Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιάννης Ξούριας
Φιλόλογος, Διδάκτωρ Nεοελληνικής Φιλολογίας
του Πανεπιστημίου Αθηνών

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Περί των δικαιωμάτων του πάθους (ΙΙ)

Στο τεύχος 6 (καλοκαίρι 2007, σσ. 70-83) της Συνάψεως δημοσιεύθηκε η μελέτη μου «Τα δικαιώματα του πάθους. Τα “έρωτος αποτελέσματα” στο φαναριώτικο τραγούδι». Δυστυχώς, μόνο μετά τη δημοσίευσή της πληροφορήθηκα την ύπαρξη της σχετικής μελέτης της Ίλιας Χατζηπαναγιώτη-Sang-meister «Ιωάννης Καρατζάς ο Κύπριος και Αθανάσιος Ψαλίδας, ή ο έρωτας και τα αποτελέσματά του στη νεοελληνική λογοτεχνία του διαφωτισμού», Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, 31 (2005) 249-284. Το έντυπο στο οποίο περιέχεται αποδείχθηκε αρκετά δυσεύρετο, τουλάχιστον για τις ακαδημαϊκές και άλλες μεγάλες βιβλιοθήκες της Αθήνας, ενδεικτικό των αντικειμενικών δυσκολιών για την καλλιέργεια ενός γόνιμου επιστημονικού διαλόγου. Τελικά μπόρεσα να δω φωτοτυπία της μελέτης αυτής, την οποία είχε την ευγενική καλοσύνη να μου στείλει από την Κύπρο ο κ. Λευτέρης Παπαλεοντίου, τον οποίο ευχαριστώ και από εδώ. Πρόκειται πράγματι για αρκετά ενδιαφέρουσα και οπωσδήποτε σημαντική για το θέμα μας προσέγγιση, οπότε αισθάνομαι την υποχρέωση να επανέλθω εδώ με συντομία, ελπίζοντας στο μέλλον να αναφερθώ εκτενέστερα στα ζητήματα που τίθενται.

Σύμφωνα με την Ίλ. Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister, στο Έρωτος Αποτελέσματα [ΕΑ] εντοπίζεται μια αντιπαράθεση «κοινωνικοϊδεολογικής υφής» στις αντιλήψεις περί έρωτα. Από τη μια είναι τα έμμετρα κομμάτια της συλλογής, τα οποία με το να παρουσιάζουν το ερωτικό πάθος ως αρρώστια συντηρούν μια παραδοσιακή αντίληψη, ενώ αντίθετα στα πεζά τμήματα (Προοίμιο και αφήγηση) ο έρωτας εμφανίζεται ως ορμέμφυτο με «αισθητή-φυσική καταγωγή», προωθώντας έτσι μια αντίληψη ανατρεπτική της χριστιανικής ασκητικής θεώρησης του έρωτα ως αμαρτίας. Στο εύλογο ερώτημα γιατί τότε περιλήφθηκαν πάνω από εκατό στιχουργήματα σε ένα αφήγημα με ανταγωνιστικές ιδεολογικές στοχεύσεις, η συγγραφέας της μελέτης θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο εισάγεται στο έργο η «κοινωνικοϊδεολογική πολυφωνία της εποχής» και οργανώνεται η «διαλογικότητα του κειμένου», η “πολυφωνικότητά” του σύμφωνα με τη θεωρητική πρόταση του Μ. Μπαχτίν (σ. 258 κ.έ.).

Στη μελέτη μου παρουσιάστηκαν τεκμήρια αντλημένα από τα αφηγηματικά τμήματα του ΕΑ, τα οποία δείχνουν πως ο έρωτας ως αρρώστια εμφανίζεται και στην αφήγηση. Επίσης, τα στιχουργήματα, ακόμα κι όταν δεν ενσωματώνονται οργανικά στις ερωτικές ιστορίες από αφηγηματολογική άποψη, ωστόσο λειτουργούν συμπληρωματικά και συνεργάζονται με την αφήγηση σε επίπεδο συναισθήματος, αγγίζοντας από κοινού τις “αισθαντικές καρδιές” των αναγνωστών.

Το γεγονός ότι τα στιχουργήματα αναπαράγουν πανάρχαιες λογοτεχνικές συμβάσεις όταν πραγματεύονται τον έρωτα ως αρρώστια, δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με συντηρητική “ιδεολογική” θέση. Το λογοτεχνικό κείμενο (στιχουργήματα και ιστορίες) έχει το δικαίωμα να αξιοποιήσει τα δικά του μέσα (θέματα, μοτίβα, σύμβολα κ.λπ.), όσο συμβατικά και τυποποιημένα κι αν είναι αυτά. Η συμβατικότητα των μέσων αυτών, τα οποία εξάλλου εντοπίζονται και στην αφήγηση,1 είναι πρωτίστως μια λογοτεχνική/αισθητική παράμετρος και μπορεί να συνυπάρξει με όποιες ανατρεπτικές ιδεολογικές στοχεύσεις.2 Από την άλλη μεριά, το μη λογοτεχνικό Προοίμιο ―που είναι το περικείμενο― έχει τη δυνατότητα να εκθέτει μια “επιστημονική” αντίληψη του έρωτα, για να άρει τις προκαταλήψεις και να προστατεύσει από επικρίσεις ηθικιστικού τύπου ένα έντυπο λογοτεχνικό κείμενο που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ανήθικο λόγω της απενοχοποιημένης προβολής του ερωτικού πάθους ―σφοδρού και κάποτε επικίνδυνου σαν τη βαριά αρρώστια, αλλά παρ’ όλα αυτά επιθυμητού.3 Σε αυτή την απενοχοποιημένη προβολή όμως τα στιχουργήματα δεν έχουν παίξει μικρότερο ρόλο. Στη μελέτη μου προσπάθησα να δείξω ότι η αντιπαράθεση «λόγων» έγκειται μάλλον ανάμεσα στην παθητική λογοτεχνία με λαϊκό χαρακτήρα, που αναμοχλεύει το ερωτικό πάθος, και στον επίσημο επιστημονικό/φιλοσοφικό λόγο, που ζητά τη λογική διαχείρισή του.

Πράγματι, είναι πολύ σημαντικά τα ερευνητικά ευρήματα της Ίλ. Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister σε ό,τι αφορά το τελευταίο στιχούργημα της συλλογής, το οποίο υποδύεται ―στο ύφος, την αναλυτική περιγραφή και την τυπογραφική εμφάνιση― μια επιστημονική πραγματεία. Το στιχούργημα αυτό φαίνεται να αναπαράγει απόψεις από το ιατρικό έργο του Johann Adam Kulmus (1689-1745) Anatomische Tabellen (σ. 273-7).

1 Τέτοια συμβατικά λογοτεχνικά μέσα που κοσμούν την αφήγηση, δίνοντας κλασικιστικό χρώμα, βρίσκουμε στις σσ. 52, 62, 71, 87, 96, 100, 121 και 140 της έκδοσης του ΕΑ που επιμελήθηκε ο M. Vitti (εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1993). Ενδεικτικά βλ. τη σ. 87: «Αυτή λοιπόν η κόρη ευθύς οπού είδε τον τσελεμπή Ανδρέα, εσαϊτεύθη ερωτικώς και όσον τον εκρυφοκοίταζε, τόσον επληγώνετο περισσότερον και οι σαΐτες τού υιού της Αφροδίτης βαθύτερον εις την καρδίαν της έμβαινον».

2 Άλλωστε, η Πωλίνα και ο Φραντζίσκος, το τραγικό ζευγάρι της εγκιβωτισμένης ιστορίας ―που είναι και ένα είδωλο του ΕΑ ως ηδονικού αναγνώσματος―, ανυπότακτα θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων, δεν ζουν και δεν τραγουδούν τον έρωτα σαν αρρώστια;

3 Η καταληκτική προτροπή του συγγραφέα στο Προοίμιο, συμπέρασμα της προηγούμενης θεωρητικής ανάλυσης, αποκαλύπτει την ουσιαστική έγνοια του: «Όθεν συμπεραίνω ότι κανένας δεν θέλει είναι τόσον σεσαλευμένος τον νουν και τας φρένας, όστις, ακούσας τούτο το βιβλίον ότι είναι ερωτικόν, προ του να το αναγνώση ήθελεν ειπή ότι είναι φθοροποιόν, φθείρει τα ήθη των νέων, τους οδηγεί εις ασέλγειαν και τα παρόμοια» (σ. 50 της έκδοσης του M. Vitti). Ως “ανάχωμα” φαίνεται να λειτουργούν και ορισμένα ηθικολογικά σχόλια του αφηγητή (σσ. 58, 60, 206-7 της έκδοσης Vitti).

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.