγερση! Μας αρνήθηκαν τη βίζα. Η κοινωνική λειτουργός συνόδευσε την Camille στο νοσοκομείο όπου παρέμεινε μερικές μέρες. Ήδη, όμως, με την άφιξή της στο νοσοκομείο σταμάτησε να παραληρεί.

      Τίποτε λοιπόν δεν άλλαξε μέσα σε 30 χρόνια; Μετά τη συνάντηση με τον συνάδελφο της πρεσβείας, που ήταν και ο ίδιος πολύ ενοχλημένος, δεν μπορούσαμε να βεβαιώσουμε αν επρόκειτο για αποδιοργάνωση βραχείας διάρκειας ή για την αποκάλυψη ενός παραληρήματος που λάνθανε πίσω από την επιφανειακή φυσιολογικότητα της Camille.

      Σε θεωρητικό επίπεδο, η πιο ικανοποιητική, ψυχοπαθολογικά, υπόθεσή μας ότι είχε ενεργοποιηθεί η ψυχωτική δυναμική –σύμφωνα με τη Pierra Aulagnier [11]–, δεν απαντούσε παρά μόνο εν μέρει στην απογοήτευσή μας.

«Μπορώ τώρα να γυρίσω σπίτι μου;»

Ηρακλής Παπαϊωάννου, Διάδρομος πτέρυγας, 2003
Ηρακλής Παπαϊωάννου, Διάδρομος πτέρυγας, 2003

Μόλις απορροφήθηκε η ιδρυματική εμβροντησία, ξαναρχίσαμε την θεραπευτική εργασία, τώρα πια αποσυνδεδεμένη από το «αμερικάνικο σχέδιο». Μια κάποια χωρική επιτυχία παρηγορούσε την ομάδα μετά την καταστροφή, έτσι όπως την είχαμε ζήσει. Το καινούργιο ήταν οι κάποιες παράταιρες φωνές μέσα στη θεραπευτική ομάδα. Κάποια μέλη της, σιωπηλά μέχρι πρότινος, ασκούσαν πλέον ανοιχτή κριτική σ’ ένα σχέδιο που, κατά τη γνώμη τους, δεν βασιζόταν πουθενά. Την κριτική αυτή ασκούσαν τα πιο επενδεδυμένα στο θεραπευτικό έργο πρόσωπα. Η αντιμεταβιβαστική αυτή όψη διάνοιξε νέους ορίζοντας εργασίας. Υπήρχαν πρόσωπα που δεν ήθελαν να αποχωριστούν από τη «μασκότ», από ένα αγαπημένο παιδί –όχι αληθινά παιδί, πάντως αγαπημένο. Τέτοια σημεία σχάσης δεν είχαν φανεί ή δεν είχαν βρει επαρκή στήριξη για να ακουστούν. Εντούτοις, όπως στο ψυχόδραμα, ξέραμε ότι αυτές οι διαφωνίες αντανακλούν τις ενορμητικές κινήσεις του ασθενούς που προβάλλονται στη θεραπευτική ομάδα.

      Οργανώθηκε μια ανταλλαγή απόψεων ώστε να γίνει κατανοητή αυτή η ψυχική κίνηση. Πολύ εύκολα καταλάβαμε ότι, παρά τις συνήθεις προφυλάξεις, είχαμε προβάλλει τις επιθυμίες και τις ιδεολογίες μας στο ψυχικό χώρο της Camille. Πράγματι, στο ξεκίνημα του σχεδιασμού είχαμε συζητήσει με την Camille γύρω από την «επιθυμία» της να μεταβεί στις ΗΠΑ. Ξέροντας πως δεν είχε γνωρίσει αληθινή οικογένεια, αφιερώσαμε χρόνο για να παρουσιάσουμε τον αδερφό, να κατευνάσουμε τους φόβους της για το «πλεόνασμα ζωής». Είχαμε την εντύπωση ότι «δεν πηγαίναμε πιο γρήγορα από τη μουσική». Λοιπόν, τι δεν πήγε καλά; Στις συνεδρίες που ακολούθησαν τίποτε δεν μπορούσε να εξηγήσει την εκδήλωση παραληρητικών ιδεών από μέρους της Camille. Δεν μιλούσε γι’ αυτό, δεν μας ζητούσε εξηγήσεις αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι περιπλέξαμε ιδιαίτερα τη ζωή της με το σχέδιό μας. Μόνο αυτή η ήρεμη ερώτηση, διατυπωμένη επιφυλακτικά και μονότονα: «Μπορώ τώρα να γυρίσω σπίτι μου;» [12].

      Η φράση αυτή διαθέτει αξιοσημείωτη πυκνότητα.

  • Πρώτα-πρώτα η Camille ξαναβρήκε τη θεραπευτική της σχέση και με τη μεταβίβασή της μας εξουσιοδοτούσε εκ νέου να της δώσουμε άδεια. Ήμασταν ένας γονιός, εγγυητής του νόμου που προστατεύει. Γονιός, όμως, με απόλυτη εξουσία ζωής και θανάτου που μόλις είχε απειλήσει την ισορροπία της. Συμπύκνωση, επομένως, αυτής της παράδοξης φάσης που ενσαρκώνει αρχαϊκά ίχνη, τις πρώτες εγγραφές της κατάστασης απόγνωσης (Hilflosigkeit), του αβοήθητου, του αισθήματος εγκατάλειψης και μοναξιάς του νεογνού. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω μια διάσταση αυτής της ανθρώπινης κατάστασης που προτείνω να ονομάσουμε «βρίσκομαι στο έλεος (κάποιου)». Κατάσταση από την οποία κάθε νεογνό περνά χωρίς, παρά ταύτα, να γνωρίσει την καταστροφική της πραγματικότητα, στην επαναληπτική της –κυρίως– δύναμη που είναι αναγκαία στη γένεση της σχιζοφρένειας.
  • Ακολούθως ζητά να ξαναβρεί το «σπίτι της», με άλλα λόγια τον χώρο που δημιούργησε μαζί μας. Χώρος – χρόνος χωρίς έκπληξη και χωρίς κίνδυνο, με τους μονότονους ρυθμιστές που τροποποιούν τα άγχη. Ρυθμιστές που δημιουργήθηκαν στο νοσοκομείο και έκτοτε εξωτερικεύονται. Μπορούμε, ακόμα, να μην πούμε στο «σπίτι της» αλλά απλώς στο «σπίτι μου», υπογραμμίζοντας έτσι την οικειοποίηση του χώρου από την ίδια, και που στο εξής της ανήκει κατ’ επιλογήν, έστω και παράδοξη [13].
  • Τέλος, η λέξη «τώρα». Η Camille έπαιξε το παιχνίδι που ξεκινήσαμε με την ελπίδα, που έγινε αυταπάτη, ότι σ’ έναν πρώτο χρόνο θα ακολουθούσε την επιθυμία του άλλου, για να την οικειοποιηθεί σ’ έναν δεύτερο χρόνο. Με τον κίνδυνο βέβαια να εισαχθεί μια λειτουργία ψευδο-εαυτού. «Τώρα», είπε. Πρόκειται, μήπως, για ενεστώτα χρόνο που αναφέρεται στον τραυματικό χρόνο της αίτησης για βίζα που έγινε παρελθόν ή, μήπως, αναφέρεται σ’ αυτό το μέλλον που σημαδεύει η αγχώδης αναμονή στο άγνωστο του ταξιδιού στις ΗΠΑ; Ιδού το ερώτημα μας για την εγγραφή της χρονικότητας. Επικαλέστηκα την ιδέα όχι μιας αιωνιότητας, με την έννοια του σταματημένου χρόνου –μια απατηλή προφάνεια–, αλλά την ιδέα μιας ακραίας επιβράδυνσης του χρόνου που αποτελούσε έναν τρόπο να τεθεί εκτός κυκλώματος η διάσταση του χρόνου. Μια αχρονικότητα που δεν υπακούει στους νόμους της χρονικότητας. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε στην χρήση της λέξη «τώρα» όχι την έννοια του παρόντος αλλά μια «ενεστώσα» διάσταση (όπως η ενεστώσα νεύρωση)_ λειτουργία μηχανιστική που αποκόπτει τη διάσταση των δεσμών με το μέλλον –πηγή ανησυχίας– αλλά και με το παρελθόν –προαγγέλους των καταστροφών που βίωσε. Αυτή η επιστροφή στην παρούσα λειτουργικότητα –λειτουργικότητα μηχανιστική, παγιωμένη, φετιχοποιημένη, τελετουργική, που γεφυρώνει τις σχέσεις– μας επιβάλλει να στοχαστούμε πάνω στην ψυχική εργασία που πραγματοποίησε η Camille κατά την πρόσφατη παραληρητική της κρίση.

     

Ηρακλής Παπαϊωάννου, Εντευκτήριο, 2003
Ηρακλής Παπαϊωάννου, Εντευκτήριο, 2003

Σε ποια απαίτηση ψυχικής εργασίας την υποχρεώσαμε; Σπρώχνοντάς την –με όλες, έστω, τις προφυλάξεις– στο σχέδιό μας, την υποχρεώναμε να ενσωματώσει μια μελλοντική διάσταση, δηλαδή την απαίτηση να κινητοποιήσει μια ενορμητική ώση που προσβλέπει σε μια, μικρή ή μεγάλη, αλλαγή στον τρόπο ψυχικής εργασίας που ως τότε ήταν αποδεκτός. Όντας αντιμέτωπη με μια ανοιχτή πραγματικότητα και με ένα μη ελεγχόμενο μέλλον –αντίθετα προς ό,τι γνώριζε στο μεγάλο (αρχικά) ή το μικρό (κατόπιν) άσυλο– δεν βρέθηκε, τάχα, ουσιαστικά αντιμέτωπη με την απαίτηση να τροποποιήσει την ψυχική εργασία που ως τότε γνώριζε; Μια κατάσταση, άλλωστε, που θύμιζε τις ψυχικές τροποποιήσεις της εφηβείας, τραυματική υπενθύμιση της εισόδου της στο ψυχιατρικό νοσοκομείο. Μήπως εμείς δεν την είχαμε πιέσει να «εγκαταλείψει» το σπίτι της που το’χε χτίσει, μονότονα, τούβλο-τούβλο [14]. Ωθώντας την στην συνάντηση με τις υπηρεσίες της πρεσβείας, γινόταν ξαφνικά δική της η αμερικάνικη πραγματικότητα. Δική της, αλλά χωρίς εμάς που την επιλέξαμε στη θέση της. Ξέραμε ότι η Camille ήταν, με την ψυχαναλυτική έννοια, το αντικείμενο της επιθυμίας μας. Ξέραμε επίσης ότι είχαμε αποφύγει ή θελήσαμε να αποφύγουμε την κατάσταση του να είναι κανείς στο έλεος του αντικειμένου, γνωστή κατάσταση των αρχικών σταδίων στη ζωής ενός ψυχωτικού.

      Η Camille υποχρεώθηκε να επιθυμεί μόνη της αυτό που εμείς επιθυμούσαμε γι’ αυτήν, χωρίς την υποστήριξη των ψυχοσυναλλαγών που είχε μαζί μας. Μια κατάσταση που της ήταν άγνωστη και, κατά συνέπεια, δύσκολα ανεκτή. Το βραχύ παραληρητικό επεισόδιο ήταν μια προσπάθεια διάσωσης απέναντι στο κενό. Κενό αναμονής, κενό που αντιστοιχεί σε μία έννοια του μέλλοντος, που η Camille απέφευγε χάρη στις ρουτίνες της. Το μέλλον γινόταν, με απλά λόγια, μια ιδέα να «σκεφτεί πιο πέρα» με την υποχρέωση να τροποποιήσει τον ορίζοντα, να σηκώσει τα μάτια και να κοιτάξει την πραγματικότητα. Όμως, πιο μακριά στο μέλλον υπήρχε μόνο ένα κενό σχέσεων, κενό από τα μονότονα σημεία αναφοράς που είχαν δομηθεί στη διάρκεια ετών. Ο παγωμένος, συσσωρευμένος χρόνος, που όδευε προς την χρονιότητα, ξαφνικά επιταχύνθηκε. Ανυπόφορη επιτάχυνση των τριών διαστάσεων του χρόνου που έβγαζε από την μονοτονία, με το μέλλον να εγκαλεί το ανεπεξέργαστο παρελθόν και τις ενορμητικές κλήσεις που δεν έγιναν ποτέ αναπαραστάσεις [15].

      Αυτή η παραληρητική κρίση λοιπόν, αυτός ο παράδοξος τρόπος ενσωμάτωσης της πραγματικότητας, το άγνωστο που θα ακολουθούσε τον αποχωρισμό από το σπίτι της και την υποκατάστατη οικογένειά της, μήπως δεν ήταν μια μεταβιβαστική κίνηση, μια πράξη επανάληψης αυτού που δεν μπορούσε να ειπωθεί; Κίνηση μεταβιβαστική, που ποτέ δεν κατέστη ενεργός και μεταβολισμένη στην παραληρητική κρίση της Camille. Για όποιον μπορούσε να καταλάβει, αυτό σήμαινε ότι ήμασταν πέραν αυτού που μπορούσε να αντέξει η Camille και ότι έπρεπε να την αφήσουμε ήσυχη να κατασκευάσει τη ζωή που μπορούσε να αντέξει [16]. Η εκ μέρους μου ερωτηματική επανάκαμψη  σ’ αυτή την κατασκευή δεν βρήκε την ηχώ της, ούτε τα ίχνη κάποιας ανάμνησης ή κάποια σύνδεση με τα εφηβικά της χρόνια. Ήθελε να βρεθεί στο σπίτι της, στο «σπίτι μου», όπως πρότεινα. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η αργή κατασκευή του «σπιτιού μου» ήταν εν εξελίξει και χρειαζόταν χρόνια για να γίνει ένα λειτουργικό ψυχικό αλεξιδιεγερτικό σύστημα. Είναι στο «εκ των υστέρων» της ψυχαναλυτικής σκέψης που οι λεπτές αποχρώσεις της αποκτούν σάρκα και οστά. Παρά ταύτα, ο χώρος αυτής της ψυχαναλυτικής ονειροπόλησης ήταν προφανώς αναγκαίος για να στηριχθεί η τάση ανάμεσα στο «σπίτι της» (θεραπευτικό διαμέρισμα) και το «σπίτι μου» (το διαμέρισμά μου) μέσα στη βραδεία χρονικότητα της Camille.

Η μικρή ζωή της Camille ή τρόπος να εξάγουμε ένα συμπέρασμα

Τη συνέχεια της ιστορίας θα την αφηγηθώ περιληπτικά. Η Camille συνέχισε τη «μικρή της ζωή», υποστηριζόμενη από τις αρχικά εβδομαδιαίες και κατόπιν μηνιαίες συναντήσεις, όπως και με το βραδείας αποδέσμευσης νευροληπτικό. Σε λίγα χρόνια, η προοδευτική μείωση της θεραπευτικής αγωγής κατέληξε στη διακοπή της. Με την ευκαιρία της αναχώρησής μου για μια καινούργια θέση, σχεδόν 15 χρόνια μετά την πρώτη μας συνάντηση, μου ζήτησε να μην ξανάρθει στο Ιατρο-Ψυχολογικό Κέντρο  και να συνεχίσει τη ζωή της εκτός ψυχιατρικής. Ήξερε ότι το Κέντρο και τα πρόσωπα αναφοράς του ήταν πάντα εκεί αλλά δεν ένιωθε την ανάγκη να την καθησυχάζουμε. Αποδεχόμενος την πρότασή της διερωτήθηκα γιατί δεν το είχα συστήσει εγώ νωρίτερα. Δέκα χρόνια μετά, πρόσφατα, τη συνάντησα τυχαία μπροστά στο Νοσοκομείο Cochin. Μια σύντομη ευγενική συνομιλία και τίποτα παραπάνω. Ήταν όπως την είχα αφήσει. Εγώ είχα στο μεταξύ γεράσει.

      Στις χρόνιες παθολογίες προχωράμε ψηλαφητά, με τον διαρκή κίνδυνο να μην καταλήξουμε στις κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η Camille κατέστησε προφανή την υποκειμενικότητα του χρόνου που κάνει ώστε ο ίδιος χρόνος του ρολογιού να φαίνεται στους μεν υπερβολικά αργός, στους δε υπερβολικά γρήγορος. Ένα μάθημα μεταψυχολογίας που πιάνει το μίτο των σκέψεων του Freud σχετικά με την περιοδικότητα του συστήματος «αντίληψη-συνείδηση», που αποτελεί τη βάση της αναπαράστασης του χρόνου έτσι όπως την παρουσίασα.

      Η Camille μας δίδαξε να πορευτούμε μαζί της. Κλείνοντας, θα σας θυμίσω τους στίχους του ισπανού ποιητή Antonio Machado (1875-1939): «Ταξιδιώτη, δεν υπάρχει δρόμος, το περπάτημα δημιουργεί το δρόμο».

* N. Gougoulis. Temporalité, atemporalité et éternité chez les patients psychotiques institutionnalisés.
Ανακοίνωση στην ετήσια σύνοδο του Τμήματος Ψυχιατρικής Ενηλίκων της Association de Santé Mentale (13o Διαμέρισμα του Παρισιού), 8 Ιουνίου 2007.

**Οι σημειώσεις, στο τέλος του κειμένου

*** Οι φωτογραφίες που φιλοξενούνται στο παρόν άρθρο είναι ευγενική παραχώρηση του φωτογράφου και της Διοίκησης της Κλινικής Οξέων της Πέτρας Ολύμπου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Οφείλω εδώ να αναφέρω μερικές δυσκολίες στην ορολογία, ιδίως στην επιλογή του προθέματος ανάμεσα στο μη-χρονικότητα και α-χρονικότητα. Στο λεξικό Robert βρίσκουμε για την α-χρονικότητα = «αυτό που δεν εκφράζει ο χρόνος»· και για την μη-χρονικότητα = «αυτό που είναι ξένο προς τον χρόνο, που δεν εγγράφεται στο χρόνο». Αντιθέτως, στο Θησαυρός της γαλλικής γλώσσας ορίζεται η α-χρονικότητας ως «αυτό που μένει αναλλοίωτο, εκτός χρόνου»· ενώ η μη- χρονικότητα ως «ο χαρακτήρας αυτού που είναι ξένο προς τη χρονική διακύμανση». Και οι δύο ορισμοί κάνουν αναφορά στο υπαρξιακό έργο του Sartre Το Είναι και το Μηδέν. Επέλεξα τον όρο αχρονικότητα επειδή αποδίδει καλύτερα την έννοια της εξωτερικότητας ως προς τις χρονικές διαδικασίες. Άλλωστε, στην καινούργια μετάφραση του φροϋδικού έργου χρησιμοποιείται ο όρος αχρονικό για το ασυνείδητο. Μπροστά σ’ αυτήν την αμηχανία για την επιλογή ορου κατανοούμε τη φράση του Αγίου Αυγουστίνου: «Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Αν κανείς δε μου το ρωτάει, το ξέρω· αν, όμως, μου το ρωτήσουν και θελήσω να το εξηγήσω, τότε δεν το ξέρω πια» (Κεφάλαιο XIV των Εξομολογήσεων).
  2. «Αυτή η περίπτωση είναι τυπική της απώθησης στην υστερία. Φαίνεται ότι μια ανάμνηση απωθείται και γίνεται τραυματική εκ των υστέρων. Η αιτία αυτού του γεγονότος είναι η καθυστερημένη εμφάνιση της εφηβείας σε σχέση με την υπόλοιπη ανάπτυξη του ατόμου» (Masson, 1985, σελ. 660).
  3. Θα επανέλθω στο ζήτημα της περιοδικότητας κατά την περιγραφή του κλινικού περιστατικού που θα σας εκθέσω.
  4. Φράση που βρίσκομαι στο Ασυνείδητο (1915) και αναπαράγεται στο Πέραν της αρχής της ευχαρίστησης.
  5. Η χίμαιρα του Μ’Uzan εικονογραφεί αυτόν τον χώρο.
  6. Ίσως τα βιολογικά ρολόγια να εξαρτώνται απ’ αυτήν την λειτουργία.
  7. Οι αναμενόμενες εκφορές δεν συνδέονται με τις εκ των υστέρων ενεργοποιηθείσες απηχήσεις (Green).
  8. Αναπτύσσω εδώ μια ιδέα που πρωτοπαρουσίασε η Marie Bonaparte στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο της (1938).
  9. Σκαριφεύω με την έννοια του σκαριφεύματος του Lévi-Strauss (πρωτόγονη σκέψη). Πρόκειται να διαπραγματευτώ μελλοντικά το ζήτημα αυτό.
  10. Ο φόνος του χρόνου που ο Green (2007) περιγράφει ως αντί-χρόνο.
  11. Η δυναμικότητα σημαίνει ότι μπορούμε να εφεύρουμε απαντήσεις σε σχέση με τις αλλαγές του ψυχικού ή φυσικού περιβάλλοντος αλλά όχι ότι μπορούμε να αλλάξουμε τις κινήσεις άμυνας. Το αποτέλεσμα της συνάντησης μ’ αυτόν τον «σύμμαχο-εχθρό»: ο χρόνος είναι εκείνη η κατάσταση που επιταχύνει την δυναμική των πραγμάτων, αποκαλύπτοντάς την.
  12. Αυτό το είδος φράσεων προκαλεί ρίγος. Ξαφνικά αισθάνεται κανείς τόσο ανόητος ώστε να θέλει ν’ αλλάξει επάγγελμα. Είχα την ίδια αντίδραση βλέποντας στην ταινία Οι ώρες, τη σκηνή στο σταθμό. Ο Leonard Woolf συναντά εκεί την Virginia που διέφυγε από την όμορφη απομόνωση στην εξοχή που της επιβλήθηκε ως θεραπευτικό μέτρο από τους ειδικούς της Harley Street. Την αποδοκιμάζει, λοιπόν, αρχίζοντας τη φράση του με τον τόνο του συζύγου-βοηθητικού θεραπευτή που γνωρίζουμε: -«Αλλά Virginia, οι γιατροί…». Και εκείνη διακόπτει το λόγο του, απαντώντας με αυτόν τον αμίμητο τόνο που η ηθοποιός Nicole Kidman τόσο ωραία έδωσε, μια ανάμειξη περιφρόνησης, απελπισίας και παραίτησης, «οι γιατροί…». Ευτυχώς για μας, σ’ αυτές τις καταστάσεις, διάσημοι πρόγονοι προστρέχουν σε βοήθειά μας. Σκέφτομαι τη μυθική στιγμή που σηματοδοτεί την αρχή των ελεύθερων συνειρμών. H Emmy von N. νευριασμένη, φωνάζει: «Γιατρέ, μην πείτε τίποτα και ακούστε με»! (Freud & Breuer, 1895 σελ. 36). Όσο σκεφτόμαστε σοβαρά αυτό το είδος προσταγής, η καταθλιπτική στιγμή, σε συνδυασμό με την ιδέα να θέλουμε ν’ αλλάξουμε επάγγελμα, μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρουσα σημασία.
  13. Οφείλω αυτή τη λεπτή απόχρωση στις συζητήσεις με τον Dr Bernard Οdier.
  14. Αυτή η ιδέα της εφηβικής απορρύθμισης – αποσυνδεδεμένης από την βιολογική ηλικία της εφηβείας μπορεί άλλωστε να εξηγήσει τις τρέχουσες κλινικές παρατηρήσεις «όψιμης» εισόδου στην ψύχωση γύρω στο 26ο-27ο έτος εν αντιθέσει μ’ αυτό που γνωρίζαμε (18ο-19ο έτος), γιατί οι νέοι ενήλικες δεν έρχονται αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας στο τέλος της βιολογικής τους εφηβείας αλλά σε κατοπινότερα χρόνια.
  15. Το παρελθόν είναι το σύνολο των προβλέψεων και διαισθήσεων του αγνώστου που συνθέτουν την ένταση ενός όχι ακόμη παρόντος χρόνου αλλά που γίνεται παρόν αφού χαρακτηριστεί σύμφωνα με τη μεταβλητή ευχάριστο-δυσάρεστο. Αυτό καταγράφεται στο χώρο της διαχείρισης της πραγματικότητας δηλαδή στο εγώ: σ’ αυτή την Αρχή που είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη την εμπειρία να κατασκευάζεται η προτεραιότητα του συστήματος PR (αρχη πραγματικότητας) σε σχέση με PP/PDP (αρχη ευχαριστησης-απαρεσκειας). Κατά βάθος, υπό την πρίσμα των συνεπειών του χρόνου που έρχεται καθυστερημένα, το PR δεν είναι παρά ένα PP που παραπέμπεται «για αργότερα».
  16. Ο Freud επεξεργάστηκε το πρόβλημα της πράξης ως καταναγκασμού της επανάληψης στη θέση της μνημονικής ανάκλησης, για να καταλήξει στην αντικατάσταση της πρώτης θεωρίας των ενορμήσεων από την δεύτερη.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.