Άννα Πόταγα
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Αθήνα
σύναψις 10 [2008 – τόμος 04]
DO WE HAVE FREE WILL? Έχουμε ελεύθερη βούληση; Έτσι τιτλοφόρησε ο Benjamin Libet, καθηγητής της φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο San Francisco, το άρθρο του, που δημοσιεύτηκε το 1999 στο Journal of Consciousness Studies,1 όπου περιγράφει και παρουσιάζει συνοπτικά τα αποτελέσματα της πειραματικής προσέγγισης του άκρως φιλοσοφικού αυτού θέματος, της ελεύθερης βούλησης· ένα θέμα που μαζί με πολλά άλλα φιλοσοφικά θέματα έχουν περάσει στην επικράτεια της καθαρά επιστημονικής κοινότητας και υποβάλλονται σε εξονυχιστική ανάλυση προκειμένου να βρουν την επιστημονική τους επικύρωση ή να απορριφθούν μια για πάντα από τους κόλπους της.
Τα αποτελέσματα της πειραματικής αυτής προσέγγισης, μαζί με τα συμπεράσματά του, ο συγγραφέας ανακοινώνει με τον παρακάτω λιτό τρόπο: Η καταγραφόμενη ηλεκτρική μεταβολή των 550 msec στον εγκέφαλο των πειραματικών υποκειμένων, πριν από τις αυθόρμητες εκούσιες ενέργειές τους, που χαρακτηρίζεται ως «δυναμικό ετοιμότητας» (Bereitschaftspotential, readiness potential – RP),2 και των 350-400 msec, που μεσολαβούν μέχρι τη συνειδητοποίηση της πρόθεσής τους για δράση, συνηγορούν για την ασύνειδη εκκίνηση της βουλησιακής διαδικασίας.

Ωστόσο, η ελεύθερη βούληση διασώζεται από την πειραματική, επίσης, διαπίστωση ότι η συνειδητή λειτουργία έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το αποτέλεσμα, προβάλλοντας βέτο στην πράξη.
Τη σημασία της ελεύθερης βούλησης αναγνωρίζει ο Libet ως καθοριστική για τις απόψεις μας σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τη σχέση μας με το σύμπαν και τους φυσικούς νόμους, γι’ αυτό και αναμένει τον αντίκτυπο των πειραματικών του ευρημάτων στις σχετικές με πιθανούς τρόπους λειτουργίας της ελεύθερης βούλησης απόψεις και, κατ’ επέκταση, σε εκείνες περί ενοχής και ευθύνης. Παραδέχεται, όμως, ότι η πειραματική του προσέγγιση άγγιξε μόνο μερικές πλευρές του θέματος, αφήνοντας ουσιαστικά αναπάντητο το ουσιώδες ερώτημα, εάν δηλαδή οι ελεύθερες, εκούσιες πράξεις υπόκεινται σε μακρο-αιτιοκρατικούς νόμους ή διενεργούνται χωρίς τέτοιους περιορισμούς, μη προκαθοριζόμενες από φυσικούς νόμους, όντας «πραγματικά ελεύθερες». Οι απόψεις του είναι απόψεις ενός πειραματικού επιστήμονα.
Επαναδιατυπώνει έτσι το ερώτημα, εάν o αιτιοκρατικός χαρακτήρας των φυσικών νόμων μας προσδιορίζει απόλυτα και ειρωνικά διαπιστώνει ότι, ως προς το τελικό αποτέλεσμα, η θέση αυτή συμπίπτει με το θεολογικά επιβαλλόμενο αναπόφευκτο πεπρωμένο,3 θέσεις που, και οι δύο, στην ουσία αναφέρονται σε εξεζητημένα αυτόματα με επιφαινόμενα τα συνειδητά συναισθήματα και τις προθέσεις μας χωρίς καμιά αιτιακή ισχύ.
Ο ίδιος επιμένει στο άλλο σκέλος του ερωτήματος, μήπως, δηλαδή, διατηρούμε κάποια ανεξαρτησία στις επιλογές και τις πράξεις μας και δεν είναι απόλυτα προκαθοριζόμενες από τους γνωστούς φυσικούς νόμους. Ωστόσο, δεν απεμπολεί την ιδιότητα του πειραματικού επιστήμονα και προχωρεί στην αμερόληπτη λεπτομερή έκθεση της διαδικασίας που η ομάδα του ακολούθησε κατά την πειραματική προσέγγιση της συνειδητής βούλησης.

Ήδη υπάρχοντα πειράματα,4 όπου είχε σημειωθεί και καταγραφεί η βραδυπορεία «αυτορυθμιζόμενων» εκούσιων πράξεων, κατά 1΄΄ ή και περισσότερο, σε σχέση με την ηλεκτρική ένδειξη ορισμένων εγκεφαλικών δραστηριοτήτων (που χαρακτήριζε την Bereitschaft-potential ή readiness-potential), αποτέλεσαν τη βάση στο πείραμά του για τη χρονομέτρηση των εγκεφαλικών διαδικασιών και της συνειδητής βούλησης, αφού προηγουμένως τα βελτίωσε, διατηρώντας τον λειτουργικό, σύμφωνα με τις κοινές αντιλήψεις, ορισμό της ελεύθερης βούλησης, αποκλείοντας τυχόν εξωτερικό περιορισμό ή επιρροή πάνω στην ελεύθερη ενέργεια. Η εκούσια πράξη έπρεπε, δηλαδή, να είναι ενδογενής, το υποκείμενο να αισθάνεται ότι ήθελε να την κάνει με δική του πρωτοβουλία, να αισθάνεται ότι μπορούσε να ελέγχει αυτό που έκανε, πότε να την κάνει ή να μην την κάνει –διάσταση ενέργειας και βούλησης χαρακτηρίζει κλινικές διαταραχές στις οποίες αναφέρεται, όπως η εγκεφαλική παράλυση, τα παρκινσονικά σύνδρομα, το σύνδρομο Tourette, το σύνδρομο του «ξένου χεριού» κ.ά.
Από τα πειράματά του προέκυψε ο μέσος όρος των 550 msec από την εμφάνιση των δυναμικών ετοιμότητας (RPs) μέχρι την ενεργοποίηση του εμπλεκόμενου μυός,5 –αποτέλεσμα αμφισβητούμενο, όμως, από πλειάδα άλλων πειραματικών επιστημόνων.6 Σαφώς, λοιπόν, στην εκούσια πράξη ο εγκέφαλος αρχίζει τη βουλησιακή διαδικασία αρκετά πριν από την ενεργοποίηση του μυός ο οποίος παράγει την κίνηση. Απέμενε να απαντηθεί και το ερώτημα: πότε εμφανίζεται η συνειδητή επιθυμία ή πρόθεση για την πράξη;
Σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη, η συνειδητή βούληση θα έπρεπε να εμφανίζεται πριν ή συγχρόνως με την έναρξη του δυναμικού ετοιμότητας (RP) και να δίνει εντολή στον εγκέφαλο να εκτελέσει την προτιθέμενη πράξη. Αλλά εμφάνιση συνειδητής βούλησης 550 msec ή περισσότερο, πριν από την πράξη, φαινόταν διαισθητικά απίθανη. Σημαντικό, συνεπώς, ήταν να διαπιστωθεί ο χρόνος της συνειδητής βούλησης σε σχέση με την εκκίνηση της εγκεφαλικής διαδικασίας, καθώς τυχόν διαπίστωση ότι η συνειδητή βούληση ακολουθεί μετά την έναρξη της εγκεφαλικής διαδικασίας θα είχε ουσιαστική επίπτωση στην αντίληψή μας για την ελεύθερη βούληση.
Έτσι, ο Libet άρχισε να αναζητά μέθοδο μέτρησης του χρόνου εμφάνισης της συνειδητής επιθυμίας για κάθε πράξη ώστε να διαπιστωθεί αυτή η χρονική σχέση, με κατάληξη το πείραμα που περιγράφει στο άρθρο του λεπτομερώς. Πρόκειται για αναφορά συνειδητοποίησης της επιθυμίας του υποκειμένου σε υποτιθέμενο «ωρολογιακό χρόνο», 25 φορές ταχύτερο από τον κανονικό ωρολογιακό χρόνο. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώθηκε ότι ο χρόνος που μεσολαβούσε από την έναρξη της εγκεφαλικής διαδικασίας προετοιμασίας για την εκούσια πράξη, μέχρι την εμφάνιση συνειδητής επιθυμίας για ενέργεια (W) ήταν περίπου 400 msec, σχέση που διαπιστώθηκε σε κάθε ομάδα 40 δοκιμών, σε καθένα από τα 9 υπό μελέτη υποκείμενα.
Επανειλημμένοι έλεγχοι επικύρωσαν την αξιοπιστία του αποτελέσματος.7 Ο ίδιος διαισθάνεται ότι η πραγματική εκκίνηση (initiating) της εγκεφαλικής διαδικασίας συμβαίνει πριν από την ήδη καταγραμμένη (recorded) διαδικασία ετοιμότητας σε κάποια άγνωστη περιοχή που, στη συνέχεια, ενεργοποιεί τη συμπληρωματική κινητική περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού (SMA), στη μέση γραμμή, κοντά στην κορυφή (vertex), την οποίαν και θεωρεί εστία του καταγραφόμενου δυναμικού ετοιμότητας (RP).
Αντιμέτωπος με τα ευρήματα που δείχνουν ότι η εκκίνηση της ελεύθερης εκούσιας πράξης φαίνεται να συμβαίνει ασύνειδα στον εγκέφαλο, πολύ πριν το άτομο συνειδητοποιήσει την επιθυμία του να ενεργήσει, ο Libet διερωτάται πώς, λοιπόν, μπορεί η συνειδητή βούληση να παίζει οποιονδήποτε ρόλο στην εκτέλεση μιας εκούσιας πράξης. Ωστόσο, στο κρίσιμο αυτό ερώτημα φαίνεται να δίνει απάντηση η διαπίστωση, πρώτον, ότι η συνειδητή επιθυμία εμφανίζεται περίπου 150 msec πριν από την ενεργοποίηση του μυός, αν και έπεται της εγκεφαλικής διαδικασίας (RΡ) και, δεύτερον, ότι τα 150 msec αρκούν στην συνειδητή λειτουργία για να επηρεάσει την έκβαση της βουλησιακής διαδικασίας. Δυνητικά έστω έχει η συνειδητή λειτουργία την ευκαιρία –παρότι η ίδια εκκινεί από ασύνειδες διαδικασίες– να ανακόπτει ή να αντιτάσσεται στην τελική εξέλιξη της βουλησιακής διαδικασίας για να μην επακολουθήσει μυϊκή δράση. Ώστε η συνειδητή βούληση μπορεί να επηρεάζει την έκβαση της βουλησιακής διαδικασίας. Αυτή η δυνατότητα αρνησικυρίας δεν αμφισβητήθηκε. Τα υποκείμενα στα πειράματα ανέφεραν ότι μερικές φορές ακύρωναν ή αναχαίτιζαν την εμφάνιση μιας συνειδητής επιθυμίας ή παρόρμησης για ενέργεια, χωρίς προηγούμενη σχετική εγκεφαλική διαδικασία RΡ να σημειώνεται στις περιπτώσεις αυτές.

Στη συνέχεια, εξετάζεται η πιθανότητα, η συνειδητή αρνησικυρία να έχει την αρχή της σε ασύνειδες διαδικασίες που προηγούνται, όπως και στην περίπτωση ανάπτυξης και εμφάνισης της συνειδητής βούλησης. Στην περίπτωση αυτή (εάν η ίδια η αρνησικυρία άρχιζε και εξελισσόταν ασύνειδα), θα επρόκειτο για ασύνειδη «εκλογή», συνειδητοποιούμενη στη συνέχεια «επιλογή», και όχι για ένα συνειδητά αιτιακό συμβάν, αφού σύμφωνα με προηγούμενη μαρτυρία ο εγκέφαλος «παράγει» συνείδηση για κάτι, μετά την πάροδο 0.5΄΄ κατάλληλων νευρωνικών ενεργοποιήσεων, τονίζει ο Libet.8 Τη θέση ότι ακόμη και η ασύνειδη εκκίνηση επιλογής της αρνησικυρίας δεν παύει να αποτελεί αυθεντική επιλογή του ατόμου και γι’ αυτό θα μπορούσε να θεωρείται διαδικασία ελεύθερης βούλησης9 απορρίπτει βέβαια ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι πρόκειται για συνειδητοποίηση μιας ασύνειδα δημιουργούμενης επιλογής, χωρίς συνειδητό έλεγχο των πράξεων του ατόμου, χωρίς άμεσο συνειδητό έλεγχο πάνω στην φύση κάποιων ασύνειδων διαδικασιών που τυχόν προηγήθηκαν, ενώ η διαδικασία ελεύθερης βούλησης προϋποθέτει ευθύνη του ατόμου για την επιλογή του να δράσει ή να μη δράσει. Όταν ενέργειες, κάτω από έναν ψυχοκινητικό επιληπτικό παροξυσμό ή με σύνδρομο Τourette κ.λπ. (βλέπε παραπάνω), δε θεωρούνται ενέργειες ελεύθερης βούλησης, ούτε το άτομο υπεύθυνο για αυτές, αφού γίνονται ασύνειδα και χωρίς δυνατότητα συνειδητού εκ μέρους του ελέγχου, γιατί να θεωρείται πράξη ελεύθερης βούλησης κάποια ενέργεια φυσιολογικού μεν ατόμου που όμως εξελίσσεται ασύνειδα, δηλαδή με διαδικασία πάνω στην οποίαν αυτό δεν έχει συνειδητό έλεγχο; Αντικρούει έτσι την υπόθεση, η συνειδητή αρνησικυρία να είναι το άμεσο αποτέλεσμα προηγούμενων ασύνειδων διαδικασιών, θεωρώντας τη λειτουργία ελέγχου, διαφορετική από την απλή συνειδητοποίηση της επιθυμίας για δράση. Εξάλλου, καμιά θεωρία σχέσης εγκεφάλου-νου (mind-brain), ούτε και η θεωρία ταυτότητας (identity theory), δεν απαιτεί με λογική αναγκαιότητα να προηγείται ειδική νευρωνική δραστηριότητα για να καθορίζει τη φύση της συνειδητής λειτουργίας ελέγχου. Ούτε πειραματική μαρτυρία υπάρχει που να αποκλείει την πιθανότητα εμφάνισης της διαδικασίας ελέγχου χωρίς προηγούμενη ανάπτυξη ασύνειδων διαδικασιών.
Για να συμβιβάσει τη θέση του με αυτό που, ομολογουμένως, σημαίνει η συνειδητοποίηση της απόφασης αρνησικυρίας (δηλαδή ότι κάποιος έχει συνείδηση του γεγονότος), προχωρεί στην επανεξέταση της έννοιας της συνειδητότητας, τη σχέση της με το περιεχόμενό της και τις εγκεφαλικές διαδικασίες που αναπτύσσουν αυτή και το περιεχόμενό της. Βασιζόμενος σε προηγούμενες μελέτες του, επισημαίνει τη μοναδικότητα της συνειδητότητας ως καθαυτό φαινόμενο, διακριτό από τα συνειδητοποιούμενα περιεχόμενά της, παραπέμποντας στη διαφορά που εμφανίζουν υποκειμενικές χρονομετρήσεις αισθήσεων σε όμοιας διάρκειας ερεθίσματα, όπως η συνειδητοποίηση ενός αισθητηριακού ερεθίσματος που μπορεί να απαιτεί διάρκεια όμοια με σειρά ερεθισμάτων για τον σωματοαισθητηριακό φλοιό και τον έσω λημνίσκο, των οποίων το συνειδητοποιημένο περιεχόμενο εμφανίζεται διαφορετικό σε υποκειμενικές χρονομετρήσεις αισθήσεων.10 Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο μιας ασύνειδης νοητικής διαδικασίας (σωστή ανίχνευση σήματος στον εγκέφαλο χωρίς συνειδητοποίηση του σήματος) μπορεί να είναι το ίδιο με το συνειδητοποιούμενο περιεχόμενό της (με συνειδητοποίηση του σήματος), όμως η συνειδητοποίηση του ίδιου αυτού περιεχομένου απαιτεί αυξημένη κατά 400 msec διάρκεια του ερεθισμού.11 Συνειδητοποίηση, δηλαδή, ενός συμβάντος δε σημαίνει περιορισμό της σε κάποιο λεπτομερειακό στοιχείο από το περιεχόμενο ολόκληρου του συμβάντος. στην προκειμένη, μάλιστα, περίπτωση της ενδογενούς, ελεύθερης, εκούσιας πράξης, η καθυστέρηση συνειδητοποίησης της πρόθεσης για δράση γύρω στα 400 msec, αφότου οι εγκεφαλικές διαδικασίες αρχίσουν ασύνειδα τη διαδικασία, σημαίνει κάλυψη ολόκληρης της βουλησιακής διαδικασίας στο διάστημα αυτό της καθυστέρησης, τόσο ως προς το περιεχόμενο της συνειδητής παρόρμησης για δράση, όσο και ως προς το περιεχόμενο παραγόντων ικανών να επηρεάσουν τη συνειδητή αρνησικυρία.12
Συζητάει, επίσης, την πιθανότητα οι παράγοντες πάνω στους οποίους βασίζεται η απόφαση αρνησικυρίας να αναπτύσσονται με ασύνειδες διαδικασίες που προηγούνται της αρνησικυρίας και, ακόμη, η συνειδητή απόφαση αρνησικυρίας να επισυμβαίνει χωρίς άμεση συγκεκριμενοποίησή της από τις προηγηθείσες ασύνειδες διαδικασίες. Το περιεχόμενο, όμως, της απόφασης αρνησικυρίας (η πραγματική απόφαση αρνησικυρίας) ο Libet το θεωρεί ως στοιχείο καθαυτό που δε χρειάζεται να πληροί την απαίτηση που τυχόν θα ίσχυε για την ίδια τη συνειδητοποίηση της απόφασης αρνησικυρίας, δηλαδή απαίτηση για προηγούμενες ασύνειδες διαδικασίες
Με το ισχύον στις επιστημονικές έρευνες παράδειγμα τεχνητού περιορισμού σε απλά συστήματα κάποιας ερευνούμενης διαδικασίας, τα αποτελέσματα της οποίας αποδεικνύονται πράγματι αντιπροσωπευτικά για φαινόμενα που κυριαρχούν σε άλλα σχετικά πιο πολύπλοκα συστήματα,13 και με δεδομένα τα ευρήματα άλλων ερευνητών, όπου τα RPs προηγούνται και άλλων περισσότερο πολύπλοκων ενεργειών –όπως έναρξη ομιλίας ή γραψίματος (χωρίς όμως να μελετούν τον χρόνο εμφάνισης της συνειδητής επιθυμίας έναρξης των ενεργειών)–, o Libet επιχειρεί τη γενίκευση των συμπερασμάτων από τα πειραματικά ευρήματα στα μεμονωμένα απλά συστήματα, επεκτείνοντάς τα σε εκούσιες πράξεις γενικότερα, με επίγνωση, βέβαια, ότι πρόκειται για μεταφορά (extrapolation). Συγκεκριμένα, διερωτάται αν μπορεί να συμπεράνει τις ίδιες χρονικές σχέσεις μεταξύ ασύνειδων εγκεφαλικών διαδικασιών και εμφάνισης συνειδητής επιθυμίας/βούλησης για δράση σε εκούσιες πράξεις πέραν αυτών που μελετήθηκαν.
Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη διάκρισης μεταξύ συνηθισμένων διαλογισμών, ποια επιλογή ενέργειας να υιοθετηθεί (συμπεριλαμβανομένου του προ-σχεδιασμού για το πότε να εκτελεσθεί η επιλεγείσα ενέργεια), και της τελικής πρόθεσης πραγματικά να «δράσουμε τώρα», αν και εφόσον υπάρξει εκούσια πράξη βέβαια. Οι ίδιες πειραματικές μελέτες έδειξαν ότι, σε ορισμένες δοκιμές, τα υποκείμενα ασχολούνταν με κάποιο συνειδητό προ-σχεδιασμό για το πότε χοντρικά να ενεργήσουν (στο επόμενο δευτερόλεπτο ή κάτι τέτοιο). Αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, τα υποκείμενα ανέφεραν χρόνους της συνειδητής επιθυμίας να δράσουν πραγματικά γύρω στα -200 msec, τιμή που πλησίαζε πολύ τις τιμές που αναφέρθηκαν για πλήρως αυθόρμητες εκούσιες πράξεις χωρίς προ-σχεδιασμό. Σε όλες τις περιπτώσεις, η έναρξη της ασύνειδης εγκεφαλικής διαδικασίας ετοιμότητας για πράξη (RP) προπορευόταν από την τελική συνειδητή πρόθεση «να δράσω τώρα». Τα ευρήματα ήταν ενδεικτικά για το ότι η διαδοχή των βουλησιακών διαδικασιών «να δράσω τώρα» μπορεί να ισχύει σε όλες τις βουλησιακές πράξεις, ανεξάρτητα από αυθορμητισμό ή προϊστορία συνειδητών διαλογισμών τους.
Έτσι, ο ρόλος της συνειδητής ελεύθερης βούλησης θα μπορούσε να είναι, όχι να εκκινεί μια εκούσια πράξη, αλλά μάλλον να έχει τον έλεγχο ως προς την πραγματοποίηση μιας πράξης. Την ασύνειδη πρωτοβουλία (εκκίνηση) για εκούσιες πράξεις παρομοιάζει με φυσαλίδες μέσα στον εγκέφαλο που ανάμεσά τους επιλέγει η συνειδητή βούληση ποια από αυτές τις «πρωτοβουλίες» μπορεί να προωθήσει σε πράξη ή ποια να αναχαιτίσει και να απορρίψει, χωρίς να εμφανίσει πράξη.
Έναν τέτοιο ρόλο της ελεύθερης βούλησης θεωρεί συμβατό με τις θρησκευτικές και ηθικές επιταγές που συνιστούν «αυτο-έλεγχο», παραπέμποντας στον απαγορευτικό χαρακτήρα των περισσότερων από τις Δέκα Εντολές.
Όταν, όμως, προχωρεί στην ηθική αξιολόγηση των ευρημάτων της έρευνας για την ασύνειδη δημιουργία και εξέλιξη σχετικών παρορμήσεων στον εγκέφαλο –χωρίς δυνατότητα συνειδητού ελέγχου τους, παρά μόνο κατά την τελική κινητική τους φάση, δηλαδή πριν από την πραγματοποίησή τους– και τα αντιπαραβάλλει με την έννοια της αμαρτίας και ενοχής στα διάφορα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα, τότε αρνείται να θεωρήσει ως αμαρτία μια συνειδητή επιθυμία ή παρόρμηση για μια κοινωνικώς ανεπίτρεπτη πράξη που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Κι η παραπομπή του αφορούσε τους κατά Ματθαίον στίχους (5,27-8) της επί του Όρους Ομιλίας, όπου μοιχός στην καρδιά του θεωρείται και εκείνος που μόνο επιθύμησε γυναίκα. Δεν παραλείπει συνάμα να επισημάνει τη φυσιολογικά ανυπέρβλητη ηθική και ψυχολογική δυσφορία που προξενεί η θρησκευτική αυτή θεώρηση της αμαρτίας, από την οποίαν ουδείς μπορεί να εξαιρεθεί, αλλά και να διακρίνει κάποια βάση φυσιολογίας (physio-logical), μεταξύ άλλων, στην ιδέα του «προπατορικού αμαρτήματος».
Ο ίδιος θεωρεί ότι οι ηθικοί κώδικες είναι ρυθμιστικοί των ανθρώπινων σχέσεων και έχουν να κάνουν με πράξεις, όχι με παρορμήσεις ή προθέσεις, διότι μόνο η ενέργεια (motor act) μπορεί να πλήξει την ευημερία του άλλου, και, κατά συνέπεια, νόμιμο θα ήταν ένοχα και υπεύθυνα να θεωρούνται τα άτομα για τις πράξεις τους, αφού μόνο η εκτέλεσή τους είναι αυτή που μπορεί να τεθεί συνειδητά υπό έλεγχο.
Ο Libet αναγνωρίζει ότι τα πειραματικά του ευρήματα απαντούν μόνο στον πιθανό τρόπο λειτουργίας της ελεύθερης βούλησης και όχι στο θεμελιώδες ερώτημα εάν οι συνειδητές ηθελημένες πράξεις μας καθορίζονται απόλυτα από φυσικούς νόμους που διέπουν τις δραστηριότητες των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο, ή εάν πράξεις και συνειδητές αποφάσεις για την εκτέλεσή τους συμβαίνουν σε κάποιο βαθμό ανεξάρτητα από τη φυσική αιτιοκρατία. Ευθύς αμέσως παρατηρεί ότι η φυσιοκρατική θέση καθιστά απατηλή την ελεύθερη βούληση και το αίσθημα άσκησης προσωπικής βούλησης επιφαινόμενο, παράγωγο απλώς των εγκεφαλικών δραστηριοτήτων χωρίς ίδια αιτιακή ισχύ.

Επικαλούμενος την «αρχή της απροσδιοριστίας» του Heisenberg, που μας αρνείται την πλήρη γνώση των υποκείμενων μοριακών δραστηριοτήτων, την κβαντομηχανική, που μας αναγκάζει να ασχολούμαστε με πιθανότητες παρά με βεβαιότητες συμβάντων, και, τέλος, τη θεωρία του χάους, που προειδοποιεί ότι κάποιο τυχαίο συμβάν μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά ολόκληρου συστήματος κατά τρόπο μη προβλέψιμο, εστιάζεται στην απροβλεψιμότητα των ελεύθερων επιλογών ή πράξεων, ακόμη και αν ήταν απόλυτα αιτιοκρατούμενες. Δεν αρνείται, ωστόσο, ότι, έστω και μη πρακτικά προβλέψιμα, τα συμβάντα θα μπορούσαν να διέπονται από φυσικούς νόμους και γι’ αυτό μπορεί να είναι αιτιοκρατούμενα.
Στο βασικό ερώτημα: «πρέπει να αποδεχθούμε την αιτιοκρατία; δεν είναι η μη-αιτιοκρατία βιώσιμη επιλογή;», ανεπιφύλακτα απαντά ότι η αιτιοκρατία γενικά λειτούργησε καλά για τον φυσικό αισθητό κόσμο, γεγονός που έκανε πολλούς επιστήμονες και φιλοσόφους να βλέπουν κάθε παρέκκλιση από την αιτιοκρατία ανόητη και παράλογη, ανάξια προσοχής, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει μαρτυρία ή έστω προτεινόμενο σχέδιο πειραματικής δοκιμασίας που θα αποδείκνυε οριστικά και πειστικά το κύρος της φυσικής αιτιοκρατίας ως διαμεσολαβητή ή εργαλείο της ελεύθερης βούλησης. Αμφότερες τις εναλλακτικές απόψεις (φυσική αιτιοκρατία ή μη-αιτιοκρατία) χαρακτηρίζει θεωρίες αναπόδεικτες, δηλαδή αναπόδεικτες σε σχέση με την ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης. Όσο επιστημονικά αναπόδεικτη και θεωρητική δοξασία είναι η πρόταση ότι ένας αιτιοκρατικός χαρακτήρας του φυσικά αισθητού κόσμου (στο μέτρο που αυτό μπορεί να είναι αληθινό) μπορεί να ευθύνεται για τις υποκειμενικές συνειδητές λειτουργίες και συμβάντα, εξίσου αναπόδεικτη δοξασία είναι και η αναιτιοκρατία (αυταρχία – non-determinism), η άποψη ότι η συνειδητή βούληση μπορεί, ενίοτε, να έχει αποτελέσματα ασύμβατα με τους γνωστούς φυσικούς νόμους.
Αναλύοντας τις δυο μορφές της αναιτιοκρατίας (αυταρχίας), αφιερώνει ιδιαίτερη προσοχή στην άποψη ότι η συνειδητή βούληση μπορεί να επηρεάσει την εγκεφαλική λειτουργία κατά παράβαση γνωστών φυσικών νόμων. Στη μία από αυτές πιστεύεται ότι οι παραβιάσεις δεν είναι ανιχνεύσιμες, επειδή οι νοητικές δραστηριότητες μπορεί να διενεργούνται σε χαμηλότερο από το επιτρεπόμενο από την κβαντική μηχανική επίπεδο (επιφύλαξη που παραμένει ακόμη συζητήσιμη), άποψη που θα επέτρεπε μια μη αιτιοκρατούμενη ελεύθερη βούληση χωρίς αισθητή παράβαση των φυσικών νόμων. Στη δεύτερη μορφή, οι παραβιάσεις των φυσικών νόμων μπορεί να είναι μεν αρκετά μεγάλες οπότε και ανιχνεύσιμες, τουλάχιστον in principle (κατ’ αρχήν), αλλά η ανιχνευσιμότητά τους προβάλλεται ως αδύνατη πρακτικά. Πέρα για πέρα αληθινή θεωρεί τη δυσκολία ανίχνευσης στην περίπτωση που η συνειδητή βούληση θα είχε την ικανότητα να ασκεί την επίδρασή της πάνω σε λίγα σχετικά νευρικά στοιχεία κατά ελάχιστες δόσεις δράσης (by minimal actions), οπότε και θα μπορούσε να αποτελεί μηχανισμό έκλυσης (trigger) για ενισχυμένα πρότυπα δράσης νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο.
Στο ερώτημα ποια θεωρία (αιτιοκρατία ή μη-αιτιοκρατία) είναι σε θέση να περιγράψει τη φύση της ελεύθερης βούλησης, δεν υπάρχει επιστημονική απάντηση. Η σχεδόν παγκόσμια εμπειρία ότι μπορούμε και ενεργούμε με ελεύθερη, ανεξάρτητη επιλογή, η οποία αποτελεί ένα είδος prima facie (εκ πρώτης όψεως) απόδειξη ότι συνειδητές νοητικές διαδικασίες μπορούν αιτιακά να ελέγχουν μερικές εγκεφαλικές διαδικασίες,14 δημιουργεί στον πειραματικό επιστήμονα, όπως είναι ο ίδιος, μεγαλύτερη δυσκολία για μια αιτιοκρατική παρά για μια μη αιτιοκρατική επιλογή. Και όμως, το φαινόμενο ότι οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε ότι έχουμε ελεύθερη βούληση, τουλάχιστον για ορισμένες από τις πράξεις μας και εντός ορισμένων ορίων, που η κατάσταση του εγκεφάλου μας και το περιβάλλον μας επιβάλλουν, δεν του αρκεί και συνιστά προσοχή στην υιοθέτηση αναπόδεικτων επιστημονικών συμπερασμάτων, τα οποία στην πραγματικότητα είναι κρυμμένες ad hoc δοξασίες, προερχόμενες από διαισθήσεις σχετικές με το φαινόμενο της ελεύθερης βούλησης και βάση απόψεων σχετικών με την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, δεν παύει να βρίσκει λιγότερο ελκυστική τη θεωρία που απλώς ερμηνεύει το φαινόμενο της ελεύθερης βούλησης ως απατηλό και αρνείται το κύρος αυτού του φαινομενικά γεγονότος, από μια θεωρία που δέχεται αυτό το φαινομενικό γεγονός ή συμφιλιώνεται με αυτό.
Έτσι, καταλήγει στο ότι αποδοχή της ελεύθερης βούλησης –μιας αυθεντικά ελεύθερης με τη μη-αιτιοκρατική έννοια– είναι τουλάχιστον το ίδιο καλή, αν όχι καλύτερη, επιστημονική επιλογή από ό,τι είναι η άρνησή της από την αιτιοκρατική θεωρία. Δεδομένης της θεωρητικής φύσης αμφοτέρων, αιτιοκρατικής και μη-αιτιοκρατικής θεωρίας, γιατί να μην υιοθετήσουμε, διερωτάται, την άποψη ότι, όντως, έχουμε ελεύθερη βούληση; (μέχρι να εμφανισθεί κάποια πραγματική ανατρεπτική απόδειξη, εάν ποτέ υπάρξει τέτοια). Μια τέτοια άποψη θα μας επέτρεπε τουλάχιστον να προχωρήσουμε, κατά τρόπο που δέχεται και συμφιλιώνεται με τη βαθιά μας αίσθηση ότι, όντως, έχουμε ελεύθερη βούληση, χωρίς να αναγκαζόμασταν να θεωρούμε τους εαυτούς μας μηχανές που δρουν κατά τρόπο απολύτως ελεγχόμενο από τους γνωστούς φυσικούς νόμους. Μιαν τέτοια ανεκτή επιλογή έχει υποστηρίξει ο νευροβιολόγος Roger Sperry, στον οποίο και παραπέμπει.
Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Sperry15 εκφράζει ανοικτά την υποστήριξή του στην αιτιοκρατία, μια αιτιοκρατία ιδιότυπη βέβαια, όπου διακρίνει αιτιακή αποτελεσματικότητα της συνείδησης και αντίστοιχη νευρωνική, και όπου το πνεύμα (mind) αποβαίνει μια έννοια τροποποιημένη: είναι αιτιακό, λειτουργικό αναδυόμενο και τα συνειδητά φαινόμενα, ως αναδυόμενες λειτουργικές ιδιότητες της διαδικασίας του εγκεφάλου, αποβαίνουν αιτιακοί παράγοντες με ενεργό ρόλο ελέγχου στη διαμόρφωση των ρευστών προτύπων των εγκεφαλικών ερεθισμών σύμφωνα με ίδιους (δικούς τους) νόμους. διαφορετικούς, όμως και μη αναγώγιμους στους νόμους της νευροφυσιολογίας, χωρίς ωστόσο να παραβιάζουν, να διαταράσσουν ή να παρεμβαίνουν στη νευρωνική δραστηριότητα καθαυτή, απλώς επέρχονται, επισυμβαίνουν. Και η αλληλεπίδραση νευρικών και πνευματικών επιπέδων μέσα στο πολυσχιδές ιεραρχημένο συνεχές του εγκεφάλου, αμοιβαία παλίνδρομη, πέραν της παραδοσιακής μονο-επίπεδης αιτιακής αλληλουχίας, ακολουθεί μια πολυεπίπεδη και ενδοεπίπεδη αιτιοκρατία, της οποίας τη μεγάλη διαφορά, από εκείνη της υπερφυσικής πνευματικής (ghostly) παρέμβασης στις συνάψεις και των αναιτιοκρατικών επιρροών στις οποίες στηρίζονταν παλαιότερα οι Eccles και Popper, δεν παραλείπει να υπερτονίσει.
Παρότι οι ανωτέρου επιπέδου λειτουργικές οντότητες εσωτερικής εμπειρίας έχουν τη δική τους δυναμική στην εγκεφαλική δραστηριότητα, στο δικό τους επίπεδο η μεταξύ τους αλληλεπίδραση είναι αιτιοκρατική. Με αυτούς τους όρους, η ανθρώπινη λήψη αποφάσεων δεν είναι αναιτιοκρατική, αλλά αυτοκαθοριστική (self-determinant), με αυτοκαθοριστικούς παράγοντες τις αποθηκευμένες μνήμες μιας ολόκληρης ζωής, αξιακά συστήματα, έμφυτα και επίκτητα, μαζί με όλες τις διάφορες πνευματικές (νοητικές) δυνάμεις, γνωσιακές, λογικές, διαισθητικές –προφανώς αυτές υπονοεί παραπάνω και ο Libet με «το περιεχόμενο παραγόντων ικανών να επηρεάσουν τη συνειδητή αρνησικυρία».16
Χαρακτηριστική είναι η παρομοίωση της εγκεφαλικής διαδικασίας με τροχό που ο Sperry βλέπει να κατρακυλάει από λόφο και να συμπαρασύρει άτομα και μόρια στην χωροχρονική πορεία του και στο πεπρωμένο, που ως σύνολό του καθορίζουν οι ιδιότητές του, ανεξάρτητα από την κλίση μεμονωμένων ατόμων και μορίων, όπως και η παρομοίωση του ανθρώπινου νού με «πελώρια γεννήτρια αναδυόμενων πρωτοφανών φαινομένων τα οποία στη συνέχεια ασκούν έλεγχο πάνω στις χαμηλότερου επιπέδου δραστηριότητες».
Στις αρχές που εκφράζουν την «αναδυόμενη αιτιοκρατία» –έκφραση δική του– προσδίδει παγκοσμιότητα με την πανταχού παρουσία τους, όπως στο πρόσφορο παράδειγμα του οργανισμού με τα συστατικά του κύτταρα και όργανα. Και από το σύνθετο αχανές εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων του ενός ιεραρχημένου πολυσχιδούς συνεχούς του ενός και μόνου κόσμου, ο Sperry διαλέγει τους εσωτερικούς παράγοντες, αυτούς του εσώτερου εαυτού, ως καθοριστικούς της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφήνοντας την ισχύ των εξωτερικών, των περιβαλλοντικών παραγόντων να κυριαρχεί αντιστρόφως ανάλογα στην οντική κλίμακα.
Ο Libet συνέλαβε τη θεωρία του συνειδητού νοητικού πεδίου (conscious mental field, CMF) από την κριτική αντιμετώπιση των θέσεων του Sperry (1980), ιδιαίτερα της θεώρησης του πνεύματος ως αναδυόμενης, από κατάλληλες εγκεφαλικές λειτουργίες, ιδιότητας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, μη εμφανή στις νευρικές δραστηριότητες εντός του συστήματος, δηλαδή του εγκεφάλου, μεταξύ των οποίων είχε συμπεριλάβει την ικανότητα του συνειδητού νου να επεμβαίνει σε ορισμένες νευρικές δραστηριότητες και να τις προχωρά ένα βήμα παραπέρα.

Πρόκειται για ένα πεδίο, ενοποιητικό της παραγόμενης από τις πολλές νευρικές ενότητες (units) εμπειρίας, ικανό με τη σειρά του να επηρεάζει ορισμένες νευρικές δραστηριότητες και να διαμορφώνει τη βάση για τη συνειδητή βούληση. Ένα νέο «φυσικό» (natural) πεδίο, μη-σωματικό (nonphysical), με την έννοια ότι δεν θα μπορούσε να παρατηρηθεί άμεσα με οποιοδήποτε μέσον άλλο από την υποκειμενική συνειδητή εμπειρία. Το μαγνητικό πεδίο είναι ένα καλό παράδειγμα, καθώς δείχνει την αλληλεπίδραση μεταξύ αγώγιμου ηλεκτρικού ρεύματος και πεδίου. Αν και «ανάλογο με τα γνωστά φυσικά πεδία», δεν ταιριάζει σε καμιά από τις κατηγορίες τους, όντας το ίδιο μια φαινομενολογικά ανεξάρτητη κατηγορία, μη περιγράψιμο με όρους οποιουδήποτε από τα δυνάμενα να παρατηρηθούν φυσικά φαινόμενα, παρά μόνο με όρους της υποκειμενικής εμπειρίας από τον ίδιο τον φορέα της. Βασική του ιδιότητα η ενιαία ή ενοποιητική υποκειμενική εμπειρία. Μια δεύτερη, η αιτιακή ικανότητα να επιδρά ή να αλλοιώνει τη νευρωνική λειτουργία. Φαινόμενο λειτουργικό και ελέγξιμο στοιχείο της λειτουργίας του εγκεφάλου, όχι μεταφυσικού χαρακτήρα ή προέλευσης.
Για τη δοκιμασία της θεωρίας του είχε προτείνει ένα πειραματικό σχέδιο, το οποίο, μέσω ενός υποθετικού «συνειδητού νοητικού πεδίου» –αναπαράσταση της αναδυόμενης συνειδητής εμπειρίας, με δυνατότητα δράσης χωρίς νευρικές διαμεσολαβητικές συνδέσεις– θα ήλεγχε εάν η συνειδητή βούληση μπορεί να επηρεάσει τις δραστηριότητες των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο.17 Το δύσκολο, αν και εφικτό, αυτό πείραμα, ακόμη ανεκτέλεστο, αν επιβεβαίωνε την πρόβλεψη της θεωρίας του πεδίου, θα επέφερε, πιστεύει, ριζική αναθεώρηση και μετασχηματισμό των απόψεών μας για την αλληλεπίδραση εγκεφάλου-πνεύματος. Το προτεινόμενο πείραμά του τού δίνει, εξάλλου, και το δικαίωμα να επικρίνει τους αιτιοκράτες κυρίως για την έλλειψη εκ μέρους τους, έστω και κάποιου δυνατού πειραματικού σχεδίου δοκιμασίας της θεωρίας τους, ιδιαίτερα αναφορικά με τον ισχυρισμό τους περί απατηλής φύσης της ελεύθερης βούλησης, ο οποίος, αν μη τι άλλο, θα ’πρεπε να βασίζεται σε αρκούντως άμεση απόδειξη για μια τόσο σημαντική για το ποιοι είμαστε συζήτηση.
Στο πειραματικό του σχέδιο του «συνειδητού νοητικού πεδίου» επανέρχεται πιο αναλυτικά, ρωτώντας σε άρθρο του δημοσιευμένο στο Journal of Consciousness Studies:18 Μπορεί η συνειδητή εμπειρία να επηρεάσει την εγκεφαλική δραστηριότητα; Με αφορμή το άρθρο του Velman,19 στο οποίο εξετάζεται το πρόβλημα αν και πώς η συνειδητή εμπειρία θα μπορούσε να έχει σωματικές συνέπειες, και την προτεινόμενη από τον ίδιο αρχή της συμπληρωματικότητας, δηλαδή, για τη λύση του παράδοξου, να βασίζεται η ενδοσκοπική υποκειμενική εμπειρία απόλυτα σε εξωτερικές παρατηρήσεις του φυσικού εγκεφάλου, έτσι που να μην είναι το πνεύμα ούτε φυσική οντότητα ούτε συνειδητή εμπειρία, αλλά ταυτόχρονα και τα δύο –άλλη εκδοχή της θεωρίας της ταυτότητας–, αντιπροτείνει το δικό του πειραματικό σχέδιο ελέγξιμου «συνειδητού νοητικού πεδίου». Αυτό θα μπορούσε να αναδύεται από κατάλληλες εγκεφαλικές λειτουργίες, να ενοποιεί τη συνειδητή εμπειρία (η οποία βασίζεται σε τεράστιο αριθμό διαφορετικών νευρικών συμβάντων) και να είναι επίσης ικανό να επηρεάζει ορισμένες νευρικές δραστηριότητες, μη αποδεχόμενος ότι η αρχή που επικαλείται ο Velman ανταποκρίνεται στον μοναδικό χαρακτήρα της σχέσης «εγκεφάλου-πνεύματος», όπου το ένα χαρακτηριστικό της είναι η μη παρατηρήσιμη από οποιοδήποτε φυσικό μέσο συνειδητή υποκειμενική εμπειρία, ανοίγοντας έτσι διάπλατο τον δρόμο για δράση της συνειδητής βούλησης επί του εγκεφάλου.
Το απολύτως λεπτομερειακό πειραματικό του σχέδιο ελέγχου της ριζοσπαστικής του θεωρίας, είναι ένα σχέδιο ενδοεγκεφαλικής επικοινωνίας (προωθούμενης) χωρίς νευρικές διαύλους. Με τον προτεινόμενο ενδοεγκεφαλικό τρόπο επικοινωνίας του πειράματος θα ήλεγχε την κρίσιμη υπόθεση της θεωρίας του ως προς την ανάπτυξη του συνειδητού νοητικού πεδίου χάρη στη συμβολή εγχώριων νευρωνικών περιοχών του εγκεφαλικού φλοιού. Πιο συγκεκριμένα, ο έλεγχος (δοκιμασία) της ύπαρξης ενός συνειδητού νοητικού πεδίου, που μπορεί να ενοποιεί την υποκειμενική εμπειρία, θα συνίστατο στο να διαπιστώσει εάν ο ηλεκτρικός ή χημικός ερεθισμός μιας κατάλληλα, φυσιολογικά (norma-lized) απομονωμένης φλοιώδους φέτας μπορεί να επιφέρει ενδοσκοπική αναφορά εμπειρίας με την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη φλοιώδης περιοχή θα ήταν απόλυτα απομονωμένη ή αποκομμένη από νευρωνική επικοινωνία με τον υπόλοιπο εγκέφαλο, αλλά in situ, ζωντανή και σε λειτουργία προσομοιάζουσα την κανονική της συμπεριφορά, αφού πριν από την απομόνωσή της είχε διαπιστωθεί ενδοσκοπική αναφορά εμπειρίας έπειτα από ηλεκτρικά ή χημικά ερεθίσματα.
Σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι κατάλληλος ερεθισμός του νευρωνικά απομονωμένου φλοιού επιφέρει κάποια δυνάμενη να αναφερθεί υποκειμενική ανταπόκριση, μη αποδόσιμη σε ερεθισμό από γειτνιάζοντα μη-απομονωμένο φλοιό ή άλλες εγκεφαλικές δομές, τούτο θα σήμαινε ότι η ενεργοποίηση μιας φλοιϊκής περιοχής θα ήταν δυνατόν να συμβάλλει σε συνολική ενιαία συνειδητή εμπειρία με τρόπο διάφορο από εκείνον των νευρωνικών μηνυμάτων μέσω νευρικών αγωγών, κ.λπ. Θα ενίσχυε έτσι και την προτεινόμενη θεωρία του πεδίου, σύμφωνα με την οποία μια φλοιϊκή περιοχή μπορεί να συμβάλλει ή να επηρεάζει το ευρύτερο συνειδητό πεδίο. Ωστόσο, δεν αποκλείει την πιθανότητα αυτή η φλοιϊκή περιοχή να ενεργοποιεί δευτερευόντως ορισμένες άλλες περιοχές προκειμένου να παραχθεί η συνειδητή εμπειρία, οπότε θα ’πρεπε να εντοπισθούν και αντίστοιχες φέτες και να συμπεριληφθούν στη δοκιμασία. Οπωσδήποτε, η παραπάνω διαπίστωση θα αποτελούσε πειραματική βάση για ένα ενιαίο πεδίο υποκειμενικής εμπειρίας και για νοητική παρέμβαση στις νευρωνικές λειτουργίες.
Στη δικαιολογημένη απορία, σε περίπτωση πειραματικής επιβεβαίωσης της υπόθεσης του πεδίου, ποιος τότε ο ρόλος όλων των μαζικών και πολύπλοκων νευρωνικών διασυνδέσεων, φλοιο-φλοιωδών, φλοιωδών-υποφλοιωδών και ημισφαιρίου προς ημισφαίριο, κατά τον Libet, μια απάντηση θα ήταν: να υποβοηθούν όλες τις εγκεφαλικές λειτουργίες, εκτός της άμεσα σχετιζόμενης με την εμφάνιση της συνειδητής υποκειμενικής εμπειρίας και τον ρόλο της στη συνειδητή βούληση. Στο πρότυπο του πεδίου αυτού σχηματοποιείται μόνο το φαινόμενο της συνειδητής υποκειμενικής εμπειρίας που σχετίζεται με όλες τις σύνθετες εγκεφαλικές λειτουργίες και κατά τρόπο, ομολογουμένως, θεωρητικό.
Όσο για την αιτιακή ικανότητα του προτεινόμενου συνειδητού νοητικού πεδίου να επηρεάζει νευρωνικές λειτουργίες, αυτή, όπως μας λέει ο Libet, συνελέγχεται στην παραπάνω δοκιμασία και θα αποδεικνύεται από την ενδοσκοπική αναφορά του υποκειμένου. Εάν ο ερεθισμός της αποκομμένης φλοιώδους τομής προκαλεί αναφορά του υποκειμένου, τούτο θα σήμαινε ότι το πεδίο μπορεί να ενεργοποιεί τις αρμόδιες να παράγουν προφορική αναφορά εγκεφαλικές περιοχές.
Για να προλάβει κάθε υποψία και επίκριση για δυϊσμό, καθώς η θεωρία του με τον «μηχανισμό» που διαθέτει προκειμένου να ταιριάζει με τις γνωστές ιδιότητες της συνειδητής εμπειρίας –συμπεριλαμβανομένης αυτής της συνειδητής ελεύθερης βούλησης– αποσκοπεί στη γεφύρωση της αβυσσαλέας διάστασης μεταξύ της ευαπόδεικτης εντοπισιμότητας νευρικών συμβάντων με τον, ήδη, εξαιρετικά τεράστιο κατάλογο πολύπλοκων σειρών εντοπισμένων λειτουργιών και παραστάσεων και της βιούμενης και αναμφισβήτητης ενοποιητικής φύσης της συνειδητής εμπειρίας, ο Libet τονίζει ότι, αν και η διάσταση αυτή μπορεί να εκλαμβάνεται ως έλλειψη ισομορφισμού μεταξύ πνευματικών (νοητικών) και νευρικών συμβάντων, αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα κάποια ενοποιητική διαδικασία ή φαινόμενο να διαμεσολαβεί τον βαθύ αυτόν μετασχηματισμό,20 όπως το προτεινόμενο πεδίο, το οποίο, σημειωτέον, δεν υφίσταται χωρίς τον ζωντανό εγκέφαλο. Αντίθετα μάλιστα. Είναι μια αναδυόμενη ιδιότητα αυτού του εγκεφάλου και ουδόλως συνηγορεί για δυϊσμό με την καρτεσιανή έννοια ή συμπορεύεται με το δυϊστικό μοντέλο του Eccles,21 όπου η βιούμενη ενότητα της συνείδησης αποδίδεται όχι σε νευροφυσιολογική σύνθεση, αλλά στην αλληλεπίδραση μιας υποτιθέμενης μονάδας πνευματικής λειτουργίας (psychon) πάνω σε ένα συγκεκριμένο νευρωνικό σύνολο (δενδρίτη), δηλαδή στην αλληλεπίδραση «ψυχονίων» (psychon) πάνω στις συνάψεις. Και παρότι ρητά ο Libet,22 όπως και ο Sperry προηγουμένως, απορρίπτει μια τέτοια μεσολάβηση και υποστηρίζει την άμεση συμβολή της νευρωνικής δραστηριότητας στην βιούμενη ενότητα της συνείδησης, δεν απέφυγε την κριτική για δυϊστικές και μεταφυσικές, με την παρανοημένη έννοια, τάσεις.23
Στην εξαιρετική ριζοσπαστικότητα της θεωρίας του επενδύει πολλές ελπίδες, συμμεριζόμενος τη ρήση του Niels Bohr ότι θεωρία που δεν είναι ριζοσπαστική δεν έχει ευκαιρία ανατρεπτικής προόδου, καθώς και σε κάποια άξια να εκτελέσει τη δύσκολη αυτή πειραματική δοκιμασία νευροεπιστημονική ομάδα. Ο Libet κλείνει το άρθρο του Do we have free will? με το ακόλουθο απόσπασμα από συνέντευξη του μυθιστοριογράφου Isaac Bashevis Singer (1986) όπου εκφράζεται η βαθιά πεποίθηση ότι έχουμε ελεύθερη βούληση: «Το μεγαλύτερο δώρο προς την ανθρωπότητα είναι η ελεύθερη εκλογή. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν όρια στη χρήση της ελεύθερης εκλογής μας. Αλλά η λίγη ελεύθερη εκλογή που έχουμε είναι τόσο μεγάλο δώρο και δυνητικά αξίζει τόσο πολύ που και μόνο γι’ αυτό αξίζει να ζούμε τη ζωή».
Τα σχόλια και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν τα πειραματικά αποτελέσματα σχετικά με τον πιθανό τρόπο λειτουργίας της ελεύθερης βούλησης, όσο και τα συμπεράσματα που εξήγαγε από αυτά ο Libet είναι ποικίλα. Πολλοί επιχείρησαν να υιοθετήσουν ή να επεκτείνουν τα ευρήματά του,24 ενώ άλλοι εστιάστηκαν στην ερμηνεία τους.25 Μάλιστα μερικοί τα έκριναν ασύμβατα με την κοινή αντίληψη για τη νοητική λειτουργία.26 Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι τα πειράματά του και τα συμπεράσματά του από αυτά στάθηκαν αφορμή για μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη συνείδηση.
Ένα γενικό σχόλιο αφορά στη μεθοδολογία του που χαρακτηρίζεται «τυφλή» για μη συνειδητές βουλήσεις, αφήνοντας ανοιχτή τη δυνατότητα ασύνειδες βουλήσεις να συμβαίνουν συγχρόνως με τη νευρική απαρχή συμβάντων κι ακόμη να είναι ταυτόσημες με τέτοια νευρικά συμβάντα, ότι, δηλαδή, δεν δείχνει ότι η βούληση δεν εκκινεί ενέργειες, παρά μόνο ότι η συνειδητή βούληση δεν τις εκκινεί, δίνοντας έτσι λαβή σε σχόλια όπως αυτό της Susan Pocket,27 που θεωρεί τα ευρήματά του απαξιωτικά για τη συνείδηση και τον ρόλο της στην καθημερινή συμπεριφορά μας.
Στο άρθρο του David M. Rosenthal,28 σχετικά με τα αποτελέσματα του Libet, από το οποίο προέρχονται και οι παραπάνω αναφορές, επισημαίνεται η αντίφασή τους προς το κοινό αίσθημα και το γενικά παραδεκτό από τους περισσότερους επιστήμονες γεγονός, δηλαδή ότι δε συμβαίνουν όλες οι βουλήσεις συνειδητά. Η αγνόηση ασύνειδων νοητικών καταστάσεων αποδίδεται στην αδυναμία της μεθοδολογίας, εφόσον οι αναφορές των υποκειμένων τυπικά δεν έχουν στίγμα (αναφοράς) για μη συνειδητές καταστάσεις, οπότε είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν.
Εξάλλου, τονίζεται ότι η συνειδητότητα δεν αποτελεί την ουσιαστική ιδιότητα κάποιου πράγματος, καθώς οποιαδήποτε νοητική κατάσταση μπορεί μια φορά να είναι συνειδητή και μια άλλη όχι. Για να προσδιορισθούν, λοιπόν, οι βουλήσεις που πραγματικά προκαλούν ενέργειες ή τα αισθήματα που προκύπτουν από σωματοαισθητηριακά ερεθίσματα, υπόψη πρέπει να λαμβάνονται μη συνειδητές όσο και συνειδητές περιπτώσεις. Αν ακολουθήσουμε, συνεχίζει το σκεπτικό του ο Rosenthal, το κοινό αίσθημα που θέλει να υπάρχει κανονικά μόνο μια βούληση για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης πράξης, και αν αυτή είναι τη μια στιγμή συνειδητή και μη συνειδητή την άλλη, η αναφερόμενη από τα πειραματικά υποκείμενα συνειδητή βούληση δυνατόν να συμβαίνει τη στιγμή εκκίνησης του νευρικού συμβάντος χωρίς τούτο να γίνεται συνειδητό εκείνη τη στιγμή. Είναι δυνατόν οι ίδιες αυτές βουλήσεις να εκκινούν τις ενέργειες, όχι όμως δυνάμει της συνειδητότητάς τους. Εξετάζει, όμως, και την υπόθεση να χρειάζονται περισσότερες από μία βούληση για να ξεκινήσει μια πράξη, μια πρώτη βούληση (πρωτοβουλία) απλώς να προετοιμάζει για κάποια ενέργεια, και μια άλλη, επόμενη, να εκκινεί τη συγκεκριμένη πράξη.
Άλλο σχολιαστικό άρθρο των πειραματικών ευρημάτων του Libet είναι αυτό του Giorgio Marchetti,29 ο οποίος, ενώ καταρχήν τονίζει ότι τα περισσότερα από τα ευρήματα αυτά δεν μπορούν από νευροφυσιολογική άποψη να αντικρουσθούν σοβαρά, μέχρι τουλάχιστον να αναπτυχθούν πιο εξελιγμένα εργαλεία και τεχνικές, και γι’ αυτό πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη κατά τη συγκρότηση μιας θεωρίας της συνείδησης, δεν παραλείπει να επισημάνει ορισμένες πλευρές της εργασίας του Libet που δεν πείθουν.
Αδικαιολόγητο και παραπλανητικό θεωρεί κυρίως το συμπέρασμα ότι δεν είναι η συνειδητή ελεύθερη βούληση του υποκειμένου που παράγει την ελεύθερα εκούσια πράξη του, αλλά οι ασυνείδητες εγκεφαλικές διαδικασίες, περιορίζοντας έτσι το ρόλο της μόνο στην άσκηση έλέγχου στην έκβαση ή την πραγματοποίηση της πράξης. Αυτή, όμως, είναι μόνο μια από τις σπουδαίες λειτουργίες της συνείδησης, η άλλη είναι η ικανότητά της να προκαλεί ή να είναι η αιτία εκτέλεσης της εκούσιας πράξης. Το λανθασμένο συμπέρασμα, ότι η συνειδητή βούληση δεν εκκινεί μια εκούσια πράξη, αποδίδει στην παρερμηνεία της λέξης «εκούσια», παρά τον σαφή και κατανοητό ορισμό που ο ίδιος ο Libet της έχει δώσει, χαρακτηρίζοντας μια πράξη εκούσια όταν: α) εγείρεται ενδογενώς, όχι άμεσα ανταποκρινόμενη σε εξωτερικό κίνητρο (ερεθισμό) ή υπαινιγμό, β) δεν υφίστανται εξωτερικά επιβαλλόμενοι περιορισμοί ή καταναγκασμοί που άμεσα ή απευθείας ελέγχουν πρωτοβουλίες του υποκειμένου και εκτέλεση της πράξης του και γ), το σημαντικότερο όλων, τα υποκείμενα αισθάνονται ενδοσκοπικά ότι εκτελούν την πράξη με δική τους πρωτοβουλία, ελεύθερα να αρχίσουν ή να μην αρχίσουν την πράξη όπως επιθυμούν.
Παράξενο του φαίνεται ότι αντί η έρευνα να εστιαστεί στην πιο σπουδαία συνιστώσα για την εκούσια πράξη ιδιαίτερα, δηλαδή στον μηχανισμό που επιτρέπει στο υποκείμενο να εκκινεί τη συνειδητή νοητική κατάσταση που παράγει ολόκληρη αλυσίδα συμβάντων, την πιο σπουδαία από τις συνιστώσες της έννοιας του «εκούσιου», που υπονοείται στο σημείο (γ) του ορισμού του, ότι η εκούσια πράξη είναι τέτοια επειδή προκαλείται ή προξενείται από μια συνειδητή απόφαση η οποία παίρνεται πριν από την εκτέλεση της πράξης, εστιάζεται κυρίως στους επόμενους κρίκους της αλυσίδας: το δυναμικό ετοιμότητας που προηγείται της πράξης, τη συνειδητότητα του υποκειμένου ότι πρόκειται να εκτελέσει την πράξη (W) και την ίδια την πράξη. Ενώ δηλαδή απομονώνει τις κύριες συνιστώσες μιας αυθόρμητης πράξης, παραλείπει την κατ’ εξοχήν κύρια συνιστώσα της εκούσιας πράξης. Και η προσπάθεια απομόνωσης της διαδικασίας που οδηγεί το υποκείμενο να «ενεργήσει τώρα» από τους διαλογισμούς για προ-επιλογές σχετικά με την εκτέλεση της πράξης, κάνει, όπως λέει, πιο ορατή την παρερμηνεία της λέξης «εκούσια» στην οποία δίνεται νόημα που περισσότερο συγγενεύει ή αρμόζει στο «τυχαίο» ή «αυθόρμητο» παρά στο «εκούσιο», επίθετα και τα δύο που δεν μπορεί να είναι προσδιοριστικά για την εκούσια πράξη, αλλά μάλλον ακυρωτικά του ουσιαστικού όρου να είναι «προγραμματισμένη», με την έννοια ότι το υποκείμενο συνειδητά αποφασίζει ή σκέπτεται να την πράξει αρκετά πριν από την πραγματοποίησή της. Στη βάση αυτών των λανθασμένων συμπερασμάτων για τη συνειδητή βούληση εντοπίζει το σαφώς κατηγορικό σφάλμα να ερευνάται και να εξηγείται ένα φαινόμενο που ανήκει στη βουλησιακή σφαίρα με μεθόδους και λογικές που αναφέρονται σε σφαίρες της «αυθορμητικότητας» ή της «τυχαιότητας».
Τη διαφωνία του εκφράζει ο Marchetti και για τον τρόπο με τον οποίον ο Libet αντιμετωπίζει το πρόβλημα σχετικά με το χάσμα μεταξύ σώματος-πνεύματος, μεταξύ δύο φαινομένων πεδίων τα οποία, αν και κάπως αλληλοεξαρτώμενα, κατηγορικά είναι διαφορετικά και διακριτά. Σχετικά με την ανυπέρβλητη δυσκολία να αντιμετωπισθεί θεωρητικά το χάσμα σώματος-πνεύματος, στο άρθρο του ο Libet είχε ανατρέξει στην ιστορία της φιλοσοφίας για να διαπιστώσει ότι το ανεξήγητο χάσμα μεταξύ της κατηγορίας των φυσικών φαινομένων και της κατηγορίας των υποκειμενικών φαινομένων επισημαίνεται ήδη από την εποχή του Leibniz, καθώς τονιζόταν ότι η περιήγηση μέσα στον εγκέφαλο, με πλήρη γνώση της φυσικής του δομής και των δραστηριοτήτων των νευρικών κυττάρων, δε θα αποκάλυπτε τίποτα που να περιγράφει την υποκειμενική εμπειρία. Ακόμη βεβαίωνε (στο σχολιαζόμενο άρθρο του) ότι προκειμένου να κατανοηθεί η σχέση των ανεξάρτητων αυτών κατηγοριών, βάση σήμερα (από τα τέλη της δεκαετίας του 50) των πειραματικών μελετών της φυσιολογίας για τη συνειδητή εμπειρία αποτελεί η ταυτόχρονη μελέτη των εξωτερικά παρατηρήσιμων και χειραγωγήσιμων εγκεφαλικών διαδικασιών και των δυνάμενων να αναφερθούν αντίστοιχων υποκειμενικών ενδοσκοπικών εμπειριών.
Αυτόν ακριβώς τον τρόπο αντιμετώπισης, δηλαδή την ταυτόχρονη μελέτη αμφοτέρων των κατηγοριών, χωρίς να υποδεικνύει κάποιο άλλο, εκτός του κριτηρίου του χρόνου –το συγχρονισμό των παρατηρήσεων–, κριτήριο χρήσιμο στο δύσκολο και άλυτο πρόβλημα για το πώς να συνδυαστούν τα δυο αυτά φαινόμενα πεδία, του καταλογίζει ο Marchetti, για τον οποίον το χρονικό κριτήριο στη θετική αντιστοίχιση των δύο πεδίων από μόνο του δε φαίνεται να βοηθά. Το πότε να παρατηρήσεις τα φυσικά φαινόμενα σε σχέση με αυτό που αναφέρει το υποκείμενο, δε λέει ούτε πού, τι ή πώς να τα παρατηρήσεις. Η ανάγκη κριτηρίων που καθορίζουν το πού, τι και πώς της παρατήρησης γίνεται αμέσως σαφής αν σκεφθεί κανείς, όπως λέει, ότι το φυσικό (υλικό, σωματικό) πεδίο μπορεί να υποδιαιρεθεί σε πολλά επίπεδα: το μικρο-επίπεδο των ατόμων και των υπο-ατομικών μορίων, το μέσο επίπεδο των κυττάρων και νευρώνων, και το μακρο-επίπεδο των συγκεντρώσεων και συστημάτων κυττάρων και νευρώνων. Πού, λοιπόν, πρέπει να κατευθύνουμε την έρευνα; Ποιο θα πρέπει να είναι το επίπεδο παρατήρησης των φυσικών φαινομένων; Τι κριτήριο πρέπει να υιοθετήσουμε για να αναλύσουμε τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων επιπέδων; Και πώς μπορούμε να εξηγήσουμε, με ποια βάση, τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων στοιχείων που αποτελούν κάθε φυσικό επίπεδο; Γενικότερα, πως μπορούμε να εξετάσουμε τη μετάβαση από το φυσικό (υλικό, σωματικό) επίπεδο στο πνευματικό, ρωτάει, δικαιολογημένα, ο Marchetti.
Την έννοια της «ανάδυσης» (emergence), την οποία επικαλείται ο Libet, έχοντας υιοθετήσει και προχωρήσει τη θέση του Sperry, με τη δήλωση: «η άποψή μου για τη νοητική (mental) λειτουργία είναι ότι πρόκειται για αναδυόμενη ιδιότητα κατάλληλων εγκεφαλικών διαδικασιών», σχολιάζει ως ανεπαρκή απάντηση στο πρόβλημα ψυχής-σώματος, γιατί απλώς μεταθέτει το πρόβλημα, δηλώνοντας και περιγράφοντας μια δεδομένη κατάσταση, ότι κάποιος συνδυασμός στοιχείων ή συνιστωσών παράγει μια ορισμένη ιδιότητα, μη a priori προβλέψιμη, με βάση τις ιδιότητες των ίδιων των συστατικών, χωρίς να φθάνει στη ρίζα του προβλήματος. Παραδέχεται ότι με την περιγραφή μετάβασης από το ένα φαινόμενο επίπεδο στο άλλο, η θεωρία της «ανάδυσης» μπορεί να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία των δύο διαφορετικών επιπέδων, αφήνει, όμως, ανεξήγητο το πώς της μετάβασης από το φυσικό στο πνευματικό επίπεδο, δεν εξηγεί και δεν αναλύει πώς το ένα επίπεδο παράγει το άλλο. Ελκυστική θεωρεί τη θεωρία αυτή για πολύ απλά και βασικά φαινόμενα, δε λέει, όμως, τίποτα για περισσότερο πολύπλοκα φαινόμενα και φυσικές δομές, δεν προσθέτει τίποτα σε ό,τι ήδη γνωρίζουμε γι’ αυτά. Η απλή «ταυτόχρονη παρατήρηση» των δύο διαφορετικών ειδών φαινομένων δεν μπορεί να πληρώσει το κενό μεταξύ τους.
Το ζητούμενο είναι, κατά τη γνώμη του, ένα ενδιάμεσο επίπεδο που να δείχνει πώς οι ενέργειες που γίνονται σε ένα επίπεδο παράγουν τα παρατηρούμενα αποτελέσματα στο άλλο επίπεδο. Ως τέτοιο, ο ίδιος προτείνει ένα θεωρητικό μοντέλο, στο πρότυπο του θεωρητικού υποδείγματος μιας μηχανής που παρουσιάζει και διευκρινίζει τον τρόπο λειτουργίας της και τις χαρακτηριστικές ιδιότητές της, ένα ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του φυσικού και των εξωτερικών παρατηρήσιμων ιδιοτήτων της μηχανής (θόρυβος, ατμός, κινούμενο αυτοκίνητο), αλλά γιατί παρακάμπτει εδώ το προτεινόμενο από τον Libet «συνειδητό νοητικό πεδίο»;
Αυτονόητο είναι ότι η πρόταση προϋποθέτει τη θεώρηση των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων ή της λειτουργίας της μηχανής ως το προϊόν από διεξαγόμενες ενέργειες από έναν φυσικό μηχανισμό ή σύνολο μηχανισμών. Στην περίπτωση του εγκεφάλου το θεωρητικό υπόδειγμα λειτουργίας του θα διευκρινίζει το πώς ορισμένες ενέργειες φυσιολογικών μηχανισμών παράγουν τις λειτουργίες ή ιδιότητες που θέλει κανείς να εξηγήσει. Θα καθορίζει ποιοι μηχανισμοί –δεδομένων ορισμένων περιορισμών– γνωστοί από τη φυσική, την ψυχολογία και τη νευροφυσιολογία, παράγουν τις όποιες κύριες λειτουργίες του (ποιες είναι αυτές; συνείδηση, σκέψη, μνήμη, αντίληψη, φαντασία, κ.λπ.), πώς τις παράγουν και πώς διεξάγονται οι μηχανισμοί αυτοί στο πλαίσιο της φυσικής. Και το σημαντικότερο, κατά τον Marchetti, θα δείξει πώς το κάθε επίπεδο και τα ανήκοντα σ’ αυτό μέρη συμβάλλουν στη γενική λειτουργία του μηχανισμού του. Μόνο ένα τέτοιο μοντέλο θεωρεί κατάλληλο και βιώσιμο κριτήριο, ικανό να κατευθύνει γενικά τη φυσική έρευνα.
Αναλύοντας και παρουσιάζοντας την πνευματική ζωή (συνειδητή και ασυνείδητη) ως λειτουργία ή σύνολο λειτουργιών που παράγονται από την ενέργεια ορισμένων φυσικών οργάνων (τον εγκέφαλο στο σύνολό του ή τα μέρη του), πιστεύει ότι είναι δυνατόν να αποδοθεί κάθε μια νοητική ιδιότητα ή λειτουργία σε κάποιο φυσικό όργανο και από αυτό, δηλαδή από το μακρο-επίπεδο, η έρευνα να οδηγηθεί στο μικρο-επίπεδο και σε όλο πιο στοιχειώδη μέρη του. Μόνο με τον τρόπο αυτό βλέπει να ανοίγει ο δρόμος για τη συστηματική και λεπτομερή έρευνα των φυσικών βάσεων της νοητικής (πνευματικής ζωής). Με συνεχείς και όλο και πιο λεπτούς χειρισμούς του φυσικού υπόβαθρου, όπως λέει, μπορεί να καθορισθεί εμπειρικά και να απομονωθεί το όργανο που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης νοητικής ιδιότητας.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί η ένσταση ότι, κατ’ αρχή, η δική του θέση δε διαφέρει και πολύ από τη θεωρία ανάδυσης που σχολιάζει στον Libet ως ανεπαρκή, και ακόμη ότι αν το ζητούμενό του είναι η απομόνωση υπεύθυνου οργάνου για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης νοητικής ιδιότητας, τότε τα βασικά του και πολύ ουσιαστικά ερωτήματα [τι είδος συνδυασμός παράγει τα νοητικά φαινόμενα; συνδυασμός ομάδων νευρώνων; συνδυασμός νευρώνων που διαμορφώνουν τέτοιες ομάδες; ή άραγε συνδυασμός ατόμων που διαμορφώνουν ομάδες νευρώνων; ακόμη τι είδος συνδυασμός; είναι χημικός, είναι ηλεκτρικός ή και τα δύο; μήπως κάποιο άλλο είδος συνδυασμού;] –ερωτήματα που αδυνατεί, όπως καταλογίζει στη θεωρία της ανάδυσης, να απαντήσει η ταυτόχρονη παρατήρηση των δύο κατηγορικά διαφορετικών επιπέδων του Libet– δεν έχουν και μεγάλη σημασία, αν δεν ακυρώνονται κιόλας ολοκληρωτικά.
Εξάλλου, η πρότασή του, φιλόδοξη και στη βάση της διεπιστημονική, σίγουρα κοινό επιστημονικό όνειρο –εν πολλοίς ήδη πραγματοποιούμενο όπως ήδη φανερώνουν οι αναφορές σε θεωρίες από τον χώρο των θετικών επιστημών, τις οποίες κατά πόδας παρακολουθούν και προσαρμόζουν στον τομέα τους οι νευροεπιστήμες και όχι μόνο–, δε συνοδεύεται από κάποιο συγκεκριμένο πειραματικό σχέδιο που θα έφερνε κοντά την πραγματοποίησή της και το θεωρητικό υπόδειγμα μιας μηχανής, που φέρνει ως παράδειγμα, δεν είναι σε θέση να απαντήσει στα τόσα και ουσιαστικά ερωτήματα που θέτει. Ίσως ο συνδυασμός πολλών τέτοιων, και ακόμη πολλών άλλων θεωρητικών υποδειγμάτων, και τα εκάστοτε μεμονωμένα πειράματα από όλους τους επιστημονικούς τομείς, αλλά και η παρατήρηση του ζωντανού πειράματος που εκτυλίσσεται μπροστά στα ανθρώπινα μάτια, δημιούργημα δικό του και αυτά, θα μπορούσε να διαγράψει σε αδρές γραμμές ένα σκαρίφημα, υπόνοια απαντήσεων, που με τη σειρά του θα έπρεπε να αποκωδικοποιηθεί. Αυτό δηλαδή που από εμφάνισης του ανθρώπινου γένους συντελείται, με τις όποιες οπισθοχωρήσεις και ριζοσπαστικές ανατροπές, σαν αυτή που και ο Libet ονειρεύεται με το προτεινόμενο πειραματικό του σχέδιο ελέγξιμου συνειδητού νοητικού πεδίου, το οποίο, εξάλλου, προτείνει μόνο ως βάση πάνω στην οποία θα στηριχθούν άλλα σχετικά πειράματα, για να απαντηθούν, σε τελευταία ανάλυση, τα ίδια ερωτήματα και απορίες που θέτει με τις αντιρρήσεις του και τα επιχειρήματά του και ο Marchetti. Τις ίδιες απορίες και ερωτήματα, εξάλλου, εμπεριέχει και προσπαθεί να απαντήσει και η ιδέα που ρίχνει στο αναφερόμενο άρθρο του ο Sperry –από όπου προφανώς έλκει την καταγωγή του και το προτεινόμενο συνειδητό νοητικό πεδίο του Libet– για «μόνο ένα μικρό επιφανειακό στοιχείο του αχανούς συμπλέγματος της εγκεφαλικής ολοκλήρωσης» ως την πιθανή «συνιστώσα συνειδητής ετοιμότητας στο κεντρικό μετα-σύστημα, το ειδικό κεντρικό σύστημα για τη συνείδηση ή τον συνειδητό εαυτό, όπου πρέπει να διενεργείται διαρκής καταγραφή του μεταβαλλόμενου σωματικού σχήματος (τόσο έντονη ώστε να διατηρείται και έπειτα από ακρωτηριασμούς), σε σχέση με το οποίο γίνονται συνειδητά αντιληπτά τα αισθητήρια ερεθίσματα, συν το αίσθημα βουλησιακής εξουσίας, συν τη σύνδεση αμφοτέρων με το προϊόν των αισθήσεων, τη μνήμη, τις συναισθηματικές αξίες και τις ομοιοστατικές ανάγκες…»
Ίσως πρόκειται για ένα πεδίο όπου δυνάμεις από όλο το φάσμα του οργανισμού συναντιούνται και αλληλεπιδρούν και όλες μαζί, επαυξημένες, αποκτούν την ικανότητα να ελέγχουν και ακόμη να ανατρέπουν προδιαγραμμένα ριζικά, χωρίς καν να παραβιάζουν την αιτιοκρατία, βέβαια μια αιτιοκρατία προσιδιάζουσα στο ερευνούμενο πεδίο. Αιτιοκρατία που δεν απαξιώνει το άτομο, αρνούμενη την ελευθερία της βούλησής του, αλλά που, αντίθετα, απεικονίζει την ίδια του τη βιογραφία, με την αλληλουχία των δικών του επιλογών που διαμόρφωσαν την ίδια του την υπόσταση, φυσική και διανοητική, με τις επενέργειες της εκάστοτε ελεύθερης βούλησής του επάνω στις εγκεφαλικές του λειτουργίες και τις παρεπόμενες συνέπειές τους.
1 Libet B. Do we have free will? Journal of Consciousness Studies, 1999, 6, 8-9, 47-57., βλ. Επίσης Libet B. How does conscious experience arise? The neural time factor, Brain Research Bulletin 1999, 50, 5/6, 339-340.
2 Στο καθαυτό πείραμα κάθε δυναμικό ετοιμότητας (RΡ) εξαγόταν από τον μέσο όρο ηλεκτρικών καταγραφών σε 40 δοκιμές. Σε κάθε μία από αυτές, ο εξεταζόμενος εκτελούσε ένα αιφνίδιο ελαφρό κτύπημα του καρπού του χεριού, όποτε αυθόρμητα ήθελε να το πράξει. Μετά από κάθε δοκιμή αυτός ανέφερε τη συνηδειτοποίηση της επιθυμίας του, την ακριβή ώρα που συνδεόταν με την αρχική συνειδητοποίηση της επιθυμίας να κινηθεί [Libet B, Gleason CA, Wright EW, & Pearl DK. Time of conscious intention to act in relation to onset of cerebral activity (readiness potential): The unconscious initiation of a freely voluntary act. Brain, 1983, 106, 623-642].
3 Αναπαραγωγή από Libet, B. Conscious subjective experience vs. unconscious mental functions: A theory of the cerebral processes involved, in RMJ Cotterill (ed) Models of Brain Function, 1989, New York: Cambridge University Press.
3 Ο Libet αναφέρεται στο περίπλοκο λογικό καί θεολογικό πρόβλημα της Ιουδαϊκο-Χριστιανικής θρησκείας σχετικά με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου για να διαπιστώσει αντίφαση μεταξύ της έννοιας του παντοδύναμου και παντογνώστη Θεού και εκείνης του ελεύθερου και υπόλογου για τις πράξεις του ανθρώπου.
4 Kornhuber H., Deecke L.Hirnpotentialänderungen bei Willkürbewegungen und passiven Bewegungen des Menschen Bereitschaftspotential und reafferente Potentiale. Pflügers Arch Gesamte Physiol Menschen Tiere, 1965, 284, 1-17.
5 Libet B, Wright EW & Gleason CA Readiness potentials preceding unrestricted spontaneous pre-planned voluntary acts. Electroencephalography. & Clinical Neurophysiology, 1982, 54, 322-5.
6 Klein S. Libet’s Timing of Mental Events: Commentary on the Commentaries. Consciousness & Cognition 2002, 11, 326-333.
7 Κάθε εξεταζόμενο άτομο ανέφερε χρόνο συνειδητοποιήσεως της επιθυμίας για πράξη (W) με αξιοπιστία 20 msec για κάθε 40 δοκιμές. Ο έλεγχος της ακρίβειας αυτών των αναφορών έγινε με τον εξής τρόπο: το εξεταζόμενο άτομο χαλάρωνε και δεν εκτελούσε καμιά εκούσια πράξη, ενώ ένα ασθενές ηλεκτρικό ερέθισμα διαπερνούσε το δέρμα του χεριού του. Στις διάφορες δοκιμές, το ερέθισμα δινόταν κατά τυχαία διαστήματα, ο πραγματικός χρόνος, όμως, κάθε ερεθίσματος ήταν γνωστός στους παρατηρητές, αλλά άγνωστος στους εξεταζόμενους, από τους οποίους ζητούσαν να αναφέρουν την ώρα κατά την οποία αισθάνθηκαν το ερέθισμα, με αποτελεσμα παρέκκλισης μόλις -50 msec από τον πραγματικό.
8 Βλ (a) Libet B. The neural time factor in conscious and unconscious mental events, In Experimental and Theoretical Studies of Consciousness, Ciba Foundation Symposium 1993, No 174, Chichester Wiley, (b) Libet B. Neural time factors in conscious and unconscious mental function. In S.R. Hamerroff, A. Kaszniak, A. Scott (eds) Toward a Science of Consciousness, Cambridge, MA: MIT Press, 1996.
9 Velmans M. Is human information processing conscious? Behavioral and Brain Sciences 1991, 3, 651-669.
10 Libet B, Wright EW Jr, Feinstein B, Pearl DK/ Subjective referral of the timing for a conscious sensory experience: A functional role for the somatosensory specific projection system in man. Brain, 1979, 102, 191-222.
11 Libet B, Pearl DK, Morledge DE, Gleason CA, Hosobuchi Y, Barbaro NM. Control of the transition from sensory detection to sensory awareness in man by the duration of a thalamic stimulus. The cerebral time-on factor. Brain, 1991, 114, 1731-57.
12 Βλ (a) Libet Β, Gleason CA, Wright EW & Pearl DK. Time of conscious intention to act in relation to onset of cerebral activity (readiness potential): The unconscious initiation of a freely voluntary act. ό.π., (b) Libet Β. Unconscious cerebral initiative and the role of conscious will in voluntary action. Behavioral and Brain Sciences, 1985, 8, 529-566.
13 Ως παράδειγμα φέρνει την τιμή φόρτισης του μεμονωμένου ηλεκτρονίου του Milliken που απεδείχθη ισχύουσα για τα ηλεκτρόνια σε όλα τα συστήματα.
14 Libet Β. A testable field theory of mind-brain interaction, Journal of Consciousness Studies, 1994, 1, 1, 119-126.
15 Sperry RM. Mind-Brain interaction: Mentalism, yes; Dualism, no. Neuroscience 1980, 5, 195-206.
16 Βλ (a) Libet B., Gleason C.A., Wright E.W. & Pearl D.K. Time of conscious intention to act in relation to onset of cerebral activity (readiness potential): The unconscious initiation of a freely voluntary act. Ό.π., (b) Libet Β. Unconscious cerebral initiative and the role of conscious will in voluntary action, ό.π.
17 Libet B. Α testable field theory of mind-brain interaction, ό.π.
18 Libet B. Can Conscious Experience Affect Brain Activity? Journal of Consciousness Studies 2003, 10, 12, 24-28.
19 Velmans M. How could conscious experience affect brains? Journal of Consciousness Studies, 2002, 9, 11, 3-29.
20 Libet B. A testable field theory of mind-brain interaction, ό.π.
21 Eccles J. A unitary hypothesis of mind-brain interaction in cerebral cortex. Proceedings of Royal Society London B, 1990, 240, 433-451.
22 Libet B. A testable field theory of mind-brain interaction, ό.π.
23 Klein S. Libet’s Timing of Mental Events: Commentary on the Commentaries, ό.π.
24 Βλ (a) Haggard P. Perceived timing of self-initiated actions. Cognitive Contributions to the Perception of Spatial and Temporal Events 1999, 215-231, (b) Haggard P, & Eimer M. On the relation between brain potentials and awareness of voluntary movements. Experimental Brain Research, 1999, 126, 1, 128-133, (c) Haggard P, Newman C, & Magno E. On the perceived time of voluntary actions. British Journal of Psychology, 1999, 90, 2, 291-303, (d) Trevena JA, & Miller J. Cortical movement preparation before and after a conscious decision to move. Consciousness and Cognition, 2002, 11, 162-190.
25 Βλ (a) Gomes G. The timing of conscious experience: A critical review and reinterpretation of Libet’s research, Consciousness and Cognition, 1998, 7, 4, 559-595, (b) Gomes G. Volition and the readiness potential, Journal of Consciousness Studies, 1999, 6, 8-9, 59-76, (c) Gomes G. Problems in the timing of conscious experience. Consciousness and Cognition, 2002, 11, 191-197. Βλ., επίσης, σχετικό σχόλιο του Sranley Klein in Libet’s Research on the Timing of Conscious intention to Act, A Commentary, Consciousness and Cognition 2002, 11, 273-279.
26 Pockett S. On subjective back-referral and how long it takes to become conscious of a stimulus: A reinterpretation of Libet’s data, Consciousness and Cognition, 2002, 11, 144-161.
27 Pocket S. Στο ίδιο.
28 Rosenthal MD. The timing of conscious states. Consciousness and Cognition 2002, 11, 215-220.
29 Marchetti G. Commentary on Benjamin Libet’s Mind time. The temporal factor in Consciousness. www.mind-consciousness-language.com, (2005).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.