Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος 

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Υποσημειώσεις

Ένα κριτήριο του 15ου αιώνα, για τη διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώων, ήταν το θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο ανήκε, φυσικά, μόνο στον άνθρωπο. Αποδείχτηκε πως δεν ήταν μόνο ένα θεολογικό δόγμα· έγινε και ένα χρήσιμο, πρακτικό «ανθρωπολογικό» εργαλείο όταν χρειάστηκε είτε να καταδικαστούν είτε να δικαιολογηθούν οι γενοκτονίες των αυτοχθόνων πληθυσμών που διέπραξαν στο Νέο Κόσμο οι Ισπανοί κονκισταντόρες: υποστηρίχθηκε, δηλαδή, αντίστοιχα, ότι οι ιθαγενείς των νέων χωρών διέθεταν ή δεν διέθεταν την προδιάθεση να προσηλυτιστούν στον χριστιανισμό. Οι μεν υποστήριζαν πως επρόκειτο για γενοκτονία, οι δε για απλό… σαφάρι. [1] Ανάλογη ήταν και η ιδέα που υποστήριξε ο Boucher de Perthes, στα μέσα του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο της μονογενετικής του άποψης για την προέλευση των φυλών: «ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος παρά μόνο επειδή έχει μέσα του την ιδέα του Θεού»· για τον Perthes, ο «πρωτόγονος άνθρωπος» αντιπροσώπευε την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, ενώ ο σύγχρονος «άγριος» μαρτυρούσε την έκπτωσή της.[2] Προς τα τέλη του ίδιου αιώνα, ο Bοuillaud, ένθερμος οπαδός της φρενολογίας του Franz Gall, διεκήρυσσε: η κρανιολογία δεν ενδιαφέρεται για τη φύση της ψυχής, αφήνει τη φροντίδα αυτή στη μεταφυσική· είναι άδικο να κατηγορείται για αθεϊσμό μια θεωρία που αναγνωρίζει τον Θεό, αφιερώνοντας την 26η, ειδικά ανθρώπινη, εγκεφαλική περιοχή στη θρησκευτικότητα.[3] O ίδιος ο Gall έγραφε: «το ανθρώπινο είδος είναι προικισμένο με ένα όργανο μέσω του οποίου αναγνωρίζει και λατρεύει έναν δημιουργό του κόσμου. Ποιος θα τολμούσε να σκεφτεί ότι αυτό το αίσθημα, αυτό το όργανο θα στερούνταν του αντικειμένου του στον εξωτερικό κόσμο; Όχι, η φύση δεν μπορεί να εξαπατά τον άνθρωπο σε ό,τι πιο σημαντικό έχει! Υπάρχει Θεός διότι υπάρχει ένα όργανο για να τον γνωρίσει και να τον λατρέψει».[4]

  1. P. P. Gossiaux, «Statut et fonction de la religion dans l’anthropologie de l’Age classique aux Lumières», Annales Benjamin Constant, 1992, 13, 55-85.
  2. Jean-Yves Pautrat, «L’homme primitif et l’imaginaire de la préhistoire au XIXe siècle», Revue des sciences humaines, 227, 1992-3, 11-35.
  3. Paul Delaunay, «De la Physiognomonie à la Phrénologie. Histoire et évolution des écoles et des doctrines», Extrait du Progrès Médicale, 1928, τχ. 31.
  4. Anatomie et physiologie du système nerveux en général et du cerveau en particulier, ΙV, 271, αναφέρεται στο P. Messerli, «Une approche historique de l’aphasie», στο F. Eustache, B. Lechevalier (Εκδ), Langage et aphasie, De Boeck, 1989, σ. 13-39.

 

 

Ο David Kopel, ένας υπέρμαχος της οπλοκατοχής αμερικανός πολιτικός αναλυτής, που πριν από κάμποσα χρόνια επιχειρούσε να ανατρέψει την συνήθη, τότε, στις ΗΠΑ αντίθετη επιχειρηματολογία που τόνιζε πως «η βία είναι αρρώστια» και «το όπλο ένας ιός», δεν αρκέστηκε να προβάλλει την αδυναμία της ιατρικής να αντιμετωπίζει πάντα επιτυχώς τις ποικίλες επιδημίες, αλλά αντέστρεψε και το ίδιο το επιχείρημα: σκεφτείτε, συμπλήρωνε, «να αρχίσουμε να θεωρούμε τις αρρώστιες σαν έγκλημα…».[1] Αγνοούσε, προφανώς, το γεγονός ότι, αυτό που φανταζόταν πως θα τρόμαζε, είχε ήδη προταθεί κατά τον 19ο αιώνα, μέσα σε άλλο, βέβαια, πλαίσιο· αυτό που καθόριζε τότε η ανερχόμενη πίστη στον θετικισμό: «Θα δούμε το έγκλημα σαν μια αρρώστια και αυτή η αρρώστια θα έχει τους γιατρούς της που θα αντικαταστήσουν τους δικαστές σας και τα νοσοκομεία της που θα αντικαταστήσουν τα δεσμωτήριά σας». Το παράθεμα βρίσκεται στον πρόλογο που έγραψε ο Victor Hugo στην επανέκδοση του 1832 του μικρού του βιβλίου Τελευταίες μέρες ενός κατάδικου (1829), ένα σπουδαίο κείμενο για τους ανθρωπιστές εκείνης της εποχής που αντιτίθονταν στην ποινή του θανάτου. Το εντόπισε ο Μ. Renneville που γράφει: «Ούτε μεταφορά ούτε προφητεία του ποιητή. Ο Hugo προέβλεπε μόνο μια εξέλιξη που πολλοί γιατροί ζητούσαν πριν απ’ αυτόν. Ο Cabanis, σαράντα χρόνια πριν, βεβαίωνε ότι “οι φυλακές θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικά θεραπευτήρια του εγκλήματος”».[2] Υβρίδιο φυλακής-νοσοκομείου προτάθηκε εσχάτως για την αντιμετώπιση ατόμων με διαταραχές προσωπικότητες.[3]

  1. Kopel DB, «Guns, germs and science: public health approaches to gun control», Διάλεξη στο College of Public Health, University of Oklahoma, Oct 1994, http://teapot.usak.ca/cdn-firearms/Kopel/gunsgerm.html.
  2. Renneville M, « Entre nature et culture: le regard médical sur le crime dans la première moitié du XIXéme siècle ». Στο: Mucchielli L, (Ed) Histoire de la criminologie française. L’ Harmattan Paris 1994, 28-53.
  3. Eastman N, «Public health psychiatry or crime prevention? Government’s proposals emphasise doctors’ role as public protectors», BMJ 1999, 318, 549-551.

 

 

Ο John Marshall, σχολιάζοντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό κείμενο της Ann Harrington σχετικά με τις ημισφαιρικές διαφορές και την δυαδικότητα του νου, θα σταθεί στην παρατήρησή της ότι οι ανακαλύψεις του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν σε ένα ιδιαίτερο ιδεολογικό πλαίσιο και ερμηνεύτηκαν υπό το φως (ή το σκότος) των κοινωνικών συνθηκών που τότε επικρατούσαν. Προσθέτει, όμως, ότι οι κοινωνικοί περιορισμοί καθορίζουν κατά μεγάλο μέρος τη μεταφορική ερμηνεία των αποτελεσμάτων· άλλο να εντοπίζεις μια καλά προσδιορισμένη ψυχολογική λειτουργία, την αντίληψη του χρώματος για παράδειγμα, κι άλλο το yin και το yang.

  1. Ann Harrington, «Nineteenth-century ideas on hemishere defferences and: duality of mid», The Behavioral and Brain Sciences 1985, 8, 4, 617-659.
  2. Marshall JC, «The many-mind problem: neuroscience or neurotheology?», Open Peer Commentary στο Ann Harrington… (ό.π.), The Behavioral and Brain Sciences 1985, 8, 4, 642-643.

 

 

Οι πρώτες συστηματοποιημένες αντιλήψεις για τον «διπλό εγκέφαλο» είναι του 1844 –βρίσκονται στο βιβλίο του Wigan A new view of insanity: duality of mind [1]– και το πρώτο εγχείρημα «χειραγώγησης» των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ανάγεται στην εποχή του Charcot και του Dumontpallιer, ιδιαίτερα μέσα από τις προτεινόμενες τεχνικές ύπνωσης του καθ’ ενός ημισφαιρίου ξεχωριστά.[2] Την εποχή εκείνη, ο Brawn-Sequard ήταν μεταξύ εκείνων που απέδιδαν την «κατωτερότητα» του δεξιού ημισφαιρίου στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος. Πρότεινε λοιπόν την ιδιαίτερη χρήση του αριστερού ημίσεως του σώματος, με την πεποίθηση ότι αυτό θα αρκούσε για να αναπτυχθεί το δεξιό ημισφαίριο σε μέγεθος, αλλά και σε λειτουργίες. Σε μερικά σχολεία των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας άρχισαν τότε να εφαρμόζονται πρακτικές εμπνευσμένες από τις ιδέες του, να εκπαιδεύονται π.χ. και τα δύο χέρια ταυτόχρονα (το ένα να γράφει, το άλλο να παίζει πιάνο) με σκοπό να «προφυλαχθούν», αργότερα ως ενήλικες, από τις αφασίες ή να έχουν ταχύτερη ανάρρωση έπειτα από μονόπλευρες εγκεφαλικές βλάβες. Ο Chrichton-Brown ήταν μεταξύ αυτών που αντιτάχθηκαν, υποστηρίζοντας ότι η ανάδυση του ανθρώπου και η ανάπτυξη του πολιτισμού συνδέονται με την αύξηση της δεξιοχειρίας.[3]

  1. Clarke B, «Arthur Wigan and the duality of the mind», Psychological Medicine, Monogr Suppl 1978, 11, 1-52.
  2. Harrington A, Medicine, Mind, and the Double Brain. A study in Nineteenth-Century Thought, Princeton. N. York, Princeton University Press 1989.
  3. Finger S, Origins of neuroscinece, A history of explorations into brain function, («The emergence of the concept of cerebral dominance», 386-399), Oxford University Press 1994. Βλ και Harris LJ, «The ambidextral culture society and the “duality of mind”». Behavioral and Brain Sciences, 1985, 8, 639-640.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.