Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ
σύναψις 08 [2007 – τόμος 04]
Μετάφραση: Κώστας Πόταγας – Άννυ Σπυράκου
Εκδόσεις Άγρα
Αθήνα 2007, σελ 492

Όταν πριν δέκα χρόνια ο Oliver Sacks ρωτήθηκε1 για τη θέση που κατέχει το γράψιμο ως προς το κλινικό του έργο, εκείνος απάντησε πως είναι αξεχώριστο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως διάγει διπλή ζωή. Αντίθετα προς τον Τσέχωφ, που δήλωνε πως έχει τη λογοτεχνία ερωμένη του και νόμιμη γυναίκα την ιατρική του, εκείνος επιμένει να λέει πως έχει μία και μόνο απασχόληση όπου «συντήκονται η ιατρική και το γράψιμο». Γι αυτό προτιμά να λέει πως είναι «φυσιοδίφης» και «εξερευνητής» που «απεικονίζει τις ποικίλες ανθρώπινες συμπεριφορές –τις επιπτώσεις ιδιαίτερα των νευρολογικών παθήσεων»– κι ότι έτσι ανακάλυψε τη «στενή συγγένεια της ανθρωπολογίας με την ιατρική» και «είδε» την αρρώστια μέσα στο πλαίσιό της κι όχι απομονωμένη, ως είθισται. Ο Oliver Sacks δεν θα παραλείψει ακόμα να τονίσει πως ανήκει σε εκείνη τη παλιά γενιά των γιατρών που είχαν σε μεγάλη περιωπή το «χάσιμο» χρόνου με τον άρρωστο. Πολύτιμη σπατάλη, που τους ξεπλήρωνε με όσα χρήσιμα για τη διάγνωση και τη θεραπεία αντλούσαν από τη διήγησή τους, από το ιατρικό τους ιστορικό αλλά και την ιστορία της ζωής τους. Αντίθετα, δηλαδή, προς ό,τι ήδη συνέβαινε εκείνη την εποχή του ανερχόμενου ακραίου τεχνοκρατισμού. Με τα λόγια του αείμνηστου Κωνσταντίνου Γαρδίκα: «Η ιατρική έχει φτάσει στο σημείο κατά το οποίο οι ιατροί δεν διαγιγνώσκουν νόσους, αλλά ασχολούνται με το άθροισμα εργαστηριακών ευρημάτων. […] Ο σημερινός ιατρός είναι τεχνοκράτης, πάντοτε βιαστικός, δεν μιλά, αλλά προπαντός δεν ακούει».2
Ο Oliver Sacks αποστρέφεται τον τεχνοκρατισμό μα εύχεται τις καινοτομίες, γιατί φοβάται μια νευρολογία που είτε «ξεχνάει τις ιστορικές της ρίζες» είτε βολεύεται στον «συντηρητισμό». Τη θέση του αυτή τη μαρτυρούν τα λογοτεχνικά του έργα σε 22, κιόλας, γλώσσες. Ανάμεσά τους και στην ελληνική· πρώτα το Ο άνθρωπος που έβλεπε τη γυναίκα του σαν καπέλο και τα Ξυπνήματα (Καστανιώτης) και τώρα το Ένας ανθρωπολόγος στον Άρη (Άγρα), σε μετάφραση, του Κώστα Πόταγα τα δύο πρώτα, του ίδιου και της Άννυς Σπυράκου το τρίτο.
Ιστορίες ζωής διαβάζουμε σε αυτά τα βιβλία, γνήσιο απόσταγμα της πλούσιας κλινικής του πράξης. Στην ίδια γραμμή και τα εφτά «παράδοξα» περιστατικά του Ανθρωπολόγου, που συνεχίζουν βέβαια την παράδοση προηγούμενων βιβλίων, μόνο που τώρα ο συγγραφέας περιορίζει το «πλήθος» που παρατηρεί για να προχωρήσει σε «βάθος» την ανίχνευσή του, ζώντας κοντά στα «περιστατικά», εκεί που διαμένουν και εργάζονται, με τον δικό τους, φυσικά, «ξεχωριστό» τρόπο. Ξεχωριστό, γιατί ο Oliver Sacks βλέπει όχι μόνο το έλλειμμα που δημιουργεί η νόσος αλλά και ό,τι άλλο αυτή «φέρνει στην επιφάνεια», όχι πλέον εξ’ αιτίας της αλλά χάριν αυτής. «Αυτή η άλλη πλευρά της ανάπτυξης ή της νόσου –γράφει στον πρόλογό του– είναι κάτι που βλέπω, εν δυνάμει, σε όλους σχεδόν τους ασθενείς και είναι αυτό ακριβώς που με ενδιαφέρει να περιγράψω εδώ».
Έτσι, στις 492 σελίδες του βιβλίου θα «εξερευνήσουμε» μαζί με τον Sacks:
Το τελευταίο περιστατικό δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο: Ανθρωπολόγος στον Άρη, νιώθει πως είναι η Τέμπλ Γκράντιν, αποδίδοντας έτσι την αδυναμία της να καταλάβει τις σύνθετες ανθρώπινες συγκινήσεις. Είναι σα να λέει πως λειτουργεί σε κενό, να είναι δηλαδή ανθρωπολόγος σε τόπο που δεν έχει ανθρώπους, στο Άρη. Ανθρωπολόγος κι ο Sacks, στη γη αυτός, που μελετά τον αυτισμό και την ίδια, αναλογιζόμενος αν κάποια στιγμή θα μπορούσε κι εκείνη να τον δει έτσι.
Οι «παράξενες» ιστορίες του Oliver Sacks δεν είναι ξεκομμένα «παράδοξα» της φύσης, απ’ αυτά που ερεθίζουν απλώς την περιέργεια. Το «παράξενο» δημιουργεί το πρώτο μόνο ενδιαφέρον που παρωθεί τον αναγνώστη βαθύτερα στην παρακολούθηση της διήγησης, καθώς ο συγγραφέας συνθέτει την παρούσα κατάσταση και το ιατρικό ιστορικό, την ιστορία της ζωής του αρρώστου και την ιστορία της νοσολογίας που τον αφορά, δεμένα όλα με την αντίστοιχη κάθε φορά επιστημονική γνώση. Γνώση του εγκεφάλου τελικά. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κεντρικός πυρήνας του βιβλίου: μέσα από τις σελίδες αναδύεται το μέγιστο «παράδοξο» που ήταν έως πρόσφατα η προσαρμοστική ικανότητα του εγκεφάλου. Με άλλα λόγια, η πλαστικότητά του, που θα πει δυνατότητα συνεχούς κατασκευής νέων νευρωνικών συνδέσεων και εξειδικευμένου διαχωρισμού αυτών που αντιστοιχούν σε γνωστικά σχήματα: αλλού αυξάνονται, αλλού χάνονται κι αλλού προστίθενται. Κι αυτό το πετυχαίνει ο άνθρωπος ερχόμενος σε επαφή με τα πράγματα και τις προκλήσεις τους, σαν συμπλήρωμα μιας άλλης ικανότητας που από πολύ νωρίς έχει διαμορφώσει πάγια κυκλώματα και σταθερές δράσεις. Μέσα από μια τέτοια γνώση μπορούμε σήμερα να «επανακαθορίσουμε», όπως λέει ο Sacks, «τις ίδιες τις έννοιες της υγείας και της νόσου».
Γι’ αυτό είναι πια καιρός να επιστρέψουμε σε κάποιες ξεχασμένες φωνές, όπως αυτή του Kleinman A., που μας θύμισε πρόσφατα ο Πέτρος Πετρίκης από της στήλες αυτού εδώ του περιοδικού4: «Οι γιατροί ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι η νόσος (disease) είναι σημαντικότερη της ασθένειας (Illness) κι αυτό που χρειάζεται όλο κι όλο είναι η γνώση της βιολογίας, όχι η γνώση και των ψυχοκοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ασθένειας. […] Πρέπει να φέρουμε την αφήγηση του ασθενούς και της οικογένειάς του για την εμπειρία της ασθένειας περισσότερο στο κέντρο της εκπαιδευτικής μας διαδικασίας. […] Πρέπει να βρεθεί χρόνος για να διδάξουμε στους φοιτητές πώς να ερμηνεύουν την αφήγηση της ασθένειας και πώς να αποτιμούν της εμπειρία της».5
1 Brawarsky S. Street neurologist with a sense of wonder. The Lancet 1997, 350, 1092-93 [συνέντευξη με τον Oliver Sacks].
2 Γαρδίκας ΚΔ, Η εξέλιξη της ιατρικής την τελευταία δεκαπενταετία, Νοσοκομειακά Χρονικά 1998, 60, 2, 150-155.
3 Τo περιστατικό αυτό προέβαλε ιδιαίτερα ο J. Hochmann προτείνοντας το ως «υπόδειγμα» μιας νόησης που είναι αποκομμένη από τις ενορμητικές της βάσεις, που εικονογραφεί, δηλαδή, αυτό που θα ήταν ο ψυχισμός μας αν λειτουργούσε αποκλειστικά κατά το πλέον ακραίο γνωσιακό μοντέλο [Arguments pour un dualisme méthodologique, στο Psychanalyse, neurosciences, cognitivismes, Débats de psychanalyse. Monographies de la Revue Française de Psychanalyse, Paris, PUF 1996, 51-60].
4 Πετρίκης Π, περί των υποκειμενικών εμπειριών των ασθενών με σχιζοφρένεια Σύναψις 2007, 5, 114-116.
5 Kleinman A. The illness narratives: suffering, healing and the human condition. New York Basic Books, 1988, 254-256
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.