Αντώνης Μ. Πολίτης
Επίκουρος Καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών,
Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 09 [2008 – τόμος 04]
Ότι και να σκέπτομαι έχω πάντα, ταυτόχρονα, λίγο-πολύ επίγνωση του εαυτού μου, της προσωπικής μου ύπαρξης. Αλλά, ταυτόχρονα, εγώ είμαι που έχω την επίγνωση· έτσι που ο εαυτός μου, στην ολότητά του –όντας σα να λέμε διπλός, εν μέρει γνωστός κι εν μέρει γνώστης, εν μέρει αντικείμενο και εν μέρει υποκείμενο– πρέπει να εμπεριέχει δυο διακριτές όψεις τις οποίες θα μπορούσαμε εν συντομία να αποκαλέσουμε την μια εμένα και την άλλη εγώ (one the Me and the other the I ).
William James, The Principles of Psychology (1890)
Τι κοινό, άραγε, υπάρχει ανάμεσα στον William James και τον Alois Alzheimer; O πρώτος διατύπωσε μια θεωρία για τον εαυτό και ο δεύτερος ανακάλυψε μια ασθένεια που τον αποδομεί. Διότι, εκτός των διαταραχών της μνήμης και της συμπεριφοράς, ο Alois Alzheimer δεν παραλείπει να προσθέσει και την υποκειμενική αίσθηση απώλειας του εαυτού που διαπιστώνει κατά την κλινική εξέταση της Αuguste D.: «η ασθενής κάθεται στο κρεβάτι με έκφραση απελπισμένη» και, σε άλλο σημείο, «η ασθενής δεν ήταν δυνατόν να γράψει και επαναλάμβανε… έχω χάσει τον εαυτό μου» (Konrad et al., 1997).
Αν λάβει κανείς υπόψη του τα σημερινά δεδομένα για τη διάγνωση της κατάθλιψης στην άνοια, θα μπορούσε άραγε να υποθέσει ότι η ασθενής του Alois Alzheimer υπέφερε και από κατάθλιψη; Μόνο αυθαίρετα θα διατυπώναμε τέτοιες υποθέσεις. Η αλήθεια είναι ότι εκτός των διαταραχών της μνήμης, η ασθενής εμφάνιζε και διαταραχές συμπεριφοράς, που περιελάμβαναν παραληρητικές ιδέες, ζηλοτυπικού και διωκτικού περιεχομένου, καθώς και ακουστικές ψευδαισθήσεις.
*
Η ιστορία της Αuguste D. (1901) δεν ομοιάζει με την ιστορία του κυρίου Γιάννη (2007). Ο κύριος Γιάννης είναι ένας 63χρονος ψαράς που, μετά την καταστροφή της βάρκας του, κλείστηκε στον εαυτό του, δεν έτρωγε, έχανε βάρος και εξέφραζε ευχές θανάτου. Η διάγνωση της κατάθλιψης δεν άργησε να τεθεί μόλις επισκέφθηκε ψυχίατρο. Εντούτοις, οκτώ περίπου μήνες μετά, προσπάθησε να εργασθεί σε κάποιο καΐκι, πλην όμως η απόδοσή του ήταν μειωμένη: εμφάνιζε δυσκολία στη συγκέντρωση και στη μνήμη, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της δουλειάς κι έτσι να απολυθεί τελικά. Η διάγνωση της άνοιας τέθηκε αργότερα, οπότε και έλαβε θεραπεία με αναστολείς της ακετυλχολινεστεράσης. Προοδευτικά όμως, και παρά την αγωγή, άρχισε να εμφανίζει αλλαγή στη συμπεριφορά του. Ήταν ενίοτε ευερέθιστος, ενίοτε θλιμμένος, με έκφραση απελπισίας, εσωστρεφής και με ελάχιστη κοινωνική ζωή.
Όταν επισκέφθηκε τη Μονάδα Ψυχογηριατρικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, οι διαταραχές της μνήμης είχαν γίνει, σύμφωνα με τους οικείους του, πιο έντονες, ενώ είχε περιορίσει ακόμα περισσότερο τις εργασιακές και κοινωνικές του δραστηριότητες. Κατά την κλινική εκτίμηση, ο ασθενής παρουσίαζε 5 από τα 9 συμπτώματα του κριτηρίου Α του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου, κατά DSM-IV: απώλεια ενδιαφέροντος, μειωμένη ενεργητικότητα, διαταραχή της όρεξης, μειωμένη συγκέντρωση και προσοχή, αυξημένη κόπωση. Παράλληλα, έκλαιγε, ενώ είχε επιπεδωμένο συναίσθημα, καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και πολλαπλές διαταραχές των γνωστικών λειτουργιών [MMSE = 11, έκπτωση της μνήμης, διαταραγμένο προσανατολισμό, προσοχή και συγκέντρωση, διαταραχές στο λόγο και διαταραχές στις επιτελικές λειτουργίες, στην κρίση και στην αφαιρετική ικανότητα]. Δεν υπήρχαν παραληρητικές ιδέες. Η διάγνωση που τέθηκε ήταν συνύπαρξη καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών.
Έκδηλη ήταν η μεγάλου βαθμού απάθεια. Ο επιπολασμός της απάθειας σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ είναι περίπου 27% και περίπου 40% των ασθενών με απάθεια εμφανίζουν κατάθλιψη. Επίσης, στο 56% των ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ συνυπάρχει κατάθλιψη και απάθεια. Ο κύριος Γιάννης δυσκολευόταν να εκφράσει το καταθλιπτικό συναίσθημα με επάρκεια λόγω της γνωστικής δυσλειτουργίας, δεν μπόρεσε ποτέ να ρηματοποιήσει τη συναισθηματική του κατάσταση. Δεν υπήρχε συντεταγμένη και οργανωμένη σκέψη καταθλιπτικού περιεχομένου με αρνητικές εκτιμήσεις του παρελθόντος, του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος. H διάγνωση τέθηκε από τη μειωμένη ψυχοκινητικότητα, την απουσία ενδιαφέροντος, την έκφραση απελπισίας και τις πληροφορίες των οικείων. Συνήθως, οι φροντιστές καταγράφουν περισσότερο την κατάθλιψη, ενώ οι ίδιοι οι ασθενείς αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως λιγότερο καταθλιπτικούς. Τις περισσότερες φορές η διάγνωση της κατάθλιψης τίθεται σε ποσοστό 14% από την ψυχιατρική εκτίμηση του ασθενούς, και 50% από την ψυχιατρική εκτίμηση και τις πληροφορίες που παρέχουν οι φροντιστές.
Ο κύριος Γιάννης νοσηλεύθηκε, τέθηκε σε αντικαταθλιπτική αγωγή και παρατηρήθηκε βελτίωση της ψυχοκινητικότητας, της ενεργητικότητας και του ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, οι γνωστικές λειτουργίες βελτιώθηκαν (MMSE 17), όπως και οι επιτελικές λειτουργίες, που παρουσίασαν μικρή βελτίωση. Όμως, ο κύριος Γιάννης, αν και βελτιώθηκε, δεν απέφυγε τη μοιραία διαδρομή της νόσου και, μέσα σε λίγα χρόνια, καθηλώθηκε στο κρεβάτι, ανήμπορος πια να επικοινωνήσει, να λειτουργήσει και να κοινοποιήσει τη θλίψη του.
*
Οι διαταραχές συμπεριφοράς, που σήμερα ονομάζονται νευροψυχιατρικά συμπτώματα, αποτελούσαν και αποτελούν σημαντικό κλινικό χαρακτηριστικό στοιχείο σε όλες τις μορφές άνοιας. Ο επιπολασμός των συμπτωμάτων αυτών είναι 3 έως 4 φορές υψηλότερος από ό,τι σε ηλικιωμένα άτομα χωρίς άνοια (Steinberg M et al., 2004). Υπολογίζεται ότι 98% των ασθενών με άνοια εμφανίζουν ένα ή περισσότερα νευροψυχιατρικά συμπτώματα, ενώ 85% των συμπτωμάτων μπορούν να καταγραφούν και να βαθμολογηθούν χρησιμοποιώντας διαφορετικά ψυχομετρικά εργαλεία, μεταξύ των οποίων και το έγκυρο Ερωτηματολόγιο Απογραφής Νευρο-Ψυχιατρικών Συμπτωμάτων (NPI) (Politis AM et al., 2004). Ας σημειωθεί ότι κριτήρια που να περιγράφουν και να ορίζουν τις διαταραχές συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνονται στα ταξινομικά συστήματα DSM-III, DSM-IIIR, DSM-IV, ICD-10. Πρόσφατα, όμως, το ταξινομικό σύστημα DSM-IV-TR ενσωμάτωσε δύο κατηγορίες διαταραχών συμπεριφοράς, την «ψυχωσική διαταραχή» και τη «συναισθηματική διαταραχή».
Η κατάθλιψη και η άνοια είναι από τις πλέον συνήθεις διαταραχές που πλήττουν την τρίτη ηλικία. Ο επιπολασμός της άνοιας είναι περίπου 5% σε άτομα >65 ετών, ενώ ο αντίστοιχος επιπολασμός της μείζονος κατάθλιψης είναι 1-3% (Lee HB et al., 2003). Συνεπώς, αυτό που φαίνεται είναι μείωση της κατάθλιψης στους ηλικιωμένους και αύξηση του ποσοστού των ασθενών που υποφέρουν από άνοια. Πρόσφατες μελέτες διαπιστώνουν ότι ο επιπολασμός της κατάθλιψης στην άνοια τύπου Αλτσχάιμερ είναι 30%-50% (Lyketsos CG et al., 2002). Αυτό καθιστά την κατάθλιψη στην άνοια την πλέον συχνή συναισθηματική διαταραχή στην τρίτη ηλικία. Τα αποτελέσματα της μελέτης Cache County υπολογίζουν ότι περίπου 20% των ασθενών με νόσο Alzheimer εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα (Steinberg M et al., 2004).
Αν και δεν είναι σαφής η φυσική πορεία της νόσου, είναι σαφείς οι επιπτώσεις της, τόσο στην ποιότητα ζωής των ασθενών και των φροντιστών όσο και στην έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.
Διάγνωση της κατάθλιψης
Η κατάθλιψη αποτελεί σημαντικό σύμπτωμα τόσο στην άνοια τύπου Αλτσχάιμερ [13%] όσο και σε άλλες μορφές άνοιας, όπως η αγγειακή άνοια [19%], η άνοια σε ασθενείς με νόσο Πάρκινσον [57%] ή και η άνοια με σωματίδια του Lewy [50%] (Ballard C. et al., 2000, Richard IH, 2007).
Τόσο η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών όσο και τα μειωμένα αισθήματα ενοχών μπορούν να εξηγήσουν τη διαπίστωση πως δεν υπάρχει αυτοκτονική συμπεριφορά και ιδεασμός σε αυτή την ομάδα των ασθενών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Gottfries CG et al. (1992) χρησιμοποιούσαν αυθαίρετα, ως κριτήρια για τη διάγνωση της κατάθλιψης, cut-off βαθμολογίες σε κλίμακες μέτρησης της κατάθλιψης. Αργότερα, οι Ballard C et al. (1996) και Hope T. et al. (1997) διέκριναν δύο ομάδες ασθενών: (α) ασθενείς με ψυχωσικά συμπτώματα και (β) ασθενείς με ψυχοκινητική ανησυχία. Ο Lyketsos et al. (2000) πρότειναν το διαχωρισμό σε: (α) ασθενείς με ψυχωσικά συμπτώματα και (β) ασθενείς με διαταραχές του συναισθήματος. Η προσπάθεια συνεχίστηκε με τα κριτήρια από την Cache County μελέτη, οριοθετώντας σε: (α) «Alzheimer Associated Psychotic Disorder» και (β) «Alzheimer Associated Affective Disorder» (Lyketsos et al., 2001), καθώς και τα κριτήρια κατά NIMH για «Depression of Alzheimer’s Disease» (Olin et al., 2002). Στην Ευρώπη, ο Aalten et al., (2007) σε τέσσερις ομάδες: (α) καταθλιπτικών, (β) ψυχωσικών (γ) ασθενών με ψυχοκινητική ανησυχία (ευερεθιστότητα, επιθετικότητα και παθολογική κινητική συμπεριφορά) και (δ) απάθεια.
Σήμερα, η κατάθλιψη θεωρείται ως η πιο συχνή ψυχική διαταραχή στο γενικό πληθυσμό, με σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο τον ασθενή και στην οικογένειά του και με υψηλό κοινωνικό-οικονομικό κόστος. Συνεπώς, η έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η διάγνωση της μείζονος κατάθλιψης προϋποθέτει την παρουσία δύο από τα παρακάτω συμπτώματα: καταθλιπτική διάθεση, απώλεια ενδιαφέροντος, μειωμένη ενεργητικότητα και αυξημένη κόπωση, συν δύο από τα ακόλουθα: μειωμένη συγκέντρωση και προσοχή, μειωμένη αυτοεκτίμηση, ιδέες ενοχής, απαισιοδοξία για το μέλλον, πράξεις ή ιδέες αυτοκαταστροφής και, παράλληλα, διαταραγμένο ύπνο και όρεξη στην ήπιου βαθμού βαρύτητας, ενώ στη μέτριου βαθμού και στη σοβαρή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η παρουσία δύο από τα πρώτα και τριών ή τεσσάρων από τα άλλα και στη σοβαρού βαθμού τριών και τεσσάρων, αντίστοιχα, πάντα για τη χρονική διάρκεια των δύο συνεχόμενων εβδομάδων.
Αν και τα κριτήρια για τη διάγνωση του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου κατά DSM-IV είναι παρόμοια με αυτά που προτείνονται για τη διάγνωση της κατάθλιψης στην άνοια, η απουσία ενδιαφέροντος επαναπροσδιορίσθηκε και σχεδόν αντικαταστάθηκε από την απώλεια ευχαρίστησης στην κοινωνική επαφή και, επιπλέον, συμπεριλαμβάνονται και κριτήρια τα οποία αφορούν την ευερεθιστότητα, αλλά και την κοινωνική απόσυρση. Τα προσωρινά κριτήρια για τη διάγνωση της μείζονος κατάθλιψης, σύμφωνα με το DSM-IV-TR, προϋποθέτουν τη διάγνωση της άνοιας τύπου Αlzheimer και τριών, αντί πέντε, από τα απαιτούμενα συμπτώματα για τη διάγνωση της ιδιοπαθούς κατάθλιψης. Τα συμπτώματα είναι τα ακόλουθα: καταθλιπτική διάθεση, μειωμένη θετική διάθεση ή ευχαρίστηση ως απάντηση στην κοινωνική επαφή και στις καθημερινές δραστηριότητες, κοινωνική απόσυρση, διαταραχές της όρεξης, του ύπνου, αλλαγές στη ψυχοκινητικότητα, ευερεθιστότητα, εύκολη κόπωση, απελπισία, ενοχές, ευχές θανάτου, αυτοκτονικός ιδεασμός και σχεδιασμός. Τα κριτήρια δεν απαιτούν την παρουσία των συμπτωμάτων καθημερινά, όπως στην μείζονα κατάθλιψη, όπου απαραίτητη είναι η προϋπόθεση της παρουσίας τους για κάθε ημέρα επί δύο εβδομάδες. Η δυσκολία, όμως, διαφορικής διάγνωσης από την απάθεια μπορεί να είναι εμπόδιο στην αξιολόγηση με τα παραπάνω κλινικά κριτήρια του ασθενούς και προϋποθέτει εκπαίδευση κλινική στην κατανόηση του κάθε νευροψυχιατρικού συμπτώματος ξεχωριστά. Όπως, επίσης, και η παρουσία ευερεθιστότητας αποτελεί ένα ερωτηματικό, δεδομένου ότι υπάρχουν μελέτες οι οποίες στέκονται στην οριακή θετική συσχέτιση ανάμεσα στην κατάθλιψη, όπως αυτή εκφράζεται με την καταθλιπτική διάθεση και την ευερεθιστότητα, αν και οι ασθενείς με κατάθλιψη εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ευερεθιστότητας από ό,τι οι ασθενείς χωρίς κατάθλιψη.
Ένα άλλο σύμπτωμα, η συναισθηματική ευμεταβλητότητα, θα πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς (Stark-stein SE et al., 2005), σημαντικό σύμπτωμα και ίσως κλινικός δείκτης της κατάθλιψης όπως και το κλάμα. Αυτά τα συμπτώματα δεν συμπεριλαμβάνονται στα κριτήρια του NIMH, αντίθετα αυτά αποδίδονται σε συναισθηματική αποδιοργάνωση ή απορρύθμιση λόγω της άνοιας. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται λιγότερο ψευδαισθήσεις και παραλήρημα και περισσότερο ψυχοκινητική ανησυχία και άγχος (Bassiony MM et al., 2002).
Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνει με όσα παθολογικά προβλήματα εμφανίζουν παρόμοια με την άνοια συμπτώματα όπως π.χ. (α) αλλαγές στη ψυχοκινητικότητα (καρδιακή, αναπνευστική ανεπάρκεια, υπερνατριαιμία, υπογλυκαιμία, φάρμακα), (β) ανορεξία και απώλεια βάρους (διαταραχές από το πεπτικό, αναστολείς ΑchI), (γ) διαταραχές στον ύπνο (πόνος, αποφρακτική πνευμονοπάθεια, υπνική άπνοια).
Άλλη δυσκολία είναι η πρόοδος της νόσου, η οποία μπορεί να αλλοιώσει την ειδικότητα των κριτηρίων όσο ο ασθενής βυθίζεται στην άνοια, με αποτέλεσμα είτε να υπάρχει κίνδυνος να υποδιαγνωσθεί είτε να γίνει λάθος διάγνωση. Συνεπώς, η διαφοροποίηση της άνοιας με την πάροδο του χρόνου καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την διαφορική διάγνωση με άλλα συμπτώματα λόγω της αποδόμησης της εγκεφαλικής λειτουργίας, αλλά και της απουσίας ειδικών συμπτωμάτων που να προσδιορίζουν την κατάθλιψη σε αυτή την περίοδο. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου και με την πρόοδο της νόσου όλο και περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς εμφανίζονται, όπως η παθολογική κινητική συμπεριφορά, η παθολογική περιπλάνηση, η επιθετικότητα, η ψυχοκινητική ανησυχία και λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα. Επιπλέον, οι ασθενείς με άνοια μπορεί να υποφέρουν από καταθλιπτικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να μην συνδέονται με την άνοια, όπως η αντίδραση προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση, υποτροπιάζουσα κατάθλιψη όψιμης έναρξης και αγγειακή κατάθλιψη (Lee & Lyketsos, 2003).
H κατάθλιψη στη νόσο Αλτσχάιμερ μπορεί να αποτελεί τμήμα μίας ευρύτερης συναισθηματικής συνδρομής (affective syn-drome), μαζί με αγχώδη συμπτωματολογία, ευερεθιστότητα και δεν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα της γνωσιακής δυσλειτουργίας (Lyketsos CG & Lee HB, 2004).
Κλινική εικόνα. Σκέψεις και συλλογισμοί για την έννοια της άτυπης κατάθλιψης στην άνοια
Η κλινική εικόνα της κατάθλιψης παρουσιάζει χαρακτηριστική ετερογένεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις «χρωματίζεται» από άτυπα συμπτώματα που δεν ανευρίσκονται στα κριτήρια των διαγνωστικών εγχειριδίων. Για τα διαγνωστικά κριτήρια ή για τα ταξινομικά συστήματα, η έννοια της άτυπης κατάθλιψης θεωρείται σήμερα διάγνωση εξ αποκλεισμού, όπου τα συμπτώματα δεν πληρούν τα κριτήρια για μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο ή για δυσθυμική διαταραχή, διαταραχή προσαρμογής με καταθλιπτικό συναίσθημα. Κατά τον Paykel et al. (1983), τρία είναι τα χαρακτηριστικά της ατυπίας: η απουσία ενδογενών χαρακτηριστικών, τα αγχώδη-καταθλιπτικά συμπτώματα και τα ανεστραμμένα υποθαλαμικά συμπτώματα, δηλαδή υπερφαγία, υπερυπνία, αύξηση σωματικού βάρους, αίσθημα κόπωσης, αλλά και δυσκολία στην άντληση και τη διατήρηση της ευχαρίστησης είναι μερικά από τα κλινικά χαρακτηριστικά της άτυπης κατάθλιψης. Εξ άλλου, η συγκεκαλυμμένη κατάθλιψη ή depression mentis sine depressione είναι μία άλλη μορφή άτυπης κατάθλιψης όπου προεξάρχουν τα σωματικά συμπτώματα. Η δε συγκεκαλυμμένη κατάθλιψη στους ηλικιωμένους ονοματίζεται «σύνδρομο του χαμαιλέοντος», γιατί στη κλινική εικόνα δεν προεξάρχουν οι διαταραχές του συναισθήματος, αλλά οι διαταραχές της ψυχοκινητικότητας ή και των γνωστικών λειτουργιών. Ο Lesse S. (1983) εισήγαγε τον όρο «συμπεριφορικά ισοδύναμα» της κατάθλιψης και ο Lopez Ibor (1992) πρότεινε αργότερα τον όρο «σωματικά ισοδύναμα» της κατάθλιψης. Παράδειγμα συμπεριφορικών ισοδυνάμων είναι η κατάχρηση οινοπνευματωδών, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, η αντικοινωνική συμπεριφορά, η ανορεξία, η κοινωνική απόσυρση, η παραμέληση της ατομικής φροντίδας.
Σύμφωνα με τα ήδη υπάρχοντα κριτήρια της άτυπης κατάθλιψης, η κατάθλιψη στην άνοια δεν μπορεί να ορισθεί ως άτυπη κατάθλιψη, ούτε ως κατάθλιψη όπου τα σωματικά συμπτώματα είναι στο προσκήνιο και τα καταθλιπτικά στο παρασκήνιο, ούτε ως depression mentis sine depressione. Από την άλλη πλευρά, οι ψυχολογικές θεωρίες της κατάθλιψης δεν φαίνεται να βρίσκουν έγκυρο έδαφος στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να υποθέσουμε ότι η νόσος πυροδότησε σχήματα καταθλιπτικογόνα, τα οποία βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση. Θα μπορούσε όμως ο μηχανισμός αυτός να θεωρηθεί συνυπεύθυνος για την παρουσία της κατάθλιψης στα πρώιμα στάδια της νόσου ή ακόμη και στην ήπια γνωστική εξασθένιση;
Οι παραπάνω συνειρμοί μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η παρουσία συμπτωμάτων της κατάθλιψης, που εμφανίζονται από τα πρώιμα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ, ομοιάζουν με τα συμπτώματα της μείζονος κατάθλιψης, φαίνεται όμως ότι η πρόοδος της νόσου, που συνοδεύεται από απώλειες νευρώνων στους πυρήνες της ραφής, στον κερκοφόρο πυρήνα ή η παρουσία μεγαλύτερου βαθμού υπομεταβολισμού στις κροταφικές περιοχές (δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών νευροανατομοπαθολογικών αλλοιώσεων και καταθλιπτικής συμπτωματολογίας) έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία συμπεριφορικών συμπτωμάτων και λιγότερο συγκροτημένου καταθλιπτικού ιδεασμού, όπως και την παρουσία παραληρητικών ιδεών, αγγίζοντας έτσι περισσότερο την έννοια της συγκεκαλυμμένης κατάθλιψης. Η κατάθλιψη στην άνοια θα μπορούσε να ονοματιστεί «σύνδρομο του χαμαιλέοντος», όπου μπορεί και προσαρμόζεται η κλινική έκφραση στις υποκείμενες οργανικές αλλαγές, δυσχεραίνοντας τον ορισμό της ή την ένταξή της στα διαγνωστικά κριτήρια. Ο Α. Καράβατος (2005) έχει ήδη καταθέσει στη συζήτηση το πρόσθετο ερώτημα εάν και κατά πόσο «η βλάβη αφορά μόνο τα εγκεφαλικά δίκτυα ή/και το πρόσωπο του πάσχοντος υποκειμένου, ενός προσώπου που δεν περιορίζεται στην αναφορά της ψυχολογικής του διάστασης, αλλά και στην κατανόηση αυτής της διάστασης εντός ενός πλαισίου στο οποίο αυτή εμπεδώνεται και εκφράζεται, δηλαδή στο σώμα και την ιστορία του». Μήπως η διαταραχή αυτής της διάστασης στην άνοια, με τη σειρά της, οδηγεί στην έκφραση των μη ειδικών καταθλιπτικών συμπτωμάτων; Η αποδόμηση του οργανικού υποστρώματος αποδομεί τον ψυχολογικό εαυτό, αλλά ταυτόχρονα και την έκφραση της κατάθλιψης, καθιστώντας την δυσδιάκριτη. Αυτό που ο William James διατύπωνε για την κατάθλιψη, ότι δηλαδή «δεν είναι απλά ένα κάτι ή μια νόσος, αλλά μια κατάσταση της ύπαρξης ενός ανθρώπου, ένα “τεντωμένο σκοινί” ανάμεσα στην ευτυχία και τη λύπη», πιθανόν να μην βρίσκει ισχύ στην άνοια όπου πράγματι υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στις κατακερματισμένες σκέψεις (αξιολογήσεις, ερμηνείες, πεποιθήσεις που αποτελούν τα συστατικά της ζωής του ανθρώπου) και τα συναισθήματα.
Η κατάθλιψη στην άνοια αποτελεί μια ιδιαίτερα συχνή νευροψυχιατρική διαταραχή που λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της μείζονος κατάθλιψης, στα πρώιμα σταδία της νόσου, και της συγκεκαλυμμένης, όσο προχωράει η νόσος στα επόμενα στάδια, τα οποία χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Επιβαρύνει τον συγγενή και τον ασθενή με άμεσες επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής και των δύο, αλλά και στην πορεία της νόσου. Η έγκαιρη αναγνώριση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, η κατάλληλη διάγνωση που πρέπει να τεθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφοροδιαγνωστικά προβλήματα, και η επιλογή της θεραπείας αποτελούν σημαντικούς σταθμούς της διαδρομής της κατάθλιψης.
Πολύ συχνά η κατάθλιψη εκφράζεται χωρίς καταθλιπτικό ιδεασμό. Ο ασθενής με κατάθλιψη βυθίζεται στη θλίψη, χωρίς αυτή η θλίψη να ρηματοποιείται, χωρίς να έχει περιεχόμενο, χωρίς σχήματα, χωρίς μνήμη, όντας θλίψη που προσδιορίζει την ανημπόρια του γνωσιακού οργάνου, τη θλίψη του εγκεφάλου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.