Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος

σύναψις 10  [2008 – τόμος 04]

Περί οξείας, βραχείας αντιδραστικής ψύχωσης

Αμφότερα τα ευρέως εν χρήσει σήμερα ταξινομικά συστήματα αναγνωρίζουν την ύπαρξη κλινικών εικόνων όπου τα βραχείας διάρκειας και καλής πρόγνωσης προεξάρχοντα ψυχωτικά συμπτώματα αποκλείουν τη διάγνωση μιας σχιζοφρενικής ψύχωσης.1,2 Πρόκειται για τις «οξείες και παροδικές ψυχωτικές διαταραχές» του ICD-10 (WHO, 1992) –που διακρίνονται στον «πολύμορφο», «σχιζοφρενικόμορφο» ή «παραληρητικό» τους τύπο, ανάλογα με τα κύρια ψυχοπαθολογικά τους γνωρίσματα– και τις «βραχείες ψυχωτικές διαταραχές» και τις «σχιζοφρενικόμορφες διαταραχές» –που διακρίνονται μόνο από τη χρονική τους διάρκεια– του DSM-IV (APA, 1994). Oι νοσολογικές αυτές οντότητες, που εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται,3 αποτελούν τη σύγχρονη εξέλιξη της γερμανικής κυκλοειδούς ψύχωσης (Wernic-ke, Kleist, Leonhard), των γαλλικών bouffées délirantes (Magnan, Ey), των σκανδιναβικών αντιδραστικών ψυχώσεων (Wimmer, Lang-feldt, Faergeman) που συνέθεταν κατά το παρελθόν, μαζί με πολλές άλλες ανάλογες καταστάσεις, ένα ευρύ φάσμα κλινικών εικόνων οι οποίες μοιράζονταν αρκετές ομοιότητες, όπως την σαφή μετάβαση από την υγεία στην ψύχωση, την περιορισμένη διάρκεια και την καλή τους πρόγνωση, αλλά και διαφορές, όπως τη νοσολογική τους θέση και τις αιτιολογικές υποθέσεις που επιχειρούσαν να τις εξηγήσουν.4

Ως γνωστόν, οι τελευταίες δεν απασχολούν τα σύγχρονα α-θεωρητικά ταξινομικά συστήματα. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, το παλαιόθεν γνωστό και σύνηθες χαρακτηριστικό τους, η αντιδραστική τους αρχή, τίθεται σε δεύτερη μοίρα. Η αντιδραστική (ψυχογενής) ψύχωση δεν αποτελεί σήμερα ξεχωριστή νοσολογική οντότητα. Πράγματι, η έννοια της «αντιδραστικότητας», εμφανέστατη τόσο στο ICD-9 [αντιδραστική κατάθλιψη, οξεία παρανοειδής αντίδραση] όσο και στα DSM-III, DSM-III-R, [βραχεία αντιδραστική ψύχωση] έχει εξοβελιστεί. Στη θέση της βλέπουμε την απλή προσθήκη των προσδιορισμών, αντίστοιχα, «συνδεδεμένη με οξύ στρες» και «με εκσεσημασμένο στεσογόνο παράγοντα», που αδυνατούν να καλύψουν την έννοια της αντιδραστικότητας. Διότι παραπέμπει απλώς σε έναν εξωγενή παράγοντα και όχι σε τραύμα και ευαλωτότητα, προσωπικότητα και ιστορία του υποκειμένου, δηλαδή σε ανάγκη ψυχοπαθολογικής ανάλυσης, άρα και θεωρητική στάση, απέναντι σε καταστάσεις όπως ο φόβος, η απειλή μιας επικείμενης καταστροφής, η κοινωνική απομόνωση (φυλακή, μετανάστευση, κωφότητα), ένα πένθος ή κάποιες έντονες σεξουαλικές ή διαπροσωπικές συγκρούσεις. Η «οπισθοχώρηση» αυτή δεν πρέπει να είναι άσχετη με τον ως τώρα εξοβελισμό κάθε έννοιας υποκειμενικής εμπειρίας από τις α-θεωρητικές ταξινομήσεις, κάτι που τονίζει η εκφρασθείσα, ήδη, προτροπή να ενσωματωθούν οι υποκειμενικές εμπειρίες των ασθενών στο DSM-V σε πρόσφατο [Μάρτιος 2007] editorial του American Journal of Psychiatry.5

 

*

Οι οξείες παραληρητικές ψυχώσεις χαρακτηρίζονται από την οξεία έκθυση ενός παραληρήματος παροδικού και πολύμορφου ως προς τα θέματα και τις εκφράσεις του. Κατά τον Ey,6 αποτελούν γνήσιες παραληρητικές εμπειρίες, εφόσον το παραλήρημα βιώνεται ως άμεσο δεδομένο της τροποποιημένης συνείδησης, ως «εμπειρία» δηλαδή που επιβάλλεται στο άτομο. Τα θέματά του είναι πολλά και ποικίλα, συγχέονται μεταξύ τους, αναμειγνύονται και μεταμορφώνονται το ένα στο άλλο, θυμίζοντας την καλειδοσκοπική διαδοχή των ονειρικών εικόνων. Οι ψευδαισθήσεις είναι άφθονες, συχνά ακουστικές. Εκσεσημασμένη είναι η συμμετοχή του συναισθήματος· άλλοτε ο ασθενής εμφανίζεται ευφορικός, με διάχυση του συναισθήματος, όπως στη μανία, άλλοτε είναι έρμαιο μιας έντονης αγωνίας που θυμίζει τη μελαγχολία και μπορεί να συνοδεύεται από βωβότητα, ιδέες θανάτου ή άρνηση λήψης τροφής. Χαρακτηριστικές είναι οι διακυμάνσεις της κλινικής εικόνας, με έντονες μεταβολές της διάθεσης και με «κύματα» παραληρήματος. Ο προσανατολισμός και η επικοινωνία του ασθενούς είναι επαρκείς, αλλά υφίσταται αποδόμηση της συνείδησης, με τη μορφή ενός είδους υπνώδους καταστάσεως ή διπλασιασμού της πραγματικότητας. Η κατάληξη του επεισοδίου είναι ενίοτε απότομη, εντός λίγων ημερών, συχνότερα όμως εντός εβδομάδων (και κατ’ εξαίρεση μετά από αρκετούς μήνες)· συνηθέστερα όμως παρεμβάλλεται μια «φάση αφύπνισης».

 

*

Επισκοπώντας τη σύγχρονη συνήθη πρακτική που, μπρος στο θέλγητρο της αναζήτησης της «υποκρυπτόμενης» εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, υποτιμά την παράλληλη διερεύνηση του ψυχικού υποστρώματος και του κοινωνικού περιβάλλοντος του ασθενούς, οι Ungvari και Mullen, προβάλουν το –αυτονόητο κατά το παρελθόν– γεγονός ότι η αξιολόγηση μιας οξείας ψύχωσης, ιδιαίτερα όταν είναι αντιδραστική, δεν μπορεί να γίνει, εάν αυτή δεν ενταχθεί στο πλαίσιό της. Η διάγνωσή της προϋποθέτει την ενσυναισθητική κατανόηση του ασθενούς, καθώς και την ακριβή αξιολόγηση της βιογραφίας του και της παρούσας του κατάστασης.7

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Pillman F, Bloink R, Balzuweit S, Haring A, Marneros A. Personality and social interactions in patients with acute brief psychoses. The Journal of Nervous and Mental Disease, 2003, 191, 8, 503-508.

2 Pillman F, Haring A, Balzuweit S, Blöink R, Marneros A. Bouffée délirante and ICD-10 acute and transient psychoses: a comparative study. Australian and New Zealand Journal of Psychiatry 2003, 37, 327-333.

3 Pillmann F, Haring A, Balzuweit S, Blöink R, Marneros A (2002) The concordance of ICD-10 acute and transient psychosis and DSM-IV brief psychotic disorder. Psychological Mediicne 2002, 32, 525–533.

4 Pillman F, Marneros A. Brief and acute psychoses: the development of concepts. History of Psychiatry 2003, 14, 2, 161-177.

5 Flanagan EH, Davidson L, Strauss JS, (2007) Issues for DSM-IV: Incorporating patients’ subjective experiences. American Journal of Psychiatry, 164, 3, 391-392.

6 Ey H, Bernard P, Brisset C. Manuel de psychiatrie, 6e éd. Paris; Masson et Cie, 1989, 224-234.

7 Ungvari GS, Mullen PE. Reactive psychoses revisited. Australian and New Zealand Journal of Psychiatry 2000, 34, 458-467.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.