Μάνος Σαββάκης
Διδάσκων Κοινωνιολογίας
του Πανεπιστημίου Αιγαίου
σύναψις 10 [2008 – τόμος 04]
Εισαγωγή
Στη σύγχρονη εποχή τα ζητήματα της υγείας και της ασθένειας φαίνεται να αποκτούν ολοένα αυξανόμενη σημασία για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις που κάθε φορά κυριαρχούν, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι υπάρχει μια επιστροφή σε ένα συλλογικό αίτημα για περιορισμό της ασθένειας, αύξηση της υγείας και μεγιστοποίηση του χρόνου και της ποιότητας ζωής (Ρίκου Ε. & Αγραφιώτης Δ., 2005, 31-44). Την ίδια στιγμή, παρατηρείται ένα σημαντικό κενό στη σχετική συζήτηση γύρω από αυτά τα σημαντικά ζητήματα, το οποίο, εκτός των άλλων, σχετίζεται με την ανεπαρκή θεωρητική πραγμάτευση των ιστορικών μετασχηματισμών των εννοιών της υγείας και της ασθένειας.
Με άλλα λόγια, αναφαίνεται μια σημαντική έλλειψη ενασχόλησης με το γεγονός ότι σε διαφορετικούς ιστορικούς και κοινωνικούς χρόνους οι έννοιες της υγείας και της ασθένειας διαφοροποιούνται, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα ουσιαστικές αλλαγές και μετασχηματισμούς στο περιεχόμενο εκείνων που ορίζουν και περιγράφουν. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια ερευνητική αδιαφορία απέναντι στην κοινωνιολογική παρατήρηση ότι οι έννοιες της υγείας και της ασθένειας ενέχουν ιστορικότητα και είναι αποτέλεσμα κοινωνικής και πολιτισμικής διαμεσολάβησης.
Έτσι, πολύ συχνά, ειδικότερα στο πλαίσιο μιας δύσκολης και κοπιαστικής καθημερινής ιατρικής πρακτικής, αυτή η θεωρητική μέριμνα για αναστοχασμό και διαμεσολάβηση της εμπειρίας από ιστορικοποιημένα στοιχεία και κοινωνιολογικό προβληματισμό φαίνεται να παρακάμπτεται προς όφελος μιας εργαλειακής λογικής. Αυτή η μονοδιάστατη αντίληψη δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αξία της δι-επιστημονικής διερεύνησης και του συνδυασμού επιστημολογικών παραδειγμάτων και μεθοδολογικών εργαλείων. Έτσι, η αναντιστοιχία θεωρίας-πράξης και η αδυναμία ένταξης των εννοιακών κατηγοριών στα ιστορικο-κοινωνικά τους συμφραζόμενα καθιστά, συχνότατα, προβληματικό ή και αμοιβαία «καχύποπτο» τον αναγκαίο και χρήσιμο διάλογο μεταξύ ιατρικής και κοινωνικής επιστήμης.
Η κατάδειξη αυτής της «παραμορφωμένης» επικοινωνίας ανάμεσα στις έννοιες, στη χρήση τους, στην ιστορική τους εξέλιξη και στην κοινωνική τους αφετηρία προσφέρει έναν προνομιακό τόπο έρευνας για την ανάδειξη υποθέσεων εργασίας που θα κατευθύνονται αφενός από έναν κοινωνιολογικό αναστοχασμό αφετέρου από μια μέριμνα για τη σύνδεση της καθημερινής πρακτικής με τις θεωρητικές έννοιες.
Το Πέρασμα από τη Νόσο στην Ασθένεια
Οι ορισμοί για την υγεία και την ασθένεια φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις κοινωνικές ανάγκες και την ιστορική συγκυρία. Το γεγονός αυτό τους προσδίδει το χαρακτήρα ουσιωδώς διαμφισβητούμενων εννοιών, δηλαδή στην ουσία πολιτισμικών διακυβευμάτων. Οι έννοιες της υγείας και της ασθένειας σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και κρίνεται ερευνητικά χρήσιμο να τοποθετούνται κάθε φορά στις συγχρονικές και διαχρονικές τους ορίζουσες.
Σε πρώτη φάση μπορούμε να επισημάνουμε τρεις διαφορετικούς ορισμούς που συμπυκνώνουν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις για την υγεία. Αυτοί οι ορισμοί αφορούν: (α) την υγεία ως αξία (αξία), (β) την υγεία ως οριοθέτηση απέναντι στην ασθένεια και σε αντιδιαστολή με αυτήν (σκοπός) και (γ) την υγεία με καθαρά λειτουργικό περιεχόμενο (μέσον).
Η πρώτη και η δεύτερη περίπτωση αξιολογούνται με θετικό τρόπο και καλύπτονται από τον ορισμό της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (World Health Organization-WHO). Οι εν λόγω ορισμοί εννοιολογούν την υγεία ως το πλέον υψηλό αγαθό, δηλαδή ως την κατάσταση πλήρους ευεξίας, η οποία είναι ποιοτικά κάτι περισσότερο από την απλή απουσία ασθένειας. Η τρίτη κατηγορία θεωρεί την υγεία ως την ικανότητα του ατόμου να είναι αποδοτικό και να ανταποκρίνεται με συστηματικότητα και συνέπεια σε μια δέσμη κοινωνικών επιταγών και λειτουργικών προ-απαιτούμενων (Αλεξίου Θ., 2000, 146).
Οι παραπάνω ορισμοί, παρόλο που κατανοούν διαφορετικά την υγεία, έχουν ένα χαρακτηριστικό που τους ενοποιεί: σχετίζονται με ρυθμιστικά σχήματα, δηλαδή με κανονιστικούς και οριοθετημένους τρόπους στη βάση των οποίων «οφείλουμε» να προσεγγίζουμε συνολικότερα τα ζητήματα της υγείας και της ασθένειας. Στη βάση των προηγούμενων εισαγωγικών παρατηρήσεων, διακρίνεται, στη σχετικά πρόσφατη κοινωνιολογική συζήτηση, μια βασικότατη διαφορά ανάμεσα στις εννοιολογικές κατηγορίες ασθένεια (illness) και νόσος (disease).
Ο πρώτος όρος παραπέμπει στις υποκειμενικές ερμηνείες που προσδίδει το άτομο σε συγκεκριμένα νοσολογικά συμπτώματα ή ενδείξεις. Ο συγκεκριμένος όρος συνδέεται με μια περισσότερο αναστοχαστική-βιωματική1 θεώρηση της υγείας και της ασθένειας. Αντίθετα, ο δεύτερος όρος δηλώνει τις ποικίλες οργανικές ή παθολογικές μεταβολές που συντελούνται στο ανθρώπινο σώμα και συνδέεται με μια περισσότερο ιατρικοκεντρική θεώρηση της υγείας και της ασθένειας. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της βιοϊατρικής αντίληψης, η οποία θα εκτεθεί αναλυτικότερα στη συνέχεια, η έννοια της νόσου υποδηλώνει μια αξιακά ουδέτερη ταξινόμηση αφού περιγράφει απλά βιολογικά φαινόμενα.
Από την άλλη μεριά, η έννοια της ασθένειας είναι αξιακά φορτισμένη καθώς αναπαριστά υποκειμενικούς τρόπους οικειοποίησης της νόσου και παραπέμπει σε υποκειμενική ερμηνεία και δράση. Όπως είναι, νομίζουμε, προφανές από την προηγούμενη διάκριση, σύμφωνα με τους θιασώτες της βιοϊατρικής προσέγγισης, η έννοια της νόσου αφορά μια «ψυχρή και αντικειμενική» περιγραφή μιας ακολουθίας συμβάντων που εξετάζει «ιατρικά γεγονότα» (π.χ. ύπαρξη ή όχι κάποιου κακοήθους νεοπλάσματος, επιδείνωση ή όχι της στεφανιαίας νόσου κ.λπ.).
Για τους υποστηρικτές της έννοιας της νόσου, εκείνη της ασθένειας συνιστά ένα κανονιστικό-ηθικό σύνολο που βρίσκεται εκτός επιστημονικής γνώσης. Με τη σειρά της, η δεύτερη, ομολογεί με υποκειμενικές ερμηνείες, αναπαραστάσεις, αφηγήσεις και βιωμένες εμπειρίες και αφορά δημιουργήματα του κόσμου των ανθρώπων (Boorse C., 1975, 49-68). Ως εκ τούτου, ο όρος ασθένεια, ο οποίος είναι αυτός που προτιμάται στην παρούσα εργασία, προβληματοποιεί την παραδοσιακή καρτεσιανή αντίληψη περί διαχωρισμού σώματος-πνεύματος που σχετίζεται με την κατανόηση της ασθένειας ως φυσικού φαινομένου, το οποίο αφορά σχεδόν αποκλειστικά μια βιολογίζουσα ερμηνεία του κοινωνικού κόσμου.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι η εξέλιξη και ο μετασχηματισμός της ιατρικής γνώσης συνδέεται και με την εισαγωγή ενός κοινωνιολογικού προβληματισμού, ο οποίος ανασυγκροτεί κριτικά τις επιστημολογικές παραδοχές και τις πρακτικές της ιατρικής επιστήμης. Συνοπτικά, το κοινωνιολογικό επιχείρημα πρεσβεύει ότι η ιατρική γνώση μορφοποιείται κοινωνικά και διαμεσολαβείται πολιτισμικά. Επίσης, θεωρεί ότι ολόκληρος ο νοούμενος ως «φυσικός» κόσμος δεν υπόκειται σε a priori βιολογικές σταθερές ή εσαεί σταθερά καθεστώτα αλήθειας, τα οποία διαμορφώνονται σε κάποιο ιστορικό και κοινωνικό κενό (Porter R., (Ed.), 1996, 34-56, Nettleton S., 2002, 39-54 & Ουλής Π., 2003, 24-65).
Σε αυτό το ιατρικοκεντρικό πλαίσιο, η υγεία και η ασθένεια –και κατ’ επέκταση η ζωή και ο θάνατος–, τείνουν να αντιμετωπίζονται εργαλειακά (Αλεξιάς Γ., 2003, 328 & Agaben G., 413-418). Αργότερα, κυρίως μετά την ανάδυση και την κυριαρχία του Ορθού Λόγου, επικρατεί μια κοινωνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η διαχείριση του ανθρώπινου σώματος, παρουσιάζει ομόλογα στοιχεία με τη διαχείριση του κοινωνικού σώματος και –υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις– επιβάλλει εγκλεισμούς και αποκλεισμούς (Κορασίδου Μ., 2002, 21-23).
Η Λογική του Βιοϊατρικού Αναγωγισμού
Η σταδιακή επικράτηση της σύγχρονης δυτικής ιατρικής, η οποία πραγματοποιείται στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά τον 17ο αιώνα, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την κυριαρχία του βιοϊατρικού μοντέλου για την υγεία και την ασθένεια.2 Το βιοϊατρικό παράδειγμα εδράζεται σε πέντε βασικές παραδοχές:
Σύμφωνα με τη βιοϊατρική προσέγγιση κάθε ασθένεια προκαλείται συχνότατα βασικά από έναν παράγοντα, ο οποίος συνηθέστατα δύναται να απομονωθεί, να καταδειχθεί και να ονοματιστεί, ο λεγόμενος παθογόνος οργανισμός (π.χ. ιοί ή βακτήρια) (Nettleton S., 2002, 23-26). Στην ουσία, αυτή η θεώρηση επικεντρώνεται στις βιολογικές διαστάσεις χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της ασθένειας. Το μοντέλο αυτό στηρίζεται στην εξής βασική οντολογική και επιστημολογική παραδοχή: οι ασθένειες είναι αποτυπώσιμα και εμπειρικά διακριτά φαινόμενα, που αποκαλύπτονται μέσα από «ενδείξεις» και «συμπτώματα». Κατά συνέπεια, η ασθένεια ορίζεται ως η απόκλιση από ένα μοντέλο μιας υποτιθέμενης φυσιολογικής κανονικότητας (Atkinson P., 1990 & Αγραφιώτης Δ., 2003).
Το βιοϊατρικό μοντέλο, όπως κάθε σχηματική ταξινόμηση, ενέχει εσωτερικές πολυπλοκότητες και διαφοροποιήσεις. Παρόλες τις εσωτερικές διαφορές, οι περισσότεροι υπέρμαχοι της βιοϊατρικής θέσης συναινούν ότι η ικανότητα κατηγοριοποίησης των οργανισμικών διεργασιών και καταστάσεων σε παθολογικές ή υγιείς αποτελεί ένα αντικειμενικό ζήτημα. Αυτό συμβαίνει διότι η ανάγνωση και η ερμηνεία της υγείας, της ασθένειας –και κατ’ επέκταση του σώματος– εδράζεται σε βιολογικά φυσικά γεγονότα και αντικειμενικότητες δίχως να απαιτεί τη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων.3
Μια άλλη παραδοχή αυτής της θεώρησης, η οποία αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες της σύγχρονης δυτικής ιατρικής, είναι η αυξημένη πίστη στην ικανότητα της επιστήμης να διαυγάσει αντικειμενικά μέσω της πειραματικής μεθόδου και της εμπειρικής παρατήρησης τα αντικειμενικά αίτια της ασθένειας και της σωματικής παθογένειας ή ανωμαλίας. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης είναι ότι η ιατρική επιστήμη αυτοαναγορεύεται στη μοναδική αληθινή και ισχύουσα αντίληψη για την υγεία και την ασθένεια (Shilling C., 1993, Nettleton S., 2002, Ουλής Π., 2003 & Αγραφιώτης Δ., 2003).
Η βιοϊατρική αντίληψη υποστηρίζει ότι η άνοδος της επιστημονικής ιατρικής –και σχεδόν αποκλειστικά αυτή– έχει συνεισφέρει στη δημιουργία μιας ολοένα εντεινόμενης ικανότητας κατανόησης της ασθένειας και των παραγόντων που την προκαλούν. Αυτό το επιχείρημα επικαλείται μια σειρά από «προφανείς» αλήθειες: αύξηση του μέσου όρου ζωής σε παγκόσμιο επίπεδο,4 επιτυχημένη αντιμετώπιση και έλεγχος ή εξαφάνιση ορισμένων ασθενειών, ελαχιστοποίηση προκαταλήψεων και στερεοτύπων γύρω από συγκεκριμένες ασθένειες (π.χ. λέπρα, ιός HIV κ.λπ.), ανακάλυψη νέων θεραπευτικών τεχνικών και φαρμάκων, καταπολέμηση νέων ιών κ.λπ.
Στη βάση της νατουραλιστικής προσέγγισης, η ιστορία της ιατρικής τείνει να ομοιάζει με μια γραμμική ιστορία τεχνολογικών εφευρέσεων που υπηρετούν την ανθρωπότητα. Επιπλέον, αυτή η πορεία φαίνεται να αποτελεί ένα πεφωτισμένο εγχείρημα απέναντι σε προ-επιστημονικά ερμηνευτικά σχήματα και αυθαίρετες εικασίες. Επίσης, αποτελεί μια συνεχόμενη αναζήτηση επιστημονικών εξηγήσεων και ορθολογικών απαντήσεων γύρω από τα ζητήματα της ασθένειας και του σώματος. Με άλλα λόγια, παρατηρείται ένα πέρασμα από την υπερβατική κατανόηση και ερμηνεία σε μια εμπειρικο-θετικιστική ερμηνεία της ασθένειας και των παραγόντων που την προκαλούν.
Η Κοινωνιολογική Προσέγγιση της Υγείας και της Ασθένειας
Σύμφωνα με τους επικριτές της αντίληψης της (ιατρικής) γνώσης το βιοϊατρικό μοντέλο αποτελεί μια άτεγκτη και ανιστόρητη ερμηνευτική προσέγγιση. Αποτελεί ένα «σκληρό» θετικιστικό μοντέλο που απομονώνει αποσπασματικά πληροφορίες τις οποίες θεωρεί επιστημονικώς ορθές και έγκυρες και τις αποσπά από τα οικονομικοκοινωνικά τους συμφραζόμενα. Κατά αυτόν τον τρόπο, συγκροτεί μια υποτιθέμενη θεωρητικά «ουδέτερη» χρονολόγηση των ανακαλύψεων που συναποτελούν αυτό που σήμερα ονομάζουμε επιστημονική ιατρική. Από την άλλη μεριά, διάφοροι σχολιαστές θεωρούν ότι οι ικανότητες της ιατρικής γνώσης έχουν υπερεκτιμηθεί στο βαθμό που δεν είναι μονάχα οι ιατρικές γνώσεις που έχουν συνεισφέρει στην επιμήκυνση του μέσου όρου ζωής, αλλά κυρίως μια σειρά από άλλες αιτίες όπως οι ρυθμοί αναπαραγωγής, η καθημερινή διατροφή, οι συνθήκες εργασίας, οι πολιτισμικές συνήθειες κ.λπ.
Ένα άλλο σημείο, για το οποίο δέχεται κριτική η βιοϊατρική προσέγγιση, είναι η αδυναμία της να τοποθετήσει τα φαινόμενα της υγείας, της ασθένειας και του σώματος στις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που τα αφορούν, αφού αγνοεί συστηματικά τη σχέση τρόπου ζωής και ασθένειας. Η ισχνότητα της βιοϊατρικής αντίληψης πολλαπλασιάζεται από την εμπειρική παρατήρηση ότι τα θεωρούμενα ως «αντικειμενικά» γεγονότα (π.χ. καλή κατάσταση υγείας) επηρεάζονται τόσο από κοινωνικούς όσο και από οικονομικούς παράγοντες. Η βιωσιμότητα ενός ατόμου, δηλαδή η κατάσταση ή τα προβλήματα της υγείας του, δεν εμφανίζεται πάντα ως κατανομή διαγραμμάτων, αλλά σχετίζεται με κοινωνικές δομές, έμφυλες διαφορές, ταξικές και πολιτισμικές ανισότητες, κ.λπ. (Magner L. A., 1992 & Αγραφιώτης Δ., 1998).
Μια άλλη σημαντική κριτική, που έχει δεχτεί αυτή η προσέγγιση, είναι ότι θεωρεί τους ασθενείς πρωτίστως ως φορείς ενός προβλήματος και τους αντιμετωπίζει ως παθητικά αντικείμενα και όχι ως ενεργητικά υποκείμενα. Με άλλα λόγια, υποστηρίζεται ότι η κατάτμηση του ανθρώπινου σώματος, δηλαδή η απόσπαση του από τον κοινωνικο-ιστορικό του φορέα του και τις βιογραφικές του αναφορές, παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι άνθρωποι σκέπτονται, ενεργούν και ερμηνεύουν με πολύτιμο τρόπο τα γεγονότα που τους συμβαίνουν και τους αφορούν.5 Αυτές οι υποκειμενικές ερμηνευτικές προκείμενες είναι βασικές για την κατανόηση κάθε ξεχωριστής ατομικής περίπτωσης, αλλά και της ασθένειας ως κοινωνικού φαινομένου.
Η κοινωνιολογική προσέγγιση, η οποία θεωρεί ότι οι απόψεις για την υγεία και την ασθένεια διαμεσολαβούνται από κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και ότι υπάρχει μια διαδικασία μετασχηματισμού τους στον ιστορικο-κοινωνικό χώρο και χρόνο, παραπέμπει στην παραδοχή περί κοινωνικής μορφοποίησης της ιατρικής γνώσης.6 Η αντίληψη περί κοινωνικής μορφοποίησης της ιατρικής γνώσης συνδέεται με την εισαγωγή ενός κοινωνιολογικού προβληματισμού που αποδίδει έμφαση στην ιστορικότητα και την αναστοχαστικότητα και έχει προφανείς και άμεσες συνέπειες.
Αυτή η αντίληψη θεωρεί ότι οι ιατρικές ταξινομήσεις, που συνδέονται με την υγεία και την ασθένεια, δεν αποτελούν αντικειμενικές ή αξιολογικά ουδέτερες περιγραφές ψυχικών ή σωματικών παθήσεων. Αντίθετα αυτές οι ταξινομήσεις αποτελούν κοινωνικά δημιουργήματα, τα οποία διαμεσολαβούνται από οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα και τείνουν πολύ συχνά να συγκροτούν κανονιστικά σχήματα με καθολικό χαρακτήρα (Gutenschwager G., 1984, 24-50 & Colin J. & Porter C., 1994).
Με άλλα λόγια, δημιουργούν οιονεί «καθεστώτα αλήθειας», τα οποία εξαρτώνται, όπως κάθε κοινωνικό μόρφωμα, από τις υλικές και συμβολικές συνθήκες παραγωγής τους. Η βιοϊατρική προσέγγιση τελικά κρίνεται ατελέσφορη για να προσφέρει μια συνολικότερη κατανόηση της υγείας και της ασθένειας. Η επίσημη ιατρική γνώση δεν είναι ανεξάρτητη από κοινωνικές διεργασίες ή απομονωμένη από πολιτικά διακυβεύματα. Αντίθετα, αποτελεί, όπως όλες οι επιστημονικές πειθαρχίες και μορφές γνώσης, αποτέλεσμα κοινωνικο-πολιτικών διαδικασιών (Αγραφιώτης Δ., 1998 & 2003).
Συμπεράσματα
Οι έννοιες της υγείας και της ασθένειας είναι αποτέλεσμα κοινωνικών διαδικασιών και μετασχηματίζονται διαρκώς στον ιστορικό χώρο και χρόνο. Με βάση όσα επισημάνθηκαν, διαφάνηκε ότι στο πλαίσιο ιστορικο-κοινωνικών διαδικασιών, το ενδιαφέρον για την υγεία και την ασθένεια σταδιακά μετατοπίστηκε από μια νατουραλιστική προσέγγιση, η οποία λανθασμένα θεωρούσε την υγεία και την ασθένεια ως αποκλειστικά αντικείμενα της ιατρικής επιστήμης, σε μια κοινωνική αντίληψη που θεωρεί τις έννοιες αυτές ως πεδίο διαμάχης και έκφρασης κοινωνικών σχέσεων.
Η αντίληψη που υποστηρίζει την κοινωνική μορφοποίηση της ιατρικής γνώσης, σχετίζεται άμεσα με την εισαγωγή ενός ευρύτερου κοινωνιολογικού προβληματισμού. Η εν λόγω κοινωνιολογική προσέγγιση επικεντρώνεται στις ιστορικές και κοινωνικές διαμεσολαβήσεις γύρω από τα ζητήματα της υγείας και της ασθένειας και εξαίρει τη δι-επιστημονικότητα, την ικανότητα διάκρισης των επιπέδων και το μεθοδολογικό πλουραλισμό. Παράλληλα, η κατανόηση της πολιτικής ρύθμισης αυτών των ζητημάτων της υγείας και της ασθένειας υπογραμμίζει τις άνισες κοινωνικές σχέσεις και τους πιθανούς τρόπους προβληματοποίησής τους.
Η ιατρική επιστήμη, όπως κάθε άλλο σύστημα επιστημονικής γνώσης, κρίνεται σκόπιμο να προσεγγίζεται όχι βάσει μιας προ-δεδομένης ή αναλλοίωτης ουσίας, αλλά στη βάση μιας κριτικής ανάλυσης και αποτίμησης των ιστορικών και κοινωνικών της προϋποθέσεων. Καταληκτικά, σημειώνεται ότι στα ζητήματα της υγείας και της ασθένειας συναντιούνται, όχι πάντα με όρους συναίνεσης και συνεργασίας, αλλά πολύ συχνά με όρους αντίστιξης και διαφοροποίησης, οι κοινωνικοί κανόνες, οι ηθικές συμβάσεις, και οι πολιτισμικές κυρώσεις.
1 Για τη χρήση της βιογραφικής-αφηγηματικής μεθόδου στην κοινωνική έρευνα βλ. Σαββάκης M., 2003, 65-87. Για τη σχέση εθνογραφίας, συγκριτικής κοινωνικής έρευνας και ζητημάτων εισόδου στο πεδίο της εμπειρικής έρευνας βλ. Savvakis M. & Tzanakis M., 2004.
2 Αυτή η αντίληψη για την υγεία, την ασθένεια και το σώμα αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στο τακτικό πλύσιμο του σώματος ως μέσου απολύμανσης, προστασίας και καλύτερης λειτουργικότητας. Οι παραπάνω διαδρομές και μετασχηματισμοί καταδεικνύουν τη σχέση των φαινομένων που συζητάμε με τη διαδικασία του πολιτισμού, την αυξανόμενη βαρύτητα των πολιτισμικών κατηγοριών στον κόσμο των αισθήσεων, τη λείανση της συμπεριφοράς, τη διεύρυνση του ιδιωτικού χώρου ή του αυτοκαταναγκασμού και τη φροντίδα του εαυτού (Vigarelo G., 2000, 13-16). Εκτός από τα προηγούμενα, υπάρχει μια άλλη εξίσου παλιά αντίληψη η οποία κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή ιατρική σκέψη από τον 17ο και κυρίως στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη επαφή είναι υπεύθυνη για τη μεταδοτικότητα της αρρώστιας. Η παραπάνω εξήγηση για την προέλευση της αρρώστιας κυριάρχησε τόσο στη δυτική ευρωπαϊκή όσο και την ισλαμική ιατρική σκέψη για πολλούς αιώνες μέχρι την παστεριανή επανάσταση των μικροβίων προς το τέλος του 19ου αιώνα. Η παραπάνω αντίληψη, η οποία προβάλλει με τη μεσαιωνική λέπρα και ενδυναμώνεται με την πανώλη, χαρακτηρίζει την επαφή, τη συνεύρεση και το συγχρωτισμό με τον άρρωστο και το περιβάλλον του ως εξαιρετικά επικίνδυνες καταστάσεις. Επιτάσσει ως μέσο προφύλαξης την απόρριψη, την απώθηση, το διαχωρισμό, την απομόνωση, τον αποκλεισμό και τον εγκλεισμό του πάσχοντος υποκειμένου. Η εν λόγω κυρίαρχη στην ιατρική σκέψη αντίληψη, με το φόβο της επαφής που συνεπάγεται και καθιερώνει, επηρέασε σημαντικά την κοινωνική σκέψη από τον 17ο αιώνα. Τη μιασματική θεωρία για τη διάδοση των επιδημιών ασπάζεται και η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία (Κωστής Κ., 1995, 135).
3 Η θέση αυτή εστιάζεται στην κεντρική, για την ιατρική επιστήμη, θεώρηση της υγείας ως απουσίας νόσου, ορισμός που έρχεται σε αντίθεση με τον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος ορίζει την υγεία ως την κατάσταση της πλήρους σωματικής και ψυχικής ευεξίας. Στη βάση αυτής της αντίληψης οι επιμέρους κατηγορίες οργανισμικών συνθηκών της ιατρικής νοσολογίας χαρακτηρίζονται δυνητικά ως προς τις ακόλουθες όψεις τους: αιτιολογία (αιτιακοί παράγοντες πρόκλησής τους), παθογένεια (διεργασία ανάδυσής τους), παθολογο-ανατομία (βλάβες ιστών ή βιολογικών υγρών που επιφέρουν), παθοφυσιολογία (διαταραχή φυσιολογικών οργανισμικών μηχανισμών που επιφέρουν) και κλινικά γνωρίσματα (σημεία, συμπτώματα, πορεία στο χρόνο, επιπλοκές, έκβαση κ.λπ.) (Ουλής Π., 2003, 23-25).
4 Τα όρια αυτής της αντίληψης καταδεικνύονται όταν αδυνατεί να ερμηνεύσει φαινόμενα όπως η μείωση του μέσου όρου ζωής στη Ρωσία από τα 72 στα 58 χρόνια κατά της διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι η εφαρμογή της ιατρικής γνώσης και των διαγνωστικών της κατηγοριών, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον Freidson, η ιατρική, όντας η εξουσία που ορίζει τι είναι «πραγματικά» η ασθένεια, δημιουργεί η ίδια τις κοινωνικές προϋποθέσεις της «άρρωστης» συμπεριφοράς (Freidson E., 1986, 206). Επίσης, οι Berger & Luckman υποστηρίζουν ότι η καθημερινή γνώση αποτελεί μια ενεργητική διαπραγμάτευση και παραγωγή των ατόμων και προσανατολίζεται στην εξέταση συγκεκριμένων πρακτικών ζητημάτων. Κατά συνέπεια τα «δεδομένα» ή τα «γεγονότα» δημιουργούνται από τις ανθρώπινες δράσεις και από τις ερμηνείες της κοινωνικής πραγματικότητας. Έτσι η έννοια κοινωνική κατασκευή παραπέμπει σε μια διττή συνεκδήλωση του όρου, ως κάτι το οποίο είναι την ίδια στιγμή υλικό και πλασματικό (Berger P. L. & Luckman T., 1966). Με βάση αυτήν την αντίληψη, η κατανόηση των ερμηνευτικών σχημάτων και των πρακτικών, σχετικά με την υγεία και την ασθένεια, προϋποθέτει την ανάλυση των αντιλήψεων των καθημερινών δρώντων, έστω και αν αποστασιοποιείται από αυτά.
5 Σε αυτό το σημείο η κριτική που έχει ασκήσει η φεμινιστική οπτική στο βιοϊατρικό μοντέλο είναι εξαιρετικά σημαντική, ειδικότερα σε ζητήματα που σχετίζονται με το γυναικείο σώμα, τον τοκετό, τις αμβλώσεις, το θάνατο, κ.λπ. Το κεντρικό σημείο αυτών των επιχειρημάτων συνίσταται στην προβληματοποίηση της μεταφοράς ιδιωτικών εμπειριών σε δημόσιους χώρους ειδικού χαρακτήρα (π.χ. νοσοκομεία). Η ιατρικοποίηση των προσωπικών εμπειριών, που αφορούν φυσικά γεγονότα, διατείνονται οι επικρίτριες του βιοϊατρικού μοντέλου, και η μεταφορά τους σε ένα μάλλον ανδροκρατικό περιβάλλον, όπως οι κλινικές και τα νοσοκομεία, τα καθιστά ιατρικά προβλήματα, τα οποία χρήζουν ιατρικής αντιμετώπισης και παρέμβασης. Ο ιατρικός λόγος συνέβαλλε ώστε να θεωρηθεί το γυναικείο σώμα εύθραυστο, παθητικό και άρα επιρρεπές στον ιατρικό έλεγχο και την παρακολούθηση. Επίσης, συνεισέφερε στην απαξίωση των γυναικείων βιωμάτων τα οποία θεωρήθηκαν ανάξια λόγου και προσοχής.
6 Για μια εκτενέστερη ανασυγκρότηση της συζήτησης περί βιοϊατρικής προσέγγισης και κοινωνικής μορφοποίησης της ιατρικής γνώσης βλ. Σαββάκης Μ., 2008. Για μια προσπάθεια σύνδεσης διαφορετικών ιδρυμάτων, τα οποία στο πέρασμα του ιστορικού χρόνου αποτύπωσαν διαδικασίες κοινωνικού στιγματισμού και εγκλεισμού, λειτουργώντας ως τόποι-σύμβολα κοινωνικών ορίων βλ. Τζανάκης Μ. & Σαββάκης M., 2003, 87-126.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agaben G., «Η Πολιτικοποίηση του Θανάτου», στο Μακρυνιώτη Δ., (Επιμ.), Τα Όρια του Σώματος. Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, Αθήνα, Νήσος, 2004, 413-418.
Atkinson P., the Clinical Reality: The Construction and Reconstruction of Medical Reality, Aldershot, Gower, 1990.
Berger P. L. & Luckman T., The Social Construction of Reality, New York, Doubleday & CO, 1966.
Boorse C., «On the Distinction Between Disease and Illness», Philosophy and Public Affairs, V. 5, 1975, 49-68.
Colin J. & Porter C., Reassessing Foucault. Power, Medicine and the Body, London, Routledge, 1994.
Freidson E., Professional Powers: A Study of the Institutionalisation of Formal Knowledge, Chicago, University of Chicago Press, 1986.
Gutenschwager G., «Η Πολιτική Οικονομία της Υγείας», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τ. 53, 1984, 24-50.
Magner L. A., History of Medicine, New York, Marcel Decker, 1992.
Nettleton S., Κοινωνιολογία της Υγείας και της Ασθένειας, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2002.
Porter R., (Ed.), The Cambridge Illustrated History of Medicine, Cambridge, Cambridge University Press, 1996.
Savvakis M. & Tzanakis M., «The Researcher, the Field and the Issue of Entry: Two Cases of Ethnographic Research Concerning Asylums in Greece», Sociological Research on Line, V. 9 (2), http://www.socresonline.org.uk/9/2/ savvakis.html, 2004.
Shilling C., The Body and Social Theory, Thousand Oaks, Sage, 1993.
Vigarelo G., Το Καθαρό και το Βρώμικο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000.
Αγραφιώτης Δ., Υγεία και Αρρώστια. Κοινωνικές και Πολιτιστικές Διαστάσεις, Αθήνα, Λίτσας, 1998.
Αγραφιώτης Δ., Υγεία, Αρρώστια, Κοινωνία. Τόποι και Τρόποι Σύμπλεξης, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2003.
Αλεξιάς Γ., «Το Ανθρώπινο Σώμα: Από τη Βιολογία στη Δυνητικοποίηση», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τ. 111-112, 2003, 327-358.
Κορασίδου Μ., Όταν η Αρρώστια Απειλεί. Επιτήρηση και Έλεγχος της Υγείας του Πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου Αιώνα, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2002.
Κωστής Κ., Στον Καιρό της Πανώλης. Εικόνες από τις Κοινωνίες της Ελληνικής Χερσονήσου, 14ος-19ος Αιώνας, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1995.
Ουλής Π., Η Φύση της Ψυχικής Νόσου, Αθήνα, Εξάντας, 2003.
Παπαϊωάννου Σ., (Επιμ.), Ζητήματα Θεωρίας και Μεθόδου των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα, Κριτική, 2007.
Ρίκου Ε. & Αγραφιώτης Δ., «Νέα Δημόσια Υγεία και Ανθρωπολογία της Υγείας: Απόπειρες Στάθμισης της Ελληνικής Εμπειρίας με Αναφορά στο Παράδειγμα του AIDS», Ελληνικά Αρχεία AIDS, Τ. 13 (1), 2005, σσ. 31-44.Σαββάκης M., «Ασθένεια, Εγκλεισμός, Θρησκευτικότητα και Εγχειρήματα Υπέρβασης του Κοινωνικού Στιγματισμού», στο Παπαϊωάννου Σ., (Επιμ.), 2007a, 544-558.
Σαββάκης M., «Η Βιογραφική Έρευνα ως Εναλλακτικό Ερευνητικό Εγχείρημα και ως Μεθοδολογικό Διάβημα: Πλεονεκτήματα και Όρια», Δοκιμές, T. 11-12, 2003, 65-87.
Σαββάκης Μ., «Νόσος του Χάνσεν και Κοινωνικός Μετασχηματισμός», Σύναψις, Τ. 5, 2007, 70-84.
Σαββάκης Μ., Οι Λεπροί της Σπιναλόγκας. Ιατρική, Εγκλεισμός, Βιωμένες Εμπειρίες (1903-1957), Αθήνα, Πλέθρον, 2008.
Σαββάκης Μ., & Τζανάκης Μ., «Βιογραφική Ρήξη και Ιδρυματισμός: Θεσμικές και Αφηγηματικές Διαστάσεις μιας Κοινωνικής Διαδικασίας», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 120 Β΄, 2006, 37-64.
Τζανάκης Μ. & Σαββάκης M., «Οι Τόποι ως Ιστορικοπολιτισμικά Αντιπαραδείγματα και ως Σύμβολα Κοινωνικών Ορίων: Σπιναλόγκα και Λέρος», Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τ. 36 (I), 2003, 87-126.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.