Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 10  [2008 – τόμος 04]

Οι βλαβερές συνέπειες του... μυθιστορήματος και του θεάτρου: μια ιατρική αντίληψη του 19ου αιώνα και η στάση του Δ. Βικέλα

[100 χρόνια από το θάνατο του Δημητρίου Βικέλα]

Στην Ερμούπολη η θεατρική παράδοση άρχισε στα 1826. Τα εγκαίνια του ιστορικού Θεάτρου Απόλλων έγιναν το 1864. Ανακαινίστηκε το 1991.
Στην Ερμούπολη η θεατρική παράδοση άρχισε στα 1826. Τα εγκαίνια του ιστορικού Θεάτρου Απόλλων έγιναν το 1864. Ανακαινίστηκε το 1991.

Φέτος τον Ιούλιο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από το θάνατο του Δημητρίου Βικέλα και μέσα στον Αύγουστο διεξήχθησαν στο Πεκίνο οι 29οι Ολυμπιακοί Αγώνες, στην αναβίωση των οποίων είχε λάβει μέρος από τη θέση του Προέδρου της Διεθνούς Επιτροπής που δημιουργήθηκε το 1894 και οργάνωσε τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα το 1896.

Το άρθρο που ακολουθεί δεν θα σταθεί σε αυτές τις επετειακές συγκυρίες παρόλο που αυτές το …προκάλεσαν. Το άρθρο αναφέρεται βέβαια στον Βικέλα αλλά, κυρίως, ανατρέχει στο παρελθόν για να υπενθυμίσει μια κοινωνική στάση που εξέλειπε, όσο κι αν υπάρχουν ακόμα εστίες που τη συντηρούν. Δικαίως, λοιπόν, κατέχει τη θέση του εδώ, στα επίκαιρα και ανεπίκαιρα θέματα, όντας κατά βάση ανεπίκαιρο άρθρο που, όμως, διαθέτει και την επικαιρότητά του [την συγκυριακή αλλά και την …συντηρητική]. Το άρθρο ανατρέχει κατ’ αρχάς σε ένα παλιό μου κείμενο για τον Βικέλα που, ως γνωστόν, δεν μερίμνησε μόνο για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά υπηρέτησε στο Λονδίνο και την Αθήνα, τόσο τον κερδώο όσο και τον λόγιο Ερμή, καταλείποντας σημαντικό συγγραφικό έργο, πεζογραφικό και θεατρικό. Πώς ήταν, λοιπόν, δυνατόν να εκφράσει …θεατροφοβικά [τρόπον τινά] αισθήματα, όπως άφηνα να εννοηθεί από τον τίτλο, κιόλας, του δημοσιεύματός μου στα Συριανά Γράμματα [1996, 38, 95-101], με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι βλαβερές συνέπειες του …μυθιστορήματος και του θεάτρου. Μια ιατρική αντίληψη του 19ου αιώνα και η στάση του Δ. Βικέλα», που αποτέλεσε και έναυσμα για περαιτέρω έρευνα.

Δημήτριος Βικέλας (1835-1908). Γραμματόσημο του 1994, αναμνηστικό των 100 χρόνων από την απόφαση για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Δημήτριος Βικέλας (1835-1908). Γραμματόσημο του 1994, αναμνηστικό των 100 χρόνων από την απόφαση για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Να πώς άρχιζε το άρθρο εκείνο:

      Διαβάζοντας στα Συριανά Γράμματα τη μελέτη του Βάλτερ Πούχνερ για τη σημαντική σχέση του Βικέλα με το θέατρο,1 στάθηκα στην επισήμανση ότι η ενασχόλησή του με τις τραγωδίες του Σαίξπηρ φαίνεται πως λειτουργούσε «ψυχοθεραπευτικά», καθώς η απόδοση τους στα ελληνικά, μεταξύ 1874 και 1884, συνέπιπτε με την έντονη συναισθηματική του φόρτιση λόγω της ψυχικής ασθένειας της γυναίκας του. Μικρή «λεπτομέρεια» μέ­σα στο πλήθος των θεατρολογικών πληροφοριών, η οποία όμως με οδήγησε συνειρμικά σε άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα κατεύθυνση. Όσα ακολουθούν, έχουν εδώ την αφετηρία τους.

      Όχι, δεν πρόκειται να εστιάσω την προσοχή του αναγνώστη σ’ αυτό που είναι ευρύτερα γνωστό, δηλαδή στην «καθαρτική» λειτουργία της τέχνης, κάτι που, από το 1923, είχε χρησιμοποιηθεί στο θεραπευτικό ψυχόδραμα του Moreno και στις μεταγενέστερες ψυχαναλυτικές του εκδοχές, στις οποίες τονιζόταν σαφέστερα η δράση της «μεταβίβασης» μέσα από τα θεατρικώς δρώ­μενα ή, πάλι, στις πιο πρόσφατες «ψυχοθεραπείες δημιουργικότητας», μέσω της καταφυγής στην εικαστική έκφραση, τη μιμική και τη σωματική εκφραστικό­τητα, αλλά και τη λογοτεχνική γραφή.2 Άλλος ήταν ο συνειρμός που κινητο­ποίησε η προαναφερθείσα «λεπτομέρεια». Στο νου μου ήρθε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο που είχα επισημάνει αναδιφώντας τη πολυσέλιδη βιογράφηση του Βικέλα από τον ανεψιό του, τον Αλέξανδρο Οικονόμου: «Κατά το έτος 1857 ο Δημητράκης έμαθε εν Λονδίνω ότι ιταλικός θίασος έδιδε παραστάσεις εις την Σύρον και ότι η Σμαράγδα Βικέλα επήγε τα κορίτσια της εις το θέατρoν! Έ­σπευσε τότε να επισύρη ευσεβάστως την προσοχήν της μητρός του επί της κα­κής επιδράσεως των ιταλικών μελοδραμάτων επί αθώων παρθενικών ψυχών».3

    

Voltaire (1694-1778)
Voltaire
(1694-1778) Για το καλό της ψυχής τους, απαγορεύουμε να διαβάσουν έστω και ένα βιβλίο
Voltaire: Περί του φοβερού κινδύνου της αναγνώσεως4

Τα αγαθά της ανάγνωσης προβάλλει ο Βολταίρος με την αλληγορική του σατιρική παμφλέτα De l’horrible danger de la lecture. Στο σκηνικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η εισαγωγή της τυπογραφίας κατά το έτος 1143 της Εγίρας, αναθεματίζεται ως ολέθρια, διαβολική εφεύρεση, επειδή μειώνει την αμάθεια που προστατεύει τα ευνομούμενα κράτη· επειδή ανάμεσα στα βιβλία που έρχονται από τη Δύση υπάρχουν και μερικά που ασχολούνται με τη γεωργία και τις τέχνες, που μπορεί να εμπνεύσουν στους υπηκόους την αγάπη για το δημόσιο καλό, πλουτίζοντάς τους συνάμα· επειδή, ακόμα, θα μπορούσε να αναζητήσουν σ’ αυτά την ισότητα ή τη γνώση των μεταδοτικών ασθενειών, προσβάλλοντας την τάξη της θείας πρόνοιας· επειδή, εν τέλει, θα μπορούσε έτσι να φωτιστούν, κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η ανάγνωση και η εκμάθησή της στα παιδιά απαγορεύτηκε. Ο Βολταίρος σαρκάζει.

      Αυτή η «απόλυτη απαγόρευση» δεν είναι άγνωστη στην ιστορία. Ο Alberto Manguel αναφέρεται στον Κάρολος Β’ της Αγγλίας που δίδαξε τον χριστιανισμό στους σκλάβους των βρετανικών αποικιών το 1660. Σύμφωνα, όμως, με το προτεσταντικό δόγμα που ακολουθούσε η Αγγλία, η σωτηρία της ψυχής εξαρτιόταν από την ικανότητα του καθενός  να διαβάζει μόνος του τον Θείο Λόγο. Έτσι προέκυψε ο φόβος των «εγγράμματων σκλάβων». Οι δουλέμποροι και οι κάτοχοι σκλάβων δεν πίστευαν ότι η καινοφανής αυτή εκπαίδευση θα περιοριζόταν μόνο στην Αγία Γραφή, γι’ αυτό και αντέδρασαν έντονα, κυρίως στις αμερικανικές αποικίες. Στην Νότιο Καρολίνα, 100 χρόνια μετά, θεσπίστηκαν αυστηροί νόμοι που απαγόρευαν σε όλους τους μαύρους να μάθουν ανάγνωση· οι νόμοι αυτοί άντεξαν μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα.5

Η ανάγνωση. William Hogarth (1697-1764)
Η ανάγνωση. William Hogarth (1697-1764)

Η «απαγορευμένη ανάγνωση» έχει βέβαια εκδηλωθεί και με άλλους τρόπους: με το κάψιμο των βιβλίων, βέβαια, σε έκτακτες καταστάσεις, κυρίως όμως με την λογοκρισία, από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονή μας εποχή. Στις ΗΠΑ, το πρώτο αποτελεσματικό όργανο λογοκρισίας δημιουργήθηκε το 1872 από τον Άντονι Κόμστοκ που ίδρυσε στη Νέα Υόρκη την Εταιρεία για την Καταστολή της Ανηθικότητας· ο προπάτοράς μας ο Αδάμ δεν γνώριζε ανάγνωση, έλεγε, αλλά μια και το κακό είχε γίνει θα διάλεγε αυτός τι θα μπορούσε ο καθένας να διαβάσει.6   

      Υπάρχει όμως και μια άλλη, ανάλογη αλλά όχι τόσο γνωστή, πρακτική που βασίζεται στην «ιδέα ότι ορισμένα βιβλία είναι προορισμένα για τα βλέμματα μόνο συγκεκριμένων ομάδων», πρακτική που είναι «εξίσου πανάρχαιη όσο και η ίδια η λογοτεχνία». Αφορούσε κυρίως στις γυναίκες. «Ανάγνωση υπό περιορισμό» την ονομάζει ο Alberto Manguel: από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα τα «ελαφρά αναγνώσματα» προορίζονται κυρίως για τις γυναίκες. «Η ανάγνωση τέτοιων μυθιστορημάτων όχι μόνο πρόσφερε στη γυναίκα αναγνώστρια έναν τρόπο να αναζητήσει πού και πού καταφύγιο στην παθητικότητα που επέφερε το όπιο της λογοτεχνίας· της πρόσφερε κάτι πολύ συναρπαστικότερο: της επέτρεπε να διεκδικήσει μια αίσθηση ατομικότητας, γνωρίζοντας παράλληλα πως δεν είναι η μόνη που επιδίδεται σε αυτή την ασχολία. Και φυσικά, από απομνημονεύτων χρόνων, οι γυναίκες αναγνώστριες επινοούσαν τρόπους για να ανατρέψουν το υλικό που η κοινωνία τοποθετούσε στανικά στα ράφια τους».7 

      Κι όμως, θα είναι η ίδια η ανδροκρατική κοινωνία του 19ου αιώνα που, μέσα από μια πληθωρική ηθικολογούσα λογοκρισία των αναγνωσμάτων, θέλησε να ανατρέψει ή, έστω, να περιορίσει τα προορισμένα για τις γυναίκες «ελαφρά αναγνώσματα» ως ιατρικώς επικίνδυνα. Διότι στο έργο αυτό είχε αρωγό της την ιατρική επιστήμη που, με τη σειρά της, αντλούσε κι αυτή  επιχειρήματα από την κοινωνία: κατά τον 19ο αιώνα υποστηρίχτηκε με πάθος ότι έπρεπε να αποφεύγονται τόσο η ανάγνωση μυθιστορημάτων όσο και η παρακολούθηση του θεάτρου διότι βλάπτουν σοβαρώς την υγεία, των νέων γενικώς, των γυναικών ιδίως. Το κοινωνικό σύστημα αξιών  συμβάδιζε με τις τότε κρατούσες αντιλήψεις, κάτι περισσότερο, ενισχύονταν αμοιβαίως. Το έργο αυτό θα το παρακολουθήσουμε μέσα από την ελληνική του εκδοχή, όπως δηλαδή προτάθηκε και εφαρμόστηκε από την προεπαναστατική εποχή ως τις αρχές του 20ού αιώνα.

*

Ο Ερμής ο Λόγιος, το μακροβιότερο των προεπαναστατικών ελληνικών περιοδικών (1811-1821), εξέφραζε τον νεοελληνικό διαφωτισμό, κάνοντας πράξη την προτροπή του Κοραή που καλούσε τους έλληνες λογίους να «μετακενώσουν» στον ελληνόφωνο κόσμο τις επιστημονικές γνώσεις της Εσπερίας. Στο πρώτο κιόλας τεύχος του, διατυπώνεται προγραμματικά η υπόσχεση ότι θα «δίδη ειδήσεις φιλολογικάς, αναφερομένας κυρίως εις τας γνώσεις τον Επιστημών και Μαθήσεων» πέραν, βέβαια, των όσων αναφέρονται «εις τας παρατηρήσεις της Ελληνικής Γλώσσης (…) εις τας ειδήσεις των νεοφανών βιβλίων (…) εις την Αρχαιολογίαν, Γεωγραφίαν, Ιστορίαν, Χρονολογίαν, Οικονομικήν και εις άλλα τοιαύτα ωφέλιμα, συντείνοντα εις την πρόοδον των μαθήσεων.8

      Ο Μ. Δ. Σχινάς, λόγιος της εποχής και συνεργάτης του Ερμή, διέκρινε τα περιοδικά του καιρού του σε πολιτικές και φιλολογικές εφημερίδες: στις πρώτες ο καθένας πληροφορείται για τα πολιτεύματα, τις κατά καιρούς μεταβολές τους, τους πολέμους και τις συνθήκες, τα ήθη και έθιμα ξένων εθνών· στις δεύτερες, ο κάθε επιστήμων βρίσκει τα ενδιαφέροντά του, «ο ιατρός της ιατρικής τας προόδους, και ο χημικός τας της χημείας· ο φυσικός μανθάνει αυτού τας εις διάφορα μέρη νέας της επιστήμης του εφευρέσεις· ο αστρονόμος πολλών άλλων αστρονόμων παρατηρήσεις».  Για όλους αυτούς τους λόγους «η πολιτική εφημερίς είναι δυνατόν να εκδίδεται από μόνο έναν εκδότην, ενώ η φιλολογική έχει πολυχειρίας χρείαν, και είν’ έργον πανεπιστήμονος εταιρείας».9

      Όσοι συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό έχουν βέβαια επίγνωση των επιστημονικών συνθηκών που επικρατούν στην Εσπερία. Κοντά στα «πανδιδακτήρια (univer-sites)» και τις βιβλιοθήκες, αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη των επιστημών είναι και ο περιοδικός τύπος, δηλαδή «αι κριτικαί, επιστημονικαί και φιλολογικαί εφημερίδαι» με τις οποίες έχει, από τον 18ο αιώνα και μετά, αρχίσει νέα εποχή.10

      Υπάρχει επίγνωση και της ελληνικής αδυναμίας που διατυπώνεται σε άλλη ευκαιρία: «Σιμά τον πολλοτάτων άλλων καλών τα οποία έχει η σοφή Ευρώπη, είναι και τούτο, ότι έχει εφημερίδας ιδιαιτέρας περί εκάστης σχεδόν επιστήμης και εις μεν της ιατρικής την εφημερίδα εκδίδονται όσα αναφέρονται εις την επιστήμην αυτήν, εις δε της Φυσικής τα όσα αναφέρονται εις αυτήν, και ούτω καθεξής. «Ημείς τούτο προς το παρόν να έχωμεν δεν εμπορούμεν, δια τούτο και εις μόνον τον Λόγιόν μας Ερμήν εκδίδονται όλα του νοός των ημετέρων λογίων τα γεννήματα οποιασδήποτε ύλης και επιστήμης και αν ήθελον είναι, αρκεί μόνον να ήναι καλά και ωφέλιμα εις όλον το γένος, και με νουν και κρίσιν και επιμέλειαν γραμμένα»11.

      Ανάμεσα στα κείμενα που θα δημοσιεύσει ο Λόγιος Ερμής –εκτός των αμειγώς ιατρικών που εν πολλοίς, βέβαια,  απηχούν και κοινωνικές παραδοχές της εποχής– υπάρχουν και κείμενα κοινωνικής προβληματικής που χρησιμοποιούν τις κρατούσες τότε ιατρικές αντιλήψεις.

*

Χαρακτηριστικό είναι το ειδικό άρθρο «Περί της των βιβλίων αναγνώσεως» που δημοσιεύει, τον δεύτερο κιόλας χρόνο του περιοδικού, ο Δημήτριος Νικολάου Δάρβαρις: η ανάγνωση είναι χρήσιμη πηγή σοφίας, προσφέρει χρήσιμες και αναγκαίες γνώσεις «αλλ’ όταν γίνεται χωρίς εκλογής ή ασκέπτως και απροσφυώς, είνε ολέθριος εις τον άπειρον νέον, επειδή διαστρέφει τον νουν του, και διαφθείρει την καρδίαν του»· κατά τον συγγραφέα, στα «άχρηστα και ανωφελή βιβλία» ανήκουν «το πλήθος των μυθιστοριών» και ο «μέγας σωρός των κωμωδιών και των ποιημάτων» (…). Γι’ αυτό και εφιστά την προσοχή του αναγνώστη του: «πρέπει να κάμνη μετρίαν χρήσιν αυτών, καθώς των γλυκισμάτων, τα οποία, όταν τα μεταχειρίζεταί τις κατακόρως και υπέρ το μέτρον, χαλούσιν τον στόμαχον». Διότι, λέει, οι μυθιστορίες και οι κωμωδίες εξάπτουν το πάθος και την περιέργειαν ώστε ο νέος σπαταλά τον καιρό του· στο τέλος κυριαρχεί η φαντασία και «η ψευδαίσθησις εξορίζει την αληθή αίσθησιν εκ της καρδίας του, και αι ψευδείς ιδέαι αναπληρούσι τον τόπον των αληθών εννοιών περί της φύσεως των πραγμάτων εις τον εγκέφαλόν του».12

      Στα 1820 ο Ερμής ο Λόγιος θα δημοσιεύσει επιστολή που καταγγέλλει τον αφόρητο διδακτισμό που, προφανώς, έχει επιβάλλει στη λογοτεχνία η αυστηρή τήρηση των κρατούντων, περί τα ήθη, «υγιεινομικών» κανόνων. Ο επιστολογράφος, σχολιάζοντας μια μεταφρασμένη «μυθιστορίαν», γράφει: «είναι δε ως εκ της υποθέσεως συμπεραίνεις γεμάτη από διδαχάς και γνωμικά, και σκυθρωπάς συζητήσεις περί ευδαιμονίας. Πολλοί τοιούτοι μυθιστοριογράφοι φοβούμενοι μήπως η εκ της αναγνώσεως ηδονή φθείρη των αναγινωσκόντων νέων τα ήθη, στηρίζουσι τας μυθιστορίας των εις την ηθικήν, και ασχολούνται να τας κάνουν ωφελιμοτέρας μάλλον παρά τερπνάς· ως να μην ήναι δυνατόν να ηδύνουν χωρίς να βλάψουν, ή να ωφελήσωσι χωρίς να πλήξουν».13

      Τη μέση οδό έχει, όμως, ήδη προτείνει ένα άλλο δημοσίευμα του Ερμή του Λόγιου (1819) –μετάφραση «ομογενούς τινος  Ηπειρώτου» από το Philosophie de l’esprit humain του Dugald Stewart– με τίτλο «Συνέπειαι ολέθριαι, αίτινες αμέσως ακολουθούν μίαν φαντασίαν κακώς κυβερνωμένην». Κακώς κυβερνωμένην, βέβαια, από την ανάγνωση «των μυθιστοριών». Αλλά ας μη «συμπεράνη τις εντεύθεν, ότι αναθεματίζω διόλου τας πλαστάς ιστορίας και τα παθητικά συγγράμματα· εξ εναντίας στοχάζομαι, ότι δύναται καθείς εκ τούτων να πορισθή μεγάλην ωφέλειαν, οπόταν η ολεθρία αυτών επιρροή καταπολεμήται από την συνήθειαν των πραγμάτων και από τον αληθινόν του κοινωνικού βίου θέατρον». Σκοπός του είναι, λέει, «να προκαταλάβη την κατάχρησιν, και να απαγορεύση την εις τοιαύτην ανάγνωσιν υπερβολήν»14. Στα θέματα αυτά θα επανέλθω πιο κάτω,

«Οι αρρώστιες των ανθρώπων των γραμμάτων έχουν δύο βασικές πηγές, την αδιάκοπη εργασία του πνεύματος και την συνεχή ανάπαυση του σώματος», τόνιζε το 1768 ο Samuel-Auguste Tissot·15 και επεξηγούσε ότι «κάθε μέρος του σώματος που βρίσκεται σε δράση κουράζεται κι όταν η δράση διαρκεί πολύ, οι λειτουργίες του διαταράσσονται (…), σύμφωνα μ’  αυτή την αρχή ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι, όταν ο εγκέφαλος εξαντλείται από τη δράση της ψυχής, πρέπει απαραιτήτως να υποφέρουν τα νεύρα και ότι η διαταραχή τους επιφέρει τη διαταραχή της υγείας».16

      Προέκταση αυτής της βασικής φυσιολογικής ερμηνείας είναι η (ψυχ)ιατρική γνώση που μεταφέρει ο Γεωργιάδης-Λευκίας στην Αντιπανάκεια (1810): «αι νευρικαί νόσοι εν μεν τοις πεπαιδευμένοις των εθνών τη αυτώ παιδεία αναλόγως συναυξάνονται, εν δε τοις απαιδεύτοις πολύ μάλλον εισίν σπανιώτεραι».17 Αντίληψη, βέβαια, που συνδυάζει τη φυσιολογία με την κρατούσα τότε γνώση για την πρωτοκαθεδρία των «ηθικών», λεγομένων, αιτίων της τρέλας, αντίληψη που, μέχρι το τέλος του αιώνα, θα εδραιωθεί χάρη στις νέες περί εγκεφάλου γνώσεις, έστω κι αν αυτές θέτουν σε δεύτερη μοίρα τα «ηθικά» αίτια.

Samuel-Auguste Tissot (1728-1797)
Samuel-Auguste Tissot
(1728-1797)

      Ο Parchappe ενοχοποιουσε τον πολιτισμό (1839) βασιζόμενος στην αναφερόμενη σπανιότητα της «τρέλας» μεταξύ των κατοίκων της αγροτικής Γαλλίας και στις αναφορές του Humbolt και άλλων εξερευνητών, από τον 18ο αιώνα, για την ίδια σπανιότητα μεταξύ των «αγρίων» λαών.18 Ορισμένοι, όπως ο Esquirol (1838), ενοχοποιούσαν τις υπερβολές του πολιτισμού, άλλοι αυτόν τον ίδιο, όπως π.χ. ο Georget (1836). Στο πλαίσιο του οργανικισμού οι νοσηρές επιδράσεις του πολιτισμού ερμηνεύτηκαν με βάση τη φυσιολογία: ο πολιτισμός επιφέρει υπερερεθισμό του εγκεφάλου που οδηγεί σε νοσηρές καταστάσεις. Κατά τον Moreau de Tours (1843) μόνο σε δύο ακραίες συνθήκες υπάρχει προστασία: στην αγρία κατάσταση του ανθρώπου, επειδή ικανοποιούνται μόνο φυσικές ανάγκες και στην πλήρη ανάπτυξη του πολιτισμού, επειδή δρουν προστατευτικά οι απολύτως αναπτυγμένες εδώ ηθικές λειτουργίες. Οι σχετικές συζητήσεις εντάθηκαν μεταξύ 1870-80 και εγκαταλήφθηκαν μετά το 1910.19 Στην Αγγλία, τις θέσεις αυτές υποστήριξε ο Maudsley: «ο άγριος έχει λίγες και απλές επιθυμίες (…) είναι ελεύθερος από τα πολλαπλά τεχνητά πάθη (…) τους άγριους ανταγωνισμούς και τις κοινωνικές φιλοδοξίες», δηλαδή αποφεύγει «μια σύγκρουση η οποία αποδεικνύεται, πολλές φορές, πάρα πολύ βαριά για τον εγκέφαλο ενός πολιτισμένου ατόμου».20

      Αίτιον του κακού, η υπερβολή, η κατάχρηση, βεβαίωνε από παλιά ο Γάλλος καθηγητής της ιατρικής Chomel (1788-1858) και μετέφερε στην Ελλάδα του 1848 ο μεταφραστής της Παθολογίας του, ο Αναστάσιος Γούδας, πρώτος διδάκτωρ της ιατρικής του Οθωνικού Πανεπιστημίου: επομένως «ουδέποτε πρέπει να υποθέσωμεν, ως τινες διϊσχυρίσθησαν, ότι η σπουδή είναι παρά φύσιν απασχόλησις_ διότι εις τον άνθρωπον είναι φυσικόν ν’ αναπτύσση όσον δύναται, τας τε διανοητικάς και τας φυσικάς αυτού δυνάμεις». Άλλωστε, η νοητική ανάπτυξη θα ήλεγχε έτσι τον νοσηρό, άκρατο συναισθηματισμό. Από την εποχή των Φώτων και τους αρχαίους μας, η αντίληψη αυτή.21 Όμως, τα «πολιτικά συντάγματα» και ο «βαθμός του πολιτισμού» είναι παράγοντες που προδιαθέτουν σε πολλά νοσήματα_ «όθεν εις τα ελεύθερα Κράτη, εις όσα πεφωτισμένα έθνη αι διανοητικαι δυνάμεις είναι εις πλήρη ενέργειαν, εις όσους τόπους ο άνθρωπος αφοσιούται εις την σπουδήν των επιστημών και τεχνών, εις εμπορικάς κερδοσκοπίας και εις την βιομηχανίαν, και εις τα συχνάκις συγκινούμενα υπό των ισχυρών πολιτικών ταραχών έθνη, η φρεναλλοίωσις και η υποχονδρία είναι πολύ συχνότεραι, ή παρά τοις ζώσιν εν απραξία, εν αγνοία και εν δουλεία λαοίς». Λίγο παρακάτω θα προσθέσει: «Τα πάθη υπερενεργούσι εις την ανάπτυξιν των νοσημάτων. Τα μεν ήπια και ανάμικτα είναι επωφελή εις την αρμονίαν των λειτουργιών, τα δε ισχυρά και αποκλειστικά, επιβλαβή». Αλλά η δράση τους είναι και έμμεση. Μπορούν να διεγείρουν «την αισθηματικότητα, και ένεκα τούτου να προδιαθέσωσιν εις τα νευρικά εν γένει παθήματα».22

      Τρία χρόνια πριν, το 1845, ο Αναστάσιος Γούδας είχε μεταφράσει και το Εγχειρίδιον Πρακτικής Παθολογίας του Γερμανού Hufeland: Η «εντός των πόλεων διαμονή», ο «σπουδαίος βίος», οι «υπερβολικοί αγώνες του νοός ή του σώματος», οι «νοσηροί ηθικοί ερεθισμοί» μπορεί να προκαλούν νευρώσεις, όσο για τα «νοσήματα του νοός», π.χ. στη μανία, εκτός των φυσικών (οργανικών) αιτίων διαπιστώνονται και ηθικά αίτια· ανάμεσά τους «η κακή διεύθυνσις του πνεύματος, η άνισος γύμνασις των λειτουργιών της ψυχής, ιδίως η διέγερσις της φαντασίας εκ της αναγνώσεως μυθιστορημάτων και εκ της εις το θέατρον κ.τ.λ. συνεχούς επιφοιτήσεως κλπ».23

      Από κοντά κι ο διδάκτωρ τής ιατρικής Μ. Ν. Βελονάκης που, προλογίζοντας Τα Διατί και Διότι ήτοι φυσική απλοποιημένη υπό Μ. Δ. Λεβή, Αθήνησι τύποις Α. Σακελλαρίου 1861 (δική του η μετάφραση), γράφει: «κατά τας παρατηρήσεις πολλών ιατρών, η ανάγνωσις των μυθιστορημάτων είναι μία των αιτιών της μανίας και του υστερισμού παρά ταις κυρίαις».24 Κι όταν οι γιατροί δεν μεταφράζουν εμπνέονται από τα «κρατούντα». Όπως ο Κυκλαδίτης γιατρός Ιωάννης Ζαλλώνης, στις εκδοθείσες, εκείνον τον χρόνο στην Ερμούπολη, Κλινικές Παρατηρήσεις του θίγει κι αυτός το επίμαχο θέμα στο περί Νευρώσεων κεφάλαιο: στις μεγάλες πόλεις, εκτός της πολυτέλειας και της μαλθακότητατας, επικρατεί και «η επιτηδείως εισαγομένη διαφθορά και η αισθηματικότης της σημερινής λεγομένης ρομαντικής φιλολογίας»· αυτονόητα σχεδόν η «επικράτησις της πνευματικής ζωής» ταυτίζεται με «την επαύξησιν του  αριθμού των νευρικών παθήσεων».25

     

Ήδη, όμως, πίστευαν ότι, πέραν του γενικού κινδύνου από υπερβολική νοητική δραστηριότητα, ελοχεύει πάντοτε και κάποιος ειδικότερος που αφορούσε στις γυναίκες, στις γυναίκες των πόλεων, τις μορφωμένες. Σ’ αυτές, που διάγουν «εξ απαλών ονύχων εν εδραίω τρόπω ζωής», που πιέζονται από τον ανθυγιεινό ιματισμό τους και ασχολούνται «τη μαθήση παντοίων τεχνών και επιστημών», σ’ αυτές, παρά «ταις απαιδεύτοις και αγροδιαίτοις», παρατηρείται αύξηση «των ρύσεων αίματος και των νόσων υστέρας εν γένει». Το κυριότερο, η  γενετήσια ορμή τους αποκαλύπτεται πρωΐμως και «ξένω τινί τρόπω επαυξάνεται, το υπογάστριον αυτών ανοικείω διαίτη εξασθενούται και η αυτών φαντασία δια της ανωφελών ερωτικών βιβλίων αναγνώσεως εν ίλλιγγι διηνεκεί πλάζεται».26 Αυτά γράφει ο Γεωργιάδης-Λευκίας, στην Αντιπανάκεια το 1810 και παραπέμπει στον Reil, τον Γερμανό ρομαντικό γιατρό και δημιουργό της λέξης ψυχιατρική, που είχε δεχτεί τις επιδράσεις του Philipe Pinel.27

      Θα το τονίσει πάλι, το 1863, ο Κωνσταντινοπολίτης γιατρός Σπυρίδων Μαυρογέννης, βασιζόμενος στον Esquirol, τον μαθητή του Pinel. Η γυναίκα «ει λειποτάκτις του φυσικού αυτής προορισμού αφίσταται, ασθενεία και νοσήμασι τη αυστηρά φύσει δίκην υπέχει»: οι στατιστικές έδειχναν να υπερτερεί το πλήθος των νοσηλευομένων στα φρενοκομεία γυναικών και ο «διασημότερος των Γάλλων φρενοϊατρών Εσκουϊρόλης»  εντόπιζε το αίτιο αυτής της υπεροχής «εν τη κακώς των κορασίων εκείσε νοουμένη ανατροφή, εν ταις πρωΐμως ανεγειρομέναις ακαθέκτοις επιθυμίαις, εν ταις φαντασιοσκοπίαις, εν τη εμπαθή φοιτήσει των θεάτρων και αδιακόπω των μυθιστορημάτων αναγνώσει, ταις κακαις και ανειμέναις συναναστροφαίς, τη καταχρήσει της μουσικής και τη ανεργία. Αρμοδία δε και πρόσφορος μόρφωσις του νοός συν αναλόγω αναπτύξει του σώματος ουδαμού ουδέποτε βλάβην επήνεγκε».28

      Με το πέρασμα του χρόνου και όσο, προς τα μέσα του αιώνα, φουντώνει στην Ευρώπη ο «πανικός» του αυνανισμού, αυτής της «επονείδιστης ακολασίας που αποδεκατίζει τη νεότητα» (Proudhon, 1858), κοντά στα ποικίλα, και βάρβαρα πολλές φορές, προφυλακτικά ή διορθωτικά μέτρα που στοχεύουν το σώμα, θα υπάρξουν και μέτρα για την υγιεινή του πνεύματος. Εχθρός, η φαντασία και ό,τι την διεγείρει: η παρουσία των νέων σε χορούς και θέατρα θεωρείται ολέθρια το ίδιο και η ανεξέλεγκτη πρόσβασή τους σε βιβλία, εφημερίδες πίνακες ζωγραφικής· εναλλακτικά προτείνεται η σπουδή των φυσικών επιστημών που απαιτούν άσκηση και δεν ξυπνούν κανένα πάθος.29 

      Ενδεικτικά να αναφέρω τις σχετικές πληροφορίες που μεταφέρει εν έτει 1886 ο Κωνσταντίνος Π. Καρδαμάτης: «Αι γνώσεις του έρωτος, λίαν ενωρίς αποκτόμεναι, γεννώσιν εν τη ψυχή κατ’ αρχάς μεν αίσθημα ασταθές, κατόπιν όμως πλέον ωρισμένον και όπερ αναμένει την ευκαιρίαν ίνα κατασταθή πάθος ολέθριον, οδηγούν είτε προς τον αυνανισμόν είτε προς τας σαρκικάς απολαύσεις. Ωσαύτως αι θεατρικαί παραστάσεις κακώς επιδρώσιν, εξεγείρουσαι ενωρίς το γεννητικόν σύστημα. Εις τον αυνανισμόν, δεύτερον, προδιατήθησιν η θέα εικόνων, είτε φυσικών είτε τεχνητών, παριστανουσών την ηδονήν υπό διαφόρους μορφάς· έτι δε η ανάγνωσις αισχρών βιβλίων· ούτως αναφέρει συγγραφεύς τις ότι η απλή και μόνη ανάπτυξις μυθιστοριών ήρκεσε παρά τινι νέω εις την ανάπτυξιν τούτου· παρ’ ημίν δε τούτο πολύ συχνότερον, αποφαίνεται, όπου εκ της καταχρήσεως της ελευθεροτυπίας δημοσιεύονται κατ’ έτος πληθύς αισχρών φυλλαδίων, και προς α μεγάλην δυστυχώς ευχαρήστησιν αισθάνονται περί αυτά ανασχολούμενοι οι νέοι, και άτινα, ως εκ της μεγάλης του Έλληνος περιεργείας ανάρπαστα γίνονται εν ριπή οφθαλμού παρά των τα τοιαύτα πωλούντων βιβλιοπωλών υπό των νέων».30

*

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπεραφθονούν, μετά το 1840, τα μεταφρασμένα, γαλλικά κυρίως, μυθιστορήματα. Το 1856 θα ξεσπάσει στην Αθήνα η βίαιη επίθεση της εφημερίδας  Αθηνά εναντίον του περιοδικού Πανδώρα για τις μεταφρασμένες μυθιστορίες που δημοσίευε.31 Κι όταν ο Στέφανος Κουμανούδης κατακεραυνώνει, στον Φιλλίστορα, το ανώνυμο φυλλάδιο Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας (Αθήνησι τύποις Δ. Αθ. Μαυρομμάτη, 1861), διακρίνει με βεβαιότητα το αίτιον: «Ηροστράτειον και τούτο τη αληθεία μάθημα! Ιδού που φέρει η ραδιούργος παίδευσις και η επιπολαιομάθεια! Ιδού που παρασύρουσιν αι ρωμάντσαι!». Γι’ αυτό και επαινούσε τον Αλέξανδρο Ζωηρό (Δράματα δύο και λυρική ποίησις, Εν Ερμουπόλει 1861), που εκφραζόταν «κατά της κακοσχολίας των μεταφραζόντων αχρεία των ξένων  μυθιστορήματα», επειδή αυτά «πληρούν ρωμαντικότητος τον εγκέφαλον».32

      «Υπηρέτης ανωτέρας τινός δυνάμεως, (την οποίαν) ονομάζομεν ψυχήν» είναι ο εγκέφαλος, διά του οποίου αυτή ενεργεί, δηλαδή αισθάνεται, εννοεί και επιθυμεί. Οι διανοητικές δυνάμεις και τα πάθη είναι έμφυτα αλλά «εκ των περιστάσεων έπειτα αναπτύσσονται ή αμαυρούνται και παντελώς αφανίζονται». Αυτές είναι οι βασικές θέσεις που εκ προοιμίου εξαγγέλλει ο Ι. Ν. Λεβαδεύς για να εκθέσει, εν είδει λεξικού, τις αρετές και τις κακίες της κοινωνίας. Σ’ αυτό, λοιπόν, το Κάτοπτρον της Κοινωνίας (1864) διαβάζουμε: «Πόθεν άρα γε λαμβάνουσιν αρχήν πάντα τα φυσικά και ηθικά δεινά; Ομολογουμένως εκ των ασέμνων θεαμάτων και ακουσμάτων, εκ της αναγνώσεως αισχρών βιβλίων, εκ της συναναστροφής αχρείων και λυμεώντων της ηθικής ανθρώπων. Τούτων δε πάντων εξέχουσι βεβαίως τα θέατρα και οι χοροί. Ουδέποτε νεάνιδες και νέοι πρέπει να πατώσι το θέατρον. Διότι εκεί ως εν σχολείω μανθάνομεν πάσας τας ραδιουργίας του έρωτος, δηλαδή την κακοήθειαν ήτις φέρει θλιβερά αποτελέσματα (). Ο χορός  βλάπτει πολύ μάλλον τας δυστυχείς θυγατέρας διά την έξαψιν του αίματος, τον θόρυβον της καρδίας, την ταραχήν του εγκεφάλου και όλου του νευρικού συστήματος»· ο χορός μόνο ως γυμναστική γίνεται αποδεκτός.33

      Λίγα χρόνια αργότερα, ο καθηγητής Κ. Α. Ζανετάκης, απευθυνόμενος στους μαθητές του, προέτρεπε: δια να «προφυλαχθώμεν (…) των εκ της εσπερίας προερχομένων δηλητηριωδών αναγνωσμάτων», «ας μη δανειζωμεθα (εκ της Δύσεως) ειμή τας επιστήμας και σίδηρον· τας επιστήμας διά να εξασφαλίσωμεν την πνευματικήν ημών υπεροχήν επί των λοιπών εν τη Ανατολή εθνοτήτων, τον σίδηρον δια να ελευθερώσωμεν ποτέ τους έτι υπό τον βαρύν του ξένου ζυγόν στενάζοντες».34

 

Προσοχή: το μυθιστόρημα και το θέατρο …βλάπτουν σοβαρά την υγεία

      Είναι ευνόητο ότι κοντά στη θεωρητική διατύπωση αυτών των αντιλήψεων υπάρχει και η πρακτική τους εφαρμογή. Παράδειγμα η «μικρή λεπτομέρεια», η  σταχυολογημένη μέσα από την πολυσέλιδη βιογράφηση του Βικέλα από τον ανεψιό του Αλέξανδρο Οικονόμου με την οποία άρχισα και την οποία επαναλαμβάνω εδώ: «Κατά το έτος 1857 ο Δημητράκης έμαθε εν Λονδίνω ότι ιταλικός θίασος έδιδε παραστάσεις εις την Σύρον και ότι η Σμαράγδα Βικέλα επήγε τα κορίτσια της εις το θέατρον! Έσπευσε τότε να επισύρη ευσεβάστως την προσοχήν της μητρός του επί της κακής επιδράσεως των ιταλικών μελοδραμάτων επί αθώων παρθενικών ψυχών!».35

      Δεν ήταν μόνο το θέατρο. Ο Βικέλας εξέφραζε, επίσης, προς τη μητέρα του και την ανησυχία του «διά τα βιβλία τα οποία θα ημπορούσαν να πέσουν εις τας χείρας των (αδελφών του), ενθυμούμενος το τί είχεν αναγνώσει μείραξ εις την Κωνσταντινούπολιν».36 Ήταν τότε που, όπως γράφει ο ίδιος, «η αυστηρότης της επιβλέψεως του θείου μου (του Μιχαλάκη, αδελφού της μητέρας του) δεν έφθανε μέχρι του σημείου να απαγορεύση την χρήσιν της βιβλιοθήκης του. Ωφελούμενος της ανοχής του επεδόθην απλήστως εις αναγνώσεις των οποίων σκοπός δεν ήτο βεβαίως η αύξησις των γνώσεών μου. Ανέγνωσα αλλεπαλλήλως μυθιστορήματα παντός είδους –όχι δε πάντοτε και του καλλιτέρου είδους. Παρεκτός των κατά τα έτη εκείνα πολυκρότων έργων του Dumas, της Geοrges Sand, του Eugene Sue, του Soulie και των άλλων συγχρόνων μυθογράφων της Γαλλίας, μου εδόθη ευκαιρία, ουδέποτε άλλοτε παρουσιασθείσα, να διέλθω τινά των χειροτέρων μυθιστορημάτων προγενεστέρας αποχής».37

      Η Μαριάννα Δήτσα, εισάγοντάς μας στην ανάγνωση του Λουκή Λάρα, θα σταθεί και στο γεγονός ότι ο Βικέλας μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον που διέθετε «στιχουργίες και γαλλικά μυθιστορήματα». Ήταν ξεχωριστή, γράφει, η περίπτωση των ευπόρων κύκλων της Πόλης και της Ερμούπολης· σ’ αυτούς, «η υποδοχή και η ανάγνωση (μυθιστορημάτων) δεν συνοδεύτηκε από την αυστηρή επίκριση και καταδίκη για τις βλαβερές τους επιπτώσεις (…) ενώ η κρίση ότι εξάπτουν την νεανική φαντασία αποτελεί την κοινότυπη και διαδεδομένη γνώμη των σοβαρών λογίων γι’ αυτό το είδος».38 Όμως, εκεί στο Λονδίνο, στα μέσα του αιώνα, ο Βικέλας ανησυχούσε, όπως είδαμε, για τις επιπτώσεις που θα είχαν τα μυθιστορήματα και το θέατρο στις μικρές του αδελφές. Κι ακόμα, την ίδια αυτή εποχή καταχωρούσε στις Σημειώσεις του –που κρατούσε από τα διαβάσματά του μεταξύ 1853 και 1870– μια εύγλωττη παρατήρηση, έχοντας διαβάσει μαζεμένα τρία μυθιστορήματα του Charles Dickens, της Charlotte Bronte και του Charles Mackenzie: «ο ήρως του (τελευταίου) μυθιστορήματος είναι περισσότερον αισθηματικός και αφίνει την καρδίαν του ελευθέραν, ενώ εγώ επιβάλλω εις τον νουν να την διοική…. Αλλά τρία μυθιστορήματα κατά σειράν είναι πολλά…. Ευρίσκω ότι χάνει κανείς τον καιρόν του με αυτά, διότι δεν μανθάνει τίποτε, συγχρόνως δ’ εκτίθεται εις την κακήν επιρροήν των· και τώρα ακόμη μετά τόσας αναγνώσεις αισθάνομαι την κλίσιν να λαμβάνω όλα επί το ρωμαντικώτερον, πόσω μάλλον θα βλάπτουν νέους ή παιδία;».39

      Εκείνο τον καιρό, ο Βικέλας πρέπει να είχε ευήκοον το ους σε κάθε σχετική πληροφορία που ενέπλεκε υγιεινή του νευρικού συστήματος και αναγνώσματα ή θεάματα. Διότι ήταν μεταξύ των «εν Λονδίνω» συνδρομητών (με 5 αντίτυπα), των Στοιχείων φυσιολογίας κατ’ εφαρμογήν αυτών εις διατήρησιν της υγείας και εις βελτίωσιν της φυσικής και πνευματικής αγωγής, συνταχθέντα υπό του Άγγλου Ανδρέου Κόμπε, ιατρού, Εν Βενετία, εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1854, που είχε μεταφράσει ο φίλος του Απόστολος Θεοδωρίδης· αν και με σημαντική διαφορά ηλικίας, είχαν συνδεθεί στενώς στην Πρίγκηπον και έκτοτε αλληλογραφούσαν.40 Στο σύγγραμμα αυτό, που εκλαϊκεύει την φρενολογία,41 δεν υπάρχουν άμεσες αναφορές στο επίμαχο θέμα των μυθιστορημάτων, αφθονούν εντούτοις οι πληροφορίες από τον Tissot και τους μεταγενέστερους που τόνιζαν την βλαπτική επίδραση της υπερβολικής διανοητικής εργασίας ή της μονομερούς ανάπτυξης της φαντασίας και του συναισθήματος.

      Ο Βικέλας, ώριμος πια, αναρωτιόταν: «Με έβλαψεν άρα γε η κακοχώνευτος εκείνη διανοητική τροφή; Κρίνων εκ του μετέπειτα βίου μου, δύναμαι ν’ αποκριθώ αρνητικώς εις το ερώτημά μου. Αλλά βεβαίως δεν ωφελούν τοιαύται αναγνώσεις, εξάπτουσαι την νεανικήν φαντασίαν, και –αν όχι άλλο– παρεκτρέπουσαι την προσοχήν εκ σοβαρωτέρων μελετών. Εάν δεν μετετοπιζόμην μετ’ ολίγον, εάν εξακολούθουν προπαρασκευαζόμενος διά τοιούτων εφοδίων προς απόλαυσιν της ζωής, εάν συνεχρωτιζόμην προς την κομψευομένην περί εμέ νεολαίαν, ίσως εχαράσσετο διαφορορτρόπως ο κατόπιν δρόμος μου». Τον είχε προφυλλάξει, λέει, η επιρροή της μητέρας του, στην οποία χρωστούσε την «ηθικήν του διάπλασιν». Πόσος, όμως, «ο κίνδυνος εκτροχιασμού, ότε, κατά την κρίσιμον περίοδον της πρώτης νεότητος, ευρίσκεταί τις επί ολισθηρού εδάφους, και πόσον δυσκόλως εκριζώνονται έξεις κακαι, τότε αποκτηθείσαι!».42

      Γι’ αυτό φρονούσε ότι «εις την παρούσαν περίοδον της διανοητικής ημών ιστορίας έχομεν μεγαλειτέραν ανάγκην φωτισμού ή τέρψεως», αν και, βεβαίως, «επιστήμη μόνη δεν αρκεί. Ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος». Αλλά, το μυθιστόρημα «δεν είναι ως άλλοτε, αφήγησις παραδόξων, ιπποτικών ηρωϊκών ή ερωτικών συμβάντων. Παρά την τάση «τινών εκ των συγχρόνων Γάλλων συγγραφέων προς περιφρόνησιν της αιδούς, προς προτίμησιν σκανδαλωδών υποθέσεων (…), ο μυθογράφος σήμερον είναι και φιλόσοφος, ρέπων ιδίως εις την ψυχολογίαν».43

      Δηλωμένος στόχος του ήταν να βρίσκει τον «επιθυμητόν μέσον όρον»·44 ως προς τα βιβλία, τον έθελγε η περίπτωση της Γαλλίας και της Αγγλίας. Θα ήθελε και στην Ελλάδα, όπως εκεί, οι συγγραφείς να παρέχουν «ύλην προς ανάγνωσιν ελκυστικήν και διδακτικήν συνάμα» και οι εκδότες να γνωρίζουν «πώς να ωφελούνται αυτοί ωφελούντες τους άλλους, πώς να εκλέγουν τροφήν διανοητικήν υγιή και εύπεπτον», διεγείροντας «την όρεξιν των αναγνωστών διά τοιαύτην τροφήν».45

      Δύο χρόνια μετά την μόνιμη εγκατάστασή του, το 1897, στην Αθήνα, ακολούθησε η δημιουργία του Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων. Ο Βικέλας πίστευε πως  «όταν το Υπουργείον της Παιδείας εν Ελλάδι παύση να θεωρείται και να χαρακτηρίζηται ως μικρόν υπουργείον, τότε δεν θα γίνεται πλέον λόγος περί της ανάγκης του να γενικευθή και παρ’ ημίν η έξις του αναγινώσκειν»·46 να γενικευτεί αλλά και να προσανατολιστεί, διά «βιβλίων καταλλήλων και καταληπτών»,47 δηλαδή με βάση το νέο αστικό ηθοπλαστικό διδακτισμό.

Η θεωρία του εκφυλισμού:48 ο εγκέφαλος και πάλι…

      Ο όρος εκφυλισμός ανήκε στο ιατρικό λεξιλόγιο και ιδιαίτερα στην τότε αναπτυσσόμενη παθολογική ανατομική, ενώ οι φυσιοδίφες Lamark και Buffon τον χρησιμοποιούσαν ως συνώνυμο της έκπτωσης για να ορίσουν μια «φυσική απόκλιση του είδους». Ο Morel θα ορίσει (1857) τον εκφυλισμό ως τη «νοσηρή απόκλιση του ανθρώπινου είδους από το πρότυπο του τέλειου ανθρώπου, έτσι όπως τον έπλασε ο Θεός. Η έκπτωση αυτή έχει την πρωταρχική της αιτία στο προπατορικό αμάρτημα που υπέταξε τον άνθρωπο στις μεταβαλλόμενες σχέσεις του με τον κόσμο. Άρα ο εκφυλισμός προκύτει από την επίδραση εξωτερικών προς τον άνθρωπο νοσηρών παραγόντων. Ανάμεσά τους, και τα φυσικά και ηθικά αίτια: τοξικώσεις, πείνα, το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον, η ανηθικότητα και, φυσικά η κληρονομικότητα· κληρονομικότητα, επομένως, του επίκτητου που οδηγεί προοδευτικά στον συνολικό εκφυλισμό και μέσω της στειρότητας στον φυσικό αφανισμό της γενιάς. Η νοσηρότητα είναι μεγαλύτερη στους προδιατεθειμένους. Σε αυτούς ο εκφυλισμός βρίσκεται εν δυνάμει, μέσα τους, ενώ προς τα έξω εκδηλώνεται με «στίγματα: το σχήμα του κρανίου, των αυτιών, της μύτης, άλλων μερών ή και ολοκλήρου του σώματος. Η θεωρία του εκφυλισμού κυριάρχησε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυρίως με το έργο του Magnan (1870) που ανασυγκρότησε τις αντιλήψειςς του Morel, προσγειώνοντας τες στη γη και ενσωματώνοντας σε αυτές τον εξελικτικισμό του Spencer. Θα περιγράψει έτσι τον εκφυλισμό ως ενέλιξη από ένα ανώτερο επίπεδο, που είχε ήδη προσκτηθεί, σε ένα κατώτερο· σχετιζόταν δηλαδή με τους γεννήτορες και όχι τη θεία τάξη. Το βασικό γνώρισμα των κληρονομικών εκφύλων (νοητικώς καθυστερημένων και ανώτερων εκφύλων με υψηλή ευφυΐα αλλά δίχως ηθική αίσθηση) είναι η ψυχική ανισορροπία που εκδηλώνεται –άλλοτε αυτομάτως, άλλοτε μετά από συγκίνηση, σωματική κακουχία, ακόμα και μια φυσιολογική λειτουργία (περίοδος, κύηση, κλημακτήριο) ως ρήξη της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων κέντρων κατά μήκος του εγκεφαλονωτιαίου άξονα.

      Η θεωρία του εκφυλισμού σφράγισε για πολλά χρόνια την ψυχιατρική, αλλά και την εγκληματολογία. Ο Lombroso π.χ., στην Ιταλία, θα υποστηρίξει ότι το έγκλημα εκφράζει ένα στίγμα εκφυλισμού –όπως και η μεγαλοφυΐα, ένα στίγμα επίσης, αλλά ενός ανώτερου εκφυλισμού– και θα δημιουργήσει την τάξη των «εξ γενετής εγκληματιών» (ο Εγκληματίας άνθρωπος, 1876). Ο γνωστός δοκιμιογράφος Max Nordau θα εκλαϊκεύσει και θα διαδώσει ευρύτερα όλες αυτές τις αντιλήψεις (ο Εκφυλισμός, 1896).

      Όλα αυτά θα έρθουν και στην Ελλάδα, διά των (ψυχ)ιάτρων αλλά και των λογίων που αντανακλούσαν τον απόηχο των «νέων γνώσεων». Μερικές φορές με ακραίο τρόπο. Ήδη αναφέρθηκα στην κατακραυγή εναντίον όσων «αναρχικών» έγραφε τότε ο νεαρός Παπαρρηγόπουλου. Άλλοτε, όπως στο διήγημα Ο Άγιος Σώστης του Εμμανουήλ Ροΐδη, ο συγγραφέας προτιμά να αφήσει τον φανταστικό συνομιλητή του, έναν ρώσο καθηγητή των φυσικών επιστημών που διαβάζει Max Stirner, να εκθέσει τον «ικανώς πρωτότυπον» θεωρητικό μονόλογο του «περί πολιτισμού»: «Εκ της τριακονταετούς ήδη της φύσεως μελέτης επείσθην αδιστάκτως ότι το ποσόν κακοπαθείας, το οποίον επιφυλάσσει η Μοίρα εις πάντα τα πλάσματα, είναι πανταχού και πάντοτε ακριβώς ανάλογον του όγκου και της τελειότητος του νευρικού αυτών συστήματος (…). Παν λοιπόν το δυνάμενον οπωσδήποτε να συντελέση εις την επικράτησιν των νεύρων και ιδίως του εγκεφάλου, θεωρώ ζημίαν, της οποίας κατ’ ουδένα τρόπον δύνανται να θεωρήσωσιν ως επαρκής αντιστάθμισις αι απολαύσεις αι προερχόμεναι εκ της προόδου της επιστήμης, της τέχνης, του πολιτισμού».49

      Σε αυτό το πλαίσιο θα καταδικαστεί, όχι μόνο η ανάγνωση αλλά και η ίδια η γραφή. «Ω! του τερατώδους εγκεφάλου» ανέκραζε, από τις στήλες της εφημερίδας Ακρόπολις –με το ψευδώνυμο Φιλάδελφος Γορίλλας– ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς (ζωγράφος, φιλόλογος και αρχαιολόγος), δημοσιεύοντας σε συνέχειες (από την 1η έως την 24η Απριλίου 1893) το πόνημα, που είχε εκδόσει ήδη στα γαλλικά: Ο άνθρωπος πίθηκος εκπεφυλισμένος. Σημειώσεις και εντυπώσεις πιθήκου εκ του αρχαίου και νεωτέρου κόσμου.50

      «Ο άνθρωπος είναι γυμνός», υποστηρίζει ο Φιλαδελφεύς. Το «στέμμα του βασιλέως τούτου της γης» απορρίπτεται «διά βαναύσου εγχειρήσεως του φυσιοδίφου Δάρβιν, τη βοηθεία της χειρουργικης σμίλης». Οι νέοι προφήτες που αναδεικνύουν την μεγάλη επιστήμη του μέλλοντος είναι «ο Εσπινάλ, ο Βινιολέ, ο Σαρκό, ο Λομπρόζο, ο Βροκά, ο Ρούμπενς, ο Ουγκώ, ο Ζολά, ο Ταιν». Ιδού τα συμπεράσματά της: «Η μεγαλοφυΐα δεν απαντά ή μόνον εν οργανισμοίς εκφύλοις, εκλύτοις, ελεεινοίς (…), το πνεύμα φονεύει την σάρκαν, η σκέψις αναπτύσσεται επί βλάβη της οργανικής δυνάμεως». Ποια η αιτία; «Εν ταις ημέραις ημών ο εγκέφαλος απερρόφησεν πάσαν ζωήν, πάσας τας ζωτικάς δυνάμεις, άπαν το αίμα (…). Εδώ έγκειται το κακόν (…). Ο αιών ημών εκ τοιαύτης ασθενεί νόσου».  Ο Φιλαδελεφεύς θα την ονομάσει «εγκεφαλοπάθεια», κατά το «νευροπάθεια». «Ο εγκέφαλος όθεν, το μέγα ρυθμιστικόν μηχάνημα, το πυρ τούτο, η φλόξ ην ο άνθρωπος φέρει εν εαυτώ, εν τω κρανίω αυτού, είνε το μέγα αυτού κακόν, ο κίνδυνος αυτού, η καταστροφή (…), ο άνθρωπος ο εφευρών την γραφήν ήτο μεγαλοφυΐα και κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος παράφρων και έκφυλος. Από της εποχής εκείνης η πάθησις εργάζεται. Η εγκεφαλοπάθεια από της στιγμής εκείνης ήρξατο. Η των πάντων ισορροπία διεταράχθη. Η ανάγνωσις, η μάθησις, αι νέαι ιδέαι κατεκυρίευσαν τον άνθρωπον (…), ο εγκέφαλος ούτος ο καθιστώων αυτόν ούτω μέγαν ούτω υπέροχον και τοις θεοις ίσον (…), αυτός ούτος καθιστά αυτόν δυστυχή. Και ο εκφυλισμός ούτος δεν έπαυσεν δεινούμενος έκτοτε».

      Η εφημερίδα Ακρόπολις θα δημοσιεύσει στις 20-4-1893 επαινετική επιστολή του Lombroso προς τον συγγραφέα για τη γαλλική έκδοση της πραγματείας του, όπου του τονίζει: «η ιδέα ήτις πλειότερον μοι ήρεσεν είνε ότι η μεγαλοφυΐα είναι επιτυχής ανωμαλία, η παραφροσύνη ανωμαλία ατυχής. Διατυπώσατε εις δύο λέξεις ό,τι εστοίχισεν εις εμέ δεκαπενταετή εργασίαν». Θα δημοσιεύσει (13-1-1894) και δεύτερη επαινετική επιστολή, του Max Nordau αυτή τη φορά: «Ανέγνων το βιβλίον σας μετά μεγίστου ενδιαφέροντος (…). Είσθε φύσει πλασμένος διά συγγραφεύς».

H Διεθνής Επιτροπή για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων (1894)
H Διεθνής Επιτροπή για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων (1894)

*

      Ο φόβος των μυθιστορημάτων και του θεάτρου, έστω περιορισμένος και σχετικός, θα παραμείνει ενεργός για χρόνια εντός της νεοελληνικής κοινωνίας. Στην αυγή του 20ου αιώνα, ο δικηγόρος Στάμος Παπαφράγκος θα γράψει στην Ψυχιατρικήν και Νευρολογικήν Επιθεώρησιν  του Σ. Βλαβιανού: «το θέατρον και το μυθιστόρημα συνηθέστατα καθίσανται αφορμαί ψυχικών και ηθικών διαταράξεων».51 Το βεβαίωναν, άλλωστε, και τα Νέα στοιχεία ιατρικής παθολογίας των Laveran και Teissier: μια από τις αιτίες της υστερίας είναι και «οι γενετήσιοι ερεθισμοί, οίτινες προέρχονται εκ τινων θεαμάτων ή εκ της αναγνώσεως μυθιστορημάτων».52

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1 Βάλτερ Πούχνερ. Ο Βικέλας και το Θέατρο: Συριανά Γράμματα 1996, τχ 34, σσ. 80-93.

2 Νέοι δρόμοι στην ψυχοθεραπεία. Μάσκες της ψυχής. Εικαστικά και Θέατρο στη θεραπεία, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα 1996.

3 Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος. Τρεις άνθρωποι, τ. 2, «Δημήτριος Μ. Βικέλας (1835-1908)». Αθήνα 1953, σ. 105.

4 Voltaire, De l horrible danger de la lecture, http://humanities.uchicago.edu/homes/VSA/danger.html

5 Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1997, σ. 438

6 Στο ίδιο, σ. 445

7 Ό. π., σσ. 357-363.

8 Ερμής ο Λόγιος, επανέκδοση ΕΛΙΑ, Αθήνα 1988, τ. Α, 1811, σ. 3

9  Στο ίδιο, τ. Β΄, 1812, σσ. 370-376.

10 Ό. π., τ. Γ΄, 1813, σ. 85.

11 Ό. π., τ. ΣΤ΄, 1816, σσ. 278-279.

12 Ό. π., τ. Β΄, 1812, σσ. 49-53.

13 Ό. π., τ. Ι΄, τχ. 4, 1820, σσ. 114-120.

14 Ό. π., τ. Θ΄, τχ. 20 καί 21, 1819, σσ. 800-804 καί 821-829.

15 Διάσημος Ελβετός γιατρός της εποχής του Διαφωτισμού, περισσότερο γνωστός από την τεράστια απήχηση του βιβλίου του, με τις αλλεπάλληλες επανεκδόσεις, για τις βλαβερές επιπτώσεις του αυνανισμού (L’Onanisme, 1765). Το 1777 εκδόθηκε η επίτομη ελληνική απόδοσή του, βλ. σελ 14.

16 Samuel-Auguste Tissot, De la santé des gens de lettres (1768). Επανέκδοση, Paris, Editions de la Différence 1991, σσ. 29-30.

17 Αντιπανάκεια. Ήτοι περί των Αιτίων, α τας νόσους δυσιάτους ή ανιάτους, μη τοιαύτας καθ’ εαυτάς ούσας, ως επί το πολύ απεργάζονται. Υπό Αναστασίου Γεωργιάδη Φιλιππουπολίτου. Ιατρού και Χειρουργού και της εν Ιένη Εταιρείας των Ορυκτολόγων, ου μην αλλά και της εν Άλλη Εταιρείας των της Φύσεως Περιέργων, Μέλους αντεπιστέλλοντος, υφ’ ου και εις την λατινίδα φωνήν μεθερμήνευται. Εν Βιέννη 1810, σ. 86.

18 Ο «εξωτισμός» των ταξιδιωτικών διηγήσεων του 18ου αιώνα –συνέχεια μιας παράδοσης που κρατούσε από τον αιώνα των μεγάλων ανακαλύψεων– βρίσκεται και στα πρώτα βήματα της νεογέννητης κατά τον 19ο αιώνα εμπειρικής ανθρωπολογίας, η συγκρότηση της οποίας στηρίχτηκε και στο αποικιοκρατικό σύστημα. Τώρα όμως στη θέση των ερασιτεχνών θα βρεθούν οι «ειδικοί». Η Société des Observateurs de l’Homme, που συγκροτήθηκε από γιατρούς (Pinel, Cabanis), ιστορικούς (Volney) φυσιοδίφες (Cuvier) και περιηγητές (Bougainville) για να μελετηθεί ο άνθρωπος ως φυσικό, ηθικό και νοητικό ον, θα οργανώσει ανθρωπολογικές αποστολές από το 1801 με σκοπό να συλλεγούν πληροφορίες για τους «άγριους λαούς», στο πλαίσιο μιας επιστημονικής διερεύνησης των ανθρωπίνων φυλών (Mondher Kilani, «Le discours anthropo-logique à la fin du siècle des lumieres», Annales Benjamin Constant, 1992, τχ 13, σσ. 9-28). Πρόκειται για την Εταιρεία με την οποία συνδέθηκε ο Κοραής [Βλ Αικατερίνη Κουμαριανού, «Ο Κοραής και η Société des observateurs de l’homme», Διήμερο Κοραή, Αθήνα 1984, σσ. 113-142]· το Memoire sur l’ etat actuel de la civilisation dans la Grèce, που παρουσίασε ο Κοραής σε συνδερίασή της (6-1-1803), προσέλκυσε την Εταιρεία στον φιλελληνισμό αλλά και συνέβαλε στην τροπή του ενδιαφέροντός της προς την συγκριτική εθνολογία [Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ 1996, σσ. 387-494].

19 Hufffschmitt L. «Folie et civilisation au XIXème siècle. Histoire d’un débat et naissance du regard psychiatrique transculturel». L’Information Psychiatrique, 1993, τχ 10, σσ. 941-948.

20 Αποσπάσματα από το βιβλίο του Pathology of Mind (1879) στο V. Scultan, Madness and Morals: Ideas on insanity in the Ninenteenth Century, London and Boston, Routledge and Kegan Ρaul, 1975.

21 Στην αρχή του ελληνικού διαφωτισμού η θέση του έλλογου πνεύματος που ρυθμίζει τη συμπεριφορά υποβοήθησε την εγκατάλειψη της ασκητικής αντίληψης για την ηθική. Η συντήρηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη το ίδιο, προπαντός «η εύκαμπτη και βολική έννοια της μεσότητας». Κατοπινότερα, οι αντινοησιαρχικές τάσεις, που βλέπουν με περισσότερη συγκατάβαση τα πάθη, αντισταθμίζονται από επιβιώσεις νοησιαρχικές που τονίζουν την πειθάρχιση των παθών με τη λογική. Βλ. «Το ηθικοφιλοσοφικό πρόβλημα» στο: Π. Κονδύλη. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Θεμέλιο 1988, σσ. 151-174. Την έννοια της «μεσότητας» ανέπτυξε και ο Κοραής, Βλ. την «Εισαγωγή» της Μαριάννας Δίτσα στον Λουκή Λάρα του Δ. Βικέλα [Ερμής, ΝΕΒ, 1991, σσ. 45-46] η οποία επισημαίνει και την απήχηση του καλβινισμού στους έλληνες εμπόρους των παροικιών στις προτεσταντικές πόλης της Δυτικής Ευρώπης, όπως το Άμστερνταμ. Για τις επιδράσεις που δέχτηκε ο Κοραής στη πόλη αυτή Βλ την «Εισαγωγή» του Φίλιππου Ηλιού στο: Σταμάτης Πέτρου, Γράμματα από το Άμστερνταμ, Ερμής 1976.

22 Στοιχεία Γενικής Παθολογίας. Υπό Α. Φ. Σχομέλου. Μεταφρασθέντα κατά την τρίτην Γαλλικήν έκδοσιν. Υπό Αναστ. Ν. Γούδα, Διδάκτορος της Ιατρικής. Εν Αθήναις, Τύποις Χ. Νικολαϊδου, Φιλαδελφέως, 1848, σ. 74.

23 Χριστ. Βιλχ. Ουφελάνδου, του ποτε αρχιάτρου της Α. Μ. του Βασιλέως της Πρωσίας και καθηγητού του εν Βερολίνω Πανεπιστημίου. Εγχειρίδιον  Παθολογίας, εκ της Γαλλικής μεταφράσεως εις την ημετέρα γλώσσαν μετενεχθέν υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, Διδάκτορος της Ιατρικής. Έκδοσις δευτέρα, δαπάνη Κ. Βαρβάτη. Εν Αθήναις, τύποις Αλεξάνδρου Γκαρμολά, 1857, σσ. 240 και 246, [πρώτη έκδοσις 1845].

24 Eυριπίδης Γαραντούδης, «Ιατρική και λογοτεχνία τον περασμένο αιώνα», Εντευκτήριο, τχ 19, Ιούνιος 1992, σ. 70-71.

25 Ο συγγραφέας δεν θα παραλείψει όμως να τονίσει ότι «ουχ ήττον βέβαιόν εστιν ότι και τας μικράς κοινωνίας διέπουσιν ο φόβος, η ηθική αμφιρρέπεια και αι αναρίθμητοι ριζικαί προλήψεις». Kλινικαί Παρατηρήσεις.  Υπό Ιωάννου Α. Ζαλλώνη Τηνίου διδάκτορος Ιατρικής και Χειρουργίας. Εν  Ερμουπόλει, εκ του τυπογραφείου Ν. Βαρβαρέσου, 1861.

26 Αντιπανάκεια… ό.π., σ. 86.

27 Ο Philippe Pinel συμπεριελάμβανε μεταξύ των αιτίων της υστερίας τα «αισθησιακά αναγνώσματα», [P. Bercherie, Genèse des concepts freudiens. Les fondements de la clinique 2. Editions Universitaires 1991, σ. 24].  

28 Σπ. Μαυρογένης, «Ομοιότητες και διαφοραί εν εκατέρω των φύλων υπό φυσιολογικήν και ψυχολογικήν έποψιν», Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, 1863, τ. Α΄, σσ. 13-25.

29 Jean Stengers, Anne Van Neck, Histoire d’une grande peur: la masturbation, Bruxelles, Editions de l’Université de Bruxelles  1984, σ. 22.

30 Περί αυνανισμού, των αποτελεσμάτων και θεραπείας αυτού. Υπό Κ. Π. Καρδαμάτη, Ανθυπιάτρου. Εν Αθήναις παρά τω Εκδότι Σπυρίδωνι Κουσουλίνω, τυπογραφείον και βιβλιοπωλείον, 1886, σσ. 23-24.

31 Βλ. Άλκης Αγγέλου «Εισαγωγή» στον Πολυπαθή του Γρ. Παλαιολόγου, Ερμής 1989, σσ. 148-165 και Απόστολος Σαχίνης, «Ο Νικόλαος Δραγούμης ως λογοτεχνικός κριτικός», Ελληνικά 1964, τχ 18, σ. 97-119.

32 «Βιβλιοκριτική», Φιλίστωρ, 1861, τ. Β΄, τχ. 19-20, 1861, σσ. 367-371. Κατά τον «απάνθρωπον τούτον ληστήν αι τέχναι και αι επιστήμαι είνε δόλου και απάτης πλεκτάναι, αισχροκερδίας μηχανουργήματα, η δε πρόοδος των επιστημών είναι δείγμα ηλίου φαεινότερον της ηθικής των ανθρώπων διαφθοράς (…). Αφ’ ου λοιπόν επλάσθη ελεύθερος ο άνθρωπος υπό της φύσεως, εκουσίως υπέπεσεν εις μυρίας δουλείας, ας ηυξησεν και επλήθυνε διά του πολιτισμού και του συνδέσμου της κοινωνίας (…), η οποία εξαφανίζει την ατομικότητά του, το εγώ, διότι ο άνθρωπος δεν ζει ει μη δι’ αυτήν, μη έχων ούτε θέλησιν ούτε ελευθερίαν (…), τα τετράποδα είναι ανώτερα του ανθρώπου». Συγγραφέας των «σκέψεων ενός ληστού» είναι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873), δικηγόρος και ποιητής, διδάκτωρ της Νομικής, γιος του γνωστού ιστορικού [Βλ Γεράσιμος Ρηγάτος. «Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος», Πρόσωπα και ζητήματα. Δοκίμια για την Ιατρική στη Λογοτεχνία. Εκδ. ΒΗΤΑ, Αθηνα, σσ. 183-186].

33 Κάτοπτρον της κοινωνίας, είτε έκθεσις των αρετών και κακιών. Υπό Ι. Ν. Λεβαδέως αρχαίου καθηγητού του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Ζ. Γρυπάρη και Α. Καναριώτη, 1864, σ. 64.

34 Κ. Α. Ζανετάκης, «Περί του γαλλικού μυθιστορήματος και της επιρροής αυτού επί τα εν Ελλάδι ήθη», Πανδώρα, τ. Κ΄, 1869, Φυλλ. 461,  σ. 86 (Το πρώτο μέρος στο Φυλλ. 460 σσ. 72-76).

35 Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, Τρεις άνθρωποι. Συμβολή εις την ιστορίαν του ελληνικού λαού (1780-1935), τ. Β΄ «Δημήτριος Μ. Βικέλας (1835-1908)», σ. 105.

36 Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, ό. π., σ. 104

37 Δημήτριος Βικέλας, Η Ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις, νεανικοί χρόνοι, Βιβλιοπωλείον Ιωαν. Ν. Σιδέρη, χχ, σσ. 165-66.

38 Μαριάννα Δήτσα, «Εισαγωγή» στον Λουκή Λάρα του Δ. Βικέλα, Ερμής, 1991, σσ. 65-66. Βλ. και το «Ι. Κ.» Ερωτος αποτελέσματα, του 1792 (Οδυσσέας 1989) όπου ο Mario Vitti επισημαίνει στην «Εισαγωγή» του: «Οι ευγενείς της Κωνσταντινουπόλεως συνηθίζουν ως επί το πλείστον την γαλλικήν γλώσσαν να μαθαίνουν καλύτερα από την ελληνική διά να ηδύνονται με τα διάφορα ρομάντζα οπού έχει». Εξ’ άλλου, όπως έχει δείξει ο Γιάννης Ξούριας, το φαναριώτικο ερωτικό τραγούδι άνθισε στη Πόλη και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, προβάλλοντας, βέβαια, τον έρωτα ως αρρώστια [θλίψη, απελπισία, μελαγχολία που φτάνει μέχρι την επιθυμία του θανάτου] που πρέπει να αποφεύγεται, γιατί δύσκολα γιατρεύεται με τα μέσα της εποχής  [ασκητική εγκράτεια, λογοκρατούμενη σωφροσύνη αλλά και ιατρική], πλην όμως τα τραγούδια αυτά συνέχισαν,  σε πείσμα κάθε φρονηματισμού, να αναμοχλεύουν τα πάθη του έρωτα, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους [«Το δικαίωμα του πάθους. Τα “έρωτος αποτελέσματα” στο φαναριώτικο τραγούδι», Σύναψις 2007, τ. 3, τχ 6, σσ. 70-83 & Σύναψις 2008, τ. 4, τχ 9, σσ. 104-105]. Από την άλλη, η μητέρα του Βικέλα απαντούσε στα ανήσυχα γράμματά του επικαλούμενοι τις σχετικές άμυνες: «κι εγώ σαν εσένα το έπαθα, εις τα νιάτα μου εδιάβασα από τα πλέον βρώμικα ρομάντσα (…) μα τα λόγια της Νενές μου έμβαιναν πολύ καλλίτερα εις το κεφάλι μου και εις την καρδίαν μου» (Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, ό. π., σ. 104)

39  Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, ό. π., σ. 87.

40 Δημήτριος Βικέλας Η Ζωή μου… σσ. 101-103.

41 Bλ. Zορζ Λαντερί-Λωρά, Ιστορία της φρενολογίας, μτφ Κ. Πόταγας, Εισαγωγή Θανάσης Καράβατος. Εξάντας – Τρίαψις Λόγος 1998. Βλ., επίσης, το Θανάσης Καράβατος, «“Μια ανατομία και φυσιολογία του νευρικού συστήματος γενικώς και του εγκεφάλου ιδιαιτέρως” στην αυτή του 19ου αιώνα. Η Οργανολογία, άλλως Φρενολογία, του Franz Gall», Στο: Ελένη Χριστοπούλου-Αλετρά (επ.) «Περί φύσιος Ανθρώπου» – Ανατομία και Φυσιολογία από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα, Ιατρικές εκδόσεις Σιώκη, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 73-83 και το Ειρήνη Σκαλιώρα, «Η χαρτογράφηφη του εγκεφάλου και του νου: από τον Gall στο γονιδίωμα. Σύναψις τ. 2, τχ 3, σσ. 64-77.

42 Δημήτριος Βικέλας, Η Ζωή μου…, ό. π., σ. 166-67.

43 Δημήτριος Βικέλας, «Τα Παρίσια και η ελαφρά φιλολογία», στο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, Εν Αθήναις, Εκδ. Εστίας 1893, σ. 33-57.

44 Μαριάννα Δήτσα, ό. π., σ. 65

45 Δημήτριος Βικέλας, «Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγινώσκειν», ό. π., σ. 1-32.

46 Στο ίδιο, σ. 32.

47  Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, ό. π., σ. 182.

48 François Bing. La théorie de la dégénérescence. Στο J. Postel, Cl. Quetel (eds) Nouvelle histoire de la psychiatrie. Privat, Toulouse 1983, 351-356

49 Θανάσης Καράβατος, «Ο Ροΐδης και οι “νευροεπιστήμες” του 19ου αιώνα», Πόρφυρας, τ. ΙΖ΄, τχ 81-82, Απρ. – Σεπτ. 1997, σσ. 488-500

50  Πβλ τή  ρήση του J.-J. Rouseau που αναφέρει ο Π. Κονδύλης (ο. π., σ 170): «Αν η Φύση μας προόρισε να είμαστε υγιείς, τότε τολμώ να διαβεβαιώσω ότι η κατάσταση του στοχασμού είναι αντίθετη στη Φύση και ότι ο άνθρωπος που στοχάζεται είναι εκφυλισμένο ζώο». (J.-J. Rousseau, Discours sur l’origine). Ανθρωπος-πίθηκος είναι το άλλο όνομα του Ανθρωποπιθήκου, όρου του Gabriel de Mortillet κατ’ αναλογία προς τον όρο Πιθηκάνθρωπος που είχε καθιερώσει ο Haeckel για να προσδιορίσει στη βιολογική εξέλιξη τον «ελλείποντα κρίκο» μεταξύ ανθρώπου και πιθήκου [Βλ Nathalie Richard, «La fabrique du precurseur», Claude Blanckaert (ed) Des sciences contre l’ homme. Autrement, Serie Sciences en société No 8, 1993, σσ. 64-79].

51 Στάμος Παπαφράγος, «Ο τύπος και η εγκληματικότης», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, τ. Α΄, τχ Γ΄, Νοέμβριος 1902, σσ. 74-80.

52 Laveran καί Teissier, Νέα στοιχεία ιατρικής παθολογίας, Μετάφρασις υπό Κ. Λούρου, επιμελεία Γ. Καρυοφύλλη, Αθήνησι, τυπογρ. Παλιγγεσείας. τ. Α΄, 1890, σ. 960.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.