Γιώργος Μαρτινίδης, Πέτρος Πετρίκης
σύναψις 08 [2007 – τόμος 04]
Ο Γιώργος Μαρτινίδης σπουδάζει στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ.
Ο Πέτρος Πετρίκης είναι Διδάκτωρ Ψυχιατρικής και επιστημονικός συνεργάτης της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ
Η Αισθητική Πλαστική Χειρουργική
Ο όρος αισθητική πλαστική χειρουργική (aesthetic surgery) δίνει έμφαση στην καλλωπιστική χρησιμότητα της επέμβασης. Αναφέρεται, δηλαδή, στις επεμβάσεις που αποσκοπούν στην αισθητικής φύσεως «βελτίωση» συγκεκριμένων χαρακτηριστικών –ακόμη και όταν υπάρχει όντως διακριτή δυσμορφία ή δυσλειτουργία–, και όχι τόσο σε περιπτώσεις ουσιαστικά αναγκαστικής «επιδιόρθωσης» ή «ανάπλασης» μετά από ατυχήματα.
Καθίσταται έτσι προφανές ότι αυτού του είδους η πλαστική χειρουργική είναι μοναδική ως διαδικασία καθώς πρόκειται για το μόνο είδος εγχείρησης που πραγματοποιείται με πρωτοβουλία του ασθενούς και όχι του γιατρού, ενώ, επίσης ή ίσως και κατά συνέπεια, προκαλεί πολύ ισχυρότερες συναισθηματικές αντιδράσεις στον ασθενή από κάθε άλλο είδος εγχείρησης (Sclafani & Choe, 2002). Επίσημες πηγές αναφέρουν εντυπωσιακά υψηλούς αριθμούς πλαστικών επεμβάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες για το έτος 2003. Συγκεκριμένα, οι αναφερόμενοι αριθμοί κυμαίνονται ανάμεσα σε 223.000 (Zuckerman, 2005) και 331.000 (American Society of Plastic Surgeons, 2004) εγχειρήσεις αυτού του είδους το 2003. Ο Zuckerman, μάλιστα, αναφέρει ότι σχεδόν 39.000 από αυτές τις επεμβάσεις αφορούσαν σε ρινοπλαστική, ανόρθωση στήθους, μεγέθυνση στήθους, λιποαναρρόφηση ή κοιλιοπλαστική. Επίσημες πηγές δείχνουν μια αύξηση της τάξης του 1600% (!) στον αριθμό των επεμβάσεων αυτού του είδους από το 1992 ως το 2002 (Sarwer & Crerand, 2004). Πέρα από τις επίσημες πηγές, η άνοδος στους αριθμούς των πλαστικών εγχειρήσεων έχει προβληθεί επίσης από τα ΜΜΕ (McGrath & Mukerji, 2000).
Στην Ελλάδα, οι πηγές αναφέρουν έναν αριθμό μεγαλύτερο από 100.000 αισθητικές πλαστικές επεμβάσεις τον χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, οι μισοί από τους ασθενείς είναι μεταξύ 21 και 50 ετών, ενώ 24% είναι κάτω των 21. Η συχνότητα των επεμβάσεων φέρνει την Ελλάδα στην 16η θέση μιας κατάταξης που περιλαμβάνει συνολικά 35 χώρες (Ταχυδρόμος, 2005).
Αυτοί οι αριθμοί αντικατοπτρίζουν εν μέρει την κατάσταση σε όλες τις «δυτικές» κοινωνίες, αποτελούν λόγο ανησυχίας, αλλά και λόγο για μια διερεύνηση των αιτίων αυτού του φαινομένου. Επίσης, ο μεγάλος αριθμός των ατόμων που επιθυμούν αισθητική πλαστική χειρουργική σημαίνει ότι η σωστή επιλογή ασθενούς γίνεται ακόμη σημαντικότερη, ότι η ψυχολογική κατάσταση του ασθενούς πρέπει να αξιολογηθεί (Sclafani & Choe, 2002), ώστε να μην επιτρέπεται να υποβληθούν σε τέτοιου είδους επέμβαση όσοι ασθενείς δεν πληρούν τα κριτήρια μιας σταθερής ικανότητας λήψης αποφάσεων και ισορροπημένης κρίσης (Hilhorst, 2002).

Υπάρχει επιδημία πλαστικής χειρουργικής στους νέους;
Η άνοδος στον αριθμό των επεμβάσεων πλαστικής χειρουργικής έχει γίνει ακόμη πιο έντονη τα τελευταία 10-15 χρόνια. Παίρνοντας και πάλι ως παράδειγμα τις Η.Π.Α., βλέπουμε ότι οι εγχειρήσεις που γίνονται εκεί από γιατρούς πιστοποιημένους από την Αμερικάνικη Επιτροπή Πλαστικών Χειρούργων (American Board of Plastic Surgeons) αυξήθηκαν από 400.000 περιστατικά το 1992, σε περισσότερα από 1.000.000 το 1998. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των επεμβάσεων σε ασθενείς ηλικίας 18 ετών ή νεότερους επίσης αυξήθηκαν, από 13.314 το 1992, σε 24.623 το 1998. Ωστόσο, οι αναφορές των ΜΜΕ σε μια θεαματική πτώση του μέσου όρου ηλικίας ανάμεσα στους ασθενείς των πλαστικών επεμβάσεων φαίνονται ανακριβείς, καθώς η άνοδος του αριθμού επεμβάσεων ανάμεσα στους νεότερους ασθενείς είναι λιγότερο θεαματική από αυτή του γενικού πληθυσμού, όπως φαίνεται από το ότι το απόλυτο ποσοστό των περιπτώσεων πλαστικής εγχείρησης σε ανήλικους ασθενείς ουσιαστικά μειώθηκε, από 4% του γενικού πληθυσμού για το 1992, σε 2% το 1998 (McGrath & Mukerji, 2000).
Η ίδια η Αμερικάνικη Επιτροπή Πλαστικών Χειρούργων δηλώνει ότι η λεγόμενη «επιδημία πλαστικής χειρουργικής» που προσβάλει τους νέους είναι σε μεγάλο βαθμό μύθος, εξηγώντας πως οι έρευνες δείχνουν ότι, για παράδειγμα, παρόλο που πολλές νεαρές γυναίκες έχουν θετική στάση προς την πλαστική χειρουργική, μόνο 5% του ίδιου δείγματος είχε υποβληθεί σε επέμβαση αυτού του τύπου. Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι 60% των συμμετεχουσών στην ίδια έρευνα δήλωσαν ότι θα μπορούσαν να φανταστούν να υποβάλλονται τουλάχιστον σε μία επέμβαση αυτού του είδους κατά την διάρκεια της ζωής τους, πράγμα που δείχνει, αν μη τι άλλο, μια πολύ μεγάλη προθυμία να υποβληθούν σε πλαστική επέμβαση (ASPS, 2005).
Κίνητρα για την Επέμβαση
Η αλλαγή της στάσης του κοινού προς την πλαστική χειρουργική, η οποία τελικά αύξησε την ζήτηση και κατά συνέπεια τον αριθμό των επεμβάσεων, μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους λόγους. Από κοινωνικής πλευράς, μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η κοινωνία μας αποδίδει μεγάλη σημασία στην σωματική ομορφιά και η κουλτούρα μας προβάλει τον ανταγωνισμό, καθιστώντας αποδεκτή την «αυτοβελτίωση» προκειμένου να πλεονεκτεί κανείς σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό. Κοιτώντας το θέμα πιο πρακτικά, η πλαστική χειρουργική είναι ασφαλής, έχει ελάχιστες σημαντικές επιπλοκές και ουσιαστικά έχει αποτέλεσμα, όπως μαρτυρά και η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών που υποβλήθηκαν σε επεμβάσεις αυτού του είδους στις Η.Π.Α. για το 1999, οι οποίοι δήλωσαν ικανοποιημένοι, και ότι η πλαστική χειρουργική τους βοήθησε (McGrath & Mukerji, 2000).
Οι ίδιοι λόγοι ισχύουν επίσης για τις περιπτώσεις πλαστικής χειρουργικής σε εφήβους και νέους κάτω των 18 ετών γενικότερα. Έχει αναγνωριστεί ότι η αναπλαστική χειρουργική μπορεί να βοηθήσει σημαντικά σε παιδιά και νέους. Πλαστικές επεμβάσεις που έχουν στόχο να διορθώσουν «άσχημα» χαρακτηριστικά του προσώπου έχουν γίνει αποδεκτές ως «φυσιολογικές» στις Ηνωμένες Πολιτείες (Zuckerman, 2005). Τέτοιες επεμβάσεις μπορούν να βελτιώσουν την αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση ενός εφήβου και να αντιστρέψουν την κατάσταση κοινωνικής απόσυρσης στην οποία βρίσκονται συχνά όσοι νιώθουν διαφορετικοί, εν προκειμένω εξ’ αιτίας των «άσχημων» χαρακτηριστικών (ASPS, 2004). Όμως, διάφορα πολιτισμικά φαινόμενα και επιρροές καθιστούν δύσκολο να οριστεί το τι αποτελεί μία «φυσιολογική» εμφάνιση και πότε η επιθυμία κάποιου να αλλάξει ή να βελτιώσει την εμφάνισή του παύει να είναι λογική και γίνεται αμφισβητήσιμη ή ακόμη κρύβει σημάδια ψυχοπαθολογίας (Zuckerman, 2005).
Θεωρείται, πάντως, ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην επιθυμία για μια επέμβαση μπορεί να παίξει η «εικόνα σώματος» (Body Image) του ασθενούς, μια υπόθεση που άρχισε να ερευνείται μεθοδικά μόλις την τελευταία δεκαετία περίπου (Sarwer et al., 1998, cited in Sarwer & Crerand, 2004). Εν ολίγοις, η συγκεκριμένη θεωρία λέει ότι ένας συνδυασμός σωματικών και ψυχολογικών παραγόντων επηρεάζουν την εικόνα σώματος και, κατ’ επέκταση, την απόφαση για μια πλαστική επέμβαση. Πιο συγκεκριμένα, η σωματική εμφάνιση επηρεάζει, καθώς είναι η πρωταρχική πηγή πληροφοριών που καθοδηγεί τους άλλους σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, καθορίζοντας έτσι την άποψη κάποιου για το σώμα του. Εξάλλου, οι ψυχολογικές επιρροές στην εικόνα σώματος εξαρτώνται από διάφορους αντιληπτικούς (η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται σωστά και «αντικειμενικά» τα χαρακτηριστικά του σώματός του), αναπτυξιακούς (ομαλότητα σωματικής ανάπτυξης και πειράγματα στην παιδική ηλικία), και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες (την επίδραση των πολιτισμικών ιδεωδών της σωματικής ομορφιάς στο άτομο). Οι παραπάνω σωματικοί και ψυχολογικοί παράγοντες θεωρείται ότι διαμορφώνουν και επηρεάζουν την εικόνα σώματος, το πόσο σημαντική είναι αυτή για την αυτοεκτίμηση του ατόμου και το πόσο ευχαριστημένος είναι κάποιος με την εμφάνισή του (Sarwer & Crerand, 2004).
Δυσκολίες και προϋποθέσεις
Πέρα από τα κίνητρα για την επέμβαση, από την στιγμή που –καλώς ή κακώς– εκδηλωθεί η πρόθεση από τον υποψήφιο ασθενή, η απόφασή του πρέπει να εξετασθεί προσεκτικά, ειδικά όταν πρόκειται για ένα ανήλικο άτομο. Με αφορμή ένα υποθετικό ιστορικό υπόθεσης, όπου η Hilhorst (2002) αξιολογεί την (υποθετική) απόφαση της κόρης της να υποβληθεί σε αισθητική πλαστική χειρουργική, αναφέρονται πέντε κύρια ζητήματα που χρίζουν προσοχής σε μια επέμβαση καθώς μπορεί να αποτελέσουν πιθανές δυσκολίες μετά την εγχείρηση. Πρώτον, η αντίληψη του ασθενούς ότι είναι ικανός να λαμβάνει σταθερές αποφάσεις, η οποία αν είναι εσφαλμένη μπορεί να προκαλέσει μετάνοια για την απόφαση στο μέλλον. Δεύτερον, η εικόνα της εγχείρησης ως τεχνικής για να παραχθεί μια ευχάριστη εμφάνιση. Η υπερβολική έμφαση σε αυτό μπορεί να αποκλείσει άλλες εικόνες για την σωματική εμφάνιση, να απορρίψει άλλους τρόπους για να επιτευχθεί η ομορφιά ως στόχος και να εμποδίσει άλλες ιδέες για την προσωπική ταυτότητα και τους τρόπους ζωής. Τρίτον, η εικόνα της σημασίας της σωματικής ομορφιάς, η οποία δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αποκλειστικά εξωτερική, αλλά εξαρτώμενη απ’ την εικόνα και μυαλού και σώματος, και την περίπλοκη αλληλεπίδρασή τους. Τέταρτον, η διαδικασία της ισορρόπησης των θετικών και αρνητικών της επέμβασης, η οποία πρέπει να είναι ρεαλιστική και προσεκτική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις προσδοκίες του ασθενούς. Τέλος, ένα πέμπτο ζήτημα είναι η ανάμνηση του παρελθόντος, το οποίο δεν πρέπει να αφεθεί πίσω μετά την εγχείρηση, αλλά να γίνει δεκτό ως αναπόσπαστο κομμάτι του μέλλοντος (Hilhorst, 2002).
Από μια επισημότερη οπτική γωνία, η Αμερικάνικη Επιτροπή Πλαστικών Χειρούργων (ASPS), αν και δεν έχει επίσημη θέση για την αισθητική πλαστική χειρουργική σε εφήβους, απαιτεί γονική συναίνεση για όλες τις επεμβάσεις σε ασθενείς μικρότερους των 18 ετών και συμβουλεύει τους γονείς να αξιολογούν την σωματική και συναισθηματική ωριμότητα του εφήβου, κατά προτίμηση υπό την καθοδήγηση κάποιου πλαστικού χειρούργου καθορισμένου από την επιτροπή. Η επιτροπή προσδοκά τα πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα από επεμβάσεις σε εφήβους, όταν πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις: (1) Ο έφηβος δηλώνει την απαίτησή του, εκφράζοντας ξεκάθαρα την επιθυμία του επανειλημμένα για μεγάλη χρονική περίοδο. (2) Ο έφηβος έχει ρεαλιστικούς στόχους και μπορεί να εκτιμήσει τα οφέλη και τα όρια της επέμβασης, αποφεύγοντας τις παράλογες προσδοκίες σχετικά με την αλλαγή της ζωής του μετά την εγχείρηση. (3) Ο έφηβος έχει αρκετή ωριμότητα, όντας ικανός να ανεχτεί την δυσφορία και την προσωρινή παραμόρφωση που προκαλεί η εγχείρηση.
Έφηβοι με απότομες αλλαγές διάθεσης, ακανόνιστη συμπεριφορά, επιρρεπείς στην κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών, κλινική κατάθλιψη ή ψυχασθένεια είναι περιπτώσεις που δεν ενδείκνυνται για πλαστική εγχείρηση (ASPS, 2004).
Ασθενείς με ψυχικές διαταραχές
Ασθενείς με συγκεκριμένους τύπους προσωπικότητας μπορεί να είναι ακατάλληλοι για αισθητική πλαστική εγχείρηση. Αυτοί οι τύποι είναι όσοι κατηγοριοποιούνται ως διαταραχές προσωπικότητας στο DSM-IV και περιλαμβάνουν σχιζοειδείς, παρανοϊκές, υστερικές και καταθλιπτικές διαταραχές προσωπικότητας. Ασθενείς με αυτές τις διαταραχές χρειάζονται κοντινότερη και προσεκτικότερη επίβλεψη καθώς αυτές οι διαταραχές έχουν συχνά ψυχιατρικές επιπλοκές που καθιστούν τα άτομα ακατάλληλα για πλαστική εγχείρηση (Sclafani & Choe, 2002).
Οι ασθενείς με σχιζοειδή διαταραχή προσωπικότητας είναι κοινωνικά αποτραβηγμένοι, εσωστρεφείς, εκκεντρικοί και νιώθουν άβολα με τους άλλους. Αν επιθυμούν πλαστική χειρουργική εκφράζουν συχνά ασαφείς λόγους και δεν μπορούν να δώσουν σαφείς σκοπούς για την διαδικασία, ακόμη και αν ερωτηθούν. Ασθενείς αυτού του είδους αποφεύγουν την οπτική επαφή, δείχνουν λίγο συναίσθημα, δυσκολεύονται να χαλαρώσουν κατά την διάρκεια της συνομιλίας με τον γιατρό, κάνουν λίγα αυθόρμητα σχόλια και απαντούν στις ερωτήσεις συνοπτικά, χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη (Sclafani & Choe, 2002).
Η παρανοϊκή διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται κυρίως από μια έντονη και αδικαιολόγητη καχυποψία προς τους άλλους. Οι ασθενείς με αυτή την διαταραχή είναι συχνά νεαροί, ανύπαντροι άνδρες που είναι μοναχικοί και υπερευαίσθητοι. Άτομα αυτού του είδους έχουν συχνά ένα ασταθές εργασιακό ιστορικό και παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως αθώα θύματα της αδικίας, αποδίδοντας ευθύνες σε άλλους. Μπορεί να είναι επιφυλακτικοί, μυστικοπαθείς και να βρίσκονται σε υπερένταση, ενώ είναι συχνά ηθικολόγοι και τείνουν να φέρνουν αντιρρήσεις στην συζήτηση (Sclafani & Choe, 2002). Η συμπεριφορά αυτών των ατόμων μπορεί να επηρεάσει την ομαλή τους σχέση και αλληλεπίδραση με τον γιατρό.
Οι ασθενείς που πάσχουν από υστερική διαταραχή προσωπικότητας είναι συχνά υπερβολικά συναισθηματικοί και αποζητούν συνεχή προσοχή. Οι συναισθηματικές τους αντιδράσεις μπορεί να είναι ασταθείς ή αδύναμες, φτάνοντας από το να γελάσουν εύκολα μέχρι να ξεσπάσουν ξαφνικά σε δάκρυα. Ασθενείς αυτού του είδους μπορούν να είναι απείθαρχοι, ακατάστατοι και ανακριβείς. Μπορεί να ζητούν καθησυχασμό, επιβεβαίωση ή επαίνους κατά την διάρκεια της συζήτησης με τον γιατρό, καθώς και να αποζητούν έντονα προσοχή μέσω της εξωτερικής τους εμφάνισης, για την οποία μπορεί να ανησυχούν υπερβολικά και αυτό να σχετίζεται και με την απόφασή τους να υποβληθούν σε πλαστική χειρουργική (Sclafani & Choe, 2002).
Οι ασθενείς με καταθλιπτική διαταραχή προσωπικότητας τείνουν να επιζητούν πλαστική χειρουργική γιατί πιστεύουν ότι μια βελτιωμένη σωματική εμφάνιση θα βελτιώσει και τα συναισθήματά τους για τον εαυτό τους. Τέτοιοι ασθενείς έχουν πολλά σωματικά συμπτώματα, περιορισμό στη διαδικασία της σκέψης και μειωμένη αυθόρμητη συμπεριφορά. Ακόμα και οι διαβεβαιώσεις του γιατρού δεν αρκούν για να τους κάνουν αισιόδοξους. Τα ακριβή κίνητρα καταθλιπτικών ασθενών που επιθυμούν να υποβληθούν σε πλαστική πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά (Sclafani & Choe, 2002). Γενικά, είναι ξεκάθαρο ότι άτομα που πάσχουν από τις διαταραχές, που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι μάλλον ακατάλληλα για αισθητική πλαστική εγχείρηση, αφού η φύση των διαταραχών τους μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τις αποφάσεις και τις στάσεις τους απέναντι στη διαδικασία.
Η σωματοδυσμορφική διαταραχή ως κίνητρο
Η σωματοδυσμορφική διαταραχή (body dysmorphic disorder / BDD) είναι ίσως η διαταραχή με την μεγαλύτερη επιρροή στα κίνητρα για αισθητική πλαστική χειρουργική και αξίζει να εξετασθεί ξεχωριστά και αναλυτικότερα. Η σωματοδυσμορφική διαταραχή χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά χρονοβόρα ενασχόληση με την εμφάνιση, η οποία σχετίζεται με σημαντική δυσφορία και δυσλειτουργία στον κοινωνικό, τον εργασιακό και άλλους τομείς. Συνήθως, τον ασθενή απασχολεί κάποια ατέλεια στην εμφάνισή του που είναι φανταστική ή απλώς ελαφρά. Η θεωρούμενη ατέλεια μπορεί να περιλαμβάνει ψεγάδια ολόκληρου του σώματος ή συγκεκριμένων μερών όπως το δέρμα, μύτη, μάτια, μαλλιά, αυτά, στήθη ή γεννητικά όργανα. Αυτοί οι ασθενείς νιώθουν την ενασχόλησή τους με αυτή την ατέλεια ως βασανιστική, καταστροφική ή δύσκολη να ελεγχθεί και συχνά περνούν ώρες κάθε μέρα με το να την σκέπτονται, δυσχεραίνοντας έτσι την καθημερινή λειτουργία τους. Συνήθως χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να κρύψουν την «ατέλειά» τους και συχνά ζητάνε από τους άλλους να τους καθησυχάσουν, πιστεύοντας ότι οι άλλοι την προσέχουν ιδιαίτερα (Sclafani & Choe, 2002).
Ένα ενδιαφέρον σύμπτωμα της σωματοδυσμορφικής διαταραχής είναι οι πολλές ώρες που ο ασθενής κοιτιέται στον καθρέφτη κάθε μέρα. Οι ασθενείς οδηγούνται στο να κοιταχτούν στον καθρέπτη με την ελπίδα ότι θα δείχνουν διαφορετικοί, την επιθυμία να μάθουν ακριβώς πώς φαίνονται στους άλλους, αλλά και την πεποίθηση ότι θα νιώσουν χειρότερα αν δεν κοιταχτούν. Όταν κοιτάζονται, οι ασθενείς επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, προβάρουν ποια έκφραση είναι η «καλύτερη» να έχουν δημοσίως και κάνουν κάτι σαν «νοητική πλαστική χειρουργική», αλλάζοντας την εικόνα του σώματός τους με το νου τους. Αυτές οι συμπεριφορές είναι μέρος του πολύπλοκου μηχανισμού της διαταραχής και θεωρούνται «μέτρα ασφαλείας» που αποσκοπούν στο να κάνουν τους ασθενείς να νιώσουν καλύτερα, αλλά το αποτέλεσμα μετά το κοίταγμα στον καθρέπτη είναι να νιώθουν χειρότερα (Veale & Riley, 2001).
Από τα παραπάνω, είναι μάλλον προφανές πως η σωματοδυσμορφική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την κινητοποίηση για αισθητική πλαστική επέμβαση, οδηγώντας τους ασθενείς στην αναζήτηση αλλαγών ή «βελτιώσεων» που ένα άλλο άτομο θα έβρισκε εξαιρετικά αναίτιες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει αυτόματα ότι πολλά από τα άτομα που επιθυμούν να υποβληθούν σε πλαστική χειρουργική πάσχουν από σωματοδυσμορφική διαταραχή. Μάλιστα, τα ευρήματα των ερευνών για το θέμα αυτό δεν συμφωνούν. Μια έρευνα του ASPS (Αμερικάνικη Επιτροπή Πλαστικών Χειρούργων) έδειξε ότι μόλις 2,5% ενός δείγματος νεαρών γυναικών με θετική στάση προς την αισθητική πλαστική εγχείρηση βρέθηκε να πάσχει από σωματοδυσμορφική διαταραχή, ένα ποσοστό που δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό που βρίσκεται στον γενικό πληθυσμό (ASPS, 2005).
Σε μια αναλυτική δημοσκόπηση μεταξύ των χειρούργων ενός παρεμφερούς οργανισμού, του ASAPS (Αμερικάνικη Εταιρεία για την Αισθητική Πλαστική Χειρουργική), τα ερωτηθέντα μέλη δήλωσαν ότι πιστεύουν ότι ένα 2% των ασθενών που εξέτασαν αρχικά πριν από την εγχείρηση έπασχε από σωματοδυσμορφική διαταραχή, ωστόσο 84% των μελών δήλωσαν ότι εγχείρησαν έναν ασθενή που θεωρούσαν κατάλληλο για αισθητική πλαστική επέμβαση, για να διαπιστώσουν κατόπιν ότι έπασχε από σωματοδυσμορφική διαταραχή. Άρα, παρόλο που το ποσοστό προεγχειρητικής διάγνωσης της διαταραχής συμβάδιζε με το ποσοστό της στον γενικό πληθυσμό, υπάρχουν ενδείξεις ότι, αν και γνωρίζουν την ύπαρξη του προβλήματος, οι χειρούργοι υποτιμούν το ποσοστό στο οποίο εμφανίζεται μεταξύ των ασθενών τους (Sarwer, 2002).
Όντως, μια αναλυτική έρευνα σε ένα πληθυσμό γάλλων ασθενών (κυρίως γυναικών), που βρισκόταν ήδη σε εξάμηνη προπαρασκευαστική διαδικασία πριν από την αισθητική επέμβαση, έδειξε σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά απ’ αυτά του γενικού πληθυσμού, με 9,1% του δείγματος να πληροί τα κριτήρια για διάγνωση σωματοδυσμορφικής διαταραχής. Η συγκεκριμένα μελέτη αναγνωρίζει τα υψηλά ποσοστά της διαταραχής και τονίζει την ανάγκη για προσεκτικότερη προεγχειρητική εξέταση (Aouizerate et al., 2003).
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μία σύγκριση ανάμεσα σε ασθενείς που επιθυμούν επεμβάσεις ρινοπλαστικής και σε ασθενείς μιας ψυχιατρικής κλινικής διαγνωσμένους με σωματοδυσμορφική διαταραχή. Παρόλο που η συγκεκριμένη έρευνα βρήκε το ανησυχητικό ποσοστό σωματοδυσμορφικής διαταραχής του 20,7% στους ασθενείς που επιθυμούν ρινοπλαστική, εξηγεί ότι οι περισσότεροι από αυτούς είναι πολύ ελαφριές περιπτώσεις στις οποίες τα συμπτώματα δυσαρέσκειας ενδέχεται να εξαφανιστούν μετά την επέμβαση. Συγκριτικά με το δείγμα των υποψηφίων για ρινοπλαστικές, οι ασθενείς της κλινικής είναι σαφώς βαρύτερες περιπτώσεις στις οποίες τα συμπτώματα της διαταραχής είναι σαφώς πιο έντονα (Veale, De Haro & Lambrou, 2003). Ανεξάρτητα από τα ακριβή ποσοστά ασθενών αισθητικής πλαστικής χειρουργικής που πάσχουν από σωματοδυσμορφική διαταραχή, το βέβαιο είναι ότι η διαταραχή υπάρχει και οι υποψήφιοι για αισθητικές επεμβάσεις πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά, ένα θέμα που θα καλυφθεί αναλυτικά παρακάτω.
Συνηθέστερες πλαστικές επεμβάσεις
Μια εξέταση των πιο συνηθισμένων ειδών πλαστικών επεμβάσεων σε εφήβους ή νεαρούς ασθενείς μπορεί να δώσει περισσότερες πληροφορίες για την φύση της κάθε διαδικασίας. Η ανάπλαση της μύτης, γνωστή ως ρινοπλαστική, είναι ανάμεσα στις συχνότερες επεμβάσεις. Τα στατιστικά του ASPS δείχνουν ότι επεμβάσεις τέτοιου τύπου αποτελούν πάνω από το ήμισυ του συνόλου των πλαστικών επεμβάσεων σε ασθενείς κάτω των 18 ετών, με 42.513 ρινοπλαστικές επεμβάσεις να γίνονται στις Η.Π.Α. κατά την διάρκεια του 2003 (ASPS, 2004). Κατάλληλοι υποψήφιοι για ρινοπλαστική είναι όσοι έχουν μύτες με καμπούρες, προεξοχές ή αγκιστροειδή σχήματα που είναι πολύ μεγάλα ή έντονα ή όσοι έχουν άσχημη γωνία ανάμεσα στην μύτη και το άνω χείλος. Ο ασθενής πρέπει να είναι άνω των 14-15 ετών έτσι ώστε η μύτη να έχει αναπτυχθεί πλήρως. Μαύροι ή ασιατικής καταγωγής ασθενείς που θέλουν μία «ευρωπαϊκή» μύτη είναι ακατάλληλοι ως υποψήφιοι για εγχείρηση όπως και ασθενείς που έχουν μόνο ελάχιστες ατέλειες, επειδή έχουν παράλογες προσδοκίες. Οι ρινοπλαστικές επεμβάσεις προσαρμόζονται για τον κάθε ασθενή, ανάλογα με την δυσμορφία και τον στόχο του (McGrath & Mukerji, 2000).
Η ωτοπλαστική ιδανικά γίνεται σε ασθενείς με αυτιά που προεξέχουν, με ένα κενό τουλάχιστον 2 εκ. ανάμεσα στον έλικα (πτερύγιο) του αυτιού και το κεφάλι. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει πρόβλημα και στα δύο αυτιά, αλλά ο βαθμός είναι συχνά ασύμμετρος. Επεμβάσεις του είδους γίνονται συνήθως μετά τα 6-8 έτη ηλικίας, όταν το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει τα πειράγματα από συνομήλικους εξαιτίας της δυσμορφίας του. Ο στόχος της εγχείρησης είναι συμμετρικά αυτιά με φυσική εμφάνιση και λεία και ομαλά πτερύγια (McGrath & Mukerji, 2000). Το ASPS ανέφερε πάνω από 16.000 επεμβάσεις ωτοπλαστικής σε ανηλίκους για το 2003, αριθμός που φτάνει γύρω στο 20% των συνολικών πλαστικών επεμβάσεων (ASPS, 2004).
Η μειωτική μαμμοπλαστική (ή σμίκρυνση στήθους) είναι μια επέμβαση που μπορεί να βελτιώσει τόσο την εμφάνιση όσο και την άνεση λειτουργικότητας μιας νεαρής γυναίκας με υπερβολικά μεγάλο στήθος. Η εγχείρηση γίνεται για να ανακουφίσει συμπτώματα όπως πόνο της πλάτης, του αυχένα, των ώμων και εξανθήματα ανάμεσα και κάτω από τα στήθη (McGrath & Mukerji, 2000), αλλά και για να ανακουφίσει και τα ψυχολογικά βάρη της καταστάσεως (ASPS, 2004). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι επεμβάσεις σμίκρυνσης στήθους παρουσιάζουν πολύ μεγάλο βαθμό (94%-95%) ικανοποίησης των ασθενών μετά την εγχείρηση (McGrath & Mukerji, 2000). Συστήνεται η εγχείρηση αυτού του τύπου να αναβάλλεται μέχρι να σταματήσει η ανάπτυξη του στήθους ώστε να επιτευχθεί καλύτερο αποτέλεσμα, αν και αυτό μπορεί να παρατείνει την ψυχολογική αμηχανία που επιφέρει η κατάσταση. Περίπου 16.000 ασθενείς, κάτω των 18 ετών, υποβλήθηκαν σε εγχείρηση σμίκρυνσης στήθους το 2003, ένα ποσοστό 15% επί του συνολικού αριθμού πλαστικών εγχειρήσεων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (ASPS, 2004).
Η εγχείρηση για ασύμμετρα στήθη μπορεί να διορθώσει περιπτώσεις όπου υπάρχει ξεκάθαρη ασυμμετρία ανάμεσα στα στήθη (διαφορά μεγαλύτερη από μία μονάδα μεγέθους στηθόδεσμου), μέσω μεγέθυνσης του ενός στήθους, σμίκρυνσης του ενός στήθους ή ενός συνδυασμού των δύο διαδικασιών. Η εγχείρηση για αυτή την κατάσταση αναβάλλεται έως τα τέλη της εφηβείας (McGrath & Mukerji, 2000).
Η εκτομή της γυναικομαστίας, της κατάστασης του μεγεθυσμένου στήθους σε άνδρες, είναι άλλη μία συνηθισμένη επέμβαση. Η γυναικομαστία είναι πολύ συχνή ως κατάσταση (είτε στο ένα στήθος είτε και στα δύο) και υπολογίζεται ότι επηρεάζει 40%-50% των νεαρών ανδρών. Δεν υπάρχει γνωστή και εξακριβωμένη αιτία για το πρόβλημα, αν και σε ένα ποσοστό των περιπτώσεων μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένα φάρμακα ή ιατρικά προβλήματα. Συνιστάται να μην γίνεται εγχείρηση εκτός και αν το πρόβλημα επιμένει για τουλάχιστον δύο χρόνια, καθώς για τους περισσότερους εφήβους η πάθηση φεύγει από μόνη της σταδιακά (McGrath & Mukerji, 2000). Οι ασθενείς είναι συνήθως πρόθυμοι να υποβληθούν σε επέμβαση και η διορθωτική εγχείρηση μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους. Οι επεμβάσεις εκτομής γυναικομαστίας αποτελούσαν 4% των πλαστικών εγχειρήσεων για το 2003, με 3.000 εγχειρήσεις σε νέους μικρότερους των 18 ετών.
Η αυξητική μαμμοπλαστική (ή απλά μεγέθυνση στήθους) είναι μια ειδικότερη περίπτωση επέμβασης, η οποία συνήθως δεν γίνεται σε γυναίκες μικρότερες των 18-20 ετών καθώς η ανάπτυξη του στήθους μπορεί να μην έχει ολοκληρωθεί πριν από αυτήν την ηλικία και η ασθενής μπορεί να μην είναι αρκετά ώριμη για να λάβει αυτή τη σημαντική απόφαση (McGrath & Mukerji, 2000). Παρά τους περιορισμούς, πάντως, το ASPS (2004) ανέφερε 3.841 περιπτώσεις επέμβασης μεγέθυνσης στήθους σε ανήλικες ασθενείς κατά την διάρκεια του 2003, αν και αυτές αποτελούν ποσοστό μικρότερο του 5% του συνόλου των επεμβάσεων.
Η λιποπλαστική, υποβοηθούμενη από αναρρόφηση, είναι άλλη μία ιδιαίτερη περίπτωση η οποία γίνεται σε ασθενείς με φυσιολογικό ή σχεδόν-φυσιολογικό βάρος, οι οποίοι όμως έχουν δυσειδείς συσσωρεύσεις λίπους που δεν φεύγουν με δίαιτα και γυμναστική. Χρησιμοποιείται σε τοπικές συσσωρεύσεις λίπους και δεν είναι κατάλληλη για τον παχύσαρκο ασθενή καθώς μεγάλες περιοχές δεν μπορούν να αναρροφηθούν (McGrath & Mukerji, 2000). Γενικότερα υπάρχουν επίσης και άλλες πλαστικές επεμβάσεις, όπως η αυξητική γνάθου ή η θεραπεία της ακμής και των ουλών που αφήνει (ASPS, 2004).
Εξέταση και αξιολόγηση ασθενών
Με βάση την παραπάνω ανασκόπηση μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση να υποβληθεί κανείς σε πλαστική χειρουργική. Ανάμεσά τους, οι πολιτισμικές επιρροές, οι ψυχολογικές διαταραχές και οι μοναδικές συνθήκες κάθε είδους εγχείρησης. Συνεπώς, η ανάγκη για προσεκτική επιλογή ασθενών είναι πιεστική και δεν θα έπρεπε να περιοριστεί μόνο στην θέσπιση οδηγιών προς τους ασθενείς. Μια προσεκτική αξιολόγηση και εκτίμηση της προσωπικότητας και των κινήτρων του ασθενούς από τον πλαστικό χειρουργό που καλείται να κάνει την εγχείρηση θα έπρεπε να θεωρείται απαραίτητη. Οι Sclafani και Choe (2002) πιστεύουν ότι κάθε πλαστικός χειρούργος θα πρέπει να έχει μια τεχνική αξιολόγησης ή επιλογής πριν από την εγχείρηση. Η ακριβής τεχνική, βέβαια, μπορεί να ποικίλει, καθώς δεν υπάρχει γρήγορη και εύκολη λύση, και κάθε γιατρός έχει διαφορετική γνώμη για το ποιος ασθενής είναι κατάλληλος για να υποβληθεί σε εγχείρηση.
Η πιο «συντηρητική» από τις διάφορες διαθέσιμες μεθόδους επιλογής είναι η επίσημη ψυχολογική αξιολόγηση, αλλά αυτή θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο για ψυχωτικούς ή συναισθηματικά ασταθείς ασθενείς. Ψυχολογικές εξετάσεις που χρησιμοποιούν τυποποιημένα τεστ (όπως το γνωστό MMPI) δείχνουν να έχουν ελλείψεις, καθώς οι ασθενείς μπορούν να «παραπλανήσουν» εύκολα το τεστ και να δώσουν ανακριβή αποτελέσματα (Sclafani & Choe, 2002). Όντως, μια εξέταση των τεχνικών αξιολόγησης έδειξε ότι τα τυποποιημένα τεστ βρίσκουν πολύ χαμηλότερες ενδείξεις για στοιχεία ψυχοπαθολογίας από ό,τι οι τεχνικές σε μορφή προφορικής συνέντευξης και τούτο αποδίδεται στο γεγονός ότι τα τεστ είναι συνήθως διαμορφωμένα έτσι ώστε να αναζητούν γενικές ενδείξεις και όχι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ομάδας ασθενών (Sarwer et al., 1998).
Άρα, ίσως η πιο αποτελεσματική μέθοδος αξιολόγησης για τον πλαστικό χειρούργο θα ήταν απλώς να περάσει λίγο χρόνο με τον ασθενή και να εξετάσει το οικογενειακό, ιατρικό και χειρουργικό ιστορικό του, όπως θα έκανε κάθε άλλος γιατρός. Κατά την διάρκεια της συζήτησης, ο χειρούργος πρέπει να αναγνωρίσει μια πιθανή επικίνδυνη συμπτωματολογία από τυχόν μη ρεαλιστικές ή παράλογες απαντήσεις και να διευκρινίσει στον ασθενή τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιτύχει η αισθητική πλαστική χειρουργική. Εν ολίγοις, ο χειρούργος θα πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσει σε τέσσερις βασικές ερωτήσεις σχετικά με τον ασθενή και την κινητοποίησή του μετά την αρχική εξέταση: (1) Τι επιθυμεί ο ασθενής συγκεκριμένα; (2) Γιατί επιθυμεί ο ασθενής να γίνει αυτό; (3) Γιατί επιθυμεί ο ασθενής να υποβληθεί σε αυτή την επέμβαση τώρα; (4) Γιατί ο ασθενής επέλεξε αυτόν τον συγκεκριμένο χειρούργο; (Sclafani & Choe, 2002).
Μετά την επέμβαση
Αν θέταμε ως τελικό ερώτημα το πόσο αποτελεσματική είναι η αισθητική πλαστική χειρουργική και τι συνέπειες έχει στον ασθενή, αυτό θα ήταν δύσκολο να απαντηθεί. Έχει ήδη αναφερθεί (McGrath & Mukerji, 2000) ότι η πλειοψηφία των ασθενών δηλώνουν ικανοποιημένοι από την επέμβαση και πεπεισμένοι ότι βοηθήθηκαν, αλλά η εκτίμηση του ασθενούς είναι μόνο ένα πιθανό μέτρο αξιολόγησης. Μια αναλυτική έρευνα της ικανοποίησης των ασθενών και της ψυχοκοινωνικής τους κατάστασης μετά την εγχείρηση (Sarwer et al., 2005) αναφέρει ότι 87% του δείγματος ασθενών δήλωσε ικανοποιημένο και οι ασθενείς βρήκαν την συνολική τους εμφάνιση και την εμφάνιση του χαρακτηριστικού που αλλάχθηκε από την επέμβαση βελτιωμένη. Επίσης, βρέθηκαν βελτιώσεις στην εικόνα σώματος των ασθενών, την γνώμη τους για το χαρακτηριστικό που αλλάχθηκε και την συχνότητα αρνητικών συναισθημάτων για το σώμα τους σε κοινωνικές καταστάσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι βελτιώσεις διατηρήθηκαν για μια περίοδο 12 μηνών μετά την επέμβαση και αποτελούν ισχυρά στοιχεία για τα οφέλη που προσφέρει η διαδικασία.
Μια δεύτερη έρευνα (Meningaud et al., 2002) μέτρησε την ποιότητα ζωής των ασθενών και την ύπαρξη κατάθλιψης ή άγχους μετά την επέμβαση. Βρέθηκε ότι οι ασθενείς που επιθυμούν αισθητικές επεμβάσεις έχουν εντονότερες τάσεις προς το άγχος και την κατάθλιψη από τον γενικό πληθυσμό, ωστόσο, ενώ το άγχος μειώνεται μετά την εγχείρηση (για διάφορους πιθανούς λόγους), δεν ισχύει το ίδιο και για την κατάθλιψη. Άρα, η αισθητική χειρουργική δεν λειτουργεί ως θεραπεία της κατάθλιψης και, καθώς η κατάθλιψη μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για μια επέμβαση, αποδεικνύεται η σημασία μιας προσεκτικής εξέτασης τους ασθενούς πριν από την εγχείρηση. Όσο για την ποιότητα ζωής, όσες βελτιώσεις παρατηρήθηκαν είχαν να κάνουν μόνο με τα στοιχεία που ήταν συσχετισμένα με το άγχος ή την κατάθλιψη, άρα η αλλαγή στο σύνολο της παραμέτρου της ποιότητας ζωής ήταν μικρή. Τέτοια αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τα όρια της αισθητικής πλαστικής χειρουργικής, καθώς παρά τα όποια οφέλη έχει, η διαδικασία δεν αποτελεί την ιδανική και άμεση λύση για όλα τα προβλήματα.
Σύνοψη και συμπεράσματα
Για να ανακεφαλαιώσουμε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, παρόλο που θα ήταν μάλλον ανακριβές να μιλήσουμε για μια «επιδημία αισθητικών πλαστικών εγχειρήσεων», υπάρχει όντως μια εμφανής άνοδος στον αριθμό των πλαστικών επεμβάσεων που πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων σε ασθενείς κάτω των 18 ετών. Ίσως ακόμη σημαντικότερη να είναι η θετική γνώμη του κοινού προς την αισθητική πλαστική χειρουργική και η αυξανόμενη αναφερόμενη προθυμία του κόσμου να υποβληθεί σε τέτοιες επεμβάσεις κατά την διάρκεια της ζωής του με σκοπό να «βελτιώσει» την εμφάνισή του ή να διορθώσει αντιλαμβανόμενες ατέλειες.
Η αύξηση στον αριθμό των έφηβων ασθενών που υποβάλλονται σε πλαστικές επεμβάσεις απαιτεί προσεκτική επιλογή ασθενών, διαδικασίες αξιολόγησης, και επίγνωση του τι ξεχωρίζει έναν «κατάλληλο» ασθενή. Η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο από την ύπαρξη ενός αριθμού τύπων προσωπικότητας ή ακόμη και διαγνωσμένων ψυχολογικών διαταραχών που μπορούν να επηρεάσουν την σκέψη και την συμπεριφορά του ασθενούς και να τον οδηγήσουν σε μια μη πρακτική, μη ρεαλιστική ή τελείως αναίτια επιθυμία για πλαστική εγχείρηση. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αναγνωριστούν μέσα από την διαδικασία αξιολόγησης, καθώς είναι ιδιαίτερα ακατάλληλοι υποψήφιοι για εγχείρηση.
Γενικότερα, όλοι οι ευαίσθητοι παράγοντες που εμπλέκονται στην αισθητική πλαστική χειρουργική δικαιολογούν την ανάγκη για μια αυξημένη επίγνωση του θέματος. Η αισθητική πλαστική χειρουργική είναι μια σημαντική διαδικασία και οι περιορισμοί, οι δυσκολίες και οι πιθανές παρενέργειές της –τόσο σωματικές όσο και ψυχολογικές–, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν. Ο «ιδανικός» ασθενής πρέπει να έχει επίγνωση όλων αυτών, να έχει μια ξεκάθαρη και ρεαλιστική άποψη για το χαρακτηριστικό που χρίζει «διόρθωσης» και πρέπει να έχει ρεαλιστικές προσδοκίες από την εγχείρηση. Ο χειρούργος είναι εξίσου υπεύθυνος, πρέπει να βοηθήσει τον ασθενή να καταλάβει αυτούς τους παράγοντες και να τον καθοδηγήσει καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.